Σάββατο, 28 Ιουλίου 2018

Ημερολόγιο της στάχτης







Ο άνθρωπος στο παγκάκι σε ένα πάρκο, δεν θυμάμαι ποιο, στην Αργεντινή σε ένα βιβλίο του Ενρέστο Σάμπατο, ο άνθρωπος και οι σκέψεις του για το χαμένο παιδί του που έχασε τη ζωή του πιο πριν στο νοσοκομείο. Γιατί το δικό του το παιδί; Πώς θα είναι η ζωή του από δω και πέρα; Πώς κοιτά τα άλλα παιδιά που συνεχίζουν; Κάπως έτσι. Είδα ακόμα ένα  γλυπτό ο άνθρωπος σε ένα παγκάκι που το έφτιαξε κάποιος που έχασε το παιδί του, ένα γλυπτό περίγραμμα με τίτλο «κενότητα».  Γιατί ο συντετριμμένος κάθεται σε ένα παγκάκι; Γιατί είναι έξω από το σπίτι του, περαστικός – ανέστιος  για να αναλογιστεί – αλλά και έχει που να καθίσει. Ένας τόπος στοργής είναι το παγκάκι. Φροντίδα στον περαστικό, στον διαβάτη. 
       Στην Αγγλία έχω δει πινακίδες αφιέρωσης στη μνήμη αγαπημένων νεκρών.  Ένα στοργικό αποκούμπι για τη θλίψη το παγκάκι. Ο απελπισμένος στο χέρι του Θεού


·         Μετά το θάνατο υπάρχει θυμός. Νόμιζα πως αυτό που είχα ζήσει πριν τρεις μήνες ήταν η προσωπική μου περίπτωση. Καλλιεργείς μετά ένα χωράφι σκάβεις σκάβεις για να ξεχαστείς. Οι σχέσεις με τους γύρω οξύνονται – οι ενοχές και στην άλλη πλευρά οι ευθύνες. Εδώ και χρόνια δεν μιλώ. Σε τρεις κινήσεις  έχω απασφαλιστεί και μετά χάνω τον έλεγχο. Από τότε που το κατάλαβα αυτό στη δουλειά, ότι κάποιος μπορούσε να με φέρει εκτός εαυτού,  σταμάτησα να συγκρούομαι. Αυτό όμως σημαίνει ότι όλη αυτή η ενέργεια στρέφεται προς τα μέσα και με τρώει (τόσα χρόνια.)


·         Πόνος υπήρχε πάντα, θυμός υπήρχε πάντα, έχει χυθεί αίμα παλιά για τη γλώσσα, την καθαρεύουσα και τη μαλλιαρή, για τους Βενιζελικούς και τους Βασιλόφρονες, και στον άλλο εμφύλιο – που τον είπαν συμμοριτοπόλεμο – και που ακόμα δεν έχουμε από αυτό εξιλεωθεί. Και στην αριστερά με τη διάσπαση. Ποιος δεν θυμάται την έχθρα των πρώην συντρόφων.  Γιατί τώρα μου φαίνεται ότι είναι χειρότερο; Το διαδίκτυο μεγεθυντικός φακός, το διαδίκτυο αντηχείο, το διαδίκτυο αμόνι πρόσφορο για κάθε σπινθήρα από το σκοτάδι του καθενός εναντίον των εχθρών. Ο θυμός και η έχθρα, η φαινομενική ασφάλεια του σπιτιού, η χοντροκοπιά στη χρήση του νέου μέσου. Οι φινετσάτοι ποιητές ως καραγωγείς. Όπως τότε στο Τόκυο όταν λειτούργησε γι α πρώτη φορά το Μετρό που οι άνθρωποι παραδοσιακά ευγενείς  φέρνονταν με αγένεια γιατί δεν υπήρχαν ακόμα κανόνες. Λες και δεν είμαστε εμείς οι ίδιοι που βρισκόμαστε εδώ. Είναι λύση το να φύγει κανείς; Ναι είναι. Μοιάζει σαν αυτοχειρία, σαν νέκρωση αλλά ήδη προσπαθώ να νεκρώσω ένα κομμάτι μέσα μου για να μην υποφέρω επομένως έτσι θα είναι καλύτερα.  Επί οκτώ χρόνια είχα συνηθίσει έτσι – έχει αλλάξει  ο τρόπος σκέψης μου, ο τρόπος γραφής μου, σύντομα κείμενα – έχω ένα χώρο να μοιράζομαι τις φωτογραφίες μου, είδα τόσα πραγματα, έμαθα, γνώρισα ανθρώπους, έκανα φιλίες και σχέσεις. Τρόπον τινά υπάρχω εκεί ίσως περισσότερο από ότι αλλού.  (Κανείς άνθρωπος δεν είναι αυτάρκης μου λείπει η επικοινωνία)


·         Από χτες το βράδυ κοιτάζω το φέησμπουκ χωρίς να αντιδρώ. Τελείωσα στο μεταξύ το  "Λίγη ιστορία της ελληνικής λογοτεχνίας" του Βαγγέλη Ραπτόπουλου, συνεχίζω την ανάγνωση αλλά θα τη σταματήσω την "Ξεχασμένη φρουρά" του Μένη Κουμανταρέα, άφησα στη μέση το "Θησαυρό του χρόνου", παλεύω με το "Living mountain" της Ανν Σέφερντ, και κοιτάζω κοιτάζω με κλεφτές ματιές γιατί δεν έκλεισα το προφίλ μου τι λένε οι άλλοι. Η Χ μιλάει για μενα. Με δίνει, με εκθέτει. Διαστρεβλώνει αυτά που της έγραψα στο ινμποξ. Ετοιμάζομαι προς στιγμήν να απαντήσω. Μπορώ να καταρρίψω ένα προς ένα αυτά που λέει. Και λοιπόν; Άλλα θα καταλάβει και πάλι. Αυτό είναι το συμπέρασμα για την επικοινωνία των ανθρώπων.

·         Διαβάζω το ημερολόγιο για το πενθος του  Ρολάντ Μπαρτ . Δεν μπορώ να ταυτιστώ, δεν με συγκινεί. Μου ανοίγει όμως ένα δρόμο. Και δεν μπορώ τους αφορισμούς. Είμαι άνθρωπος – για πάντα – των θετικών επιστημών. Έχω δηλαδή την ψευδαίσθηση ότι πρέπει να μιλώ με αποδείξεις, υποθέσεις και συμπεράσματα.

·         Οι άνθρωποι που γράφουν ποιήματα την ώρα του πένθους και της καταστροφής. Να μην τους κατακρίνω. Δεν ξέρω αν είναι ο καλύτερος τρόπος τώρα να ξεχειλίζει το θυμικό και ο λοξός μας τρόπος. Αρκετή η συγκίνηση ήδη.  Αλλά έτσι είμαστε οι άνθρωποι. Αναζητούμε τη δάφνη στων Ψαρών την ολόμαυρη ράχη απ΄ανέκαθεν. Απαλύνει μήπως τον πόνο των ανθρώπων;  Ανακουφίζει σίγουρα αυτόν που γράφει. Θα δούμε μετά τι θα μείνει από αυτά τα ποιήματα. Δεν μπορώ να τα διαβάσω τώρα. Προτιμώ να διαβάσω για τη μάντρα του κυρίου Φ. ¨Η ποιος ήταν ο κύριος Φ.

·          Τι οφείλω στους άγνωστους νεκρούς που βλέπω τα πρόσωπά τους ως ζώντες να περνούν μπροστά από τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Τόσο μάταιος, άθλιος, φρικτός θάνατος. Ήταν αναπότρεπτος;  Ο νεκρός σεφ βιντεοσκόπησε το θάνατό του. Πώς αντέχεται αυτό το ξερίζωμα, αυτή η κρίση, η απανθρωποποίηση με τους ανθρώπους μέσα στον καπνό ή στην ακτή να περιμένουν απελπισμένοι να τους σώσουν. Οι αφηγήσεις των συγγενών , των διασωθέντων, οι απονενοημένες πράξεις – του 13 χρονου κοριτσιού και άλλες που δεν θα μάθουμε, οι αγκαλιασμένοι – εικόνες που περνούν και ξαναπερνούν από μπροστά μας , μια φορά μόνο άνοιξα την τηλεόραση για τη συνέντευξη τύπου, δεν υπάρχει δημόσιος διάλογος υπάρχει ο μονόλογος του καθενός που ο καθείς τον ερμηνεύει για απαντά. Με θυμό, με τρυφερότητα ή τον εγκαλεί. 
      Οφείλω να νιώσω αυτόν τον πόνο μαζί με τους συγγενείς τους, νιώθω την έλλειψη την απουσία , είμαι πολύ κοντά σε πένθος αλλά δεν είναι το ίδιο. Εδώ ο θυμός για τον καθένα πολλαπλασιάζεται  η απόδοση των ευθυνών. Να τιμωρηθούν οι ένοχοι – να δείξουμε με αποτροπιασμό τους ενόχους. Να λυντσάρουμε τους ενόχους. Να δολοφονήσουμε χαρακτήρες.  Ο ευτελισμός του πένθους.


Τι οφείλω στους άγνωστους νεκρούς, στην κοπέλα των 42 χρονών που υπέκυψε σήμερα, στην άγνωστη γιαγιά, στο βρέφος των έξι μηνών. Να δείξω σεβασμό στον παράλογο θάνατό τους. Να μην τον ευτελίσω. Να τους αποχαιρετίσω σαν συμπολίτες μου, σαρξ εκ της σαρκός μου.  Την μνήμη τους που δυστυχώς καθορίζεται από τον τρόπο του ομαδικού θανάτου. Οι εκατόμβες πόσο ατιμωτικές είναι για τους ανθρώπους! Στα αεροπλάνα, στα ναυάγια, στα στρατόπεδα συγκέντρωσης, στις εκτελέσεις… πώς πρέπει να ανασυσταθεί η μοναδικότητα του καθενός  - αυτό θαρρώ πως γίνεται στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Να ένα καλό, ένας ένας περνουν. Τα δίδυμα κοριτσάκια. Ο κόσμος νομίζω τους θρηνεί έναν έναν.


·         Να μην τελειώσει το πένθος. Να μην είναι ντροπή η χαρά. Χτες φωτογράφησα το ματωμένο φεγγάρι. Περπατούσα το βράδυ και προσευχόμουν  με αγαλλίαση που μπόρεσα να δω αυτό το φως στην άκρη . Κλαίγοντας από χαρά μα εκείνοι δεν θα το ξαναδούν.
Έτσι είναι όμως η ζωή. Έχει ένα τέλος, και ο άνθρωπος διαμαρτύρεται όταν βλέπει ΄πως κάποτε το τέλος εξαρτάται από μια κλωστή. Λίγο σεβασμός και στοργή στο διάστημα ανάμεσα, ας μας κάνουν λίγο καλύτερους αυτοί οι θανατοι. Θα προσπαθήσω να κάνουν εμένα.


Εικόνα, Anselm Kieffer, Order of the night

Τρίτη, 3 Ιουλίου 2018

Ο τελευταίος καουμπόυ και το «σημάδι» της Μαίριλυν Μονρόε (Μεγαλοφυείς Αταίριαστοι, σημειώσεις εν προόδω)




Εν αναμονή παραγγελιών από την Αμαζόνα  όπου περιμένω το ημερολόγιο με τα ποιήματα και άλλα αυτόγραφα κείμενα της Μαίριλυν καθώς και μια έγκυρη κατά το δυνατόν βιογραφία της, προσπαθώ να δουλέψω με  ό,τι έχω στη διάθεσή μου.
Ναι είναι αλήθεια ότι μου πέρασε από το μυαλό ότι ίσως θα έπρεπε να της διατεθεί μια θέση στο Λεύκωμα των μεγαλοφυών Αταίριαστων. Μα δεν ήταν ξανθιά ακριβώς – «Ξανθιά» - είναι ο τίτλος της μυθιστορηματικής βιογραφίας της από την Τζόυς Κάρολ Όουτς (εκδ. Καστανιώτη) που αυτή τη στιγμή διαβάζω και παρά το ότι θεωρείται από τη Guardian ανάμεσα στα δέκα καλυτερα βιβλία για τη ζωή της, τόσο καλογραμμένο μυθιστόρημα, έχω επιφυλάξεις για το αν μπορεί κανείς να στηριχθεί εκεί για να βγάλει συμπεράσματα. Και πάλι τι σημασία έχει; Τα ξανθά μαλλιά δεν ήταν αληθινά ήταν μέρος του μύθου και αυτή η ελιά; Αχ αυτή η ελιά στο μάγουλο. Υπάρχουν φωτογραφίες που τη δείχνουν στο πηγούνι, έκανε διάβασα κάποια εγχείρηση και τη μετακίνησε. Αλλά όλα αυτά είναι στα όρια του μύθου και τις πραγματικότητας μα αυτό είναι και οι Σημαδιακοί.  Λογοτεχνικοί ήρωες ή μυθικές προσωπικότητες. Αρχίζω να πιστεύω πως  η Μαίριλυν ήταν «Σημαδιακή», ήταν πανέμορφη όπως ο Σταμάτης στα Ρόδινα Ακρογιάλια, χρυσομιληγκάτη (ξανθιά), ήταν Αταίριαστη γιατί ηταν ξεχωριστή από τη χάρη και το ταλέντο αλλά και την αδυναμία να «σχετιστεί» να ταιριάξει σε μια ανθρώπινη σχέση. Από ανασφάλεια, από την τραυματική εμπειρία του παρελθόντος – τα λόγια είναι του πρώην συζύγου της του Άρθουρ Μίλλερ.

Χτες βράδυ είδα την τελευταία της ταινία τους «Αταίριαστους» - ω ναι με αυτό ακριβώς το όνομα και στα Αγγλικά “misfits” δεν χωρεί αμφιβολία ότι  ο τίτλος είναι πολύ ταιριαστός! Του Τζων Χιούστον η σκηνοθεσία και το σενάριο του Άρθουρ Μίλλερ, το κύκνειο άσμα της Μαίριλυν και του Κλαρκ Γκέημπλ στο ρόλο του τελευταίο καουμπόυ – που αναγκάζεται να παραδεχτεί ότι δεν έχει θέση πια σε αυτόν τον κόσμο – μα πώς θυμίζει την ιστορία με τον Σιούλα τον Ταμπάκο στο «Τέλος της μικρής μας πόλης» του Χατζή που αναγκάζεται στο τέλος να πουλήσει το κυνήγι του;  

Δευτέρα, 2 Ιουλίου 2018

Puella Aeterna (Τατιάνα, Χαδούλα, Πήτερ Παν, o Σουραυλής) και η αιώνια εφηβεία αγοριών και κοριτσιών (Μεγαλοφυείς Αταίριαστοι, σημειώσεις εν προόδω)





Παλαιότερα στο ιστολόγιό μου είχα ασχοληθεί δεν θυμάμαι αν ήταν μόνο με ένα ή περισσότερα κείμενα με το αγόρι που αποφάσισε να μην μεγαλώσει, τον Πήτερ Παν. Όχι μόνο λόγο του θανάτου του Μάικλ Τζάκσον που πολλοί απέδωσαν στον ψυχισμό του μια ιδιότητα που θα την έλεγες σύνδρομο του Πήτερ Παν, αλλά από πολύ νωρίτερα. Και όπως όλοι μας μια αδυναμία στον Μικρό Πρίγκιπα την έχω, το εξωτικό παιδί που εμφανίζεται στην έρημο δίπλα στο αεροπλάνο που έμεινε χωρίς βενζίνη και τον αγαπημένο πιλότο του και του βάζει δύσκολες ερωτήσεις. Η αιώνια εφηβεία αυτών των αγοριών, δεν πέρασε ωστόσο από το μυαλό μου καθόλου όταν πρόβαλα στη Φόνισσα του Παπαδιαμάντη μια ατέλειωτη εφηβεία της Φραγκογιαννούς . Οι φίλοι που έχουν διαβάσει το «Βωβόν ξύλον» , το βιβλίο μου,  ξέρουν για τι μιλώ και πώς είχα ερμηνεύσει το «ήθος ανδρικόν» που είχε η Χαδούλα σε έναν εγκλωβισμό στην εφηβεία και σε όλες τις ιδιότητες αυτής της διάβασης που βλέπουν οι ανθρωπολόγοι όπως τις περιγράφει στα διαβατικά του έθιμα ο Van Gennep. Τελετές που υπάρχουν στις αρχαϊκές κοινωνίες από όπου είχα τις πηγές μου χρησιμοποιώντας ευρετικά το υλικό των Γάλλων ανθρωπολόγων. Το κείμενο αυτό για τη Φόνισσα το είχα αναρτήσει στις Πινακίδες από κερί και μπορεί κανείς που δεν έχει το βιβλίο (μου) να το βρει και να καταλάβει για τι μιλάμε.
Εκεί βεβαίως υπάρχει και η περίφημη περιπλάνηση στην αγριότητα – από κήπου εις κήπον – που θεωρώ ότι υπάρχει αντιστικτικά σε άλλους γυναικείους χαρακτήρες εξημερωμένους, ενήλικες, που έχουν κάνει τη μετάβαση στην ωριμότητα όπως η Γυφτοπούλα -. Είχα αναφέρει φυσικά όλα τα σχετικά με τους κήπους, τους κηπουρούς και την Εμιλυ Ντίκινσον στον κήπο της, στον αντίποδα της άγρας που κάνει η Φραγκογιαννού.
Γι αυτό με εξέπληξε και με τάραξε  προχτές ο στίχος με τα λόγια της Τατιάνας στον πρίγκιπα Ονιέγκιν του Πούσκιν,  ότι δεν θέλει να παντρευτεί, δεν θέλει να ζει στην πρωτεύουσα και το μόνο που ζητά είναι ένα ράφι με βιβλία και έναν άγριο κήπο (sic). Φυσικά και οι δύο γυναικείοι  χαρακτήρες (Τατιάνα και Χαδούλα)  έχουν παντρευτεί αλλά το φέρουν βαρέως όπως φαίνεται.  Η συνάντησή μου  με την Τατιάνα και ο άγριος κήπος, με κάνουν να επιστρέψω στην (αταίριαστη) Χαδούλα εγκλωβισμένη στην εφηβεία όπως έχω θεωρήσει να μην κοιτάξω κατά πρόσωπο το φονικό των μικρών κοριτσιών αλλά τα άλλα στοιχεία στο περιθώριο που πιστεύω ότι είναι εξ ίσου σημαντικό να τα παρατηρούμε γιατί ενίοτε τα μυστικά είναι εκεί, στα μικρά και τα ασήμαντα κρυμένα. Και φυσικά να θυμίσω στον αναγνώστη του Πρίγκιπα Ονιέγκιν ότι η Τατιάνα δεν ήθελε να παίζει με κούκλες σαν παιδί, δεν ήθελε να μιμηθεί ούτε σαν σε παιχνίδι το ρόλο της μητέρας, να αγκαλιάσει ένα ψεύτικο μωρό. Αχ τα μωρά, τα κοριτσάκια στο όνειρο της Χαδούλας που της ζητούσαν να τα χαϊδέψει, να τα πάρει στην αγκαλιά της…
Δεν ξέρω αν θα περιληφθεί η Χαδούλα στο Λεύκωμα των Αταίριαστων, αταίριαστη par excellence όμως είναι. Θα μπορούσε να την αντιστοιχίσει πάντως κανείς στον Peter Pan και τον Μικρό Πρίγκιπα το θηλυκό τους αντίστοιχο. Aν αυτοί οι δυο όπως έχει γράψει η Μαρί Λουίζ φον Φραντζ στο βιβλίο τους Puer Aeternus το αιώνιο παιδί (ευχαριστώ την Ολβία Παπαηλίου  που μου ανέφερε τον όρο από τις δικά της χωράφια) που προσκολλάται στην εφηβεία και δεν μεγαλώνει, σαν τον Ίακχο – τον Διόνυσο παιδί από την Ελληνική παράδοση, το αντίστοιχο για το κορίτσι είναι η Puella aeterna, που αντιστοιχεί στην Κόρη (την Περσεφόνη) σύμφονα με την Γιουγκιανή ψυχολογία, ή puer Animus, που περιγράφει την αρσενική πλευρά της γυναικείας ψυχής. Έτσι νομίζω κλείνει πιο καλά ο κύκλος ανθρωπολογία και ψυχανάλυση συμφωνούν σε αυτήν την τραγική γυναικεία μορφή με το μουστάκι, που τρέχει από κήπο σε κήπο, είναι πατέρας και μητέρα για τα παιδιά της και κλέβει από τους γονείς της τα «σκυλοδεμένα» νομίσματα όπως οι έφηβοι στην αρχαία Σπάρτη.   

Και πείτε μου τώρα, αυτός ο Σουραυλής, ο Σημαδιακός κι αταίριαστος που έπαιζει τις ανόσιες μελωδίες του σύμφωνα με τη γρια Λούκαινα, αυτός ο αυλητής του Χάμελιν ο παρδαλός που παρέσυρε τα παιδιά (και την Ακριβούλα) , δεν σας θυμίζει αυτό το παράξενο  με το αγόρι που αποφάσισε να μη μεγαλώσει;

Κυριακή, 1 Ιουλίου 2018

Οι μεγαλοφυείς Αταίριαστοι. Τα σημάδια στη βιβλιοθήκη του Ονιέγκιν (σημειώσεις εν προόδω)




Χτες βράδυ τελείωσα την περιδιάβαση στον πρίγκιπα Ονιέγκιν του Πούσκιν – δεύτερη κερδισμένη  νύχτα – αναζητώντας να βρω στο κείμενο τα ίχνη του «Σημαδιακού» του ιδιότυπου χαρακτήρα που αρχίζω να διακρίνω στη λογοτεχνία έχοντας αρχίσει από το έργο του Παπαδιαμάντη (Τζόυς, Αούστερλιτς του Ζέμπαλντ κ. ά)  Για τους Αταίριαστους και του Χρυσομηλιγγάτους και για το ρόλο που διαδραματίζουν  τα «σημάδια» στο σώμα του ήρωα σαν ελάττωμα ή αλλιώς. Ξανθός ή Σημαδεμένος. Έτσι λοιπόν τα βρήκα τα σημάδια, στην βιβλιοθήκη του Ονέγκιν, εκεί που η ερωτευμένη Τατιάνα ξεφύλλιζε τα βιβλία του για να ανακαλύψει όχι ότι είναι κενός όπως υπαινίχθηκε η Τσβετάγεβα στο βιβλίο της «Ο δικός μου Πούσκιν» που μου έδωσε την αφορμή, αλλά ότι είναι «Σημαδιακός». .

Παράξενοι οι δύο χαρακτήρες (Ονιέγκιν/Τατιάνα), διαφορετικοί από την εποχή τους – την κενότητα της εποχής τους – ο καθένας με τον τρόπο του Αταίριαστος. Θα τα παρουσιάσω όλα αυτά σε ένα αυτοτελές κείμενο. Άλλες δυο προσωπογραφίες Σημαδιακών που έρχονται να προστεθούν στο ιδιότυπο αυτό Λεύκωμά που αρχίζω να φτιάχνω.   

Πολλές σελίδες διατηρούσαν
Πολλές σελίδες διατηρούσαν

Σ η μ ά δ ι’ από κοφτερό νυχάκι
Προσεχτικά της κόρης τα μάτια παρατηρούσαν
Και το παραμικρό το σ η μ α δ ά κ ι.
[…] 
Στα περιθώρια αυτή διαβάζει
Με το μολύβι τη γραφή του•
Παντού ο Ονέγκιν την ψυχή του
Άθελά του καταθέτει, την εκφράζει
Πότε με μια μόνο λέξη, πότε με σταυρό,
Πότε με ένα μεγάλο ερωτηματικό..

(Καταθέτει την ψυχή του με σημάδια λοιπόν, ο Σημαδιακός ήρωας του Πούσκιν. Η  μετάφραση είναι της Κατερίνας Αγγελάκη – Ρουκ που κυκλοφορεί σε e-pub από τις εκδόσεις Καστανιώτη από όπου διάβασα το τελευταίο μέρος του βιβλίου και το χρησιμοποιώ για να παραθέτω)

Πολύ συγκινημένη και σε υπερδιέγερση πάλι που κάτι σημαίνει, κάπου βγάζει τελικά  αυτή η ερευνητική υπόθεση των Αταίριαστων στην λογοτεχνία.
Πάλι με βρήκε το πρωί να ονειροπολώ στους άγριους κήπους της Τατιάνας.

Περισσότερο όμως από τη διανοητική χαρά με συγκινεί ο χαιρετισμός του ποιητή, που τον ακούω με τη δική του φωνή σε άλλες γλώσσες να χαιρετώ μέσα από τις σελίδες. Η ρίμα δεν χωρά την αφήγηση  και είναι έτοιμος να ξεφύγει. Το έγραψε όμως έστω και έμμετρο το δικό του μυθιστόρημα.
Με έκανε να δακρύσω στο τέλος και δεν είναι η ταραχή από τα πάθη των ηρώων του, τους αγάπησα και τους δύο αλλά πιο πολύ αυτόν, τον Πούσκιν. Όπως νοιαζόταν για τον αναγνώστη που ξενυχτούσε απέναντι και παρακολουθούσε και μοιραζόταν μαζί του τις αμφιβολίες του, το πάθος της γραφής, της μορφής, της γλώσσας. Δεν μπορούσα να μην τον σκέπτομαι μετά το τέλος της μονομαχίας, το σώμα του ποιητή σαν άδειο σπίτι με ασβεστωμένα παράθυρα Θεέ μου και τέλος δάκρυσα όχι τότε αλλά στις τελευταίες σελίδες εκεί που μας (με) αποχαιρετά και νόμισα πως με αποχαιρετούσε προσωπικά ο δικός μου Πούσκιν, πώς με παρακολουθούσε όλες τις ώρες που διάβαζα τον Ονιέγκιν του με αγωνία

Ω, αναγνώστη, όποιος κι αν είσαι, ίσως
Εχθρός, ίσως όχι, θέλω μαζί σου
Να χωρίσω τώρα σαν φίλος.
Έχε γεια. Ό,τι κι αν μαζί μου
Έψαχνες εδώ στις ατημέλητες στροφές,
Αναμνήσεις από καταστροφές,
Ανάπαυση απ’ τους κόπους,
Ζωντανές εικόνες, καυστικούς λόγους,
Ή λάθη γραμματικής,
Να δώσει ο Θεός, σ’ αυτό το βιβλιαράκι
Για τα όνειρά σου, για να διασκεδάσεις λιγάκι,
Για την καρδιά σου, για τη μάχη τη δημοσιογραφική
Κάτι να μπορούσες να βρεις, έστω μια σταλιά!
Εδώ χωρίζουμε, έχε γεια!

1.     7. 2018
Eικόνα – Γυναίκα που διαβάζει Aaron Shikler



Τετάρτη, 20 Ιουνίου 2018

Η δηλητηριώδης ευφράδεια του Σατανά και οι Σημαδιακοί στη λογοτεχνία






Από παλιά, χωρίς να μπορώ να το δικαιολογήσω επαρκώς,  είχα την αίσθηση μιας "ομολογίας" ανάμεσα στον James Joyce και τον Παπαδιαμάντη.  Μια αναγνωστική διαίσθηση  που την έπαιρνα και δεν την έπαιρνα στα σοβαρά, αλλά την σημείωνα όποτε μου φαινόταν ότι κάτι τέτοιο εμφανιζόταν μπροστά μου. Έτσι πριν έξι χρόνια, είχα αναρτήσει ένα σχετικό σημείωμα στις Πινακίδες από Κερί, που δεν περιέλαβα βέβαια στο βιβλίο μου για τον Παπαδιαμάντη γιατί δεν μπορούσα να το στηρίξω τότε αλλά ωστόσο με είχε εντυπωσιάσει. Είχα λοιπόν είχα αντιστοιχίσει τα "σπινθηροβολουντα όμματα πίσω από τον φερετζέ" στο 11ο κεφάλαιο του Οδυσσέα του Joyce, το κεφάλαιο που αντιστοιχεί στις  Σειρήνες,  με τα μάτια της καντίνας,  της αρχοντικής Τουρκάλας που είχε δει η Γιάνναινα στη Χτυπημένη και έχασε τη φωνή της από το συγκλονισμό. Οι σκέψεις και οι συνειρμοί με το στόμα - βάραθρο της κολάσεως έχουν αναπτυχθεί επαρκώς στο βιβλίο, αλλά και στην τότε ανάρτηση που παραθέτω στο τέλος,  για κάποιον που θέλει να ακολουθησει το νήμα της σκέψης. 

Αργότερα είχα αναφέρει τον James Joyce σαν έναν από τους "Σημαδιακούς" της λογοτεχνίας, τους διαφορετικούς. Όποιος τον αγαπά και τον  διαβάζει γνωρίζει πως θεωρούσε από νεαρή ηλικία τον εαυτό του διαφορετικό από τους άλλους. Οι Σημαδιακοί αυτοί που τους βλέπω και έξω από το έργο του Παπαδιαμάντη και για αυτό μιλάμε τώρα, πρωτοεμφανίζονται στον Παπαδιαμάντη ωστόσο και όπως το έχει πρώτος επισημάνει ο Χριστόφορος Μηλιώνης είναι και Κσ' ομιληγκατοι, ξανθά μαλλιά και όμορφοι όπως ο Σταμάτης στα Ρόδινα Ακρογιάλια λέει ο Μηλιώνης. Όπως το  πολύλογο κορίτσι με τα ξανθά μαλλιά - λέω εγώ - το Μπραϊνάκι στο Σημαδιακό, όπως ο Αούστερλιτζ του Ζεμπαλντ ξανθός και με κάποιο πρόβλημα στο μάτι. Άλλοτε - αν τους ομοιάσουμε με τον Σημαδιακό του Παπαδιαμάντη έχουν μόνο  το σημάδι, ένα σωματικό ελάττωμα όπως το πρόβλημα στο μάτι του Μιχάλη του Προυσαλή, ή το γυάλινο μάτι του Γιάννη στο "θέλετε να χορεψομε Μαρία" της Μελπως Αξιώτη, το άρρωστο μάτι της μικρής Ελένης στο ποίημα της Άντειας Φραντζή, ο ίδιος ο  James Joyce κάποτε είχε  καλύπτρα στο μάτι - είχε ιρίτιδα και ήταν διαφορετικός θυμίζω μα και ο Van Gogh  ήταν ξεχωριστός, με το κομμένο αυτί...
Όλα αυτά, με τους σημαδιακούς στη λογοτεχνία τα έχω δημοσιεύσει για πρώτη φορά ένα κείμενο για την ομάδα Craft σε μια συλλογική έκδοση με θέμα τι άλλο; την Ετερότητα (έχει περιληφθεί στο "Βωβόν ξύλον')



Επανέρχομαι λοιπόν να συνοψίσω και να προσθέσω κάτι που βρήκα έτσι που προετοιμάζω ένα κείμενο για τον Giacomo Joyce του Άρη Μαραγκόπουλου και βαλθηκα να διαβάζω το Πορτρέτο του Καλλιτέχνη (μετάφραση Μ.Σ. εκδόσεις γράμματα) γιατί αισθάνομαι ότι μου χρειάζεται αυτό το ταξίδι στα κείμενα του Joyce. 
Έτσι λοιπόν, βρήκα κάτι που ενώνει κάποιες άκρες σε αυτήν την διαισθητική αναλογία που παρατήρησα. Στο Πορτρέτο του Καλλιτέχνη λοιπόν, στο κήρυγμα λ  του Ιησουίτη ιερέα στο κολλέγιο που φοιτούσε ο νεαρός Στήβεν Δαίδαλος, εκεί που αναφέρεται για πρώτη φορά στο Non Serviam (Δεν θα υπηρετησω ) την εξέγερση του Εωσφόρου και τη δημιουργία του Αδάμ και της Εύας για να τον αντικαταστήσουν, περιγράφεται και το προπατορικό αμάρτημα. Τούτο γίνεται  σαν να ρίχνει ο Σατανάς το " δηλητήριο της ευφράδειας" στο αυτί της Εύας με την υπόσχεση (βλασφημία υποσχέσεως) που της έδωσε. "Η δηλητηριασμένη γλώσσα του σατανά είχε κάνει το έργο της". Η Πτώση δηλαδή είναι αποτέλεσμα της αλαζονείας του λόγου, της ευφράδειας που τόσο απασχολούσε και τον Παπαδιαμάντη. Αυτό μας πάει στις πολύλογες γυναίκες που παίδευαν ανθρώπους όπως το μπάρμπα Γιαννιό στο " Έρωτας στα χιόνια " η το Μαθιός στη Νοσταλγό, τις ευφραδείς θυγατέρες της Εύας, όπως αποκαλεί αργότερα ο αφηγητής τη Μοσχούλα. Να θυμηθείτε την ευφράδεια - την στωμυλία της Χαδουλας στη Φόνισσα που είχε καταφέρει να κάνει προξενιό στο σπίτι του σκοτωμένου από το γιο της.

Το παλαιότερο κείμενο στις Πινακίδες από κερί εδω και ο πίνακας με την Πτώση είναι του William Blake. 

Κυριακή, 17 Ιουνίου 2018

«Το αμάρτημα της μητρός μου», λογοτεχνικό ημερολόγιο






Η μητέρα μου είχε έναν τρόπο να αποφεύγει τις  ερωτήσεις μου όταν ήμουν μικρή. Ήταν δασκάλα, ήθελε να περηφανεύεται για τις επιδόσεις μου στο σχολείο και της άρεσε να λέει στον κόσμο ότι δεν με βοηθά στο σπίτι. Που ήταν αλήθεια βέβαια αλλά και όταν δεν μας έβλεπε κανείς υπήρχε ένα αόρατο μάτι που δεν την άφηνε  να απαντήσει αν ρωτούσα κάτι. Μου είχε πάρει τον αέρα  δεν ξέρω πώς ξεκίνησε αυτό και παγιώθηκε αυτή η κατάσταση.  Κάποτε  έφερε σπίτι μια παιδική εγκυκλοπαίδεια. Θυμάμαι σαν τώρα να λέει στις φίλες της: της πήρα τον Θησαυρό των γνώσεων για να μη με ρωτάει. Επομένως είχα συνηθίσει να παραλείπω την ερώτηση που ενδεχομένως θα της έκανα ακόμα  και για θέματα που δεν θα εύρισκα εκεί.  Δεν μπορώ να θυμηθώ τώρα τι ερωτήσεις – καταιγισμός μου έρχονταν στο μυαλό που δεν μπορούσα στην ηλικία των οκτώ - εννιά χρονών να διατυπώσω με μορφή λήμματος για την εγκυκλοπαίδεια μου, που την ξεφύλλιζα ευτυχής ούτως ή άλλως – ή τις Χρυσές σελίδες  άλλη εγκυκλοπαίδεια θεματική από την οποία είχα διαβάσει σε περίληψη τις Μικρές Κυρίες και δεν ήξερα τι είναι η σκαρλατίνα από την οποία πέθανε η Ρουθ που την κόλλησε από ένα μωρά.  Ένα από τα θέματα που είχε πάρει αρχικά μυθικές διαστάσεις και μετά σιγά σιγά το απώθησα ήταν το «πλακώνω το παιδί μου» που είχα διαβάσει στο «Αμάρτημα της μητρός μου» του Γεωργίου Βιζυηνού. Πώς και γιατί το διάβασα το έχω ξαναπεί εδώ και αλλού. Περιλαμβανόταν στην ανθολογία παιδικών διηγημάτων που είχα από τον πατέρα μου. Εκεί ήταν και το στο «Χριστό στο Κάστρο» του Παπαδιαμάντη  και το «Θάνατος παλληκαριού» του Κωστή Παλαμά.  Το ότι αυτή η γυναίκα πλάκωσε το παιδί της  με είχε τρομάξει πολύ γιατί δεν καταλάβαινα πώς και γιατί οι άνθρωποι χάνουν τον έλεγχο και σκοτώνουν τα παιδιά τους αλλά και πώς ακριβώς τα «πλακώνουν». Να ρωτήσω τον πατέρα μου με τον οποίο μοιραζόμασταν την αγάπη για την ανάγνωση ήταν αδιανόητο. Κάτι μου έλεγε πως αυτό δεν είναι για μπαμπάδες – αν και αυτός μου είχε δώσει το βιβλίο με τα διηγήματα. Υπάρχει βέβαια και η άλλη πλευρά του νομίσματος. Εκείνοι μεν με είχαν κλείσει έξω αλλά  κι εγώ είχα βολευτεί στο να μην ρωτάω, είχα φτιάξει έναν απαγορευμένο για αυτούς φανταστικό κόσμο με ετερόκλητα υλικά – κάποια ακατανόητα, κάποια ακατανόμαστα -  και είχα την ησυχία μου να φαντάζομαι σε υπερβολικό βαθμό που δεν είχα καμία διάθεση να τους ανοίξω την πόρτα. Έμεινα λοιπόν με αυτήν και άλλες απορίες αλλά το αναφέρω εδώ γιατί κάποια στιγμή διέγραψα από το νου μου την ακατανόητη σκηνή του πλακώματος και όρισα ως αμάρτημα το προηγούμενο « άσε μου το κορίτσι και πάρε το άλλο μου παιδί» στην προσευχή της μάνας, που κρυφάκουσε ο Γιωργής. Αυτό το καταλάβαινα πλήρως και την είχα καταδικάσει την μητέρα του Γιωργή για αυτό το αμάρτημα οριστικά και αμετάκλητα, δεν χρειαζόταν κάτι άλλο.
Τα έγραψα αυτά γιατί θεωρώ ότι "Το αμάρτημα της μητρός μου" και η παρανάγνωσή του-  ίσως η προσαρμογή της ανάγνωσής του στα μέτρα μου, συνδέεται τόσο πολύ με την προσωπική μου μυθολογία και την διαμόρφωση που αξίζει να το γράψω. Δεν είμαι η πρώτη που το κάνει φυσικά αυτό με αφορμή τον κύριο Βιζυηνό που αρχίζω αυτή την εποχή να ξαναδιαβάζω μετά που βρήκα τα Άπαντά του στο σπίτι των γονιών μου, έκδοση Βίπερ του 1971. Είχα ακούσει τον Λάκη Παπαστάθη να λέει πώς έγραψε την πρώτη του συλλογή διηγημάτων στη Θράκη, στα γυρίσματα της ταινίας το «Μόνον της ζωής του ταξείδιον». Τα βράδια στο ξενοδοχείο μαζευόταν κι έγραφε τις δικές του ιστορίες της παιδικής ηλικίας με αφορμή τις αναμνήσεις και το ταξίδι του Γιωργή με τον παππού του, στη χώρα που ψήνει ο ήλιος το ψωμί.


Πόλυ Χατζημανωλάκη, 17 Ιουνίου 2018

Εικόνα από σελίδα χωρίς πρόσβαση: 
https://www.cambridge.org/core/books/cambridge-companion-to-the-literature-of-the-american-renaissance/rethinking-the-renaissance/805AD1002E302AE3BA97258D2C7B6659
Εικόνα από σελίδα χωρίς πρόσβαση: 

Κυριακή, 6 Μαΐου 2018

Unsung - Όχι πια Αγαπώντας το ρόδο που μαραίνεται στην πόρτα μου


Διαβάζω τώρα για την Έμιλυ Ντίκινσον τους διάφορους κήπους της, τις μεταφορές του κηπουρού και της ποίησης, του παραδείσου – του κήπου της Εδέμ – και κάπου πήρε το μάτι μου για τα άλλα τα άγρια λουλούδια του δάσους, ούτως ή άλλως και η ίδια με ένα τέτοιο ολόλευκο άνθος είχε ταυτιστεί. Έλεγε λοιπόν μια λέξη για αυτά – unsung - ανύμνητα; - τα άνθη που κανείς δεν τα προσέχει, δεν τους μιλάει, δεν τα φροντίζει, δεν τα καλλιεργεί και εκείνη την στιγμή σκέφτηκα – είναι πρόσφατες οι Παπαδιαμαντικές αναγνώσεις – τον άκλαυτο Ελπήνορα που αναφέρει ο Παπαδιαμάντης, το φάντασμα που καλεί τον Οδυσσέα να επιστρέψει, να μην εγκαταλείψει χωρίς νεκρικές τιμές τον φίλο του. Αυτό το «άκλαυτο» που αναφέρει και ο Προγκίδης για το μυρολόγι της φώκιας, Που η φύση μοιρολογεί την Ακριβούλα, που δεν την αφήνει «άκλαυτη». Αυτό το” unsung” της Έμιλυ ήχησε στα αυτιά μου σαν το αντίστροφο. Την οφειλή του ανθρώπου προς τη φύση. Έτσι λοιπόν, βλέποντας αυτό το όμορφο ρόδο στην είσοδο του σπιτιού αυτό σκέφτηκα. Πόσο όμορφο, διασχίζει την ομορφιά μέχρι το τέλος. Έχω δει κι άλλα, εξ ίσου όμορφα να μαραίνονται στους κήπους, αυτό όμως είναι εδώ στο σπίτι μου μπροστά, unsung αν δεν το προσέξω, αν δεν τον θαυμάσω εγώ προσωπικά. Έτσι αισθάνθηκα μέσα στην καρδιά μου μια θέρμη, σαν να μου χαμογέλασε η Έμιλυ Ν. μέσα από την ασπρόμαυρη φωτογραφία της των δεκαέξι χρόνων…







Aναρτήθηκε στο facebook στις 6 Μαΐου 2017 







N