Παρασκευή, 18 Ιανουαρίου 2008

Silvio Pellico: Στιχουργώ σημαίνει θυμάμαι;



Ο Σίλβιος Πέλλικος (Silvio Pellico) είναι ευρύτερα γνωστός σαν ο μάρτυρας – συγγραφέας, ο καρμπονάρος που καταδικάστηκε από τους Αυστριακούς σε θάνατο και φυλακίστηκε για εννέα χρόνια στις φυλακές του Μπρνο, στο παλιό μοναστήρι της Αγίας Μαργαρίτας, όπου τα κελιά των καλογέρων είχαν μετατραπεί σε κελιά εγκλεισμού των επαναστατών. Στον περίβολο μιας άλλης Αγίας Μαργαρίτας, ο φίλος του ο Αντρέας Κάλβος είχε βρει εις «ξένην γην τον τάφον» για εκατόν πενήντα χρόνια, στο Keddington, στο Louth του Lincolnshire.

Ο Σίλβιος Πέλλικος είχε γράψει για τον φίλο του τον Αντρέα Κάλβο στην αλληλογραφία του με τον Φώσκολο:

«τον αγαπώ για σένα, τον αγαπώ για την εξυπνάδα του και την καρδιά του».

Η αλληλογραφία του Πέλλικου (Epistolario) μπορεί να βρεθεί στο Google books για όποιον ξέρει να διαβάσει ιταλικά. Ανέλπιστο δώρο για εμάς τους ασχέτους, που δεν θα είχαμε ποτέ το προνόμιο να διαβάσουμε τέτοιες επιστολές. Τέτοια
τρυφερότητα στις προσφωνήσεις είχα συναντήσει όταν πριν από χρόνια διάβασα κρυφά τα γράμματα του αδελφού της μητέρας μου, του θείου μου του Δρόσου, που είχε μπαρκάρει τόσο νέος, προς την οικογένειά του. Διαβάζοντας τις επιστολές του Πέλλικου θυμήθηκα εκείνη την παράξενη αμηχανία που είχα νιώσει απέναντι στις τόσο γλυκειές και αγαπησιάρικες κουβέντες που η επαφή με την Ιταλική γλώσσα έκανε και τους Δωδεκανήσιους να χρησιμοποιούν. Θυμάμαι επίσης τη γιαγιά μου, να μιλάει για τα παιδιά της χρησιμοποιώντας εκφράσεις όπως: ο Δρόσος μου, ο Μιχάλης μου…

Ο Πέλλικος, ο αγαπημένος φίλος και σύντροφος του Κάλβου, θεωρείται από τον Μαρσέλ Προυστ ισάξιος του Σαίξπηρ, του Σαιντίν, του Σοφοκλή και του Ευριπίδη.

«Τον είχα διαβάσει», γράφει στις Ημέρες Ανάγνωσης, «κάποιον παγερό Μάρτη, βαδίζοντας, χτυπώντας τα πόδια, τρέχοντας μέσα από τα μονοπάτια κάθε φορά που έκλεινα το βιβλίο μέσα στην έξαρση της ανάγνωσης που είχε τελειώσει, των δυνάμεων που είχαν συσσωρευτεί από την ακινησία και του ζωογόνου ανέμου που φυσούσε στους δρόμους του χωριού».




Ο Μπάιρον έχει μεταφράσει στα Αγγλικά μια τραγωδία του Πέλλικο, την Francesca da Rimini. Η Francesca da Rimini, ηρωίδα της Θείας Κωμωδίας του Δάντη, παντρεύεται άλλον από αυτόν που αγαπά επειδή η οικογένειά της την εξαπατά. Στο θέατρο συνηθίζονται τα διπλά νοήματα και τα υπονοούμενα, τα μηνύματα με πολλαπλούς παραλήπτες. Μια θεατρική παράσταση μέσα στην παράσταση αποκαλύπτει στον Άμλετ την αλήθεια για τον εραστή της μητέρας του. Στην περίπτωση της Francesca, η ανάγνωση ενός βιβλίου θα κάνει τους δύο νέους να συνειδητοποιήσουν τον έρωτά τους. Διαβάζουν μαζί την ιστορία του βασιλιά Αρθούρου και του κρυφού έρωτα ανάμεσα στο Λάνσελοτ και τη Γκουίνεβιρ.

Από το Google books κατέβασα και μιαν αγγλική μετάφραση του έργου που έκανε τον Pellico ευρύτερα γνωστό, «Οι φυλακές μου», τα απομνημονεύματά του από την εννιάχρονη φυλάκισή του. Ένα βιβλίο γραμμένο πολύ παραστατικά, σαν ημερολόγιο, από τη στιγμή που τον συλλαμβάνουν και τους ζητά να τον αφήσουν να δειπνήσει, τη σχέση του με τους δεσμοφύλακες, τους άλλους κρατούμενους, τις σκέψεις του, τις αναδρομές στο παρελθόν και τη σχέση με τους γονείς του, και φυσικά την καθημερινότητα του κρατούμενου.

Η σύλληψη του Pellico και του Maroncelli



Εκτός από κάτι λαϊκά αναγνώσματα που του παραχώρησε ο διευθυντής της φυλακής και τα αναφέρει συγκαταβατικά, του έχουν επιτρέψει να έχει μαζί του το Δάντη. Και κάθε μέρα προσπαθεί λέει να μάθει απ’ έξω και ένα canto. Αυτό θεωρεί ότι θα τον κρατήσει ζωντανό, θα του αναθέσει μια αποστολή, ένα εργόχειρο για να μην καταρρεύσει. Η πνευματική προσπάθεια να απομνημονεύσει το ρυθμό που κρύβεται στου στίχους του μεγάλου ποιητή, που του ενέπνευσε ήδη μια Francesca da Rimini, θα τον κρατήσει κοντά στην ποίηση. Ποιος ξέρει ποιοι άλλοι ήρωες, ποιήματα και θεατρικά έργα μπορεί να ξεπηδούσαν από την πέννα του Δάντη και τη Θεία Κωμωδία.
«Γι’ αυτόν [τον Όμηρο]» , γράφει o M. Parry (τον αναφέρει ο Vernant στις Μυθικές Πλευρές της Μνήμης και του Χρόνου ) «όπως και για όλους τους αοιδούς, στιχουργώ σήμαινε θυμάμαι». Δηλαδή όλη η ποιητική γλώσσα εκείνης της εποχής, με τις τυποποιημένες αρχαιότατες εκφράσεις, μπορεί να χαρακτηριστεί όπως σημειώνει ο Fernand Robert σαν μια «τεχνική της μνήμης». Τι ποιο προκλητικό λοιπόν για ένα ποιητή να στιχουργήσει Δάντη δια της μνήμης, να οικειοποιηθεί το ρυθμό και τους στίχους του να τον απαγγέλει ολόκληρο σαν να είναι δικό του έργο! Δεν χωρεί αμφιβολία ότι αυτό έκαναν οι ραψωδοί, ο Φήμιος ο αυτοδίδακτος, ο Δημόδοκος και οι άλλοι. Να κάνεις δικό σου ένα έργο σαν τη Θεία Κωμωδία, αυτό κι αν είναι έργο ζωής. Ο Σίλβιος όμως ζει σε άλλη εποχή. Ο ποιητής που έκανε την ανάγνωση αγγελιαφόρο των ερωτευμένων, ομολογεί πως η σκέψη του είναι αλλού. «Τα χείλη μου επαναλαμβάνουν μηχανικά τους στίχους του Dante αλλά είναι σαν να μην καταλαβαίνω τι λέει, σαν να μου είναι ξένο». Η μνήμη, σαν μνημονοτεχνική προσπάθεια, δεν αρνείται να τον υπηρετήσει για να αναπαράγει τα λόγια του Δάντη. Αυτό που δεν γίνεται είναι η συγκρότηση του ποιήματος σε νόημα και η δια της αποστήθισης οικειοποίησή του. Ο Σίλβιος δεν είναι πια Φήμιος και το κελί της Αγίας Μαργαρίτας δεν είναι το παλάτι των Φαιάκων. Έχει τη δική του ιστορία να πει, το δικό του παρελθόν να ανασυγκροτήσει, να στοχαστεί στα λάθη του, στις σχέσεις του, τις φιλίες του, την πίστη του… Ο Δάντης, σαν σοφός δάσκαλος του λέει: «Μαζί περπατήσαμε ως εδώ. Εγώ σταματώ και εσύ θα συνεχίσεις μόνος σου».

[1] Jean – Pierre Vernant, Μύθος και Σκέψη στην Αρχαία Ελλάδα, Τόμος Α΄, Μετάφραση Στέλλα Γεωργούδη, Εκδόσεις Ζαχαρόπουλος, Αθήνα 1989

2 σχόλια:

jokar είπε...

Υπέροχη ανάρτηση!
Καλησπέρα κι από εδώ!

Πόλυ Χατζημανωλάκη είπε...

Καλό απόγευμα Γιάννη!
σημαδιακή μέρα όντως!