Κυριακή, 3 Αυγούστου 2008

«Το ανάκτορο της Πύλου» ως χάρτης του εαυτού του.


Σε αντίθεση με το «Ανάκτορο της Κνωσού» που είναι γεμάτο τοιχογραφίες με «Παριζιάνες» πριγκίπισσες, πρίγκιπες με κρίνα, έντονα χρωματισμένους κίονες και τοιχογραφίες με χαρωπά δελφίνια, που δίνουν μια αίσθηση «νέας εμπειρίας» και ικανοποιούν την εξωτική διάθεση του επισκέπτη, το «ανάκτορο της Πύλου» αποπνέει μια αίσθηση ερημιάς. Όχι πως δεν υπήρχαν ευρήματα – αυτά όμως θα αναζητηθούν στο Μουσείο. Στο αρχαιολογικό Μουσείο των Αθηνών τα περισσότερα και κάποια ακόμα στο Μουσείο της Χώρας. Αυτό που μένει είναι ένας χώρος κενός, ένα άδειο κέλυφος, σαν εργοτάξιο ανασκαφής, μικρός σε έκταση, όπου μπορείς να περιηγηθείς γρήγορα.

Στην πραγματικότητα το ίδιο το ανάκτορο που βλέπεις δεν διαφέρει από το σκαρίφημα της κάτοψης που σου δίνουν στην είσοδο.

Είναι τόσο μικρό, που θα μπορούσες να το εκλάβεις σαν τη μακέτα, το πρόπλασμα, ενός άλλου μεγαλύτερου λαμπρού ανακτόρου, αυτού που είχες στη φαντασία σου. Μια κάτοψη σε μεγέθυνση που την περπατάς, όπως το σχέδιο με την κιμωλία του «κουτσού» στο πάτωμα. Πρέπει να συμπεράνεις την ύπαρξη του δεύτερου ορόφου από τη σκάλα βορειοανατολικά – μια τυφλή σκάλα που σταματά απότομα. Οδηγούσε κάποτε στο δεύτερο όροφο. Πρέπει ωστόσο να υποθέσεις την ύπαρξη σκάλας από την απέναντι πλευρά, στον κενό χώρο, μπροστά από την επιγραφή «σκάλα για τον επάνω όροφο».

Οι λουτήρες και τα κιούπια από τις αποθήκες του λαδιού είναι από τα ελάχιστα ερείπια που έχουν προφανή λειτουργία. Τα υπόλοιπα είναι σχήματα: στρογγυλά, παραλληλόγραμμα, τετράγωνα – δωμάτια – για τα οποία συμπεραίνεις διαβάζοντας τις επιγραφές στις μικρές πινακίδες που είναι καρφωμένες στις πέτρινες βάσεις, τη λειτουργία τους. Η εστία, η αίθουσα του θρόνου, τα πρόπυλα, η αίθουσα αναμονής… Αυτές οι μικρές λευκές πινακίδες – λεπτές πλάκες μαρμάρου - υπενθυμίζουν, καλύτερα υποδεικνύουν στον επισκέπτη, τη θέση του φρουρού, το αποχωρητήριο, την αίθουσα υποδοχής, τη θέση του θρόνου – μια ο θρόνος είναι κι αυτός μια απουσία. Όλα τα υπόλοιπα τα συμπληρώνει η φαντασία.







Όχι ακριβώς, γιατί κρατά στα χέρια του, μαζί με το χάρτη, τη χρωματιστή ζωγραφιά του ανακτόρου με τις τοιχογραφίες με τα λιοντάρια, τους φτερωτούς γρύπες και τα ελάφια, την εστία αναμμένη, τις οκτώσχημες ασπίδες ακουμπισμένες στον τοίχο και τους αυλικούς ντυμένους με Μυκηναϊκές φορεσιές να συζητούν μπροστά στο θρόνο του άρχοντα. Μια διαφορετική εκδοχή του ανακτόρου που μπορείς να τη χαζεύεις με ευχαρίστηση γιατί είναι μια σκηνή από το «αλλού» αλλά που δεν μπορείς, αν δεν είσαι ειδικός, να τη δεις σε αυτή τη γιγάντια κάτοψη. Το έργο δηλαδή της ανασύστασης του ανακτόρου δια της φαντασίας φαίνεται να είναι σχεδόν αδύνατο για αυτόν που δεν το έχει ήδη στο μυαλό του. Το παλάτι του λαλίστατου Νέστωρα, για αυτόν που έρχεται εκεί για πρώτη φορά, είναι βουβό. Αυτός άλλωστε είναι ο λόγος που η μοναδική ένοικος, η συμπαθής φύλακας, μας καθησυχάζει ότι θα φτάσει η μισή ώρα που έχουμε στη διάθεσή μας . «Θα βαρεθείτε», μας λέει, προεξοφλώντας από το πλήθος των επισκεπτών που έχει μέχρι τώρα συναντήσει ότι ούτε κάποια εξωτική περιέργειά μας θα ικανοποιηθεί – ίσως λίγο στο θολωτό τάφο – ούτε θα ανακληθούν αναμνήσεις, ότι δηλαδή δεν θα μας μιλήσει ο χώρος. Στο κάτω κάτω ας πάμε στο Μουσείο. Εκεί έχει πράμα που σαλεύει.

Το ανάκτορο του Νέστωρα δεν με γέλασε. Ομολογώ ότι δεν φαντάστηκα περπατώντας εκεί την A-re-ka-sa-da-ra ούτε τους γραφείς στις αποθήκες του λαδιού και του κρασιού. Αυτούς τους σκέφτομαι συχνά άλλες ώρες. Εν τούτοις η περιήγηση σε αυτό το νεκρό τοπίο με γοητεύει. Η ανάγνωση των λευκών πινακίδων, πιστοποιεί ότι πατώ σε κάτι αληθινό, στο σώμα ενός χάρτη και όχι στο κατασκευασμένο τοπίο μιας Lego-land, στην πλαστή πολιτεία μιας Disneyland. Εκεί μας προσφέρεται ένα δημιουργημένο εκ του μηδενός τοπίο μνήμης: εδώ ο Πήτερ Παν, εκεί η Χιονάτη, εδώ το Φαρ-Ουέστ ή το καράβι των πειρατών. Οι συνειρμοί και οι αναμνήσεις και οι εικόνες που έχει για αυτές τις φιγούρες ο επισκέπτης και αυτές δημιουργημένες από μια βιομηχανία θεάματος, εκβιάζονται να αναδυθούν στα πολλά τετραγωνικά μέτρα της -land. Οι τεχνητές μνήμες συμπληρώνονται από πληθώρα εικόνων, προβολών, και τρισδιάστατων κατασκευών.



Εδώ αντίθετα δεν σε υποχρεώνει κανείς να θυμηθείς. Βαδίζοντας προσεχτικά ανάμεσα στα προστατευτικά σχοινάκια, ανάμεσα σε ανάγλυφα ερείπια τρισήμιση χιλιάδων χρόνων, διαβάζεις τις λευκές πινακίδες με τις υπομνήσεις τους. Χωρίς εικόνες.

Δεν υπάρχουν σχόλια: