Τετάρτη, 20 Ιουνίου 2018

Η δηλητηριώδης ευφράδεια του Σατανά και οι Σημαδιακοί στη λογοτεχνία






Από παλιά, χωρίς να μπορώ να το δικαιολογήσω επαρκώς,  είχα την αίσθηση μιας "ομολογίας" ανάμεσα στον James Joyce και τον Παπαδιαμάντη.  Μια αναγνωστική διαίσθηση  που την έπαιρνα και δεν την έπαιρνα στα σοβαρά, αλλά την σημείωνα όποτε μου φαινόταν ότι κάτι τέτοιο εμφανιζόταν μπροστά μου. Έτσι πριν έξι χρόνια, είχα αναρτήσει ένα σχετικό σημείωμα στις Πινακίδες από Κερί, που δεν περιέλαβα βέβαια στο βιβλίο μου για τον Παπαδιαμάντη γιατί δεν μπορούσα να το στηρίξω τότε αλλά ωστόσο με είχε εντυπωσιάσει. Είχα λοιπόν είχα αντιστοιχίσει τα "σπινθηροβολουντα όμματα πίσω από τον φερετζέ" στο 11ο κεφάλαιο του Οδυσσέα του Joyce, το κεφάλαιο που αντιστοιχεί στις  Σειρήνες,  με τα μάτια της καντίνας,  της αρχοντικής Τουρκάλας που είχε δει η Γιάνναινα στη Χτυπημένη και έχασε τη φωνή της από το συγκλονισμό. Οι σκέψεις και οι συνειρμοί με το στόμα - βάραθρο της κολάσεως έχουν αναπτυχθεί επαρκώς στο βιβλίο, αλλά και στην τότε ανάρτηση που παραθέτω στο τέλος,  για κάποιον που θέλει να ακολουθησει το νήμα της σκέψης. 

Αργότερα είχα αναφέρει τον James Joyce σαν έναν από τους "Σημαδιακούς" της λογοτεχνίας, τους διαφορετικούς. Όποιος τον αγαπά και τον  διαβάζει γνωρίζει πως θεωρούσε από νεαρή ηλικία τον εαυτό του διαφορετικό από τους άλλους. Οι Σημαδιακοί αυτοί που τους βλέπω και έξω από το έργο του Παπαδιαμάντη και για αυτό μιλάμε τώρα, πρωτοεμφανίζονται στον Παπαδιαμάντη ωστόσο και όπως το έχει πρώτος επισημάνει ο Χριστόφορος Μηλιώνης είναι και Κσ' ομιληγκατοι, ξανθά μαλλιά και όμορφοι όπως ο Σταμάτης στα Ρόδινα Ακρογιάλια λέει ο Μηλιώνης. Όπως το  πολύλογο κορίτσι με τα ξανθά μαλλιά - λέω εγώ - το Μπραϊνάκι στο Σημαδιακό, όπως ο Αούστερλιτζ του Ζεμπαλντ ξανθός και με κάποιο πρόβλημα στο μάτι. Άλλοτε - αν τους ομοιάσουμε με τον Σημαδιακό του Παπαδιαμάντη έχουν μόνο  το σημάδι, ένα σωματικό ελάττωμα όπως το πρόβλημα στο μάτι του Μιχάλη του Προυσαλή, ή το γυάλινο μάτι του Γιάννη στο "θέλετε να χορεψομε Μαρία" της Μελπως Αξιώτη, το άρρωστο μάτι της μικρής Ελένης στο ποίημα της Άντειας Φραντζή, ο ίδιος ο  James Joyce κάποτε είχε  καλύπτρα στο μάτι - είχε ιρίτιδα και ήταν διαφορετικός θυμίζω μα και ο Van Gogh  ήταν ξεχωριστός, με το κομμένο αυτί...
Όλα αυτά, με τους σημαδιακούς στη λογοτεχνία τα έχω δημοσιεύσει για πρώτη φορά ένα κείμενο για την ομάδα Craft σε μια συλλογική έκδοση με θέμα τι άλλο; την Ετερότητα (έχει περιληφθεί στο "Βωβόν ξύλον')



Επανέρχομαι λοιπόν να συνοψίσω και να προσθέσω κάτι που βρήκα έτσι που προετοιμάζω ένα κείμενο για τον Giacomo Joyce του Άρη Μαραγκόπουλου και βαλθηκα να διαβάζω το Πορτρέτο του Καλλιτέχνη (μετάφραση Μ.Σ. εκδόσεις γράμματα) γιατί αισθάνομαι ότι μου χρειάζεται αυτό το ταξίδι στα κείμενα του Joyce. 
Έτσι λοιπόν, βρήκα κάτι που ενώνει κάποιες άκρες σε αυτήν την διαισθητική αναλογία που παρατήρησα. Στο Πορτρέτο του Καλλιτέχνη λοιπόν, στο κήρυγμα λ  του Ιησουίτη ιερέα στο κολλέγιο που φοιτούσε ο νεαρός Στήβεν Δαίδαλος, εκεί που αναφέρεται για πρώτη φορά στο Non Serviam (Δεν θα υπηρετησω ) την εξέγερση του Εωσφόρου και τη δημιουργία του Αδάμ και της Εύας για να τον αντικαταστήσουν, περιγράφεται και το προπατορικό αμάρτημα. Τούτο γίνεται  σαν να ρίχνει ο Σατανάς το " δηλητήριο της ευφράδειας" στο αυτί της Εύας με την υπόσχεση (βλασφημία υποσχέσεως) που της έδωσε. "Η δηλητηριασμένη γλώσσα του σατανά είχε κάνει το έργο της". Η Πτώση δηλαδή είναι αποτέλεσμα της αλαζονείας του λόγου, της ευφράδειας που τόσο απασχολούσε και τον Παπαδιαμάντη. Αυτό μας πάει στις πολύλογες γυναίκες που παίδευαν ανθρώπους όπως το μπάρμπα Γιαννιό στο " Έρωτας στα χιόνια " η το Μαθιός στη Νοσταλγό, τις ευφραδείς θυγατέρες της Εύας, όπως αποκαλεί αργότερα ο αφηγητής τη Μοσχούλα. Να θυμηθείτε την ευφράδεια - την στωμυλία της Χαδουλας στη Φόνισσα που είχε καταφέρει να κάνει προξενιό στο σπίτι του σκοτωμένου από το γιο της.

Το παλαιότερο κείμενο στις Πινακίδες από κερί εδω και ο πίνακας με την Πτώση είναι του William Blake. 

Κυριακή, 17 Ιουνίου 2018

«Το αμάρτημα της μητρός μου», λογοτεχνικό ημερολόγιο






Η μητέρα μου είχε έναν τρόπο να αποφεύγει τις  ερωτήσεις μου όταν ήμουν μικρή. Ήταν δασκάλα, ήθελε να περηφανεύεται για τις επιδόσεις μου στο σχολείο και της άρεσε να λέει στον κόσμο ότι δεν με βοηθά στο σπίτι. Που ήταν αλήθεια βέβαια αλλά και όταν δεν μας έβλεπε κανείς υπήρχε ένα αόρατο μάτι που δεν την άφηνε  να απαντήσει αν ρωτούσα κάτι. Μου είχε πάρει τον αέρα  δεν ξέρω πώς ξεκίνησε αυτό και παγιώθηκε αυτή η κατάσταση.  Κάποτε  έφερε σπίτι μια παιδική εγκυκλοπαίδεια. Θυμάμαι σαν τώρα να λέει στις φίλες της: της πήρα τον Θησαυρό των γνώσεων για να μη με ρωτάει. Επομένως είχα συνηθίσει να παραλείπω την ερώτηση που ενδεχομένως θα της έκανα ακόμα  και για θέματα που δεν θα εύρισκα εκεί.  Δεν μπορώ να θυμηθώ τώρα τι ερωτήσεις – καταιγισμός μου έρχονταν στο μυαλό που δεν μπορούσα στην ηλικία των οκτώ - εννιά χρονών να διατυπώσω με μορφή λήμματος για την εγκυκλοπαίδεια μου, που την ξεφύλλιζα ευτυχής ούτως ή άλλως – ή τις Χρυσές σελίδες  άλλη εγκυκλοπαίδεια θεματική από την οποία είχα διαβάσει σε περίληψη τις Μικρές Κυρίες και δεν ήξερα τι είναι η σκαρλατίνα από την οποία πέθανε η Ρουθ που την κόλλησε από ένα μωρά.  Ένα από τα θέματα που είχε πάρει αρχικά μυθικές διαστάσεις και μετά σιγά σιγά το απώθησα ήταν το «πλακώνω το παιδί μου» που είχα διαβάσει στο «Αμάρτημα της μητρός μου» του Γεωργίου Βιζυηνού. Πώς και γιατί το διάβασα το έχω ξαναπεί εδώ και αλλού. Περιλαμβανόταν στην ανθολογία παιδικών διηγημάτων που είχα από τον πατέρα μου. Εκεί ήταν και το στο «Χριστό στο Κάστρο» του Παπαδιαμάντη  και το «Θάνατος παλληκαριού» του Κωστή Παλαμά.  Το ότι αυτή η γυναίκα πλάκωσε το παιδί της  με είχε τρομάξει πολύ γιατί δεν καταλάβαινα πώς και γιατί οι άνθρωποι χάνουν τον έλεγχο και σκοτώνουν τα παιδιά τους αλλά και πώς ακριβώς τα «πλακώνουν». Να ρωτήσω τον πατέρα μου με τον οποίο μοιραζόμασταν την αγάπη για την ανάγνωση ήταν αδιανόητο. Κάτι μου έλεγε πως αυτό δεν είναι για μπαμπάδες – αν και αυτός μου είχε δώσει το βιβλίο με τα διηγήματα. Υπάρχει βέβαια και η άλλη πλευρά του νομίσματος. Εκείνοι μεν με είχαν κλείσει έξω αλλά  κι εγώ είχα βολευτεί στο να μην ρωτάω, είχα φτιάξει έναν απαγορευμένο για αυτούς φανταστικό κόσμο με ετερόκλητα υλικά – κάποια ακατανόητα, κάποια ακατανόμαστα -  και είχα την ησυχία μου να φαντάζομαι σε υπερβολικό βαθμό που δεν είχα καμία διάθεση να τους ανοίξω την πόρτα. Έμεινα λοιπόν με αυτήν και άλλες απορίες αλλά το αναφέρω εδώ γιατί κάποια στιγμή διέγραψα από το νου μου την ακατανόητη σκηνή του πλακώματος και όρισα ως αμάρτημα το προηγούμενο « άσε μου το κορίτσι και πάρε το άλλο μου παιδί» στην προσευχή της μάνας, που κρυφάκουσε ο Γιωργής. Αυτό το καταλάβαινα πλήρως και την είχα καταδικάσει την μητέρα του Γιωργή για αυτό το αμάρτημα οριστικά και αμετάκλητα, δεν χρειαζόταν κάτι άλλο.
Τα έγραψα αυτά γιατί θεωρώ ότι "Το αμάρτημα της μητρός μου" και η παρανάγνωσή του-  ίσως η προσαρμογή της ανάγνωσής του στα μέτρα μου, συνδέεται τόσο πολύ με την προσωπική μου μυθολογία και την διαμόρφωση που αξίζει να το γράψω. Δεν είμαι η πρώτη που το κάνει φυσικά αυτό με αφορμή τον κύριο Βιζυηνό που αρχίζω αυτή την εποχή να ξαναδιαβάζω μετά που βρήκα τα Άπαντά του στο σπίτι των γονιών μου, έκδοση Βίπερ του 1971. Είχα ακούσει τον Λάκη Παπαστάθη να λέει πώς έγραψε την πρώτη του συλλογή διηγημάτων στη Θράκη, στα γυρίσματα της ταινίας το «Μόνον της ζωής του ταξείδιον». Τα βράδια στο ξενοδοχείο μαζευόταν κι έγραφε τις δικές του ιστορίες της παιδικής ηλικίας με αφορμή τις αναμνήσεις και το ταξίδι του Γιωργή με τον παππού του, στη χώρα που ψήνει ο ήλιος το ψωμί.


Πόλυ Χατζημανωλάκη, 17 Ιουνίου 2018

Εικόνα από σελίδα χωρίς πρόσβαση: 
https://www.cambridge.org/core/books/cambridge-companion-to-the-literature-of-the-american-renaissance/rethinking-the-renaissance/805AD1002E302AE3BA97258D2C7B6659
Εικόνα από σελίδα χωρίς πρόσβαση: 

Κυριακή, 6 Μαΐου 2018

Unsung - Όχι πια Αγαπώντας το ρόδο που μαραίνεται στην πόρτα μου


Διαβάζω τώρα για την Έμιλυ Ντίκινσον τους διάφορους κήπους της, τις μεταφορές του κηπουρού και της ποίησης, του παραδείσου – του κήπου της Εδέμ – και κάπου πήρε το μάτι μου για τα άλλα τα άγρια λουλούδια του δάσους, ούτως ή άλλως και η ίδια με ένα τέτοιο ολόλευκο άνθος είχε ταυτιστεί. Έλεγε λοιπόν μια λέξη για αυτά – unsung - ανύμνητα; - τα άνθη που κανείς δεν τα προσέχει, δεν τους μιλάει, δεν τα φροντίζει, δεν τα καλλιεργεί και εκείνη την στιγμή σκέφτηκα – είναι πρόσφατες οι Παπαδιαμαντικές αναγνώσεις – τον άκλαυτο Ελπήνορα που αναφέρει ο Παπαδιαμάντης, το φάντασμα που καλεί τον Οδυσσέα να επιστρέψει, να μην εγκαταλείψει χωρίς νεκρικές τιμές τον φίλο του. Αυτό το «άκλαυτο» που αναφέρει και ο Προγκίδης για το μυρολόγι της φώκιας, Που η φύση μοιρολογεί την Ακριβούλα, που δεν την αφήνει «άκλαυτη». Αυτό το” unsung” της Έμιλυ ήχησε στα αυτιά μου σαν το αντίστροφο. Την οφειλή του ανθρώπου προς τη φύση. Έτσι λοιπόν, βλέποντας αυτό το όμορφο ρόδο στην είσοδο του σπιτιού αυτό σκέφτηκα. Πόσο όμορφο, διασχίζει την ομορφιά μέχρι το τέλος. Έχω δει κι άλλα, εξ ίσου όμορφα να μαραίνονται στους κήπους, αυτό όμως είναι εδώ στο σπίτι μου μπροστά, unsung αν δεν το προσέξω, αν δεν τον θαυμάσω εγώ προσωπικά. Έτσι αισθάνθηκα μέσα στην καρδιά μου μια θέρμη, σαν να μου χαμογέλασε η Έμιλυ Ν. μέσα από την ασπρόμαυρη φωτογραφία της των δεκαέξι χρόνων…







Aναρτήθηκε στο facebook στις 6 Μαΐου 2017 







N

Κυριακή, 25 Φεβρουαρίου 2018

"H παράξενη ασθένεια των γραφιάδων" ένα διήγημα

Θέλω να κερδίσω την ψυχή μου
Θέλω να μη χάσω την ψυχή μου
Τι ωφελήσει άνθρωπον
Τι ωφελήσει άνθρωπον…
Τον κόσμον όλον
………..


Αυτοί οι στίχοι βρέθηκαν γραμμένοι σε ένα χαρτί, πεσμένο δίπλα στο κρεβάτι του Αδάμ Κεϊρόζ, του ποιητή την ημέρα που πέθανε. Τους βρήκε η σπιτονοικοκυρά του και έδωσε το χαρτί στον αδελφό του τον Άβελ, που ήλθε για να μαζέψει τα προσωπικά αντικείμενα του νεκρού.
Ο Άβελ χωρίς να φέρει πολλές αντιρρήσεις, πλήρωσε τα χρεωστούμενα νοίκια, συμφώνησε ότι καλώς είχε ειδοποιηθεί ένα γραφείο κηδειών της περιοχής για τα περαιτέρω, δίπλωσε το χαρτί, το έβαλε στην τσέπη του σακακιού του και έριξε στην ξεχαρβαλωμένη βαλίτσα που του φέρανε τα δυο πουκάμισα και τα λιγοστά βιβλία που είχε ο νεκρός – συνήθιζε σιγά σιγά τη λέξη… ο νεκρός για τον Αδάμ. Είχε καιρό να τον δει, στο δωμάτιο εκείνο δεν είχε πατήσει ποτέ, στην πραγματικότητα δεν ήξερε καθόλου πώς ζούσε ο αδελφός του.
Κάτω από το στρώμα βρέθηκε ένα παλιό τετράδιο, φθαρμένο, κάποιες παραγγελίες του νεκρού για πρακτικά πράγματα, λογαριασμούς ποσά που χρωστούσε και που είχε να λαβαίνει, τηλέφωνα δίπλα σε άγνωστα ονόματα, αποδείξεις από καθαριστήριο, ένα εισιτήριο τραίνου για τη Μ., αποκόμματα εφημερίδων όλα σχετικά με την μυστηριώδη ασθένεια που έβρισκε τους συγγραφείς και τους ποιητές στην πόλη τους…Κάποια άτεχνα ποιήματα σαν αυτό που του είχε πέσει κάτω όταν πέθανε και ένα κείμενο γραμμένο με κόκκινο στυλό που πάνω έγραφε υπογραμμισμένα «Εις προσοχήν Άβελ ΚεΪρόζ – η ομολογία μου». Ο τίτλος παραξένεψε τον Άβελ και κάθισε στην άκρη του κρεβατιού, θα το διαβάσω εδώ που ξεψύχησε ο αδελφός μου είπε μέσα του, δεν θα χάσω λεπτό, τι διάβολο μπορεί να είναι αυτή η ομολογία…Γιατί ο Αδάμ την άφησε έτσι, που να ήταν τόσο εύκολο να βρεθεί και ακόμα και ένας ξένος να μπορεί να τη διαβάσει.
Ο Αδάμ, ούτε λίγο ούτε πολύ ομολογούσε, ότι δεν είχε έμπνευση, ότι είχε στερέψει εδώ και καιρό, δεν μπορούσε να γράψει και εξαπατούσε τον εκδότη του παραδίδοντας διηγήματα που είχε αντιγράψει από αλλού. Είχε γίνει λογοκλόπος από ανάγκη και σημείωνε ότι είχε παραδώσει για δικό του ένα διήγημα που είχε βρει σε μια ανθολογία ελασσόνων συγγραφέων – που ήξερε αυτός πώς να ρετουσάρει – οι επίμαχες σελίδες εξαφανίστηκαν μυστηριωδώς και κανείς δεν κατάλαβε τίποτε στη δημοτική βιβλιοθήκη…
Με τον ίδιο τρόπο, έγραφε, είχε ξεπατικώσει κάτι ποιήματα ενός νεαρού που είχε πεθάνει από φυματίωση και που ο πατέρας του είχε πληρώσει για να εκδοθούν, σε έναν εκδότη όπου κρυφά από τον δικό του έκανε επιμέλειες και μεταφράσεις για να ζει. Τα ποιήματα αυτά, αφαιρέθηκαν από το χειρόγραφο, και ούτως ή άλλως παραλλάχτηκαν έτσι που ίσως και ο ίδιος ο νεκρός δεν θα τα αναγνώριζε. Έμπνευση είπαμε δεν είχε. Τεχνίτης του λόγου όμως, εξακολουθούσε να είναι.
Από ότι φαίνεται, εξακολουθούσε με επιμέλεια αυτήν την δουλειά, να υπεξαιρεί και να εκδίδει, και αυτό για αρκετά χρόνια, φροντίζοντας να σβήνει τα ίχνη του. Στο τετράδιο ομολογούσε διαρρήξεις και εισβολές τη νύχτα σε βιβλιοπωλεία, σε αποθήκες εκδοτικών οίκων για να εξαφανίσει τα λιγοστά αντίτυπα των βιβλίων που είχε βάλει στόχο. Φρόντιζε να επισημαίνει κείμενα ελασσόνων, που δεν είχαν τη δυνατότητα να απευθυνθούν σε μεγάλο εκδότη και μετά κάλυπτε τα ίχνη του. Στο κάτω κάτω τα βιβλία θα πήγαιναν για πολτοποίηση, οι εκδότες δεν διαμαρτύρονταν. Χάρη τους έκανε αυτός ο φαντομάς του τυπωμένου χαρτιού που εξαφάνιζε ολόκληρα αποθέματα από ποιητικές συλλογές διηγήματα ή και μυθιστορήματα πρωτοεμφανιζόμενων και σχεδόν αγνώστων…
Οι ξένες λέξεις αναβαπτίζονται στην ψυχή μου έγραφε. Οι ιστορίες και τα νοήματα παίρνουν από μένα, από το δικό μου ύφος, όλα ξαναγεννιούνται σαν έτσι να έπρεπε να συμβούν. Μια δεύτερη κυοφορία επιτελείται. Οι δότες πρέπει να μου χρωστούν ευγνωμοσύνη για αυτό που κάνω. Οι ιδέες τους, ό, τι καλό από αυτές τέλος πάντων, αποκτούν καινούργια λάμψη και οικουμενικότητα, έκφραση και στυλ που ούτε στον ύπνο τους δεν θα μπορούσαν να έχουν. Το ασθενικό πνεύμα απορροφάται από το ισχυρό, το ικανό, και μνημειώνεται. Πιστεύω ότι αυτό που κάνω θα μείνει στην αιωνιότητα.
Σιγά σιγά ο Αδάμ, προχωρούσε με κείμενα κάπως γνωστότερων συγγραφέων που είχαν εξαντληθεί ή ξεχαστεί και φρόντιζε να τα αλλάζει, αφαιρώντας τα μοναδικά αντίτυπα που βρίσκονταν στις δημόσιες βιβλιοθήκες. Αφαιρώντας είναι μια κουβέντα. Όπως ρουφούσε το μεδούλι, την ψυχή του ξένου κειμένου για να γράψει το δικό του, έσκιζε τις τυπωμένες σελίδες, το εσωτερικό του βιβλίου, και το παραγέμιζε με στοίβες από λευκές. Αυτό φρόντιζε να το κάνει, παίρνοντας δήθεν τυχαία τα βιβλία από τα ράφια όσο ήταν στη σκοτεινιά του αναγνωστήριου, με κοφτές κινήσεις, χωρίς θόρυβο και ξαναβάζοντας το βιβλίο στη θέση του. Άλλες φορές είχε αντικαταστήσει τυπωμένα φύλλα χωρίς νόημα στο εσωτερικό των σελίδων που έσκαβε με ένα κοφτερό εργαλείο αυτό στην ησυχία του σπιτιού του, έτσι που η υπάλληλος, αδιάφορη ούτως ή άλλως δεν είχε μπει στον κόπο να ανοίξει για να ελέγξει σε τι κατάσταση είχαν επιστρέψει τα βιβλία.
Μετά προχώρησε, σε μεγαλύτερης εμβέλειας λογοκλοπές, κλέβοντας κείμενα από γνωστούς συγγραφείς, αλλά τα πρώτα τους, που δεν ήταν ακόμη γνωστά και που ούτως ή άλλως αυτός τα άλλαζε, τους έκανε το μέσα έξω…Και είχε βρει τρόπους να εξαφανίζονται τα αποθέματα…
Σιγά σιγά εξαφανίζονταν όλο και περισσότερα βιβλία. Πυρκαγιές σε αποθήκες χαρτιού, δήθεν επιθέσεις φανατικών. Πλημμύρες σε γραφεία εκδοτικών οίκων, ασθένειες του χαρτιού από σαράκια που δεν υπήρχαν μέχρι πρότινος στη χώρα τους, δημιουργούσαν μια έλλειψη στα αποθέματα για ανάγνωση που θα ήταν αισθητή, αν το κοινό προτιμούσε την λογοτεχνία που αγαπούσε και αυτός. Ευτυχώς για εκείνον, τα ευπώλητα παρέμεναν στην πρώτη ζήτηση και εκείνον δεν τον απασχολούσαν, δεν τα έθιγε. Ο καθένας στον τομέα του έλεγε. Δεν είχε ζηλέψει τις πωλήσεις, ούτε λαχταρούσε τα βιβλία με τις αποχρώσεις του ροζ…
Δεν τα εξέδιδε όλα αυτά που απορροφούσε, έγραφε στο τετράδιο του. Ήταν ολιγογράφος. Δεν άλλαξε το ρυθμό που έγραφε, τον διατήρησε σταθερό, πάντα άριστος τεχνίτης του λόγου με ανανεωμένη έμπνευση. Μεγάλο μέρος του χρόνου του ήταν αφιερωμένο στην τέχνη των υπεξαιρέσεων, που είχε επεκτείνει και βελτιώσει, δημιουργώντας μια παρακαταθήκη, μια μοναδική εργογραφία για το μέλλον.
Αυτό που είχε συμβεί όμως, όπως έγραφε ο ίδιος, και είχε κολλήσει αποκόμματα από εφημερίδες και λογοτεχνικά περιοδικά που το επιβεβαίωναν, δεν ήταν ότι διαμαρτυρήθηκε κανείς από τους συγγραφείς που είχαν απορροφηθεί. Αυτό που συνέβαινε, αυτό ούτως ή άλλως είχε πέσει στην αντίληψη του Αβελ και απορούσε με το ότι ο αδελφός του είχε μείνει ανέγγιχτος, ήταν ότι είχε εκλείψει η έμπνευση από τους περισσότερους γραφιάδες της πόλης και σιγά σιγά και της χώρας. Οι εκδόσεις ήταν ελάχιστες, οι συγγραφείς παραπονιούνταν ότι είχαν χάσει την ψυχή τους.
Γνωστοί συγγραφείς της γενιάς του δήλωναν ότι εγκατέλειπαν το επάγγελμα…Ότι εγκατέλειπαν το γράψιμο για να ασχοληθούν με άλλες τέχνες, το θέατρο τον κινηματογράφο ίσως. Κάποιοι, που ήταν καθηγητές σε σχολεία, έλεγαν ότι θα δίδασκαν ίσως δημιουργική γραφή, κάτι που το ήξεραν καλά, μήπως και με τη γνώση του πώς και της τέχνης, ξεπηδούσε από τα φρέσκα μυαλά των μαθητών τους, που ίσως δεν τους είχαν οι ίδιοι καταλάβει αρκετά κάτι καινούργιο…
¨Άλλοι ομότεχνοί του, έκαναν αποχαιρετιστήρια πάρτι για να πουν ότι το γράψιμο ήταν μια παιδική αρρώστια που την εγκατέλειπαν οριστικά, και τα στρέφονταν στην πραγματική ζωή και στις ανθρώπινες σχέσεις. Κυρίως στον έρωτα που ήθελαν να γνωρίσουν και που ομολογούσαν ότι μέχρι τώρα τον ήξεραν μόνο στη χάρτινή του εκδοχή.
Δεν έλειψαν αυτή που δήλωσαν ότι θα έφευγαν στην επαρχία, να ζήσουν μια ζωή αυτάρκειας και ανυπακοής στο σύστημα, καλλιεργώντας τον κήπο τους, όσοι είχαν καταγωγή από χωριό και κάποια ιδιοκτησία φυσικά, γυρνώντας στην πλάτη στη ζωή του γραφιά, στο χαρτί και το μολύβι. Στην πραγματικότητα αυτή η ζωή τους είχε κλείσει την πόρτα, όλοι το ήξεραν…
Κάποιοι, δεν είχαν την δύναμη να κάνουν δηλώσεις, ήταν πιο αλαφροΐσκιωτοι ίσως… Αυτοί τριγυρνούσαν στην πόλη σαν χαμένοι, μονολογώντας ακατανόητα λόγια…Άναρθρες κουβέντες. Στην αρχή ο κόσμος τρόμαξε, έτσι που έλεγαν ότι είχαν αδειάσει, ότι τους έφευγε η ψυχή, ότι δεν είχε νόημα η ζωή τους…μετά τους συνήθισαν και τους έδιναν πότε πότε κάτι για να πιούν μια μπύρα να ξεχαστούν. Μεθυσμένοι ήταν κάπως πιο ήσυχοι, ευθυμούσαν λίγο και αυτό ανακούφιζε τους υπόλοιπους.
Οι τελευταίες σελίδες του Άβελ, ήταν γραμμένες με πολλή ταραχή.
Εγώ είμαι που έχω απορροφήσει την ψυχή τους έγραφε. Δεν ήξερα ότι η ψυχή των συγγραφέων είναι το τυπωμένο χαρτί, δεν ήξερα. Δημιούργησα με την ιδέα μου μια μεγάλη συμφορά. Νιώθω ότι η Νέμεσις θα είναι σκληρή…
Πρέπει να γράψω, να γράψω να εκδώσω ώστε να επιστρέψει το θεϊκό πνεύμα που με διακατέχει στην κυκλοφορία…
Το μέλι δεν πρέπει να το κρατήσω για τον εαυτό μου...
Πρέπει πρέπει πρέπει…
Σήμερα αυτοκτόνησαν δύο φίλοι μου. Είχαν έλθει να με βρουν πριν μερικές μέρες. . Τα μάτια τους άδεια, Σε απόγνωση. Έχουμε στερέψει., μου είπαν. Η ζωή δεν έχει νόημα. Κάτι λείπει και δεν μπορούμε να το καταλάβουμε. Δεν μπορούμε να γράψουμε. Η γραφή μας είναι άναρθρη. Οι αράδες μας χωρίς προοπτική, χωρίς βάθος. Γραμμές μονοδιάστατες χωρίς σκιά. Σαν να λείπει από μέσα μας το παρελθόν…Σαν κάποιος να αφαίρεσε κάτι αόρατο πάνω στο οποίο όλα στηρίζονται. Τράβηξε τον πύρο από τον πάτο της βάρκας. Σαν ότι λέμε να λέγεται για πρώτη φορά και να σχίζει με σκληρότητα το κενό… Δεν αντέχεται έτσι η μοναξιά της γραφής. .
Ακατανόητο…Νοιώθουμε να μας κυριεύει μια πνευματική παράλυση…
Το τετράδιο τελείωνε εκεί. Ο Αβελ δεν ήξερε πού ήταν τα χειρόγραφα του αδελφού του… Δεν ήξερε ποια από τα έργα του ήταν «δεύτερες κυοφορίες» έργων άλλων. Δεν ήξερε καν ποια ήταν τα έργα του. ΄
Ήταν δυο μήνες που είχαν γραφτεί οι τελευταίες αράδες, μετά την αυτοκτονία των φίλων του.
Στεκόταν ζαλισμένος με την «ομολογία» στα χέρια, ξέροντας ότι ο αδελφός του, το μόνο που έκανε είναι να πεθάνει και να τον αφήσει εκείνον πάλι να καθαρίσει για λογαριασμό του. Δυο μήνες την είχε γράψει και ο Άβελ ήταν βέβαιος ότι δεν είχε κάνει τίποτα…
Έφυγε από το νοικιασμένο δωμάτιο, αποχαιρέτησε την σπιτονοικοκυρά. Βγαίνοντας πέταξε κάπου τη βαλίτσα με τα πουκάμισα και τα βιβλία. Κράτησε το τετράδιο.
Δεν πήγε σπίτι του. Τράβηξε στα γραφεία της εφημερίδας της πόλης τους, ο Κήρυκας του Π. και ζήτησε να δει το διευθυντή. Ήταν παλιός του συμμαθητής, έδωσε να του πάνε την κάρτα του. Για την υπόθεση των συγγραφέων που τρελαίνονται, είπε. Ο Διευθυντής τον κάλεσε αμέσων και κλείστηκαν στο γραφείο του.
Φεύγοντας δεν είχε μαζί του το τετράδιο.
Θα γράψουμε έναν εξαιρετικό επικήδειο για τον αδελφό σου. Τον διαβεβαίωσε ο διευθυντής.
Δεν με απασχολεί αυτό, είπε ο Αβελ. Ούτε και εκείνον. Ξέρετε τη δουλειά σας…
Κατεβαίνοντας τα σκαλιά, ένας από τους τρελούς γραφιάδες τον πλησίασε. Του ζήτησε χρήματα. Για μια μπύρα του είπε….
Πάμε να πιούμε μαζί φίλε μου, πάμε…, αποκρίθηκε

Πόλυ Χατζημανωλάκη
Δημοσιεύτηκε στο facebook τον Φεβρουάριος 2013

Παρασκευή, 5 Ιανουαρίου 2018

Ο Άγγελος της Μεγάλης Βουλής


Πήραμε σήμερα το καράβι για το νησί της Παμβώτιδας. Έβρεχε, αύριο θα χιονίσει και ίσως η πρόσβαση απέναντι και οι περίπατοι να μην είναι πολύ εύκολοι.
Η λίμνη, οι χρωματισμοί της, οι αναμνήσεις των ανθρώπων, φωτογραφίες από παλιά ταμπάκικα, ταξίδια από και προς τη λίμνη. Η λίμνη φαίνεται είναι πιο έξω κι από το Κάστρο. Έξω από το Κάστρο οι απόβλητοι και στη λίμνη οι εξόριστοι. Μια παλιά μοναστηριακή πολιτεία μετά την άλωση της Πόλης κατά την τέταρτη σταυροφορία. Έχει μόνιμους κατοίκους, τουριστικά, εστιατόρια, μου θύμισε λίγο τους Λειψούς αλλά και πάλι σε μικρογραφία.
Έτσι λοιπόν, κάποιος καλός Άγγελος βρήκε τον τρόπο και μπήκαμε στη Μονή των Φιλανθρωπινών και μας έκανε μια ξενάγηση που δεν θα ξεχάσω.Θαυμασμός για το πάθος και τη γνώση της καινούργιας φίλη Α. Λ. που η γιαγιά της μένει μόνιμα στο νησί της λίμνης και γνωριστήκαμε τυχαία στο καραβάκι.
(Θα προσπαθήσω να τα σημειώσω, για να μην ξεχαστούν διάφορα σημερινά)
Στη φωτογραφία  είναι  ο Άγγελος της Μεγάλης Βουλής, τοιχογραφία στη θέση της εικόνας του Παντοκράτορα στον τρούλλο («Άγγελος της Μεγάλης Βουλής» είναι έκφραση του προφήτη Ησαΐα).
Ο Χριστός δηλαδή ως Άγγελος, χωρίς γενειάδα, να εικονίζει τον άσαρκο (μη ενσαρκωμένο) Λόγο. Την εικόνα του δευτέρου προσώπου της Αγίας Τριάδας όπως τον έβλεπαν οι Προφήτες της Π. Δ.
Πρώτη φορά βλέπω τέτοια απεικόνιση (αγένειο Ιησού έχω δει στον Καραβάτζο. Εκείνος όμως είναι ενσαρκωμένος) Εδώ πρόκειται για ιδιαίτερη, σπάνια απεικόνιση του άσαρκου λόγο, εφ΄ όσον υπήρχε από πάντα και είχε εμφανιστεί στους προφήτες.
Αγγελικός γιατί είναι πρόσωπο, άφυλο ή σαν την εβραϊκή Σεκινά, τη θηλυκή όψη του Θεού της Βίβλου.
Θέματα που ενδεχομένως απασχολούν λίγους με την ένταση που συνέβαινε αυτό στις καλογερικές συνάξεις. Σημάδια μιας πορείας του ανθρώπινου πνεύματος που είναι λιγότερο γνωστά, που προορίζονταν για άλλες κοινωνίες πιο πνευματικές και που στο δρόμο ατόνησαν.
Με συναρπάζει ωστόσο ο αγιογράφος που επιμελώς απεικονίζει τα δύσκολα, τα σύμβολα. Είδα ακροστιχίδες από τους χαιρετισμούς, στίχους από τους ψαλμούς, τα πάθη του Χριστού, τον σπερματικό λόγο με τους αγίους φιλοσόφους.
Αλλά ο Άγγελος της Μεγάλης Βουλής είναι τόσο αλλόκοτος, τόσο απόκοσμος. Δείχνει πως όλα αυτά, ο κόσμος ο Αλλού, ο εσωτερικός κόσμος, ο κόσμος των πνευματικών μορφών κάποτε είχε μεγάλες δόξες.
Τώρα δεν έχει εκπέσει. Κατοικεί σε μια ευγενή ερημία και είμαι ευτυχής που την επισκέφτηκα.

Αναρτήθηκε στο facebook 5/1/2017, πριν ένα χρόνο









Τετάρτη, 4 Οκτωβρίου 2017

Της ανάγνωσης

Της ανάγνωσης 

Κάποια βιβλία είναι σαν σπίτια που με καλούν να τα κατοικήσω. Να μπαίνω με την πρώτη ανάγνωση με δέος ακούγοντας τα σανίδια της σκάλας να τρίζουν στο βήμα μου, να ανοίγω τις πόρτες στα ξένα δωμάτια, να κοιτώ στους τοίχους, μέχρι και τα βαθουλώματα στο κρεβάτι να μπορώ να αγγίξω από αυτόν που κοιμήθηκε, μια ζέστη από την επαφή με το σώμα του που άφησε στα σεντόνια. 

Να βρίσκω μόνη μου τα μυστικά περάσματα, να μαζεύω τα φύλλα από το δάσος που έφερε μέσα ο αέρας, τη μυρωδιά από τα βρύα και την υγρασία – κάποτε και το θαλασσινό αέρα ακούω όταν το σπίτι είναι χτισμένο στις ακτές της Ιρλανδίας – μια γυναίκα με ένα μωρό στην αγκαλιά να εκλιπαρεί έξω από ένα πύργο – σαν το τραγούδι της Κυράς του Ωγκριμ που ακούει εκείνος πίσω από τη σκάλα στους Δουβλινέζους του Τζέημς Τζόυς…Ιστορίες έκθετων παιδιών, δάκρυα, θάνατος, έρωτας πόνος, όλα ανεξιλέωτα να σωριάζονται σαν πέτρες πάνω μου στην πρώτη ανάγνωση. Ξανά και ξανά να πρέπει να περάσω το δάχτυλό μου στη σκόνη, μια γραμμή στα σκεπασμένα έπιπλα, στους θολούς καθρέφτες – πού να τολμήσω να αντικρύσω εκεί αυτούς που με κοιτούν από μέσα.

Εξω τα χωράφια απλώνονται άλλα πράσινα, άλλα οργωμένα, όσο φτάνει το μάτι μου. Παρακολουθώ το υνί να βυθίζεται στο χώμα, σβώλους υγρούς να σκορπίζονται στη διαδρομή, χορταράκια, ζωύφια να χάνουν τις φωλιές τους, αισθάνομαι τις εγχαράξεις εντός, σαν να ανακατεύεται το μέσα με το έξω, φωλιές συγκινήσεων από το παρελθόν, άγνωστα κελαηδήματα, αόρατοι κοκκινολαίμηδες που ήρθαν κάποτε στο παράθυρο των ενοίκων και μια τριανταφυλλιά μια μικρή τρελή που είδα κάποτε στο δρόμο να έχει φυτρώσει στον κήπο και να απλώνει κλαδιά στο σπασμένο τζάμι, να θέλει να μπει.

Γυρίζω τις σελίδες, πάλι και πάλι – εδώ να μείνεις, μείνε ακόμα, ακούω – μια φωνή που γνέφει από βαθιά.. οι ρυτίδες της ξένης ψυχής στο πρόσωπο, οι φλέβες οι χτύποι της καρδιάς, φαντάσματα – μια χώρα των λωτοφάγων είναι κάθε βιβλίο.
Να μείνεις, να μείνεις…

Αρχίζω την ανάγνωση από την αρχή, έχει μπει φως, βλέπω τις ραφές. Τις λάμψεις στο χειρουργικό τραπέζι, τις νεκρές ψυχές που έρχονται να σε φτιάξουν Φρανκεστάιν.

Θα μείνω φυσικά, θα μείνω κι άλλο. Δεν έχω πού αλλού να πάω.

Αγαπημένε μου συγγραφέα, υποκριτή, όμοιέ μου, αδελφέ μου.

Πόλυ Χατζημανωλάκη
Δημοσιεύτηκε στο facebook, στις 4 Οκτωβρίου 2014

Εικόνα: Michele Meisster “Black Thoughts”

Πέμπτη, 28 Σεπτεμβρίου 2017

Χαιρετίσματα από τη Χαλκίδα






Πριν δυο χρόνια ήρθε μια καλησπέρα στο ίνμποξ από τη Χαλκίδα από μια φίλη που δεν έμενε πια εκεί – στη Χαλκίδα έχω πάει με το τραίνο δυο τρεις φορές. Μεγάλη εμμονή είχα με τα τραίνα γιατί είχα διαβάσει τόσα για αυτά στα μυθιστορήματα – αργότερα και στο Σιμενόν - αλλά εκεί που μεγάλωσα δεν είχε, δεν είχα δει. 

Πήγαινα λοιπόν στο Σταθμό Λαρίσης, ένα μικρό σκασιαρχείο στην Τετάρτη Γυμνασίου, έκοβα εισιτήριο και ταξίδευα με το τραίνο για Χαλκίδα. Την διάλεγα γιατί ήταν κοντινή διαδρομή και μπορούσα να επιστρέψω γρήγορα. Κατέβαινα για λίγο, κοίταζα γύρω και επιβιβαζόμουν στο επόμενο της επιστροφής. Τίποτε άλλο. Καμία δόξα, καμιά περιπλάνηση. Μόνο για το τρένο. Εγώ το παιδί της επαρχίας που μόλις είχε έρθει στην πρωτεύουσα, κατάφερνα να φύγω για λίγο από την Αθήνα, να ταξιδέψω μόνη μου και να επιστρέψω χωρίς να το ξέρει κανείς. Αργότερα έμαθα όλα τα άλλα, για τις φυλακές, το Βενετσάνικο Κάστρο, την κνήμη και το τσαρούχι του Γίγαντα – δεν θυμάμαι να είδα ποτέ κανένα Κάστρο.
Τα χαιρετίσματα από τη Χαλκίδα ήταν ένα τραγούδι με στίχους του Γιάννη Σκαρίμπα, ο γλάρος, που με συγκίνησε γιατί συνδεόταν με μια ανάμνηση ενός παππού που αποχαιρετά τη ζωή. Ο Σκαρίμπας μακρινός, απόμακρος. Ένα γεροντάκι που είχα δει στην τηλεόραση κάποτε με τα γυαλιά σαν μεγεθυντικούς φακούς με τίτλους έργων ανυπότακτους, θείο τραγί όχι δεν τον έχω διαβάσει.
Αργότερα διάβασα μια συναρπαστική ανάγνωση του Σάββα Παύλου για τον Μαριάμπα του, τα δέντρα που περπατούν, μια σύγκριση με την προφητεία και το κινούμενο δάσος στον Μακμπέθ και ούτε τότε αξιώθηκα. Είχα πολλά να κάνω φαίνεται δεν ήταν καιρός.

Προχτές ήρθαν στα χέρια μου δυο βιβλία. Δυο μπουκάλια με μηνύματα. Το «Φεύγω αλλά θα ξανάρθω» της Αρχοντούλας Διαβάτη, που ξεκινά με ένα δικό της ταξίδι με ένα πλοίο με γυάλινα πανιά – ένα στίχο του από τη Φαντασία του Γιάννη Σκαρίμπα και ένα τεύχος του Περιοδικού Οροπέδιο, του 2012, με ένα αφιέρωμα στον εξωτικό αυτό άνθρωπο. Το ξωτικό της Χαλκίδας.
Διάβασα κάπου, σε μια εξομολόγηση του Αλέξη Πανσέληνου, εκεί που ανοίγει το εργαστήρι του στον κόσμο, ότι αποφάσισε οριστικά ότι δεν θα διαβάσει τον Μόμπυ Ντικ. Το σκέφτηκα πολύ αυτό. Σαν προσομοίωση θανάτου μου φαίνεται. Να αποφασίσεις ότι δεν πρόκειται να διαβάσεις ποτέ ένα βιβλίο. Ή ένα συγγραφέα.
Δεν μπορώ να το αποδεχτώ αν και για μερικά βιβλία, νομίζω ότι και να μην το λέω έτσι θα γίνει.
Όμως δεν θέλω να μου συμβεί αυτό με τον Σκαρίμπα. Περνάει ο καιρός και όλο και νοιώθω ότι πρόκειται για κάποιον συγγραφέα σπουδαίο. Σαν τον Τζέημς Τζόυς, την Βιρτζίνια Γουλφ, τη Μέλπω Αξιώτη.

Δημοσιεύτηκε στο φέησμπουκ, 28 Σεπτεμβρίου 2014