Τετάρτη, 27 Μαρτίου 2019

Χνάρι






Τις προάλλες φωτογράφισα ένα σκακιστή στο Πανελλήνιο με ζουμ. Δύο κλικ. Η σκέψη πριν την κίνηση και το μετέωρο χέρι πάνω από την σκακιέρα. Στεκόμουν μπροστά στο Χημείο, έξω από τα κάγκελα, έξω από το χώρο που είχα περάσει τέσσερα χρόνια από τα πιο σημαντικά της νιότης μου, μεταπολίτευση, σπουδές στη Φυσική, πολιτική ένταξη και έξω από τα Αμφιθέατρα, στα σκαλάκια και στο παγκάκι που δεν υπάρχει πια. Στοχαζόμασταν για το μέλλον του κόσμου σαν να ήταν ζήτημα ζωής ή θανάτου. Μια αίσθηση παντοδυναμίας, αποχουντοποίησης, εκείνη η λέξη σήμαινε ότι οι καθηγητές που είχαν ενδεχομένως συνεργαστεί με τη δικτατορία είχαν απομακρυνθεί, προσωρινά από ότι φαίνεται αλλά εμείς δεν το ξέραμε. Είχαμε λοιπόν στρογγυλοκαθίσει στα γραφεία τους, ο όροφος της Πυρηνικής φιλοξενούσε συνεδριάσεις επιτροπών έτους, σαν μια φοιτητική λέσχη, ένα ρούχο μεγαλύτερο από το μπόι μας. Αναζητήσεις σε όλα τα επίπεδα, διαβάζαμε, συζητούσαμε, διαφωνούσαμε με πάθος αγαπούσαμε κάποια βιβλία, ζούσαμε σε μια διαρκή πολιτική συνεδρίαση όπου μεταξύ άλλων  είχαν θέση  και  τα φιλοσοφικά   θεμέλια της Φυσικής:  η Διαλεκτική της Φύσης, το Είναι και το γίγνεσθαι του Ευτύχη Μπιτσάκη αλλά και  η διαλεκτική του Συγκεκριμένου του Κάρελ Κόσικ δεν θυμάμαι εκδοτικό οίκο, το αστείο του Κούντερα, νομίζω Κάλβος,  το μηδέν και το άπειρο του Άρθουρ Καίσλερ μαύρο εξώφυλλο Ηριδανός, το κιβώτιο του Άρη Αλεξάνδρου, σχεδόν μαύρο Κέδρος,  το διπλό βιβλίο του Δημήτρη Χατζή  κεραμιδί δεν θυμάμαι τον εκδότη ίσως από το τυπογραφείο κείμενα,  ο Λένιν πόσα βήματα μπροστά πόσα πίσω ποιος ξέρει, η καταγωγή της οικογένειας που δεν διάβασα ποτέ, το δικαίωμα στην τεμπελιά του Λαφάργκ, ο Γκράμσι από τη φυλακή, οι σκέψεις του σοφού διανοούμενου για την ηγεμονία βεβαίως αλλά κυρίως το δικαίωμα στη χαρά της ζωής που τόσο εύκολα γινόταν παρανάλωμα μιας επανάστασης. 


Παιδί της επαρχίας, ήρθα στην πρωτεύουσα ένα χρόνο πριν τη μεταπολίτευση και πέρασα τις τρεις τελευταίες τάξεις του Γυμνασίου σε ένα ιδιωτικό σχολείο των βορείων προαστίων. Με υποτροφία. Τη Σόλωνος τη γνώρισα για πρώτη φορά με τη φίλη μου την Πόπη Μουπαγιατζή, αθηναία που την ήξερε σαν τη τσέπη της και που με πήγε για πρώτη φορά στα γραφεία της Νέας Εδα. Εκεί είδα τον Μίκη Θεοδωράκη και τον Αντρέα Λεντάκη να μπαίνουν και μας χαιρέτισαν. Η Πόπη που ήξερε πρόσωπα και πράγματα με πήγε για πρώτη φορά στο Χνάρι. Δεν έχει μεγάλο χώρο ούτε τα έχει όλα τα βιβλία μου είπε.  Θα σου φέρει όμως ότι του ζητήσεις. Η απόλυτη συμπύκνωση τα λίγα τετραγωνικά του πρώτου μου βιβλιοπωλείου στην πρωτεύουσα. Το θα σου φέρει ότι του ζητήσεις ήταν με άλλα μέτρα, σε άλλη κλίμακα από τη σημερινή. Δεν περίμενες μια εβδομάδα ή έστω τρεις μέρες να σε πάρουν τηλέφωνο ότι ήρθε η παραγγελία.  Ο Γιώργος σε άφηνε στο μαγαζί του, έφευγε και σε δέκα λεπτά ερχόταν με το βιβλίο που είχες ζητήσει. Μια μαγεία, να μπεις στον κόσμο αυτό - ήμουν δεκάξι χρονών και με έπαιρναν για πρώτη φορά στα σοβαρά - μια ενηλικίωση μια γητειά αυτή η συναλλαγή όπου δεν σε ρωτούσαν, δεν σε έκριναν σου έφερναν αυτό που ζήτησες, έμπαινες στον κόσμο των ενηλίκων, το κόκκινο βιβλιαράκι του Μάο και ένα άλλο κόκκινο για το ότι θέλετε να μάθετε για το σεξ. πώς μαθαίναμε για τα βιβλία τότε χωρίς ίντερνετ, χωρίς διαφήμιση, μια αγορά του δήμου ζωντανή, ένα αντηχείο να αναπαράγει ιδέες, η κριτική στα αναγνωστικά της Φραγκουδάκη, οι ήρωες του Ντίσνεϋ και οι περίεργες οικογενειακές τους σχέσεις - ανιψιά και θείοι μα πως αυτό συνδέεται με τον ιμπεριαλισμό, το έξοχο των Αλαίν Ζωμπέρ και Ζαν Μαρκ Λεβί Λεμπλόν για την αυτοκριτική της επιστήμης, εκ των ένδον δηλαδή, μια πεντάτομη κοινωνική ιστορία της τέχνης εκδόσεις Κάλβος τα ανασύρω από τη μνήμη τα βιβλία που με διαμόρφωσαν, δεν τα έχω πια τα περισσότερα. 



Όλα τα χρόνια, όχι μόνο στην αρχή, είχα μια δυσκολία να βρω την Κιάφας. Είναι τρυπωμένη ανάμεσα στην Ακαδημίας και τη Ζωοδόχου Πηγής. Από την κάτω πλευρά τη βρίσκεις αμέσως, ένας δρομάκος που ξεστρατίζει  από την Ακαδημίας και βιάζεται να συναντήσει τη Ζωοδόχου Πηγής την κάθετο. Αν κατεβαίνεις όμως από πάνω όμως, από τη Σόλωνος, και είσαι ζουλάπι όπως ήμουν εγώ μπορεί να την προσπεράσεις και να μην τη βρίσκεις. Έτσι έκανα κύκλους, γύρω γύρω το ίδιο αργότερα για να βρω τη Γραβιάς, όταν άνοιξε η πρωτοπορία το μεγάλο βιβλιοπωλείο, ο αντίποδας της φωτεινής άυλης συμπύκνωσης του χναριού. Βιβλία απλωμένα  να δουν τα μάτια σου.  Η Πολιτεία ακουγόταν ίσως, δεν θυμάμαι, αλλά δεν είχα πάει ποτέ ως τότε. 

Ένα θαύμα λοιπόν να το βρω, να βεβαιωθώ ότι δεν έφυγε από τη θέση του και ένα δεύτερο να επιβεβαιώσω ότι πάντα θα φύγω με αυτό που ζήτησα, το βιβλίο αίτημα και αποτέλεσμα των συλλογικών ζυμώσεων που μας διαμόρφωναν, που διαμορφώναμε ο ένας τον άλλο...


Και οι σελιδοδείκτες του άλλη καταπληκτική ιστορία.  μαζεύονταν μαζεύονταν στο σπίτι, και στις μετακομίσεις Παρίσι Βρυξέλλες και πάλι πίσω, ζαχαρί χαρτονάκια, οδοντωτό τελείωμα με φωτογραφίες λογοτεχνών και όμορφη γκρο κορδέλα. Κομψοτεχνήματα. Δεν σκέφτηκα ποτέ να τους μαζέψω, ούτε τους χρησιμοποιούσα είναι αλήθεια για να σημαδεύω τη σελίδα. Τους είχα σε συρτάρια, η ανάμεσα σε βιβλία, μικρά πνεύματα της ανάγνωσης που με άφηναν σιγά σιγά, χάνονταν ανεπαισθήτως. Τώρα δεν έχει μείνει κανείς και κόντευα να τους ξεχάσω. Ώσπου είδα έναν προχτές φωτογραφημένο στη σελίδα του Γιώργου στο φέησμπουκ και άρχισε να χτυπά η καρδιά μου. 



Με τον Γιώργο Τσιλδερίκη ανταμώσαμε ξανά, χρόνια μετά στο φέησμπουκ. Εκείνος φέρεται σαν να με θυμάται. Μου έκανε την μεγάλη τιμή να με καλέσει απόψε να πω κάτι για το Χνάρι. Το Χνάρι του, το Χνάρι μας. Εγώ τον ήξερα καλά. Νιώθω πολύ συγκίνηση κάθε φορά που τον βλέπω. Μόνο τα μαλλιά του έχουν ασπρίσει. Και τα δικά μου φυσικά.  Δεν είχαμε την ευκαιρία να μιλήσουμε να γνωριστούμε περισσότερο τότε, εκεί ήταν στέκι, είχε φίλους που σύχναζαν εκεί, που κουβέντιαζαν μαζί του. Εγώ δίσταζα, ντρεπόμουν ακόμη, κοίταζα τα ράφια με τα βιβλία, κρυφάκουγα ένιωθα μια θέρμη ότι κάτι σπουδαίο συντελείται εδώ κι εγώ που είμαι δίπλα σαν να με αγγίζει το θαύμα. Και μετά ο Γιώργος, ακούραστος έτρεχε να μου φέρει αυτό που ζήτησα. 

Εκείνη τη μέρα έξω από το Χημείο, εκεί που φωτογράφιζα τον σκακιστή, νοστάλγησα πάλι το Χνάρι. Νοστάλγησα το δύσκολο δρόμο, αυτόν που κρατάει πιο πολύ, αυτόν που χάνεσαι και δεν τον βρίσκεις από την πάνω μεριά, από τη Σόλωνος. Αυτό είναι το μόνο που σώθηκε από εκείνη την εποχή, με τα κτίρια που ερειπώνουν και κλείνουν,  το κέντρο της Αθήνας που μεταμορφώνεται. 
Το μόνο που μένει είναι η αίσθηση του να χάνεις το δρόμο , η χαρμόσυνη επανάληψη μιας τελετουργίας της νεότητας, να χάνεις τα ίχνη να τα βρίσκεις, (το χνάρι), να αγωνιάς με μια προσμονή που μετασχηματίζεται  στη  βεβαιότητα ότι θα το ξαναδείς , το Χνάρι στην Κιάφας, ανοιχτό γεμάτο βιβλία και ζωή σε όλη του τη δόξα. 




Διαβάστηκε στην τιμητική εκδήλωση για το Χνάρι, τη Δευτέρα 26/03/2019 στο Polis Art Cafe 

Πέμπτη, 7 Μαρτίου 2019

«Τα όρια της ερωτικής γλώσσας - δύο σχόλια και ένα ποίημα», της Πόλυς Χατζημανωλάκη


Ι. Τα όρια της ερωτικής γλώσσας (Πέρα από την Αφρική)

Από τις πιο ερωτικές σκηνές του κινηματογράφου είναι πιστεύω η σκηνή με τη Μέρυλ Στριπ την ώρα που τη λούζει ο Ρόμπερτ Ρέντφορντ στο Out of Africa. Περισσότερο και από την εξωτική ομορφιά της Αφρικής το σούρουπο στη Σαβάνα, τη λάμπα του αντίσκηνου, τα σερβίτσια τσαγιού από Φαγιάνς που κουβαλούν οι πιστοί Κικούγιου υπηρέτες, περισσότερο  και από  τις αφηγήσεις της Βαρόνης φον Μπλίξεν και -  αν θέλετε να το  πούμε - πέρα και από την αγωνία της αναμονής του εραστή της  τη νύχτα,  είναι καθηλωτική  η χειρονομία της εγκατάλειψης στα αγαπημένα (του) χέρια.  Αυτός θα  την φροντίσει, με μια κανάτα θα της βρέξει τα μαλλιά,  θα την ξεβγάλει μετά προσεκτικά. Μια αλλόκοτη μια ασυνήθιστη χειρονομία, μια αναπαράσταση της ερωτικής ένωσης στο φως της μέρας, όπως τα χιλιάδες υποκατάστατα που επινοούν οι εξόριστοι ερωτευμένοι για να σμίξουν, διευρύνοντας εν αγνοία τους τα όρια της ερωτικής γλώσσας. Το πρόσωπο της ήρεμο, χωρίς φτιασίδια, σχεδόν παιδικό, αυτό που μόνο ο εραστής μπορεί  να δει. Τα μαλλιά στην έσχατη ταπείνωση,  βρεγμένα σαν φύκια κολλημένα πάνω της δέχονται την φροντίδα του. Εκείνος βρίσκεται πλέον στη δική της πλευρά, με το μέρος της, συμπαραστέκεται στην μεταμόρφωση της, την βλέπει από μέσα, είναι οι δυο τους ένα. 
Μετά θα αποκολληθούν, θα φορέσουν τις αρματωσιές τους, τις χακί στολές του σαφάρι. Η γυναίκα, θα γίνει πάλι αυτή που είναι, η αρχόντισσα του άδειου της κρεβατιού και ο άνδρας θα ακολουθήσει τη μοίρα του πιλότου που θα πέσει με το αεροπλάνο του.     



ΙΙ (Θα σου μιλήσω για τους ανέμους – Ο Άγγλος ασθενής)

Πιλότος είναι και ο αμφιλεγόμενος Κόμης Λάζλο Αλμάσι στον «Άγγλο ασθενή». Σε αναζήτηση ενός ονείρου - τυχοδιώκτης κατά βάθος - αλλά που έχει γοητεύσει την Κάθριν της καρδιάς μας να τον ακολουθήσει στο αδιέξοδο όνειρο μιας υπερβατικής σχεδόν όασης. Σε μια εκδοχή του χρόνου - αυτού που έζησαν οι δυο τους -  το όνειρο κατεβαίνει στη γη και τα μάτια τους αντικρίζουν τις προϊστορικές  βραχογραφίες των μυθικών κολυμβητών. Αυτό είναι η κορύφωση, η δικαίωση της αποπλάνησης. Ωστόσο δεν είναι η αποπλάνηση της Κάθριν από τα ωραία μάτια του κόμη Λάζλο που θέλω να σχολιάσω, αλλά η παράταση της ερωτικής συνομιλίας εκεί που είναι αγκαλιά οι δύο τους και ο άνδρας ιχνηλατεί στο σώμα της τους ανέμους. Ένας χάρτης της τρυφερότητας, ένας  ανεμοδείκτης με τα ονόματα τα εξωτικά των ανέμων στην Αφρική, ο Αζέζ που οι  φελάχοι  προστατεύονται από αυτόν  με  μαχαίρια,  ο Χαρματάν που οι ναυτικοί ονομάζουν θάλασσα της σκοτεινιάς, και οπωσδήποτε ο Τυφώνας που όπως λέει ο Ηρόδοτος οι άνθρωποι κήρυξαν πόλεμο εναντίον του  φορώντας πλήρη στρατιωτική στολή και υψωμένα ξίφη. Ένα κορμί ανεμολόγιο, ονόματα και αισθήσεις, βουή ανέμων που θα το νιώθει να αντηχεί μέσα του για πολύν καιρό, ακόμα και όταν εκείνη θα έχει πεθάνει από το μοιραίο ατύχημα και αυτός αργότερα χωρίς πρόσωπο, χωρίς ταυτότητα  θα δέχεται τις φροντίδες της Γαλλίδας νοσοκόμας. Ονόματα ανέμων και το λακκάκι του λαιμού, η φλέβα η παλλόμενη της ζωής κάτω από τα δάχτυλά του, η κόκκινη σκόνη που ο άνεμος την φέρνει  ως την Αγγλία.  Γιατί ό, τι συνέβη δεν χάνεται ποτέ. Υπάρχει για πάντα σκορπισμένο σε όλα τα σημεία του ορίζοντα. 




ΙΙΙ  H Ada McGrath δίπλα στο πιάνο της, περιμένοντας την παλίρροια… (Το Πιάνο)

Στέκεται τώρα  η Ada McGrath
Στην παραλία της Νέας Ζηλανδίας
Αγέρωχη, αμίλητη με την κόρη της
Δίπλα στο σιωπηλό  και αμετακίνητο πιάνο
Έχει ακόμα όλα τα δάχτυλά της
Ο εραστής δεν φαίνεται στη σκηνή
Βηματίζει αμήχανος σε κύκλους μακριά της
Συλλογίζεται την παλίρροια  
Και σχεδιάζει σκηνές πάθους στο δωμάτιό του
Άναρθρες κινήσεις
Χειρονομίες
αγγίγματα
Ποιος νοιάζεται για τη μουσική
Το πιάνο στο τέλος στο βυθό θα καταλήξει
Και το τυφλό παιχνίδι των δακτύλων
Δεν  θα κινεί πια τα πλήκτρα

AdaMcWrath
Ο θυμός της

Η παλίρροια συντελείται τώρα εντός της
Βλέπει  το χαραγμένο μήνυμα στο πλήκτρο
το δάχτυλο που θα κοπεί  
για να πει το σ’ αγαπώ 

Από την ποιητική συλλογή "Το αλφαβητάρι των πουλιών", Εύμαρος 2014


Δημοσιεύτηκε στο 2ου τεύχος του περιοδικού ΑΠΙΚΟ για την Λογοτεχνία, την Τέχνη και την Εκπαίδευση που εκδίδεται και κυκλοφορεί στο Ηράκλειο της Κρήτης.
Το τεύχος αυτό είχε αφιέρωμα "Περί έρωτος" και κυκλοφορεί δωρεάν. Η online έκδοση εδώ:
https://apicomag.blogspot.com/2019/03/2.html?spref=fb





Τρίτη, 19 Φεβρουαρίου 2019

Το φεγγάρι στο πηγάδι (η μακρινή θέα των παιδικών μας χρόνων)

1. Οι αίθουσες που μυρίζουν κιμωλία




Πριν μερικά χρόνια έγραψα ένα γράμμα στον Αντρέι Ταρκόφσκι. Μια εικόνα από τον Καθρέφτη του με τα δυο παιδιά στον εξώπορτα να κοιτούν τον ήλιο κόντρα,  η εικόνα μιας μαγικής πυρκαγιάς -δεν θυμόμουν εκείνη τη στιγμή κάτι από την ταινία ωστόσο αυτό με πήγε στα μακρινά δικά μου τότε που με έπαιρνε μαζί της  η μητέρα μου στο σχολείο που δούλευε, όταν το απόγευμα είχαν οι δάσκαλοι συνεδρίαση - εγώ είχα σχολάσει από τις πρώτες τάξεις του δημοτικού και αλώνιζα στις αίθουσες που μύριζαν κιμωλία, με την κλεμμένη ελευθερία να γράφω στον πίνακα και να σβήνω, γνωρίζοντας ότι δεν επιτρέπεται απολύτως και ακόμα χειρότερα να ανοίγω τα ντουλάπια με το εργαστήριο φυσικής και να κατεβάζω - καρφωτή και μόνο αυτό - ένα βαζάκι πλαστικό με υδράργυρο. Μια κρούστα σαν ουράνιο τόξο είχε δημιουργηθεί στην επιφάνεια και εγώ βουτούσα επιμόνως το δάχτυλο κάτω από αυτήν προσπαθώντας να πιάσω το άπιαστο. Κανείς δεν είχε σκεφτεί πως αυτό είναι δηλητηριώδες να το γράψει απ΄έξω, κανείς δεν υποψιαζόταν ότι μπορεί ένα φαινομενικά αθώο κοριτσάκι θα βουτούσε το δάχτυλο στο βαζάκι με το μέλι μα πιο ωραίο μέλι από αυτές τις άπιαστες ασημί σταγόνες που πλημμύριζαν το θρανίο που είχα ανεβεί και μόλις τις πήγαινα να τις πιάσω γινόντουσαν χίλια κομμάτια και έτρεχαν να ξεφύγουν και πάλι καινούργια δόση από το βαζάκι που δεν ξέρω αν είχε αρχίσει να κατεβαίνει η επιφάνεια του προς τα κάτω κανείς δεν είχε πάρει είδηση ότι λιγοστεύει. Μια φορά ακόμα θυμάμαι τέτοια επαφή με υδράργυρο όταν έσπασε ένα τεράστιο θερμόμετρο σε ένα εργαστήριο φυσικής που δούλευα και τρέξαμε τότε να ρίξουμε πριονίδι να μην πειράξει τα παιδιά. Με κόπο προσπαθούσα να κρατηθώ να μην ορμήξω να πιάσω με τα χέρια μου τον υδράργυρο - ξύπνησε η παλιά επιθυμία  αλλά ήταν κόσμος μπροστά και ήθελα να φανώ - έπρεπε - σοβαρή και η καθηγήτρια να πιάνει τον υδράργυρο δεν ήταν το καλύτερο παράδειγμα. 

Αυτές οι εικόνες αργότερα με το δικό τους κρυφό τρόπο πέρασαν στο ποίημα - δεν ξέρω πώς γίνεται αλλά το φεγγάρι στο πηγάδι στην Παιδική ηλικία του Ιβάν ήταν αυτό που αντικατάστησε την δική μου ηδονική και ματαιωμένη εικόνα με το κυνήγι του Υδραργύρου στο ποίημα.
Όταν έγραψα το ποίημα το είχα αναρτήσει αμέσως - έτσι κάνουμε σήμερα - στο διαδίκτυο με τη φωτογραφία του Καθρέφτη με τον ήλιο. Σήμερα βρήκα επί τέλους τη σκηνή με το φεγγάρι στο πηγάδι. Και το παγόνι το ασημένιο του ποιήματος υπάρχει, τότε κάτω από το κρεβάτι μου, απογυμνωμένο από όλους τους συμβολισμούς που μπαίνω στον πειρασμό να του δώσω.
"Αποχρωματισμένο με σοφία" είχα γράψει. 



2. Επιστολή στον Αντρέι Ταρκόφσκι

ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΣΤΟΝ ΑΝΤΡΕΪ ΤΑΡΚΟΦΣΚΙ

Αγαπητέ μου Αντρέι Ταρκόφσκι
σε ευχαριστώ που φώτισες με μια μεγάλη πυρκαγιά
τη μακρινή τη θέα των παιδικών μου χρόνων
ένα κουταλάκι μέλι – τη γλύκα του
ένα κοτσύφι που χοροπηδά στο πίσω μέρος της αυλής
το αριθμητήριο στις αίθουσες που μυρίζουν κιμωλία
και έτσι μπορώ κι εγώ και πιάνω με τα χέρια το φεγγάρι
στο πηγάδι
όταν κατεβαίνει.
Ναι, τώρα που μεγαλώνω και ξεχνώ όλο και λιγότερο
ξέρω πως την παιδική μου ηλικία
ποτέ δεν την αποχωρίστηκα
μαζί την κουβαλούσα πάντα
σαν ένα ασημένο παγόνι
αποχρωματισμένο με σοφία
κρυμμένο κάτω απ' το κρεβάτι μου

(Αλφαβητάρι των πουλιών, Εύμαρος 2014)



3. Ο Γεώργιος Βιζυηνός και η σελήνη




Από μιαν υποσημείωση στο βιβλίο των επιστολών του Γεωργίου Βιζυηνού που έχει επιμεληθεί ο καθηγητής Παπακώστας, ανακαλύπτω προ ημερών ότι ο κύριος Αλέξανδρος Σιδεράς, καθηγητής Βυζαντινολογίας στο Πανεπιστήμιο της Γοττίγγης, μιας από τις πόλεις δηλαδή όπου πέρασε αρκετά φοιτητικά χρόνια ο Γ. Β. έχει μεταφράσει τη διατριβή του για τη σπουδαιότητα του παιδικού παιχνιδιού στα ελληνικά. Σήμερα κατά σύμπτωσιν μου τηλεφώνησαν από τις εκδόσεις Κυριακίδη της Θεσσαλονίκης που το είχαν εκδώσει με άλλη εταιρική μορφή ότι δεν μπορούν να το μεταφέρουν ακόμα στο στοκ της εταιρείας τους για να το παραγγείλω. Λεπτομέρειες θα μου πείτε, ωστόσο με το ένα και άλλο βρέθηκα στο αναγνωστήριο του Χαροκοπείου πανεπιστημίου που διαθέτεί όπως είδα στο ίντερνετ ένα περιοδικό με δημοσιευμένο κείμενο του κ. Σιδερά με αυτοβιογραφικά στοιχεία του ποιητή - να τον λέω ποιητή; - από το διδακτορικό του. Στοιχεία από την παιδική του ηλικία που δεν έχουν μεταφερθεί στα διηγήματα ή τα ποιήματα και χρησιμοποιούνται στο κείμενο για να υπερασπιστούν τα επιχειρήματά του. 

Κάθισα λοιπόν σήμερα σε μια σχεδόν άδεια αίθουσα, με το περιοδικό Θρακικά, Σειρά Β΄τεύχος 11 που δεν μπορούσα να φωτοτυπήσω για να μη χαλάσει - δεν επιτρεπόταν - ούτε ακόμα περισσότερο να το πάρω μαζί μου και με το κινητό κουτσά στραβά ( στραβά κυριολεκτικά) προσπαθούσα να διαβάσω να φωτογραφήσω, να σημειώσω κάπου τις πολύτιμες εικόνες ανάμεσα στις γραμμές της διατριβής. 


Έτσι και πάλι το φεγγάρι, προσπαθούσε έγραφε να συντονίσει το βήμα του για να το φτάσει και αυτό όλο του ξέφευγε, ή του κρυβόταν στα σύννεφα. Είδα την ίδια εικόνα - το φεγγάρι άπιαστο στο πηγάδι - να ξεφεύγει και να μην πιάνεται. τον δικό μου υδράργυρο της σχολικής αίθουσας. Είχε ακόμα ένα ποίημα αντιγράψει ο κ. Σιδεράς, εμπνευσμένο όπως γράφει από εκείνη την εμπειρία. 


Η σοβαρή και χλωμιασμένη σου θωριά,
που αρμενίζει στ' αψηλά, Σελήνη,
δεν 'ξεύρεις τί αδελφική παρηγοριά,
τί παιδιακούς συλλογισμούς με δίνει!

Κανένα φίλον από σένα πιο παλιό,
και πιο πιστό, δεν έχω να ονομάσω.
Σ' εγνώρισα πριν πρωτοέμβω στο σχολειό,
κι αν 'μβω στον τάφο, δεν θα σε ξεχάσω.

Θυμάσ' ακόμα το μικρό παιδί, εμέ,
με τον μεγάλο πόθο στην καρδιά μου;
Με την λαχτάρα, να μου ήρχεσαι χαμαί,
να σ' έχω σαν παιχνίδι στην ποδιά μου;

Θυμάσαι πώς, εσύ στα ύψη, εγώ στη γη,
ετρέχαμε μαζί, ποιος να περάσει;
Συ έχεις μείνει πάντα νέα και γοργή,
και μόν' εγώ, εγώ έχω γεράσει!

Απόσπασμα από το ποίημα "Προς τη Σελήνη" από τη συλλογή "Ατθίδες αύραι"

και άλλα πολλά βρήκα στο περιοδικό. Μαρτυρίες για το ορυχείο στο Σαμάκοβο αλλά και την πρώτη κλίση του (κλήση;) να γίνει σιδηρουργός  όταν μικρός πήγαινε έξω από ένα σιδεράδικο και θαύμαζε εκστατικός το έργο του σιδηρουργού. Η μητέρα του μάλιστα θεώρησε πως αυτό είναι που θέλει να γίνει και τον έβαλε παραγιό στο σιδερά. Αυτό πριν τη μαθητεία στο ραφτάδικο. 

 Σε ηλικία δέκα ετών είχε φτιάξει για να παίξει, από αγνή δημιουργικότητα δηλαδή ένα φούρνο που αργότερα και για χρόνια το χρησιμοποιούσαν στο χωριό για να φτιάχνουν ψωμί. Η εικόνα του άπιαστου φεγγαριού  - μια ματαίωση παιδική που όλους μας ενώνει - το ασήμι το χρυσάφι, το σίδερο - το φούρνος  το καμίνι. 


3. Το μεγάλο έργο



Σήμερα, στο τραπεζάκι του αναγνωστηρίου, εκεί που διάβαζα για το φεγγάρι ένιωσα να εισπνέω τον αέρα ως βαθιά μέσα στα κόκκαλα. Ήξερα πως αν ήθελα μπορούσα να κάνω ένα τσαφ και να πετάξω ψηλά από χαρά.  Μετά θυμήθηκα το αποχρωματισμένο παγώνι και τη σοφία του και έσκυψα πάλι στις σημειώσεις μου.

Προχωρώ διστακτικά και άλλοτε παράτολμα σε αυτήν την έρευνα. Κήποι, σύμβολα, φωτιές, χρυσάφι, ο κήπος  - Χρυσή η γιαγιά του που δεν την έλεγαν όμως Χρυσή (πως την έλεγαν την Χατζαποστόλω;) Χρυσή (Ζλάτα) η μαγείρισα στο Σαμάκοβο και ένας προφανής πόθος για αναγνώριση, για επιτυχία, για πλουτισμό. Το μεταλλείο ο πειρασμός - που κάνει κάθε μεταφορά μεγάλου έργου και δημιουργικότητας να καταρρέει - να εξοκέλλει μπροστά στο θάμβος της αποκατάστασης - της τόσο κυριολεκτικής αποκατάστασης. Η αλχημεία με τόσο ωραίες προοπτικές στην τόσο ζοφερή της εφαρμογή.  





Πόλυ Χατζημανωλάκη 19.02.2019


Σάββατο, 26 Ιανουαρίου 2019

Η μετανάστις – εγώ: Μικρές αφηγήσεις για την ξενότητα και την Πόλη



Ι. Η τσέπη μου – η Σόλωνος

Τα τέσσερα χρόνια των σπουδών μου στο Φυσικό τα πέρασα κυριολεκτικά στη Σόλωνος. Ή στα σκαλάκια του περιβόητου «Φυσικείου» ακούγοντας πώς λύνονται ή δένονται τα προβλήματα της ανθρωπότητας, ή σ'   ένα παγκάκι στο μικρό του  κήπο. Άλλοτε καφέ και χασομέρι  στο καφενείο του κυρ Ηλία. Μαθήματα γίνονταν και σε κάποια αμφιθέατρα που στεγάζονταν στη Νομική και πάλι όμως έπρεπε να περπατήσεις στη Σόλωνος για να πας. 
Αυτά όμως έγιναν μετά το 76. Την πρώτη φορά ωστόσο που βρέθηκα στη Σόλωνος,  ήταν αμέσως μετά τη Μεταπολίτευση, στην Πέμπτη Γυμνασίου και ο δρόμος αυτός  ήταν για μένα  terra incognita. Είχα ένα χρόνο μόνο στην πρωτεύουσα, παιδί της επαρχίας και δυσκολευόμουν πολύ με τις μετακινήσεις στο Κέντρο. Για την ακρίβεια δεν κατέβαινα εκεί ποτέ. Έπρεπε όμως να πάμε σε ένα κτίριο στη Μαυρομιχάλη,  με τη φίλη μου την Πόπη από το Τοσίτσειο,  που ήταν στα μέσα και στα έξω σε διαβάσματα και γνωριμίες και με είχε ξεσηκώσει  να πάω μαζί της σε μια εκδήλωση της Νέας ΕΔΑ και δεν ήθελα να δείξω τέτοια αδυναμία και άγχος μπροστά σε αυτά τα κοσμογονικά για την εποχή γεγονότα. Εκεί είδα για πρώτη φορά το Μίκη Θεοδωράκη και τον Αντρέα Λεντάκη να τον συνοδεύει και μας χαιρέτησαν. Δεν θυμάμαι κάτι  άλλο από την εκδήλωση παρά το ότι δεν ήξερα τα κατατόπια,  είχα αγχωθεί ότι θα χαθούμε γιατί είχα ζοριστεί από τη Νέα Χαλκηδόνα που μέναμε τότε να βρω τη Σόλωνος. "Μην ανησυχείς, τη Σόλωνος την ξέρω σαν τη τσέπη μου", μου είχε πει τότε η Πόπη,  ένα χρόνο μεγαλύτερη. Η  φράση αυτή, χωρίς εκείνη να το μάθει ποτέ, αποτέλεσε  το όριο  της αυτάρκειας, της ασφάλειας στην περιήγηση στις μελλοντικές γειτονιές που κατοίκησα  είτε στην Αθήνα είτε μακριά από αυτήν. Ήταν ο στόχος που έβαζα στον εαυτό μου. Η μικρή μου τσέπη ως χάρτης ομολογώ πως έκρυβε πάντα ένα θαύμα, πρόθυμη  να συμμορφωθεί στην ανάγνωση του ανοίκειου,  να υπερθεματίσει, να το αποδεχτεί. Αποδείχτηκε ανεξάντλητη. Έβρισκα  κάθε φορά ένα κέρμα, ένα εισιτήριο, ένα κλειδί... τεκμήρια  της εσαεί επιθυμίας να βρω μια γλώσσα να αντιστοιχίσω το μέσα με το έξω, να  οικειωθώ  τον άλλο τόπο. 

ΙΙ. Η θάλασσα  μου έλειπε πολύ

Μια πόλη χωρίς θάλασσα δεν μπορούσα να την αντέξω. Υπήρχε ένας δρόμος, πάντα σκοτεινό θα τον θυμάμαι, αλωνιστικές μηχανές, τρακτέρ στην άκρη, ένα βουλκανιζατέρ με τα φώτα ανοιχτά και ένα τρανζίστορ – με λένε Γιώργο – τον έπαιρνα σχεδόν τρέχοντας, ροβολώντας γιατί νόμιζα πως εκεί στο τέλος του ήταν η παραλία. Στην μικρή πόλη της Βοιωτίας που φτάσαμε το καλοκαίρι, ένας σταθμός πριν την Αθήνα στην προσωπική μου διαδρομή.  Εκεί θα πάω, έλεγα, στη θάλασσα, στην παραλία.  Και ποτέ δεν τραγουδάω, έφτανα έξω από την πόλη, στα χωράφια, μια μυρωδιά ξερής καβαλίνας, όχι δεν ήταν η θάλασσα. Μετά γυρνούσα πίσω με μια αίσθηση ότι έχω βυθιστεί στις πέτρες. Επιχωμάτωση. Αργότερα που ήρθε το ίντερνετ είδα μια γυναίκα που τη λιθοβολούσαν, φωτογραφία που έκανε το γύρω του κόσμου και είπα ήταν αυτό. Όχι ο πόνος. Το βάρος της πέτρας που σε θάβει και δεν μπορείς να κινηθείς.
Λίγο έναστρο ουρανό λοιπόν, τους σκοτεινούς στροβίλους του και ένα κυπαρίσσι σου ζητώ. Κυρίως όμως τις αντανακλάσεις του σε εκείνο το ποτάμι. Ο ποταμός Χαλιμάς του Μάρκου Μέσκου. Το παραμύθι μου. Η παιδική μας ηλικία. Ένα ποτάμι έστω ας είχε τότε και για μένα. 

(Από την άλλη πλευρά του καθρέφτη ο Βενσάν, ανέκδοτο)




ΙII. Αθήνα. μια αμετακίνητη γραμμή του ορίζοντος

Έφτασα από τη Ρόδο στην Αθήνα στην Τετάρτη Γυμνασίου, λίγο πριν τη Μεταπολίτευση. Το Πολυτεχνείο το πρόλαβα από το παράθυρο του σπιτιού μας στη Νέα Χαλκηδόνα από όπου σκύβαμε με τη γιαγιά μου που είχε έλθει να μας δει και ακούγαμε  πυροβολισμούς και μια απροσδιόριστη βοή από φωνές που υψώνονταν και έσβηναν σαν φωτιές μετακινούμενες. Τότε είχα σχηματίσει μια αλλόκοτη, ελλιπή  εικόνα για πόλη. Όπως οι πρόσφυγες που  εγκαθίσταντο στο παρελθόν σταδιακά στις παρυφές της Αθήνας του Πειραιά ή της Θεσσαλονίκης, έτσι κι εμείς βρήκαμε ένα σπίτι στη Νέα Χαλκηδόνα και ο καθένας τραβούσε για αλλού. Στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα. Γιατί όμως Νέα Χαλκηδόνα; Δεν ξέρω. Ίσως ένας συνάδελφος του πατέρα μου έμενε εκεί κοντά, ήταν μια σχέση με τον τόπο.  Εκείνος με τον Ηλεκτρικό στον  Πειραιά, η μητέρα μου δασκάλα στην Αγία Βαρβάρα με τρεις συγκοινωνίες, τρόμαζα να το διανοηθώ αυτό της το ταξίδι – ο αδελφός τελείωσε εκεί το δημοτικό και εγώ έπαιρνα από τη Δεκελείας το σχολικό  για το Τοσίτσειο στην Εκάλη, με υποτροφία.  Σαν να καρφιτσώθηκε η ζωή μου εκεί για τρία τουλάχιστον χρόνια. Εκτός των τειχών. Από την Αθήνα  ήξερα μόνο την Πατησίων μέχρι  τη στάση Καλιφρονά που ήταν το παράρτημα της Γαλλικής  Ακαδημίας  και πήγαινα εκεί κάποια απογεύματα με το λεωφορείο. Για την  ακρίβεια είχα περπατήσει καθέτως και την οδό Κύπρου  μέχρι κάτω το σταθμό  του Αγίου  Νικολάου που ήταν το σπίτι  της φίλης  μου της Ερμίνας. Αυτό ήταν όλο κι όλο.  Ο κύκλος  έκλεινε με τη γραμμή του ηλεκτρικού   μέχρι το σταθμό Άνω Πατήσια. Εκεί στα  Άνω Πατήσια κάποιες  φορές. όταν έχανα το σχολικό, έφτανα τρέχοντας με  την ψυχή στο στόμα  από τη Δεκελείας, για να πάρω  τον Ηλεκτρικό προς Κηφισιά.  Είχα άγχος βέβαια, ότι θα αργήσω για το σχολείο αλλά με ηρεμούσε η επαφή με τους αγνώστους που πήγαιναν στις δουλειές τους, μια βαριασιόν της δικής μας αγουροξυπνημένης μουντάδας στο σχολικό.  Μου άρεσε πολύ ο καθησυχαστικός ήχος του τραίνου, τα ονόματα των σταθμών  από το παράθυρο που  περνούσαν χωρίς να σημαίνουν κάτι, ήμουν σε μια  no mans land μέχρι το τέρμα. Τροχάδην πάλι μέχρι τη στάση του λεωφορείου αν ήμουν τυχερή το προλάβαινα αλλιώς ταξί για τη Δροσιά.  
Τρία χρόνια έλεγα στον εαυτό μου ότι είμαι πια στην  Αθήνα αλλά ήμουν μακριά σε ένα αυτοκίνητο με αγουροξυπνημένα κορίτσια που έμπαιναν χωρίς να μιλούν, αόρατες ιεραρχίες, στην εμπειρία και την επαφή με τον έξω κόσμο, μπορεί να μάθαινες για τις συλλήψεις στη Χιλή ή τα παράνομα  τραγούδια του αγώνα, στο τελευταίο κάθισμα ήταν η Κατερίνα Σχινά που όταν έκλαιγε ήξερα ότι κάτι πάει στραβά με την αντίσταση  κατά της δικτατορίας εκεί έξω και η Πόπη Μουπαγιατζή μου μιλούσε για την "ανανεωτική "αριστερά που δεν ήξερα ακόμα καλά  να ξεχωρίζω από την άλλη τη "συνεπή".
Μια ιδιόμορφη Αρκτεία στο σχολικό που διέσχιζε το λεκανοπέδιο κάθε πρωί και επέστρεφε αργά το μεσημέρι, η εφηβεία των κοριτσιών και η Πόλις μακριά, μια σταθερή, αμετακίνητη γραμμή ορίζοντος. 

Αργότερα, μετά που έφυγα  από την Ελλάδα και που γύρισα -  γιατί τα τέσσερα χρόνια των σπουδών δεν λογίζονται ήταν παγίδευση στη Σόλωνος - έμαθα σιγά σιγά να την περπατώ την Αθήνα και να την αγαπώ. 

IV. ΑΘΗΝΑΪΚΗ ΣΥΝΟΙΚΙΑ 

Έμαθα πια τα κατατόπια της ξένης γειτονιάς 
εκεί προτιμώ να βρίσκομαι 
ζω στους δρόμους μεταξύ αγνώστων κι εγώ 
με συνήθισαν 
τον σκύλο που κλαίει στο μπαλκόνι απαρηγόρητος να ακούω όπως περνά η μέρα 
και τους περαστικούς να τον καθησυχάζουν με γλυκόλογα, από μακριά· 
ένα παιδάκι που ξέφυγε από το χέρι του παππού και χάθηκε 
το βρήκαμε και το ρωτούσαμε να ξεχαστεί, 
να μην κλαίει μέχρι να βρεθούν οι δικοί του. 
οι γυναίκες που συνομιλούν με τα καρότσια της λαϊκής αδειανά στο πλευρό τους 
πάντα μου θυμίζουν κάτι άλλο 
κι εγώ εκεί που τα βλέπω 
δεν είμαι.  

Αλφαβητάρι των πουλιών, Εύμαρος 2014  



Πόλυ Χατζημανωλάκη

Διαβάστηκε στο πλαίσιο της εκδήλωσης "Τα ποιήματα της πόλης", στις 25 Ιανουαρίου 2019, στο Κέντρο Τεχνών Μετς, Ευγενίου Βουλγάρεως 11636






Τετάρτη, 26 Δεκεμβρίου 2018

Δίπτυχα, παράφοροι φόνοι και το ασήμαντο βήμα του χρόνου (για την παράσταση Κοριολανός – Ιούλιος Καίσαρας του Σαίξπηρ στο θέατρο της οδού Κυκλάδων)





Κοριολανός – Ιούλιος Καίσαρας μια παράσταση δίπτυχο που είχα την μεγάλη τύχη να παρακολουθήσω χτες Χριστούγεννα  στο Θέατρο της Οδού Κυκλάδων του Λευτέρη Βογιατζή σε σκηνοθεσία Κωνσταντίνου Χατζή. Μια διασκευή μια αντίστιξη των δύο  Σαιξπηρικών έργων, διασκευή οπωσδήποτε ώστε να διαφανούν «οι μηχανισμοί της εξουσίας». Δυο υποθέσεις τυραννοκτονίας σε μια τόσο μακρινή και δύσκολη εποχή που  είναι όλο και λιγότερο αυτονόητο να ζυγίσει ο θεατής τα διακυβεύματα, την τιμή και το καθήκον, την αγάπη και την αφοσίωση, την παράφορη φιλία – τα λεπτά νήματα των σχέσεων όπως μεταφέρονται σε κείμενα όλων των εποχών.

Στην παράσταση πήγα εκ των προτέρων συγκινημένη, γιατί δεν είχα δει ποτέ επί σκηνής Ιούλιο Καίσαρα – το κείμενο το είχα διαβάσει θυμάμαι σε τρυφερή ηλικία – το είχα διδαχτεί για την ακρίβεια και θυμάμαι ακόμα το ύφος του Ολλανδού δασκάλου μου των Αγγλικών στη Ρόδο, που απάγγελε με στόμφο τον επικήδειο του Μάρκου Αντώνιου – but Brutus is an honourable man. Πήγα με αγωνία και έφυγα ενθουσιασμένη. Από την δραματουργική συρραφή των δυο κειμένων – ένας ολοζώντανος Κοριολανός επί σκηνής στο πρώτο μέρος, αριστοκρατικός, σφριγηλός από μια συνέργεια του θιάσου που καθήλωνε το κοινό – που αποφάσισε να περάσει εκεί Χριστούγεννα Η μια πλευρά της τυραννοκτονίας και μετά η άλλη, στο δεύτερο μέρος, με ένα θίασο γυναικών – μια εξαιρετική ιδέα με τέσσερις γυναίκες στο ρόλο του Βρούτου, του Κάσιου, του Κάσκα και του Μάρκου Αντώνιου. Οι μηχανισμοί της εξουσίας από τη μια, η ανθρώπινη συνείδηση και η αναποφασιστικότητα από την άλλη. Συναρπαστικός ο Μάρκος Αντώνιος έως σπαρακτικός στον επικήδειο (η Αγλαία Παππά) θυμόμουν τους χαμηλόφωνους υπαινιγμούς του δασκάλου – an honourable man – και πήγαινα στο παρελθόν, στο κείμενο που το έβλεπα να ζωντανεύει μπροστά σε ένα σεντονι, στο μανδύα – σώμα του νεκρού Καίσαρα

Με συγκλόνισε όμως η αμφιβολία του Βρούτου. Χαμηλόφωνη, στοχαστική- ο αναποφάσιστος προπομπός του Άμλετ. Η Σοφία Φιλιππίδου τον ερμήνευσε ανασκάπτοντας στο εσωτερικό της ψυχής του,  στην ιστορία, στον Πλούταρχο, στις ίδιες τις πηγές του Σαίξπηρ, δημιουργώντας ένα χαρακτήρα ανθρώπινο ακροβατώντας ανάμεσα στην αγάπη και την τιμή – τόσο δύσκολο να μεταφερθεί να αγκιστρώσει στην εποχή μας.
Τόσοι υπαινιγμοί, το φάντασμα του Καίσαρα, προάγγελοι άλλων συγκρούσεων, παράφορων, εσωτερικών, συντριπτικών.  Και πάντα το θέατρο.

Και η ερμηνεία της Κωνσταντίνας Τακάλου η μεταμόρφωση από μητέρα του Κοριολανού σε ανδρόγυνο Κάσιο – διεκδικεί αριστεία και για τους δύο χαρακτήρες που εμψύχωσε.


Η παράσταση, ένας αναστοχασμός για τέτοια περάσματα, από μέσα στο έξω, με έντονες φωτοσκιάσεις από άλλα Σαιξπηρικά κείμενα – δεν μπορώ να συγκρατήσω τώρα αλλά αντηχούσαν πολλές φορές τα λόγια σε κάτι γνωστό , σε κάτι βαθύ διαχρονικό από άλλα έργα, μέχρι το τελικό Το Αύριο και το αύριο και το ασήμαντο βήμα του χρόνου οι αράδες από τον Μάκβεθ μετά που  η Σοφία Φιλιππίδου ως Βρούτος έχει αυτοκτονήσει, και υποκλίνεται στο κοινό όρθια κλείνοντας το έργο, ένα γαϊτανάκι μέσα στο χρόνο, η Χριστουγεννιάτικη ιστορία του Πωλ Ώστερ με τα ίδια λόγια, ο χρόνος ο αληθινός, που σέρνει το βήμα του και εμείς παιδευόμαστε και αγαλλιούμε με ποίηση και Σαίξπηρ και θέατρο.

Μια παράσταση που θα χαρείτε και με το μυαλό και με την καρδιά που θα σας κάνει να πετάξετε.

Στο θέατρο της οδού Κυκλάδων Λευτέρης Βογιατζής
Στοιχεία παράστασης εδώ: https://www.ert.gr/xorigies/koriolanos-ioylios-kaisaras-sto-theatro-odoy-kykladon-leyteris-vogiatzis/
  

https://www.ert.gr/xorigies/koriolanos-ioylios-kaisaras-sto-theatro-odoy-kykladon-leyteris-vogiatzis/

οι φωτογραφίες από τον πιο πάνω σύνδεσμο και από το
https://www.culturenow.gr/koriolanos-kai-ioylios-kaisaras-toy-oyilliam-saixpir-sto-theatro-tis-odoy-kykladon/

Τετάρτη, 21 Νοεμβρίου 2018

Ο Χαφέζ από το Σιράζ και η Δύση: γράφοντας σαν εκείνον, πίνοντας σαν εκείνον, συνομιλώντας μαζί του. Ιστορίες πνευματικών οφειλών (Ομιλία της Πόλυς Χατζημανωλάκη στο Μορφωτικό Κέντρο της Πρεσβείας Ι.Δ. του Ιράν)


Αγαπητή κυρία Πρέσβειρα, κύριε Μορφωτικέ Ακόλουθε, Σεβασμιώτατε, αγαπητοί προσκεκλημένοι

 Είναι για μένα μεγάλη τιμή η πρόσκληση σε αυτή η συνάντηση στο χώρο μελέτης και διάδοσης της γλώσσας, του πολιτισμού, της ποίησης του Ιράν,  μιας χώρας με τεράστια πολιτιστική παράδοση  από βαθιά στην ιστορία – μιλάμε για χιλιετίες -  τόπο ανθοφορίας  και συνάντησης τόσων σπουδαίων πολιτισμών.  Ελπίζω και σήμερα η εκδήλωση για τον Πέρση ποιητή Χαφέζ από το Σιράζ  να κάνει γνωστό το έργο του και την ακτινοβολία του και στην Ελλάδα – ένα πολύτιμο κεφάλαιο για τον παγκόσμιο πολιτισμό, μια κληρονομιά που έχετε την ευκαιρία εσείς που ζείτε  και μιλάτε τη γλώσσα να απολαμβάνετε μια ποίηση και ένα ποιητή τον οποίο θαύμασαν και με τον οποίο συνομίλησαν πνευματικά σπουδαίοι λογοτέχνες της Δύσης που τον προσέγγισαν από τις μεταφράσεις των ποιημάτων του στη γλώσσα τους. 



Συγκεντρωθήκαμε λοιπόν απόψε εδώ άλλοι περισσότερο εξοικειωμένοι, άλλοι λιγότερο με την ποίηση του Χαφέζ ή με την ποίηση γενικότερα και φυσικά με την Περσική γλώσσα, άλλοι με εφόδια στο επιστημονικό πεδίο, άλλοι με διαδρομές στην μελέτη και την έρευνα στη λογοτεχνία με σκοπό να μιλήσουμε για την κληρονομιά του Χαφέζ. Ενός ποιητή που έζησε 700  χρόνια πριν από μας . Ο Χαφέζ γεννήθηκε περίπου το 1320 στο Σιράζ μετά την πρώτη επέλαση των Μογγόλων υπό τον Τσέγκις Χαν και έζησε μέχρι το τέλος του δέκατου τέταρτου αιώνα.  Παρά το ότι το Σιράζ δεν έμεινε ανεπηρέαστο από τις αναταράξεις εκείνης της εποχής, παρέμεινε ειρηνικό υπό κατοχήν  εκείνη την περίοδο και ο ποιητής βρέθηκε κάτω από την προστασία διαφόρων ηγεμόνων.  Είναι σημαντικό να γνωρίζουμε – όπως λέει και το ποιητικό του ψευδώνυμο, το Ταξαλός,  ότι Χαφέζ σημαίνει «φύλακας», αυτός που έχει απομνημονεύσει το Κοράνι, αυτός που το είχε ολόκληρο αποστηθίσει και είχε λάβει μια κλασική θρησκευτική εκπαίδευση. Βέβαια πιστεύεται αν και πολλά δεν είναι γνωστά για τη ζωή του ότι είχε ακολουθήσει τη μυστική διδασκαλία του Σουφισμού. 
Η ποίησή του διακατέχεται από τα θέματα της αγάπης, του έρωτα, της νοσταλγίας, της προσωρινότητας της ζωής. Το έργο του κατοικείται από χαρακτήρες όπως ο εραστής και ο αγαπημένος σε διάφορες προσωποποιήσεις , έρωτας προς την όμορφη κοπέλα έως το πιο αφηρημένο των συμβόλων – το αηδόνι και το τριαντάφυλλο (ο ακατάδεκτος, όμορφος και σκληρός εραστής  - έχει και αγκάθια και ο ποιητής το αηδόνι που προσπαθεί να τον προσεγγίσει που αφήνει αρκετούς να υπονοήσουν ότι εννοεί τη μυστική αγάπη προς το Θεό. Υπάρχει ο ταβερνιάρης – αυτός που κερνάει  το κρασί, ο μεθυσμένος,  ο υποκριτής, ο ασκητής, ο άδικος δικαστής, το μυθικό πουλί ο φοίνικας. το λυγερό κυπαρίσι – το σώμα της αγαπημένης, τα βέλη από τις βλεφαρίδες της που τρυπούν την καρδιά οι μοσχομυριστές μπούκλες της. Μια ποίηση γεμάτη σύμβολα, σοφία, που ακόμα και σήμερα συγκινεί. Ίσως θα πρέπει να μιλάμε για την Περσική ποίηση γενικώς και όχι μόνο για το Χαφέζ μια και ο Χαφέζ ανήκει σε μια παράδοση που ήθελε τον ποιητή να εκλεπτύνει αυτό που του παραδόθηκε, να το φυλά στην καρδιά του, να το «αποστηθίζει». Λέγεται πως ένας καλός ποιητής έπρεπε να γνωρίζει από στήθους είκοσι χιλιάδες στίχους από το έργο των αρχαίων, δέκα χιλιάδες στίχους από το έργο των συγχρόνων και ταυτόχρονα να έχει επαφή με το Ντιβάν – το διβάνιο – το συλλογικό έργο των σπουδαίων ποιητών – των αρίστων της ποίησης. Οι ποιητές ήταν δηλαδή επαγγελματίες του είδους με μέγιστη τεχνική αρτιότητα με επιρροή στα υψηλά κλιμάκια της εξουσίας. Η έμπνευση ισοδύναμη σχεδόν με την προφητεία. Μπορεί μια εκστρατεία να είχε αίσιο τέλος χάρη στην ποιητική μαντεία που είχε προηγηθεί. Η ποίηση είχε δηλαδή και μαντικές ιδιότητες και η ποίηση του Χαφέζ έχω διαβάσει εχρησιμοποιείτο σαν πνευματικό βοήθημα, σαν προφητική στήριξη μια δύσκολη στιγμή που κάποιος άνθρωπος είχε ανάγκη από μια συμβουλή.
Αυτό που έκανε τον Χαφέζ να ξεχωρίζει είναι ότι  είχε τον τρόπο του να μιλάει σε όλους να μιλάει στο νου και στην καρδιά.  Για το θεολόγο ήταν εμπνευσμένος, για τον φιλοσοφο βαθύς και στοχαστικός. Για τον καθημερινό άνθρωπο του μετέφερε την παραδοσιακή σοφία. Η συχνότητα της ποίησής του έφτανε σε τέτοια λεπτότητα που μπορούσε – μπορεί – να εκφράσει το βασίλειο του αοράτου.  
Lesan al gayeb..  Και όλα αυτά με μια λαμπρή τεχνική συνωνύμων, αντιθέτων, ομοήχων, επαναλήψεων που φέρνουν στο νου – όπως γράφει ενας από τους μεταφραστές του, ο Peter Avery την αφηρημένη διακοσμητική και τα περίτεχνα αραβουργήματα στα αρχαία τζαμιά του Ιράν. Σαν η εικονοποιία και το αραβούργημα της ποίησης να είναι της ίδιας τάξεως με την ψυχική διάθεση του καλλιτέχνη που τεχνουργεί αυτά τα θαυμαστά γεωμετρικά σχήματα. Δεν μπορώ να το αντιληφθώ γιατί δεν γνωρίζω περσικά – ο  Peter Avery εμαθε Φαρσί για να μπορέσει να τον μεταφράσει. Στην  τέχνη του αραβουργήματος  είναι  εκεί που η ποίηση και η καλλιγραφία συνδέονται με την ανάγκη της ανθρώπινης ψυχής να τρυπήσει το κέλυφος που μας καλύπτει, να αναζητήσει την τάξη και την αρμονία στο χάος.
Θεώρησα απαραίτητο να κάνω αυτή την μακροσκελή εισαγωγή μελετώ και γράφω λογοτεχνία δεν είμαι φιλόλογος  - έχω γνωρίσει την ποίηση του Χαφέζ από τις μεταφράσεις στα Αγγλικά και τα Γαλλικά  αλλά τούτο εκ των υστέρων. Υπάρχουν διάβασα εκατό μεταφράσεις του στα Αγγλικά.  Η παλαιότερη, αυτή που σέβονται όλοι και εκεί βασίζονται είναι η μετάφραση  του 
Sir William Jones που μετέφρασε κάποια ποιήματα το 1771 ( Jones ήταν δικηγόρος και λόγιος και γνώριζε όπως λένε 28 γλώσσες) Του θύμισε τον Πετράρχη – έτσι είχε πει – και έκανε τρόπον τινά την αρχή, με τα θέματα του έρωτα όπως τα είχε καταλάβει δίνοντας αφορμή σε άλλους ποιητές την εποχή του ρομαντισμού – όπως ο λόρδος Μπάυρον να ανακαλύψουν μια εικόνα εξωτισμού, μια πραγμάτωση της εικόνας της ανατολής που υπήρχε διάχυτη στη δύση.
Λίγο μετά τον Jones έγινε και η μετάφραση του Χαφέζ στα Γερμανικά  από τον διακεκριμένο Αυστριακό οριενταλιστή σοφό τον Βαρώνο von Hammer-Purgstall  ο οποίος το 1812 παρέδωσε μια μετάφραση ολόκληρου του Ντιβάν στα Γερμανικά – μια κατά λέξη και πεζή μετάφραση. Το πώς πρέπει να μεταφράζεται ο Χαφέζ είναι συζητήσιμο. Η ποίηση είναι αυτό που χάνεται στη μετάφραση, αυτό είναι γεγονός. Πώς όμως να αποδοθεί ένας ποιητής με τόσο λεπτά νοήματα, με την τεχνική του αραβουργήματος, με την τέχνη του να κρύβει και εξαφανίζει τον εαυτό και την υπογραφή του μέσα στο ποίημα;
Ο τρόπος που θα μεταφράσεις το ποίημα εξαρτάται όχι μόνο από τη γνώση της γλώσσας, αλλά του πολιτισμού της εποχής, τα γεγονότα που συμβαίνουν, τα συμφραζόμενα – λένε πως ο Χαφέζ ήταν και πολιτικό ζώο  είχε υπόψιν του τι συνέβαινε στη χώρα του – από την ερμηνεία του τι γράφει, φερ’ ειπείν μιλά για κρασί συνεχώς, είναι αυτό συμβολικό; Είναι το κρασί όντως μια εμπειρία μέθης αληθινή που την επιτελεί για να λυτρωθεί από τα βάσανά του; Είναι έκσταση; Είναι η περίφημη «νηφάλιος μέθη» που αναφέρουν εδώ οι ορθόδοξοι καλόγεροι στο Άγιο Όρος,  η μέθη δηλαδή που συμβαίνει χωρίς κρασί; Είναι αδυναμία; Και ο ταβερνιάρης ποιος είναι; Για ποιο λόγο ο Χαφέζ τόσο σπουδαίος ποιητής δίνει τόση αξία σε αυτόν που έχει το χάνι, το πανδοχείο; Οι ερευνητές όσο έχω μελετήσει έχουν διαφορετικές απόψεις. Και όσο πιο βαθιά και κοντά στο πνεύμα του ποιητή και της εποχής του μπορεί να φτάσει ο μεταφραστής, τόσο αλλιώτικη θα είναι η μετάφραση. Κάποιοι μεταφραστές προτίμησαν την ουδετερότητα – θεωρώντας ότι λέξη προς λέξη θα φτάσουν στο πνεύμα του Χαφέζ. Άλλοι θεώρησαν ότι τον έχουν καταλάβει και μετέφρασαν έμμετρα μένοντας στο πνεύμα της δικής τους εποχής. Άλλοι προσπάθησαν να τον μιμηθούν και έγραψαν ποιήματα που μοιάζουν με τα δικά του θεωρώντα ότι μετάφραση δεν είναι δυνατόν να υπάρχει. Θυμίζω αυτό που έκανε ο Φιτζέραλντ για τον Ομάρ Καγιάμ που ξαναέγραψε τα ποιήματά του.   Επ’ ουδενί, έλεγε ο ίδιος,  δεν πρέπει να θεωρείται αυτό μετάφραση.
Και μετά έχουμε την περίπτωση του Γκαίτε που πήρε την μετάφραση του Purgstall την μελέτησε και ξεκίνησε έναν πνευματικό εσωτερικό διάλογο με τον Χαφέζ που τον οδήγησε στην συγγραφή ενός νέου Διβανίου, το «ανατολικοδυτικο Ντιβάνι» έτσι ονόμασε τη συλλογή του. Πρόκειται για μια συλλογή με περσικούς τίτλους, με εικονογράφηση στα γερμανικά και τα περσικά – για δώδεκα βιβλία που εχουν περσικούς τίτλους : 
Moqqani-Nameh το βιβλίο του τραγουδιστή, Hafiz-Nameh, το βιβλίο του Χαφέζ, Eshq-Nameh το βιβλίο του εραστή  και πάει λέγοντας. Στο ανατολιτικο δυτικό ντιβάνι, ο Γκαίτε προσπαθεί να συγκεράσει τον ανατολικό με τον δυτικό πολιτισμό, θεωρεί ότι Χαφέζ είναι αδελφός του, ο δίδυμός του και παράγει ένα μνημειώδες έργο αναγνωστικής ανταλλαγής εκφράζοντας μια λατρεία για τον Χαφέζ – άγιος Χαφέζ, ουράνιος φίλος έτσι τον αποκαλεί.

Παραδεχτείτε το!
 Οι ποιητές απ΄την Ανατολή
Είναι μεγαλύτεροι από εμάς, τους ποιητές της Δύσης
Είθε να εξαφανιστεί ο κόσμος όλος, Χαφέζ,
με σένα, και με σένα μόνο Θέλω να αναμετρηθώ!
 Έλα να μοιραστούμε Πόνο και ευχαρίστηση σα δίδυμα αδέρφια. Όπως εσύ να αγαπήσω, σαν κι εσένανε να πιω, Αυτή θα είναι η περηφάνεια κι η ζωή μου!

Για να  μείνουμε στη Γερμανία – ο Νίτσε που διάβασε τη μετάφραση του Purgstall και μελέτησε το Ανατολιτικοδυτικό Ντιβάνι του Γκαίτε θεωρούσε σπουδαίο τον Χαφίζ – και τον αναφέρει στην Χαρούμενη Γνώση. Αξίζει να επισημάνουμε τους προβληματισμούς του Νίτσε για την μέθη – είναι γνωστές οι μελέτες του για την τραγωδία, το Διόνυσο, τον ρόλο του κρασιού και φυσικά προβληματίστηκε στο συμβολικό ρόλο του κρασιού στον Χάφεζ, την μέθη ως έκσταση
Από τη Γερμανία περνάμε στην Αμερική – τη μετάφραση του Purstall  διάβασε ο  σπουδαίος Αμερικανός ποιητής Ραλφ Εμερσον - να πώς διαχέεται η ποίηση και οι ιδέες του Χαφέζ στον κόσμο – ο Έμερσον δηλώνει σαφώς ότι τον θαυμάζει  και προσπαθεί να τον μεταφράσει στα Αγγλικά από τα Γερμανικά – και η σπουδαία θαυμάστρια του Έμερσον  η Έμιλυ Ντίκινσον γράφει ένα ποίημα με το κρασί που δεν προέρχεται από ζύμωση – there is a wine that never brewed – μιλώντας για μια εκστατική κατάσταση που είναι ανώτερη από τη μέθη του κρασιού και που οι ερευνητές γράφουν ότι ίσως προσεγγίζει καλύτερα το πνεύμα του Χαφέζ από τον μέντορά της τον Έμερσον.

Την ίδια εποχή στην Ευρώπη, από τις αρχές του 19ου αιώνα, ο ρομαντισμός παίρνει στοιχεία από τον Χάφεζ – ο λόρδος Μπάυρον γράφει ποιήματα ς που βασίζονται στους ερωτικούς στίχους του Χάφεζ. Το θέμα του θαυμασμού προς την ανατολή, του παραμυθένιου πλούτου που οι δυτικοί συζητούν ότι έχει, της ομορφιάς και του εξωτισμού που προκαλεί τον θαυμασμό αλλά και την επιθυμία για κυριαρχία της Δύσης μπόλιασε τους στίχους των ποιητών της με εικόνες και συμβολισμούς από την ανατολή.  Κυκλοφορούν και άλλες μεταφράσεις του Χάφεζ – η πιο γνωστή εκείνη την εποχή είναι αυτή της Γερτρούδης Μπελ, μιας συνταγματάρχου του Βρετανικού στρατού, απόφοιτου ιστορίας της Οξφόρδης, μέλους των μυστικών υπηρεσιών της Μεγάλης Βρετανίας , χαρτογράφου – είναι γνωστοί οι χάρτες Μπελ, μια μυστήρια περίπτωση γυναίκας που κατάφερνε να την σέβονται και να την υπολογίζουν οι Άραβες φύλαρχοι  – λέγεται ότι αυτή ήταν πίσω από τη χαρτογράφηση της αραβικής ερήμου αλλά και την ίδρυση του κράτους του Ιράκ από τη Μεγάλη Βρετανία. Η Γερτρούδη Μπελ μετάφρασε το Ντιβάνι του Χάφεζ έμμετρα, σαν να μεταφράζει Σαίξπηρ. Έγραψε μια τεράστια εισαγωγή στο Ντιβάν , που βρισκόταν  σε κάθε Αγγλικό σπίτι στο τέλος του δέκατου ένατου αιώνα. Στην εισαγωγή της έγραψε για την ζωή του Χαφέζ και την ιστορία του Ιράν, τις κατακτήσεις από τους Μογγόλους και προσπάθησε να δώσει μια πολιτική ερμηνεία στην ποίησή του. Δεν έμεινε ευτυχώς μόνο στην  πολιτική.
Στο τέλος του βιβλίου  υπάρχουν εκτενείς σημειώσεις καλόπιστης και προσεκτικής ανάγνωσης που προσπαθεί να εξοικειώσει τον Δυτικό αναγνώστη με τον Χάφεζ.
Είναι αξιανάγνωστη  η μεταφραση της Γερτρούδης Μπελ. Παρά το ότι αντανακλά το πνεύμα του καιρού της και ακούγεται σαν σονέτο του Σαίξπηρ, ο αναγνώστης που δεν γνωρίζει περσικά διαβάζει ωστόσο ποίηση
Η πιο έγκριτη μετάφραση στα Αγγλικά θεωρείται ότι είναι αυτή του Peter Avery ο οποίος ήταν καθηγητής στο Καίμπριτζ και συνέβαλε στη διάδοση της Περσικής ιστορίας και του πολιτισμού στη Δύση. Ο Avery προτίμησε την πεζή κατά λέξη μετάφραση – θεωρώντας ότι έτσι προστατεύει τον αναγνώστη από τις αυθαιρεσίες κάποιας ενδεχόμενης ερμηνείας. Αυτό βέβαια που προκύπτει δεν είναι ποιητικό αλλά πεζό κείμενο, αλλά ο Avery προσπάθησε να «διαφυλάξει» το κείμενο όσο είναι δυνατόν, λέγοντας πως ο ίδιος για να μπορέσει να μελετήσει τον Χαφέζ έμαθε περσικά. Η ποίηση δηλαδή είναι αυτό που σώζει τις γλώσσες, γιατί δεν μεταφέρεται με τη μετάφραση και πρέπει να μάθεις τελικά την γλώσσα του άλλου για να την προσεγγίσεις.
Τελειώνω με μερικές μικρές ιστορίες που συνάντησα στην πορεία των δικών μου αναγνωστικών και λογοτεχνικών διαδρομών.
Δεν έχω πάει στο Ιράν και δεν έχω ιδίαν άποψη όπως έχουν ο Avery ή o Jason Elliot που γράφουν στα οδοιπορικά τους κείμενα μαρτυρίες από την πρόσληψη του Χαφέζ στην καθημερινή ζωή των ανθρώπων. Ένας ταξιτζής στην Τεχεράνη που ήταν από το Σιράζ,  γράφει ο Avery,  ακούει τον πρώτο στίχο από την «Τουρκοπούλα από το Σιράζ» το ποίημα και το  απαγγέλει ολοκληρο   και άλλα παρόμοια.  Η δική μου διαδρομή είναι αναγνωστική  και  έγινε πριν δέκα χρόνια γράφοντας στο ιστολόγιό μου – τις Πινακίδες από κερί – ένα μπλογκ για τη μνήμη – ένα κείμενο μετά την ανάγνωση ενός διηγήματος του Κοναν Ντόυλ με τίτλο «Υπόθεση ταυτότητας» - εκεί ο Σέρλοκ Χολμς, ο ντετέκτιβ λύνει μια υπόθεση όπου κάποιος προσπαθεί να προσποιηθεί ότι είναι κάποιος άλλος με την επαγωγική του μέθοδο αναλύοντας και αποκρυπτογραφώντας μια δακτυλογραφημένη επιστολή και ανακαλύπτοντας την ταυτότητα αυτού που την έγραψε από τον τρόπο που είναι δακτυλογραφημένα κάποια γράμματα, από δεκατέσσερα στοιχεία που είναι κρυμμένα εκεί, με τον τρόπο που ο Χαφέζ έκρυβε την υπογραφή του, το ταξκαλούς του στα ποιήματα.  Και βέβαια λύνοντας το μυστήριο  ο Σέρλοκ αναφέρει σαφώς τον Χαφέζ. «Θυμήσου το παλιό περσικό ρητό “ Υπάρχει κίνδυνος για αυτόν που αρπάζει το μικρό της τίγρης, υπάρχει κίνδυνος για αυτόν που αρπάζει την αυταπάτη από μια γυναίκα” Υπάρχει τόση σοφία στο Χαφίζ, όση και στον Οράτιο και τόση πολλή γνώση του κόσμου…»
Το Ντιβάνι του Χαφέζ βρίθει από περιπτώσεις τέτοιας απόκρυψης, πλεξίματος όπως στα αραβουργήματα της υπογραφής του ποιητή.
«Είμαι άγιος ή αμαρτωλός
Τι από τα δύο θα γίνω;
Ο Χαφέζ κρατά το μυστικό του μυστηρίου του…»
Μια παρόμοια περίπτωση κρυψίματος υπογραφής – μοιραία μου φαντάζει – που την ανακάλυψα διαβάζοντας τον Δούναβη του Κλαούντιο Μάγκρις και την ιστορία  για το πώς ο Γκαίτε έγραψε το ανατολιτικοδυτικό ντιβάνι. Εκεί διάβασα για πρώτη φορά  για το θαυμασμό του Γκαίτε για τον Χαφέζ. Ο Μάγκρις γράφει για τον Γκαίτε και τη Μαριάννας Βίλμερ – Γιουνγκ, μια νεαρή θεατρίνας παντρεμενη με τον φίλο του ποιητή, το δικαστή Βίλμερ που του ειχε παραχωρήσει το σπίτι του στο Λυντς για να συνθέσει το Ανατολιτικοδυτικό Ντιβάνι. 


Ο εξηνταπεντάχρονος Γκαίτε, ο οποίος έκανε περίπατο στους κήπους ντυμένος περσικά εμπνεύστηκε από την ομορφιά και τη χάρη της κοπέλας και δημιουργήθηκε μεταξύ τους μια πνευματική σχέση με αφορμή την ποίηση του Χάφεζ που οδήγησε στη σύνθεση δυο ποιημάτων από τη Μαριάννα – ως Ζουλέικα – που περιλαμβάνονται στο βιβλίο του Γκαίτε με το όνομά του.
Αργότερα έψαξα περισσότερο για αυτήν την ιστορία και βρήκα μια ερωτική επιστολή της Μαριάννας προς τον γέροντα σοφό ποιητή που αντί να έχει δικά της λόγια ήταν ολοκληροι στίχοι του . Η επιστολή ήταν ένας κατάλογος με αριθμούς, τον αριθμό του ποιήματος και τον αριθμό του στίχου που έφτιαχναν ένα κολάζ με το κείμενο που ήθελε να πει.  

Τα ποιήματά της που στην αλληλογραφία τους που η ίδια δημοσιοποίησε λίγο πριν πεθάνει σε ηλικία 76 ετών, φαίνεται ότι είναι δικά της δυο από τα ωραιότερα ποιήματα του βιβλίου του Γκαίτε, είναι όμως κρυμμένα στο βιβλίο του με το όνομα της Ζουλέικα. Ούτε ο Σούμπερτ που τα είχε μελοποιήσει δεν φαίνεται να το γνώριζε αυτό οτί δηλαδή τα ποιήματα αυτά δεν ήταν του Γκαίτε.
Μια περίπτωση δηλαδή κρυμμένης υπογραφής κρυμμένης ταυτότητας, όπως ακριβώς ο Χαφέζ έκρυβε την υπογραφή του ο Γκαίτε έκρυψε τα ποιήματα της αγαπημένης του. Νομίζω ήταν η πιο περίτεχνη μνημείωση μιας πνευματικής ερωτικης σχέσης –



Κλείνοντας εδώ την εισήγηση  θα ήθελα να διαβάσω μια στροφή από δυο ποιήματα του Χάφεζ  που μετέφρασε η ποιήτρια Ολβία Παπαηλίου – η μετάφραση έγινε από τα Αγγλικά, από το κείμενο της Γερτρούδης Μπελ:

Έχει το αηδόνι το αίμα χύσει, της ζωής του,
όταν, στου ανέμου τα φιλιά, το πρωινό,
του τριαντάφυλλου το κλέος ξεδιπλώνει
με το σκισμένο του το στήθος φθονερό:
τα ροδοπέταλα βάφει με χρώμα πορφυρό.
  
και το άλλο
  
Το αηδόνι με το αίμα της καρδιάς του
τ’ άλικο ρόδο έθρεψε, μετά αέρας ήρθε
κι απ΄τα κλαδιά επάνω αρπάχτηκε με φθόνο,
εκατό αγκάθια έμπλεξε τριγύρω στην καρδιά.
  
Το αηδόνι και το τριαντάφυλλο, ο ποιητής και ο αγαπημένος που
Και τούτο για να τελειώσω με δυο αράδες από τον αγαπημένο μου Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη από το Έρος – Θέρος. Ἡ Ματὴ ἔκοψε λευκὸν ρόδον κ᾽ ἐκόσμησε τὸ παρθενικὸν στῆθός της. Ἡ ἀηδών, ἡ λιγεῖα ψάλτρια, βλέπουσα τὸ ὡραῖον ἐκεῖνο ἄνθος ἐπὶ τοιαύτης γάστρας φυτευθέν, θὰ ἠρωτεύετο μὲ διπλοῦν ἔρωτα τὸ χαριτωμένον ἐκεῖνο ρόδον.

Ο έρωτας του αηδονιού με το τριαντάφυλλο. Από ποιους δρόμους, της μετάφρασης του 
Jones ή της Γερτρούδης Μπελ, από τους ρομαντικούς τον Μπάυρον ή τα υπέροχα παραμύθια του Όσκαρ Γουάιλντ ταξίδεψαν οι στίχοι και οι μεταφορές του Πέρση ποιητή και από τους ροδώνες του  Σιράζ και τα οροπέδια της χώρας του έφτασαν στο μικρό ταπεινό νησάκι του Αιγαίου, στις ιστορίες της Σκιάθου του Παπαδιαμάντη.

Μεγάλη οφειλή λοιπόν στον Πέρση ποιητή, που η ομορφιά της ποίησής του έχει εμπνεύσει και πιστεύω πως θα εξακολουθεί να εμπνέει αυτούς που συγκινούνται πάντα από την ποίηση από γλώσσα σε άλλη γλώσσα και να μεθούν με το κρασί που κερνά ο Χαφέζ τον Γκαίτε, τη Γερτρούδη, τον Νίτσε και την Έμιλυ Ντίκινσον.

Σας ευχαριστώ.


Αθήνα 21 Νοεμβρίου 2018