Τετάρτη, 26 Ιανουαρίου 2011

Το καμίνι των ονείρων και το κοχύλι των θαυμάτων





«Ναι, βέβαια, αν έχει καλή μέρα αύριο», λέει πάντα η κυρία Ράμζυ στο γιο της στο Προς το φάρο της Βιρτζίνια Γουλφ  όταν αυτός της ζητά να του επιβεβαιώσει ότι θα πάνε μαζί στο νησάκι με το Φάρο.  «Αλλά θα πρέπει να σηκωθείς με τα κοκόρια»

Στερεότυπη αυτή η στιχομυθία ανάμεσά τους, έχει επαναληφθεί πλειστάκις. Τα λόγια της φέρνουν στο μικρό Τζέημς  απροσδιόριστη χαρά, μια και το ταξίδι αυτό Προς το φάρο, φαίνεται παραδόξως να παίρνει σάρκα και οστά και μετά το σκοτάδι μιας νύχτας, όπου αυτός θα κοιμόταν και θα το ονειρευόταν ίσως, θα γινόταν πια  χειροπιαστό…

« Αριον, τώρα τ ταχύ, ταν λαλήσ τ᾿ ρνίθι»  ήταν η απάντηση της γιαγιάς του αφηγητή  σε μικρή ηλικία, στο Καμίνι του Αλέξανδρου Παπαδιαμάνη,  όταν την ρωτά και αυτός «γιαγιά πότε θα πάμε καμίνι;» και εκείνη όπως όλες οι γυναίκες που κρατούν τα κλειδιά των ονείρων της παιδικής μας ηλικίας, τον σκεπάζει τρυφερά στο κρεβάτι, βάζοντας ανάμεσα σε αυτόν και το Καμίνι – Φάρο  που λάμπει, πάλι  την ευέλπιδα φλόγα της επιθυμίας, της προοπτικής, της αυταπάτης…

Πάντα ο μικρός Τζέημς Ράμζυ με το ψαλίδι του θα απελευθερώνει λεπτουργημένες ζωγραφιές από τον εικονογραφημένο κατάλογο των Μεγάλων Καταστημάτων του «Μετοχικού Ταμείου του Στρατού και Ναυτικού» της εποχής του Μεσοπολέμου…ζωγραφιές όπως η ταπεινή  εικόνα ενός ψυγείου…και ένας κόσμος απλός, παρόμοιος με τον καθημερινό όπου έχουν τη θέση τους μια μηχανή που κουρεύει το γρασίδι, ένα χειραμάξι…το θρόισμα από τις λεύκες,  θα ζωντανεύει  τόσο όμορφα ζωγραφισμένος στο μυαλό του…


Στην απέναντι πλευρά του βουνού, στο διήγημα του Παπαδιαμάντη, ένας λαός κυκλώπων αρχίζει να ποτίζει με ιδρώτα τις πέτρες, τα ξύλα και τους αδρούς κορμούς, προσπαθώντας δια του πυρός – αντί του λεπτουργικού ψαλιδιού – να παραγάγει πάλι κάτι χρήσιμο και ευτελές «πως λάβωσι μικρ ργύρια, κα θρέψωσι κα ατο μικρος νθρωπίσκους, προωρισμένους ν εναι σοβίως σκλάβοι λλων πάλιν νεαρν τυράννων. , ματαιότης!» ¨


Έτσι λοιπόν, από την ελπίδα που πηγάζει από την άκρη της βελόνας της κυρίας Ράμζυ όταν μονολογεί «αύριο πιστεύω πως θα κάνει καλή μέρα» ή  το «πόμα το καινόν» που πηγάζει  από «πέτραν άγονον», το γάλα της παρηγορίας που θηλάζει ο ήρωας από τους κόλπους της γιαγιάς του, αναδύονται και  για τους δύο τα «ονειροπολήματα αίγλης και μαρμαρυγής»  εις την κεφαλήν τους,
οι εικόνες της φαντασίας και της μυθοπλασίας στο αμόνι του πυρός ή στο ψαλίδι του λεπτουργού, αυτός ο κόσμος ο αληθινός, του Λόγου που καθιστά «κίβδηλον και προσποιημένον» τον κόσμον  όπου εμεγαλώσαμεν, όπου έχουμε τα μάτια ανοιχτά…

…………………………………………………………………………………..

Αυτό λοιπόν ήταν  το καμίνι, το καμίνι του έργου του συγγραφέα, το καμίνι της μυθοπλασίας, το καμίνι του παράλληλου κόσμου των αφηγήσεων και των ιστοριών… για το οποίο όμως δεν σκοπεύει να γράψει ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης στο ομότιτλο διήγημα…
«Δεν γράφω εδώ για το καμίνι  πο λάμπει κοκκίνην λάμψιν τν νύκτα…» λέει στην αρχή…
Δεν είναι λοιπόν το καμίνι της κατασκευής των ιστοριών αυτή τη φορά, αλλά ένα άλλο καμίνι  ιστορείται σε αυτό το διήγημα.… Ένα καμίνι δροσερό, θεόκτιστο, θαυμάσιο, θαλάσσιο βεβαίως, πρότυπο – πρόπλασμα και υπόδειγμα όλων των καμινίων, προορισμένο να μην ανάπτει, να μην καίει αλλά να δροσίζει καρδιές και μέτωπα…

Πρόκειται για το καμίνι του θαύματος, το καμίνι της διαφυγής και όχι της κατασκευής, το καμίνι της πραγμάτωσης του ονείρου, το καμίνι  όπου  καταφεύγουν χωρίς να καίγονται οι τρεις Παίδες της Παλαιάς Διαθήκης. Εκεί προστρέχει  με τόλμη και η ερωτευμένη βοσκοπούλα της ιστορίας, παρ - ακούοντας τα λόγια της ανάγκης του πατέρα της και της θείας της, που βιάζονται να τη στεφανώσουν με τον αδιάφορον, μεγαλύτερόν της και χήρον με δυο παιδιά Κώστα της Γαρουφαλλίνας…

Παρακούει. Ο ήχος των λόγων τους, σαν βόμβος σφηκοφωλιάς φεύγει από τα αυτιά της… Εκείνη ήδη έχει συναντήσει έναν Νίκον, ο  οποίος μάλιστα της χάρισε ένα υπέροχο κοχύλι… «Ὁ διος τς εχε προσφέρει ραίαν μεγάλην κογχύλην, χρυσίζουσαν, ποπνέουσαν τ ρωμα τς θαλάσσης.»

Εις εκείνο το καμίνι, με μορφή κογχύλης, βαθύ, κυκλοτερές  ως χάσμα, προσφεύγει.  Στο θαυμάσιο καμίνι του ονείρου, στο καμίνι των θαυμάτων… Και εκεί σώζεται, εκεί δεν φοβάται να κατέβει και όπως οι τρεις παίδες εισέρχονται άφοβα στο Καμίνι, έτσι και εκείνη εκεί στο βάθος του,  ως εκ θαύματος εκεί συναντά τον Νίκον των ονείρων της, ο οποίος της πετά ανεμόσκαλα για να κατέβη και να πέσει στην αγκαλιά του…

Δύο καμίνια, δύο κόσμοι: Ο κόσμος του θαύματος και ο κόσμος της γραφής...

Στον ένα  ανεμόσκαλα ρίπτεται  από το εσωτερικό της χοάνης προς τα πάνω, υπερνικώντας το βάρος της πτώσεως και του θάνατου… Ο θάνατος όμως έχει ήδη νικηθεί και στον άλλο  με τη γραφή, όταν τα άστρα, στο άλλο καμίνι – του πυρός, «τ ν μετ τ λλο, πίπτοντα, φευγαλέα, σβύνονται ες τν νω βυθόν, τν καταλήπτων πραγμάτων»


Εικόνες από:

(Το «Καμίνι» στην σελίδα του Νεκτάριου)

Δεν υπάρχουν σχόλια: