Κυριακή, 17 Ιανουαρίου 2021

Αχ κοτσυφάκι μου...



Βρήκα στον σκληρό μου δίσκο πολλές φωτογραφίες κοτσυφιών. Από τη γειτονιά μου κυρίως, εκεί έχω το περιθώριο να τα πλησιάσω τόσο κοντά και να μη φοβούνται - τόσο - όσο και να τους κλέψω ένα πορτρέτο.

Αλλά και αλλού έχουν συμβεί αξιοσημείωτες συναντήσεις. Θυμάμαι μια κοτσυφίνα που κρύωνε στα Γιάννενα πάνω σε ένα δέντρο. Είχε φουσκώνει σαν μπαλίτσα για να προστατευτεί. Τα συναντώ βεβαίως και στα ποιήματα και στα τραγούδια και στα διηγήματα. Την τελευταία φορά ήταν μια συνάντηση σε ένα διήγημα του Χριστόφορου Μηλιώνη, μια ανάμνηση από ένα κότσυφα της παιδικής του ηλικίας που την ανακαλούσε σε ένα του αφήγημα που μιλούσε για τις διαδρομές στο κέντρο της Αθήνας. Αυτή είναι η πιο συγκινητική μέχρι τώρα συνάντηση σε κείμενο και έχω γράψει για αυτό σε μια κυριακάτικη Αυγή.

Η πιο συγκινητική φωτογραφία που έχω δει με κότσυφα ωστόσο είναι αυτή του Αντρέι Ταρκόφσκι όταν στο τέλος της ζωής του νοσηλευόταν στο νοσοκομείο και ερχόταν ένα κοτσύφι στο παράθυρο να τον επισκέπτεται. Υπάρχουν περισσότερες από μια τέτοιες φωτογραφίες του Ταρκόφσκι με το κοτσύφι - δύο τουλάχιστον έχω δει - αφού ο φιλαράκος του ερχόταν κάθε μέρα.

Σήμερα ανακάλυψα άλλη μια εξαιρετική εμφάνιση κότσυφα σε ένα ποίημα του Ιρλανδού Νομπελίστα Seamus Heany που είναι αφιερωμένο στον Άγιο της πατρίδας του τον Κέβιν του Γκλενγάλω. Αυτός είναι Άγιος όπως βρήκα στον συναξαριστή και της ορθόδοξης εκκλησίας και γιορτάζει στις 3 Ιουνίου. Τούτο γιατί γεννήθηκε πρίν το σχίσμα, το 498. Το Glendalough ή το Glen των δυο λιμνών ήταν ο χώρος που είχε το ησυχαστήριό του και κάποια στιγμή αποφάσισε, γιατί λέει το κελί ήταν στενό ή για άλλους γιατί ήθελε να θέσει στον εαυτό του ένα άθλο χριστιανικό, μια άσκηση, να ανοίξει τα χέρια του σε σχήμα σταυρού και να μείνει για ένα διάστημα ακίνητος. Πιστεύω περισσότερο την πρώτη εκδοχή, είναι πιο ανθρώπινη και ταιριάζει με αυτό που συνέβη σύμφωνα με τον θρύλο. Ένα κοτσύφι κάθισε στο χέρι αυτό, όπως είχε την παλάμη του ανάποδα και έκανε τα αυγά του. Χρειάστηκε ο Άγιος να μείνει εβδομάδες ακίνητος μέχρι να τα τα κλωσήσει και να βγουν τα πουλάκια. Το ποίημα περιλαμβάνεται στην συλλογή του Seamus Heany το Αλφάδι (the spirit level) που κυκλοφορεί στα ελληνικά από τις εκδόσεις Ερμής. Δεν το έχω το βιβλίο και θα επιχειρούσα να το μεταφράσω το ποίημα, τόσο πολύ μου άρεσε, αλλά βρήκα στο διαδίκτυο ένα σάιτ το Teflon, που έχει τη μετάφραση και υποψιάζομαι την έχει κάνει η Παυλίνα Μάρβιν. Δεν μπορώ να τη συγκρίνω με αυτήν του Ερμή, αλλά την βρήκα εξαιρετική και την αντιγράφω:




Ο Άγιος Κέβιν και το μαυροπούλι
Και μετά, ήταν ο Άγιος Κέβιν και το μαυροπούλι.
Ο Άγιος γονατίζει στο κελί του, υψώνει τα χέρια,
Αλλά το κελί είναι στενό. Έτσι,
Μια ανεστραμμένη παλάμη βρίσκεται έξω από το παράθυρο, άκαμπτη
Σαν βέργα, όταν ένα μαυροπούλι προσγειώνεται
Πάνω της και φωλιάζει και γεννάει αυγά.
Ο Κέβιν αισθάνεται τα ζεστά αυγά, το μικρό στήθος, το κουρνιασμένο
Καθαρό κεφάλι, τα νύχια, και θεωρώντας πλέον τον εαυτό του ενωμένο
Με το δίκτυο της αιώνιας ζωής,
Γεμίζει θλίψη: τώρα, πρέπει να κρατά το χέρι του
Σαν κλαδί έξω στον ήλιο και τη βροχή για βδομάδες
Ώσπου να εκκολαφθούν οι νεοσσοί και ν’ αποκτήσουν φτέρωμα και να πετάξουν.
———————————-****
Κι αφού όυτως ή άλλως κάποιος το φαντάστηκε όλο αυτό,
Φαντάσου να ήσουν ο Κέβιν. Τί νιώθει ακριβώς;
Αυταπάρνηση ή αγωνία όλη την ώρα
Από το λαιμό μέχρι τα πονεμένα χέρια του;
Κοιμούνται άραγε τα δάχτυλά του; Αισθάνεται ακόμη τα γόνατά του;
Ή μήπως το τυφλό κενό του κάτω κόσμου
Έχει φωλιάσει μέσα του; Τί αποστάσεις διανύει με το μυαλό του;
Μόνος και αντικαθρεφτιζόμενος καθαρά στο βαθύ ποτάμι της Αγάπης
«Να κοπιάζεις και να μη ζητάς ανταμοιβή» προσεύχεται.
Μια προσευχή του σώματος πέρα για πέρα,
Αφού, έχει λησμονήσει τον εαυτό του, έχει λησμονήσει το πουλί
Και εκεί που στέκεται στην όχθη λησμόνησε και το όνομα του ποταμού.
Στις φωτογραφίες αναγνωρίζετε τον Αντρέι Ταρκόφσκι με το κοτσύφι του, με ζουμ το πουλάκι στο άγαλμα του Αγίου Φραγκίσκου στη Ρόδο και ένα άγαλμα με τον Άγιο Κέβιν από το μπλογκ Greencanticle στο προαύλιο της εκκλησίας της Παναγίας του Κnock.




Πόλυ Χατζημανωλάκη
Αναρτήθηκε στο φέησμπουκ 18 Ιουλίου 2018

Κυριακή, 27 Δεκεμβρίου 2020

Για την ελληνική αυπνία - τη μεγάλη αγρυπνία - του Μισέλ Φάις

 







Θυμάμαι ακόμα πώς το αγόρασα - από μεγάλο βιβλιοπωλείο στο Χαλάνδρι όπου κάποτε πήγαινα και περιπλανιόμουν στις προθήκες, με καλή διάθεση, διάθεση να μαγευτώ όπως συμβαίνει σε όλα τα νυφοπάζαρα. "Πάρε με", όπως "πιες με" που έλεγε το μαγικό ελιξήριο στην Αλίκη και δεν ξέρεις τι να πρωτοδιαλέξεις, απλά κοιτάς και κοιτάς και μετράς τι περισσεύει από το χαρτζιλίκι. 

Εκεί, στον πάγκο, ένας ηλικιωμένος κύριος ζήτησε αυτό με την Ελληνική "αγρυπνία"  για το Βιζυηνό, ήταν 2006 τότε ή λίγο μετά, δεν είχε πει όνομα συγγραφέως αλλά κάπου το είχα ακούσει και ξέρω γιατί - ήθελα να μάθω, ήθελα να βρω τους τρόπους που μπορεί να καθρεφτιστεί κανείς σε έναν νεκρό ποιητή, τότε βάδιζα στα αχνάρια του Ανδρέα Κάλβου και πώς άραγε να μιλήσεις κανείς για κάποιον που είναι απών και που σε κινεί να γράψεις για αυτόν η πεποίηθηση ότι έχει αδικηθεί; 

Σαν να παίρνεις εκδίκηση για έναν αδικημένο φίλο, γιατί να καθρεφτίζεσαι έτσι στο μυαλό του, αυτό που κάνουν οι γραφιάδες όχι βέβαια οι ακαδημαϊκοί, αν και στο τέλος νομίζω πως και αυτοί καθρεφτίζονται στο μυαλό του νεκρού συγγραφέα, θέλει δεν θέλει. 

Το βιβλίο της αϋπνίας  το πήρα κι εγώ και το διάβασα. Οι ανεπίδοτες επιστολές είναι ολισθηρό έδαφος - όταν γράφεις ανεπίδοτες επιστολές φαινομενικά έχεις το μαχαίρι, έχεις και το καρπούζι - και μέχρι τώρα, στις περισσότερες περιπτώσεις, ακόμα και οι καλύτεροι αρχίζουν να αφηγούνται, ότι δήθεν γράφουν στον απόντα, αυτά που θέλουν να διδάξουν στον αναγνώστη, Το βρίσκω μάταιο, αλλά δεν ήταν έτσι αυτό το βιβλίο. Δεν με βοήθησε τότε - νόμιζα - , ποιος ξέρει ίσως και να με βοήθησε στο δικό μου καθρέφτισμα με τον Κάλβο, Πήρα άλλο δρόμο. Πιο μυθοπλαστικό. Αλλά ένιωθα να με συνεπαίρνει το ίδιο πάθος υπεράσπισης αδικημένου φίλου. 

Τώρα, με χρόνια και καιρούς, στην ησυχία των Χριστουγέννων, ανέσυρα το κόκκινο βιβλιαράκι από τη βιβλιοθήκη μου, το είχα ξεχάσει, δεν το έχω περιλάβει στις έρευνες που κάνω με το Βιζυηνό, τη σχέση που νομίζω πως έχει με την αλχημεία και το μεγάλο έργο, τη ματαίωση και την τρέλα που ακολουθεί. Τα ορυχεία, το Σαμάκοβο, το χρυσάφι, ο φυσητής - ο καρβουνασβεστάς εν προκειμένω... Άρχισα να διαβάζω ξανά, τις ανεπίδοτες επιστολές. Αυτές είναι πραγματικές επιστολές, δεν είναι δηθεν. Δεν θέλω να πω για τη λογοτεχνική δεξιοτεχνία, το γλωσσάρι, τα παρένθετα κείμενα του ψυχιάτρου, αλλά για τις επιστολές αυτές καθ΄εαυτές. Ο Μισέλ Φάις, δεν προσποιείται, δεν ασχολείται με τον αναγνώστη του - αν και ως αναγνώστης με τα χίλια πρόσωπα τις υπογράφει και τις απευθύνει στον Βιζυηνό - εννοώ δεν ασχολείται για να τον διδάξει. Απευθύνεται μόνο στον καθρέφτη - τον ψυχαναλυτικό καθρέφτη του Βιζυηνού θα έλεγα - και γράφει, γράφει, ένα εσωτερικό κείμενο, όλο υπονοούμενα, για αυτούς τους δυο. Θρακιώτης και ο ίδιος, γραφιάς με υπαρξιακή αγωνία.  Ένας καθρεφτισμός, μια υπεράσπιση για δυνατούς λύτες. Υπάρχουν αναφορές, όχι βιβλιογραφία. Τα διακυβεύματα είναι υπαρξιακά όχι ακαδημαϊκά. Έχει όμως σκάψει τόσο βαθιά στην έρευνα, αναρρωτιέμαι τώρα τι να είχα καταλάβει πριν δεκαπέντε χρόνια, την τύφλα μου είχα καταλάβει. Τώρα, που βρίσκομαι κι εγώ σε αυτά τα ίχνη, εδώ και δυο χρόνια, θαρρώ πως καταλαβαίνω, φρικιώ, εκπλήσσομαι, θαυμάζω, αγαλλιώ με την αντοχή του ερευνητή, αναλυτή, αναλυόμενου - θαρρώ πως αποδίδεται αν έχει νόημα αυτό - η τέλεια δικαιοσύνη στο νεκρό Βιζυηνό. Ο αναγνώστης μπαίνει με δική του ευθύνη. Είναι ένα βιβλίο ερμητικά κλειστό για τον άσχετο. Επικίνδυνο για τον μαθητευόμενο μάγο, παραπλανητικό ίσως. Σπαρακτικό για αυτόν που νομίζει ότι ξέρει. Αισθάνθηκα κάποιες στιγμές, ότι ο Μ. Φ. έχτιζε με άλλα υλικά αυτό που ήθελα να πω με την αλχημεία, την τρέλλα μετά την έλειψη έργου, μετά την κατάρρευση.  Σπαρακτικό, γιατί 




εμπλέκεται συναισθηματικά, ως γραφιάς, όμοιος με τον νεκρό Βιζυηνό, σε όλα τα πάθη του. Αδικεί τον Παπαδιαμάντη - αυτό με πονά, αποδίδοντάς του φράσεις και απόψεις τόσο κακόγουστες και σκοτεινές που βρήκε στα διηγήματά του.. Ποιος θα υπερασπιστεί τον Παπαδιαμάντη από τους τα φαιά φορούντες; Αυτό είναι άλλου παπά ευαγγέλιο, αλλά το θέμα μας είναι ο Βιζυηνός. 

Θεωρώ πως καταφέρνει υποδειγματικά να κατασκευάσει την εικόνα του ομοίου του - "όμοιέ μου, αδελφέ μου" νεκρού συγγραφέα. Να σμιλέψει με πάθος και τέχνη τις διαφορές, να βρεθούν οι συγκλονιστικές ομοιότητες, τα διακυβεύματα, να μη λυπηθεί τις δίκαιες μομφές στο κατεστημένο της εποχής και μετά (ελίτ και όχλος), να πετύχει το τέλειο ομοίωμα, το γκόλεμ των ραββίνων της Πράγας με το οποίο συνομιλεί, να τον αναστήσει επί της ουσίας.      

Η ελληνική αυπνία - γίνεται αναστάσιμη αγρυπνία, στο προσκέφαλο του προσφιλούς νεκρού

Πόλυ Χατζημανωλάκη
27/12/2020

Τρίτη, 11 Αυγούστου 2020

Το σχοίνισμα του Ομήρου

 

Ανακάλυψα ενα εξαιρετικό αρχείο ηχογραφήσεων στο youtube, όπως αφήνω το χρόνο να δράσει στον σπασμένο μου ώμο. Το πιο πρόσφατο είναι η δημόσια ηχογράφηση της Ιλιάδας στο Εθνικό το 2011. Δεν ξέρω αν θα την ακούσω ολόκληρη, άρχισα από την Ραψωδία Ν, με τη Μάγια Λυμπεροπούλου, που διαβάζει τη μετάφραση του Δ. Μαρωνίτη. Δεν είναι η πρώτη φορά που επιβεβαιώνω ότι ο ήχος, η φωνή χτίζουν καμπαναριά, αποδίδουν με εκπληκτικό τρόπο τις τρεις διαστάσεις. Αφέθηκα στην απόλαυση και στο νοερο ταξίδι με τον Ποσειδώνα, από τη Σαμοθράκη με το ολόχρυσο άρμα του, με τα δελφίνια να χοροπηδούν γύρω του, τις σκηνές της μάχης όπου η ευγένεια και η χάρη της φωνής της σπουδαίας κυρίας Λυμπεροπούλου εξισορροπούσαν τη φρίκη των περιγραφών με τα κομμένα κεφάλια στη σκόνη και δεν θα ανέτρεχα, άρρωστη όπως είμαι στο πρωτότυπο παρά όταν άκουσα κάπου τη λέξη "φιλότιμο" αυτήν την σπουδαία ελληνική λεξη που χρησιμοποίησε ο πρόεδρος Ομπάμα όταν ήρθε στη χώρα μας, να λέγεται από τον Ποσειδώνα όταν είχε πάρει τη μορφή του μάντη Κάλχαντα για να εμψυχώσει τους Αργείους. Μα δεν είναι δυνατόν να μην θελήσω να εξακριβώσω τι μετέφρασε ως φιλότιμο ο Δημήτρης Μαρωνίτης. Πίσω στο πρωτότυπο λοιπον και ανευρέθη," αιδώς και νέμεσις " στο στ.ω120. Το σημειώνω λοιπόν εδώ και αναλογιζόμουν τη δύναμη της αυθεντίας και τη δημιουργικότητα που προεκτείνει τις έννοιες και τις αποχρώσεις μιας έννοιας από την αρχαϊκή εποχή ως σήμερα και πιστεύω καταφέρνει να την αποδώσει όπως θα διαμορφωνόταν στο μέλλον, τι κουμπιά πατούσε ο Κάλχας/Ποσειδών στην ψυχοσύνθεση των πολεμιστών που αργότερα πολύ αργότερα κάποιοι θα αναγνώριζαν σαν ψυχική ταυτότητα...

Και κάτι ακόμη κλείνοντας το θέμα των λέξεων, της απόδοσης της αναζήτησης ιχνών. Κάποια στιγμή, ο Ποσειδώνας/ Κάλχας, όταν τελειώνει αυτά που έχει να πει, μεταμορφώνεται σε γεράκι, στο στ.63 και εφορμά πετώντας, όπως όταν σηκώνεται από έναν απότομο ψηλό βράχο και πηδά στην πεδιάδα πάνω σε ένα άλλο πουλί. "αιγίλιπος πέτρης" είναι η γενική του απότομου βράχου, είχα πια το πρωτότυπο δίπλα μου, και τι παράξενη λέξη που θυμίζει αιγίδα, για το απότομος και πρόθυμοι οι σχολιαστές του 18ου αιώνα στη google, εξηγούν ότι ούτε οι κατσίκες δεν τον πλησιάζουν, τόσο απόκρημνος είναι. Τόσο σημαντικά δηλαδή τα πάθη του γιδοβοσκού, που έχασε την κατσίκα του γιατί τόλμησε να ανέβη στο βράχο εκείνο, και ναι το Όνειρο στο κύμα και η Γλυκοφιλούσα με τη σωτηρία ή το σχοίνισμα των αιγών είναι ακόμα "του Ομήρου" , ένας κόσμος που διεκδικεί το μερίδιό του στον Παπαδιαμάντη

Εικόνα: Γιδοβοσκός, 1862 Van Gogh

Πόλυ Χατζημανωλάκη


Αναρτήθηκε στο facebook στις 11/08/2017

Δευτέρα, 27 Απριλίου 2020

Αγαθέ παράδοξε Θρακιώτη αδελφέ μου... Μοσκώβ - Σελήμ ο Σημαδιακός

Εδώ και ενάμιση χρόνο, χωρίς έντονη προσπάθεια αλλά καταγράφοντας σχεδόν ημερολογιακά τις περιπτώσεις που συναντώ και αναρτώντας μικρά σημειώματα στο φεησμπουκ και κάποτε και στο μπλογκ μου Πινακίδες από κερί ακολουθώ δύο βασικές διαδρομές.

Η πρώτη, έχοντας ξεκινήσει από τον Σημαδιακό του Παπαδιαμάντη και κατασκευάζοντας Το λεύκωμα των Αταίριαστων και Χρυσομιληγγάτων (Μανώλης Προυσαλής, Σταμάτης στα Ρόδινα ακρογιάλια, Μαίριλιν Μονρόε, Αούστερλιτς του Ζέμπαλτ, Χάρι Πότερ, Η Τατιάνα και ο πριγκιπας Ονιέγκιν του Πούσκιν, η Σούλα της Τόνι Μόρισον και άλλοι και άλλοι) και η  δεύτερη επιχειρώντας μια πρωτότυπη ανάγνωση του έργου του Βιζυηνού και προσπαθώντας να δω κατά πόσον πρόκειται για μια αποστολή Μεγάλου Έργου. Μια ανάγνωση του προσωπικού μύθου του Βιζυηνού  την αλχημική αναζήτηση στη ζωή και το έργο του - που στην περίπτωσή αυτή ήταν ματαιωμένη και που αναγνωρίζεται φανερά με την επιχείρηση του ορυχείου σιδήρου στο Σαμάκοβο της Ανατολικής Θράκης.  

Κάθε φορά που γράφω κάτι σχετικά, κάνω μια εισαγωγή του τι ψάχνω για να είναι αυτοτελή τα κείμενα αν τύχει και τα διαβάσει κάποιος πρώτη φορά. Επαναλαμβάνομαι λοιπόν, αλλά θεωρώ ότι είναι απαραίτητο για την επικοινωνία εδώ. Και όταν/αν έλθει το πλήρωμα του χρόνο και βάλω κάποια στιγμή μια τελεία σε αυτές τις δουλειές, θα έλθει και  η ώρα της κοπτοραπτικής και ελπίζω να αποτελέσουν τα σημειώματα αυτά τη βάση για δυο χωριστά πονήματα.

Παρά το γεγονός ότι πρόκειται για δυο διαφορετικά μονοπάτια που το  καθένα έχει τη δική του δυναμική και στο μυαλό μου ήταν εντελώς διακριτά, πιστεύω πως χτες βρέθηκα σε μια περιοχή που αυτές οι δυο διαδρομές συγκλίνουν, συγκλίνουν συγκλονιστικά θα έλεγα. Πώς το σημάδι, αυτός ο χαρακτηρισμός του που κάνει τον ήρωα να ξεχωρίζει και τον τοποθετεί τραγικά στο περιθώριο, στα όρια της συνήθους κοινωνικής συνθήκης, να μην ταιριάζει αλλά και να λάμπει, να είναι χρυσός, ξανθός, χρυσομιληγγάτος, μπορεί να εμφανιστεί σαν να έχει χάσει τη δύναμή του ή σαν κάτι που ο ήρωας το διεκδικεί αλλά δεν το φτάνει ποτέ. Μπορεί δηλαδή το σημάδι να είναι παράσημο, να είναι χρίσμα, αλχημικό σύμβολο και ο ήρωας να μην το αξιώνεται ενώ τόσο το επιθυμεί και το αξίζει. 



Μια τέτοια σύγκλιση συνέβη με το Μοσκώβ - Σελήμ, το τελευταίο διήγημα του Γ. Βιζυηνού που βρέθηκε αδημοσίευτο στο φρενοκομείο από τους φίλους του στο φρενοκομείο όπου ήταν έγκλειστος ο συγγραφέας. Ένα ιστορικό γεγονός που αναφέρει το διήγημα, η πραξικοπηματική ανατροπή της δυναστείας των Battenberg στη Βουλγαρία το 1886, τοποθετεί τη συγγραφή του μετά από αυτήν την ημερομηνία, οπωσδήποτε. Αυτήν την εποχή της καραντίνας είχα την ευκαιρία να επαληθεύσω ότι ο Αλέξανδρος Battenberg ήταν ο αδελφός του Louis Battenberg πατρός, της πριγκίπισσας Αλίκης και του λόρδου Μαουνμπάτεν, μητέρας και θείου αντιστοίχως του σημερινού Δούκα του Εδιμβούργου Φίλιππου - που ιστορίες από τη ζωής τους και τις περιπέτειές τους είδα προσφάτως στην τηλεοπτική σειρά το Στέμμα. 

Ο Μοσκώβ Σελήμ λοιπόν είναι ένας σαλός κατά τον περίγυρό του Τούρκος, που κατοικεί στην Ανατολική Θράκη και που ο αφηγητής έφιππος και με συνοδεία συναντά κατά τη διάρκεια μιας επίσκεψης στην περιοχή. Η αφορμή της επίσκεψης στην πολίχνη Β. είναι η αναψυχή - ήθελον ενδιατρίψει χάριν αναψυχής και αναπαύσεως από εργασιών, αίτινες  από τινος είχον ενασχολήσει τόσω πολύ το πνεύμα μου, ώστε ούτε ύπνον ήσυχον δεν μ΄επέτρεπον"  Θαρρώ πως είναι προφανές ότι πρόκειται για τις εργασίες στο ορυχείο του σιδήρου στο Σαμάκοβο που βρίσκεται ούτως ή άλλως σε εκείνη την περιοχή. Μια συνάντηση με έναν "παράδοξον" Τούρκον του οποίου τα πάθη και τις περιπέτειες αναλαμβάνει να συγγράψει, με τέτοια θεατρικότητα, όπως ακριβώς εκείνος του τις αφηγείται.
Και γιατί να αποφασίσει να περιγράψει τις περιπέτειες και τις αρετές ενός Τούρκου και όχι ενός Χριστιανού; 

Στην αρχή του διηγήματος, ζητεί κατανόησιν, συγχώρεσιν,  από τον αναγνώστη του που προτιμά να μιλήσει για ένα Τούρκον και όχι για ένα Χριστιανό. Γιατί άραγε. Ο Τούρκος αυτός, υφίσταται τα πάνδεινα από ότι φαίνεται από τους ομοίους του, στερείται την πατρική αγάπη, τον κλείνει η μητέρα του για να καλύψει τα δικά της συναισθηματικά κενά στο χαρέμι και τον μεγαλώνει σαν κορίτσι, ανδραγαθεί χωρίς αναγνώριση τρεις φορές σε Τουρκορωσικούς πολέμους - ξεκινώντας από τον Κριμαικό πόλεμο - χάνει τη γυναίκα του και τα παιδιά του, αιχμαλωτίζεται από τον εχθρό και μόνο τότε τον αντιμετωπίζουν με αγάπη και καλοσύνη. Σε όλη του του ζωή αδικείται με τον πιο σκληρό τρόπο από τους ομοίους του, την οικογένεια και τον Σουλτάνο - και μόνο ως αιχμάλωτος του εχθρού έχει ανθρώπινη και τρυφερή μεταχείριση.
Ο εχθρός είναι δηλαδή καλύτερος από τον ομοεθνή, ο οποίος για τα παιδιά του επιφυλάσσει τη χειρότερη μοίρα, την αδικία, τα βάσανα, την πείνα και το θάνατο.
Πώς να το διηγηθεις αυτό για ένα Χριστιανό; 

Έχω την αίσθηση ότι αυτά που γράφονται στο διήγημα, γράφονται όπως λέει και η λαική παροιμία για τη νύφη για να τα ακούει η πεθερά. Ο Μοσκώβ - Σελήμ είναι το υποκατάστατο του Χριστιανού που δεν μπορεί να βρει χαϊρι στην πατρίδα του, είναι το alter ego του ίδιου του Βιζυηνού, που τον θεωρούν τρελό αλλά δεν είναι και με με μια μεγάλη αλληγορία αφηγείται τα πάθη του και το ότι δεν αναγνωρίστηκε από τοςυ ομοεθνείς του η αξία του, δεν βρήκε θέση στο πανεπιστήμιο ενώ είχε λαμπρές σπουδές στην Γερμανία, διδακτορική διατριβή και υφηγεσία.  Μια αφήγηση στον απόηχο μιας αλχημικής αποτυχίας που δεν τον αφήνει να κοιμηθεί. Ένας Τούρκος προδομένος από τους ομοεθνείς του και τον Σουλτάνο, κάτι πιο εύκολο να μιλήσεις γιαυτό από οτι ένας έλληνας προδομένος, όπως προσελάμβανε τον εαυτό του. 

Ο Μοσκώβ Σελήμ, λοιπόν, ένας άνθρωπος αταίριαστος στα όρια του έθνους του - και στα όρια του φύλου του όπως γράφει στο τέλος του διηγήματος ο συγγραφέας. Το γεγονός ότι η μητέρα του τον μεγάλωσε στο χαρέμι σαν κορίτσι, τον έκανε ευαίσθητο στο να καταλαβαίνει την άλλη πλευρά, να μπαίνει στη θέση του άλλου. Αυτό λοιπόν, το άλλο, το αλλόκοτο έως κωμικό για τους άλλους είναι που ενσαρκώνει ο Μοσκώβ Σελήμ. Ονειροπολεί πως είναι Ρώσος.  Θεωρεί ότι οι Ρώσοι είναι ο καλύτερος λαός.
Φτιάχνει μια κατοικία που μοιάζει με ρωσική ίζμπα, ζητά να του κατασκευάσουν ένα τενεκεδένιο σαμοβάρι για να κάνει πως πινει τσάι με τον ρωσικό τρόπο, έχει ένα τενεκεδένιο κουτί με θυμάρι, δυόσμο και αλιφασκιά που παριστάνει πως είναι τσάι.
Η ενδυμασία του είναι παράδοξος. Μπορεί να μην είναι τόσο αλλόκοτη όπως εκείνη του Μιχάλη του Προυσαλή, να μην φοράει τα ρούχα του σε διαφορετικές θέσεις και λειτουργίες, αλλά και πάλι ο συγγραφέας - αφηγητής θεωρεί "αρλεκινικό" τον τρόπο της ενδυμασίας του.
Ρώσικες μπότες, από τις δεκάδες χιλιάδες που πούλησαν στους κατοίκους οι Ρώσοι αποχωρώντας, κόκκινη ζώνη με εκατοντάδες πτυχές που τον τυλιγουν υπερβολικά από τη μέση μέχρι τους μαστούς, τούρκικο σκούφο χωρίς φούντα. Και φυσικά ρωσικό στρατιωτικό επενδύτη με μερικά καλογυαλισμένα ασημένια κουμπιά. Παράδοξε Τούρκε αδελφέ μου - τον αποκαλεί στην αρχή.
Χαρακτήρας στα όρια, με αλλόκοτη ενδυμασία - αρλεκινική -  με απόψεις που δεν μπορούν να γίνουν αποδεκτές από τον περίγυρο.
Δεν έχει κάποιο σημάδι στο μάτι ή στο πρόσωπο, αλλά ο συσχετισμός με τα σημάδια είναι έκδηλος όταν γίνεται αναφορά στις πληγές του. Στον πρώτο του τραυματισμό όταν ανδραγάθησε για να σώσει τη σημαία, αντιστοιχεί ένα "παράσημο" για την πληγή του από το σουλτάνο. Το παράσημο όμως δεν το παίρνει ποτέ γιατί το υπεξαιρεί δολίως ο χιλίαρχός του που είχε λιποτακτήσει. Ο ίδιος τον στέλνει στα καταναγκαστικά έργα, για να μην μπορεί να διαμαρτυρηθεί. 
Αναφορά στις πληγές - ως χάρτη από σημάδια - γίνεται από τον καλό γιατρό του νοσοκομείου τη δεύτερη φορά, ο οποίος αφού εμελέτησε τα ίχνη από τα σημάδια των πληγών στο σώμα του. κατέληξε σε ευμενές συμπέρασμα για το χαρακτήρα του. 
Ο ίδιος είναι ένα σημάδι για τη μητέρα του, όταν της δίνει μέσω του δεύτερου αδελφού του την ώρα που ετοιμάζεται αιφνιδίως να φύγει για τον πόλεμο στη θέση του λιποτάκτη  Χασάν, του μεγαλύτερου αδελφού του, ένα δακτυλίδι με διαμάντι. Η πέτρα του διαμαντιού θαμπώνει όταν είναι τραυματισμένος, το σημάδι που χάνει τη δύναμή του.  Η μητέρα του διαβάζει το σημάδι και ταλαιπωρείται, δεν αντέχει τη στεναχώρια και πεθαίνει. 

Αντιθέτως, ο περίγυρος, δεν μπορεί να διαβάσει το δικό του σημάδι, δεν μπορούν να διαβάσουν το κείμενο στο χαρτί που του έδωσαν όταν αποστρατεύτηκε Έτσι, οι συμπατριώτες του τον θεωρούν κατάσκοπο, κλέφτη, τον διώχνουν, τον κακοποιούν. Σαν να μην μπορεί γραφτεί πάνω του το σημάδι του Κάιν, το σημάδι που του έκανε ο άγγελος στο μέτωπο και  που θα τον έσωζε από το να τον σκοτώσουν οι άνθρωποι, μια  και ήταν περιπλανώμενος και  ύποπτος. 

Ο Σελήμ είναι σημαδιακός χωρίς στο σημάδι του. Μόνο με τα παράξενα ρούχα, ζηλεύοντας και ταυτιζόμενος με τους Ρώσους θα τολμούσα να πω με αυτούς που η λαϊκή φαντασία έχει ονομάσει ξανθό γένος. Χρυσομηλιγγάτος κατά φαντασίαν, αλλά αυτό ίσως είναι υπερβολή γιατί δεν αναφέρεται ποτέ αυτή η λέξη στο διήγημα. Μια σκάλα πιο κάτω. Για αυτόν τα ασημένια κουμπιά της στολής του, η ασημένια φορεσιά με την οποία θα ενδυθεί εθελοντικά για να πολεμήσει τον εχθρό.

Πόλυ Χατζημανωλάκη, 27 Απριλίου 2020  

Τετάρτη, 27 Μαρτίου 2019

Χνάρι






Τις προάλλες φωτογράφισα ένα σκακιστή στο Πανελλήνιο με ζουμ. Δύο κλικ. Η σκέψη πριν την κίνηση και το μετέωρο χέρι πάνω από την σκακιέρα. Στεκόμουν μπροστά στο Χημείο, έξω από τα κάγκελα, έξω από το χώρο που είχα περάσει τέσσερα χρόνια από τα πιο σημαντικά της νιότης μου, μεταπολίτευση, σπουδές στη Φυσική, πολιτική ένταξη και έξω από τα Αμφιθέατρα, στα σκαλάκια και στο παγκάκι που δεν υπάρχει πια. Στοχαζόμασταν για το μέλλον του κόσμου σαν να ήταν ζήτημα ζωής ή θανάτου. Μια αίσθηση παντοδυναμίας, αποχουντοποίησης, εκείνη η λέξη σήμαινε ότι οι καθηγητές που είχαν ενδεχομένως συνεργαστεί με τη δικτατορία είχαν απομακρυνθεί, προσωρινά από ότι φαίνεται αλλά εμείς δεν το ξέραμε. Είχαμε λοιπόν στρογγυλοκαθίσει στα γραφεία τους, ο όροφος της Πυρηνικής φιλοξενούσε συνεδριάσεις επιτροπών έτους, σαν μια φοιτητική λέσχη, ένα ρούχο μεγαλύτερο από το μπόι μας. Αναζητήσεις σε όλα τα επίπεδα, διαβάζαμε, συζητούσαμε, διαφωνούσαμε με πάθος αγαπούσαμε κάποια βιβλία, ζούσαμε σε μια διαρκή πολιτική συνεδρίαση όπου μεταξύ άλλων  είχαν θέση  και  τα φιλοσοφικά   θεμέλια της Φυσικής:  η Διαλεκτική της Φύσης, το Είναι και το γίγνεσθαι του Ευτύχη Μπιτσάκη αλλά και  η διαλεκτική του Συγκεκριμένου του Κάρελ Κόσικ δεν θυμάμαι εκδοτικό οίκο, το αστείο του Κούντερα, νομίζω Κάλβος,  το μηδέν και το άπειρο του Άρθουρ Καίσλερ μαύρο εξώφυλλο Ηριδανός, το κιβώτιο του Άρη Αλεξάνδρου, σχεδόν μαύρο Κέδρος,  το διπλό βιβλίο του Δημήτρη Χατζή  κεραμιδί δεν θυμάμαι τον εκδότη ίσως από το τυπογραφείο κείμενα,  ο Λένιν πόσα βήματα μπροστά πόσα πίσω ποιος ξέρει, η καταγωγή της οικογένειας που δεν διάβασα ποτέ, το δικαίωμα στην τεμπελιά του Λαφάργκ, ο Γκράμσι από τη φυλακή, οι σκέψεις του σοφού διανοούμενου για την ηγεμονία βεβαίως αλλά κυρίως το δικαίωμα στη χαρά της ζωής που τόσο εύκολα γινόταν παρανάλωμα μιας επανάστασης. 


Παιδί της επαρχίας, ήρθα στην πρωτεύουσα ένα χρόνο πριν τη μεταπολίτευση και πέρασα τις τρεις τελευταίες τάξεις του Γυμνασίου σε ένα ιδιωτικό σχολείο των βορείων προαστίων. Με υποτροφία. Τη Σόλωνος τη γνώρισα για πρώτη φορά με τη φίλη μου την Πόπη Μουπαγιατζή, αθηναία που την ήξερε σαν τη τσέπη της και που με πήγε για πρώτη φορά στα γραφεία της Νέας Εδα. Εκεί είδα τον Μίκη Θεοδωράκη και τον Αντρέα Λεντάκη να μπαίνουν και μας χαιρέτισαν. Η Πόπη που ήξερε πρόσωπα και πράγματα με πήγε για πρώτη φορά στο Χνάρι. Δεν έχει μεγάλο χώρο ούτε τα έχει όλα τα βιβλία μου είπε.  Θα σου φέρει όμως ότι του ζητήσεις. Η απόλυτη συμπύκνωση τα λίγα τετραγωνικά του πρώτου μου βιβλιοπωλείου στην πρωτεύουσα. Το θα σου φέρει ότι του ζητήσεις ήταν με άλλα μέτρα, σε άλλη κλίμακα από τη σημερινή. Δεν περίμενες μια εβδομάδα ή έστω τρεις μέρες να σε πάρουν τηλέφωνο ότι ήρθε η παραγγελία.  Ο Γιώργος σε άφηνε στο μαγαζί του, έφευγε και σε δέκα λεπτά ερχόταν με το βιβλίο που είχες ζητήσει. Μια μαγεία, να μπεις στον κόσμο αυτό - ήμουν δεκάξι χρονών και με έπαιρναν για πρώτη φορά στα σοβαρά - μια ενηλικίωση μια γητειά αυτή η συναλλαγή όπου δεν σε ρωτούσαν, δεν σε έκριναν σου έφερναν αυτό που ζήτησες, έμπαινες στον κόσμο των ενηλίκων, το κόκκινο βιβλιαράκι του Μάο και ένα άλλο κόκκινο για το ότι θέλετε να μάθετε για το σεξ. πώς μαθαίναμε για τα βιβλία τότε χωρίς ίντερνετ, χωρίς διαφήμιση, μια αγορά του δήμου ζωντανή, ένα αντηχείο να αναπαράγει ιδέες, η κριτική στα αναγνωστικά της Φραγκουδάκη, οι ήρωες του Ντίσνεϋ και οι περίεργες οικογενειακές τους σχέσεις - ανιψιά και θείοι μα πως αυτό συνδέεται με τον ιμπεριαλισμό, το έξοχο των Αλαίν Ζωμπέρ και Ζαν Μαρκ Λεβί Λεμπλόν για την αυτοκριτική της επιστήμης, εκ των ένδον δηλαδή, μια πεντάτομη κοινωνική ιστορία της τέχνης εκδόσεις Κάλβος τα ανασύρω από τη μνήμη τα βιβλία που με διαμόρφωσαν, δεν τα έχω πια τα περισσότερα. 



Όλα τα χρόνια, όχι μόνο στην αρχή, είχα μια δυσκολία να βρω την Κιάφας. Είναι τρυπωμένη ανάμεσα στην Ακαδημίας και τη Ζωοδόχου Πηγής. Από την κάτω πλευρά τη βρίσκεις αμέσως, ένας δρομάκος που ξεστρατίζει  από την Ακαδημίας και βιάζεται να συναντήσει τη Ζωοδόχου Πηγής την κάθετο. Αν κατεβαίνεις όμως από πάνω όμως, από τη Σόλωνος, και είσαι ζουλάπι όπως ήμουν εγώ μπορεί να την προσπεράσεις και να μην τη βρίσκεις. Έτσι έκανα κύκλους, γύρω γύρω το ίδιο αργότερα για να βρω τη Γραβιάς, όταν άνοιξε η πρωτοπορία το μεγάλο βιβλιοπωλείο, ο αντίποδας της φωτεινής άυλης συμπύκνωσης του χναριού. Βιβλία απλωμένα  να δουν τα μάτια σου.  Η Πολιτεία ακουγόταν ίσως, δεν θυμάμαι, αλλά δεν είχα πάει ποτέ ως τότε. 

Ένα θαύμα λοιπόν να το βρω, να βεβαιωθώ ότι δεν έφυγε από τη θέση του και ένα δεύτερο να επιβεβαιώσω ότι πάντα θα φύγω με αυτό που ζήτησα, το βιβλίο αίτημα και αποτέλεσμα των συλλογικών ζυμώσεων που μας διαμόρφωναν, που διαμορφώναμε ο ένας τον άλλο...


Και οι σελιδοδείκτες του άλλη καταπληκτική ιστορία.  μαζεύονταν μαζεύονταν στο σπίτι, και στις μετακομίσεις Παρίσι Βρυξέλλες και πάλι πίσω, ζαχαρί χαρτονάκια, οδοντωτό τελείωμα με φωτογραφίες λογοτεχνών και όμορφη γκρο κορδέλα. Κομψοτεχνήματα. Δεν σκέφτηκα ποτέ να τους μαζέψω, ούτε τους χρησιμοποιούσα είναι αλήθεια για να σημαδεύω τη σελίδα. Τους είχα σε συρτάρια, η ανάμεσα σε βιβλία, μικρά πνεύματα της ανάγνωσης που με άφηναν σιγά σιγά, χάνονταν ανεπαισθήτως. Τώρα δεν έχει μείνει κανείς και κόντευα να τους ξεχάσω. Ώσπου είδα έναν προχτές φωτογραφημένο στη σελίδα του Γιώργου στο φέησμπουκ και άρχισε να χτυπά η καρδιά μου. 



Με τον Γιώργο Τσιλδερίκη ανταμώσαμε ξανά, χρόνια μετά στο φέησμπουκ. Εκείνος φέρεται σαν να με θυμάται. Μου έκανε την μεγάλη τιμή να με καλέσει απόψε να πω κάτι για το Χνάρι. Το Χνάρι του, το Χνάρι μας. Εγώ τον ήξερα καλά. Νιώθω πολύ συγκίνηση κάθε φορά που τον βλέπω. Μόνο τα μαλλιά του έχουν ασπρίσει. Και τα δικά μου φυσικά.  Δεν είχαμε την ευκαιρία να μιλήσουμε να γνωριστούμε περισσότερο τότε, εκεί ήταν στέκι, είχε φίλους που σύχναζαν εκεί, που κουβέντιαζαν μαζί του. Εγώ δίσταζα, ντρεπόμουν ακόμη, κοίταζα τα ράφια με τα βιβλία, κρυφάκουγα ένιωθα μια θέρμη ότι κάτι σπουδαίο συντελείται εδώ κι εγώ που είμαι δίπλα σαν να με αγγίζει το θαύμα. Και μετά ο Γιώργος, ακούραστος έτρεχε να μου φέρει αυτό που ζήτησα. 

Εκείνη τη μέρα έξω από το Χημείο, εκεί που φωτογράφιζα τον σκακιστή, νοστάλγησα πάλι το Χνάρι. Νοστάλγησα το δύσκολο δρόμο, αυτόν που κρατάει πιο πολύ, αυτόν που χάνεσαι και δεν τον βρίσκεις από την πάνω μεριά, από τη Σόλωνος. Αυτό είναι το μόνο που σώθηκε από εκείνη την εποχή, με τα κτίρια που ερειπώνουν και κλείνουν,  το κέντρο της Αθήνας που μεταμορφώνεται. 
Το μόνο που μένει είναι η αίσθηση του να χάνεις το δρόμο , η χαρμόσυνη επανάληψη μιας τελετουργίας της νεότητας, να χάνεις τα ίχνη να τα βρίσκεις, (το χνάρι), να αγωνιάς με μια προσμονή που μετασχηματίζεται  στη  βεβαιότητα ότι θα το ξαναδείς , το Χνάρι στην Κιάφας, ανοιχτό γεμάτο βιβλία και ζωή σε όλη του τη δόξα. 




Διαβάστηκε στην τιμητική εκδήλωση για το Χνάρι, τη Δευτέρα 26/03/2019 στο Polis Art Cafe 

Πέμπτη, 7 Μαρτίου 2019

«Τα όρια της ερωτικής γλώσσας - δύο σχόλια και ένα ποίημα», της Πόλυς Χατζημανωλάκη


Ι. Τα όρια της ερωτικής γλώσσας (Πέρα από την Αφρική)

Από τις πιο ερωτικές σκηνές του κινηματογράφου είναι πιστεύω η σκηνή με τη Μέρυλ Στριπ την ώρα που τη λούζει ο Ρόμπερτ Ρέντφορντ στο Out of Africa. Περισσότερο και από την εξωτική ομορφιά της Αφρικής το σούρουπο στη Σαβάνα, τη λάμπα του αντίσκηνου, τα σερβίτσια τσαγιού από Φαγιάνς που κουβαλούν οι πιστοί Κικούγιου υπηρέτες, περισσότερο  και από  τις αφηγήσεις της Βαρόνης φον Μπλίξεν και -  αν θέλετε να το  πούμε - πέρα και από την αγωνία της αναμονής του εραστή της  τη νύχτα,  είναι καθηλωτική  η χειρονομία της εγκατάλειψης στα αγαπημένα (του) χέρια.  Αυτός θα  την φροντίσει, με μια κανάτα θα της βρέξει τα μαλλιά,  θα την ξεβγάλει μετά προσεκτικά. Μια αλλόκοτη μια ασυνήθιστη χειρονομία, μια αναπαράσταση της ερωτικής ένωσης στο φως της μέρας, όπως τα χιλιάδες υποκατάστατα που επινοούν οι εξόριστοι ερωτευμένοι για να σμίξουν, διευρύνοντας εν αγνοία τους τα όρια της ερωτικής γλώσσας. Το πρόσωπο της ήρεμο, χωρίς φτιασίδια, σχεδόν παιδικό, αυτό που μόνο ο εραστής μπορεί  να δει. Τα μαλλιά στην έσχατη ταπείνωση,  βρεγμένα σαν φύκια κολλημένα πάνω της δέχονται την φροντίδα του. Εκείνος βρίσκεται πλέον στη δική της πλευρά, με το μέρος της, συμπαραστέκεται στην μεταμόρφωση της, την βλέπει από μέσα, είναι οι δυο τους ένα. 
Μετά θα αποκολληθούν, θα φορέσουν τις αρματωσιές τους, τις χακί στολές του σαφάρι. Η γυναίκα, θα γίνει πάλι αυτή που είναι, η αρχόντισσα του άδειου της κρεβατιού και ο άνδρας θα ακολουθήσει τη μοίρα του πιλότου που θα πέσει με το αεροπλάνο του.     



ΙΙ (Θα σου μιλήσω για τους ανέμους – Ο Άγγλος ασθενής)

Πιλότος είναι και ο αμφιλεγόμενος Κόμης Λάζλο Αλμάσι στον «Άγγλο ασθενή». Σε αναζήτηση ενός ονείρου - τυχοδιώκτης κατά βάθος - αλλά που έχει γοητεύσει την Κάθριν της καρδιάς μας να τον ακολουθήσει στο αδιέξοδο όνειρο μιας υπερβατικής σχεδόν όασης. Σε μια εκδοχή του χρόνου - αυτού που έζησαν οι δυο τους -  το όνειρο κατεβαίνει στη γη και τα μάτια τους αντικρίζουν τις προϊστορικές  βραχογραφίες των μυθικών κολυμβητών. Αυτό είναι η κορύφωση, η δικαίωση της αποπλάνησης. Ωστόσο δεν είναι η αποπλάνηση της Κάθριν από τα ωραία μάτια του κόμη Λάζλο που θέλω να σχολιάσω, αλλά η παράταση της ερωτικής συνομιλίας εκεί που είναι αγκαλιά οι δύο τους και ο άνδρας ιχνηλατεί στο σώμα της τους ανέμους. Ένας χάρτης της τρυφερότητας, ένας  ανεμοδείκτης με τα ονόματα τα εξωτικά των ανέμων στην Αφρική, ο Αζέζ που οι  φελάχοι  προστατεύονται από αυτόν  με  μαχαίρια,  ο Χαρματάν που οι ναυτικοί ονομάζουν θάλασσα της σκοτεινιάς, και οπωσδήποτε ο Τυφώνας που όπως λέει ο Ηρόδοτος οι άνθρωποι κήρυξαν πόλεμο εναντίον του  φορώντας πλήρη στρατιωτική στολή και υψωμένα ξίφη. Ένα κορμί ανεμολόγιο, ονόματα και αισθήσεις, βουή ανέμων που θα το νιώθει να αντηχεί μέσα του για πολύν καιρό, ακόμα και όταν εκείνη θα έχει πεθάνει από το μοιραίο ατύχημα και αυτός αργότερα χωρίς πρόσωπο, χωρίς ταυτότητα  θα δέχεται τις φροντίδες της Γαλλίδας νοσοκόμας. Ονόματα ανέμων και το λακκάκι του λαιμού, η φλέβα η παλλόμενη της ζωής κάτω από τα δάχτυλά του, η κόκκινη σκόνη που ο άνεμος την φέρνει  ως την Αγγλία.  Γιατί ό, τι συνέβη δεν χάνεται ποτέ. Υπάρχει για πάντα σκορπισμένο σε όλα τα σημεία του ορίζοντα. 




ΙΙΙ  H Ada McGrath δίπλα στο πιάνο της, περιμένοντας την παλίρροια… (Το Πιάνο)

Στέκεται τώρα  η Ada McGrath
Στην παραλία της Νέας Ζηλανδίας
Αγέρωχη, αμίλητη με την κόρη της
Δίπλα στο σιωπηλό  και αμετακίνητο πιάνο
Έχει ακόμα όλα τα δάχτυλά της
Ο εραστής δεν φαίνεται στη σκηνή
Βηματίζει αμήχανος σε κύκλους μακριά της
Συλλογίζεται την παλίρροια  
Και σχεδιάζει σκηνές πάθους στο δωμάτιό του
Άναρθρες κινήσεις
Χειρονομίες
αγγίγματα
Ποιος νοιάζεται για τη μουσική
Το πιάνο στο τέλος στο βυθό θα καταλήξει
Και το τυφλό παιχνίδι των δακτύλων
Δεν  θα κινεί πια τα πλήκτρα

AdaMcWrath
Ο θυμός της

Η παλίρροια συντελείται τώρα εντός της
Βλέπει  το χαραγμένο μήνυμα στο πλήκτρο
το δάχτυλο που θα κοπεί  
για να πει το σ’ αγαπώ 

Από την ποιητική συλλογή "Το αλφαβητάρι των πουλιών", Εύμαρος 2014


Δημοσιεύτηκε στο 2ου τεύχος του περιοδικού ΑΠΙΚΟ για την Λογοτεχνία, την Τέχνη και την Εκπαίδευση που εκδίδεται και κυκλοφορεί στο Ηράκλειο της Κρήτης.
Το τεύχος αυτό είχε αφιέρωμα "Περί έρωτος" και κυκλοφορεί δωρεάν. Η online έκδοση εδώ:
https://apicomag.blogspot.com/2019/03/2.html?spref=fb





Τρίτη, 19 Φεβρουαρίου 2019

Το φεγγάρι στο πηγάδι (η μακρινή θέα των παιδικών μας χρόνων)

1. Οι αίθουσες που μυρίζουν κιμωλία




Πριν μερικά χρόνια έγραψα ένα γράμμα στον Αντρέι Ταρκόφσκι. Μια εικόνα από τον Καθρέφτη του με τα δυο παιδιά στον εξώπορτα να κοιτούν τον ήλιο κόντρα,  η εικόνα μιας μαγικής πυρκαγιάς -δεν θυμόμουν εκείνη τη στιγμή κάτι από την ταινία ωστόσο αυτό με πήγε στα μακρινά δικά μου τότε που με έπαιρνε μαζί της  η μητέρα μου στο σχολείο που δούλευε, όταν το απόγευμα είχαν οι δάσκαλοι συνεδρίαση - εγώ είχα σχολάσει από τις πρώτες τάξεις του δημοτικού και αλώνιζα στις αίθουσες που μύριζαν κιμωλία, με την κλεμμένη ελευθερία να γράφω στον πίνακα και να σβήνω, γνωρίζοντας ότι δεν επιτρέπεται απολύτως και ακόμα χειρότερα να ανοίγω τα ντουλάπια με το εργαστήριο φυσικής και να κατεβάζω - καρφωτή και μόνο αυτό - ένα βαζάκι πλαστικό με υδράργυρο. Μια κρούστα σαν ουράνιο τόξο είχε δημιουργηθεί στην επιφάνεια και εγώ βουτούσα επιμόνως το δάχτυλο κάτω από αυτήν προσπαθώντας να πιάσω το άπιαστο. Κανείς δεν είχε σκεφτεί πως αυτό είναι δηλητηριώδες να το γράψει απ΄έξω, κανείς δεν υποψιαζόταν ότι μπορεί ένα φαινομενικά αθώο κοριτσάκι θα βουτούσε το δάχτυλο στο βαζάκι με το μέλι μα πιο ωραίο μέλι από αυτές τις άπιαστες ασημί σταγόνες που πλημμύριζαν το θρανίο που είχα ανεβεί και μόλις τις πήγαινα να τις πιάσω γινόντουσαν χίλια κομμάτια και έτρεχαν να ξεφύγουν και πάλι καινούργια δόση από το βαζάκι που δεν ξέρω αν είχε αρχίσει να κατεβαίνει η επιφάνεια του προς τα κάτω κανείς δεν είχε πάρει είδηση ότι λιγοστεύει. Μια φορά ακόμα θυμάμαι τέτοια επαφή με υδράργυρο όταν έσπασε ένα τεράστιο θερμόμετρο σε ένα εργαστήριο φυσικής που δούλευα και τρέξαμε τότε να ρίξουμε πριονίδι να μην πειράξει τα παιδιά. Με κόπο προσπαθούσα να κρατηθώ να μην ορμήξω να πιάσω με τα χέρια μου τον υδράργυρο - ξύπνησε η παλιά επιθυμία  αλλά ήταν κόσμος μπροστά και ήθελα να φανώ - έπρεπε - σοβαρή και η καθηγήτρια να πιάνει τον υδράργυρο δεν ήταν το καλύτερο παράδειγμα. 

Αυτές οι εικόνες αργότερα με το δικό τους κρυφό τρόπο πέρασαν στο ποίημα - δεν ξέρω πώς γίνεται αλλά το φεγγάρι στο πηγάδι στην Παιδική ηλικία του Ιβάν ήταν αυτό που αντικατάστησε την δική μου ηδονική και ματαιωμένη εικόνα με το κυνήγι του Υδραργύρου στο ποίημα.
Όταν έγραψα το ποίημα το είχα αναρτήσει αμέσως - έτσι κάνουμε σήμερα - στο διαδίκτυο με τη φωτογραφία του Καθρέφτη με τον ήλιο. Σήμερα βρήκα επί τέλους τη σκηνή με το φεγγάρι στο πηγάδι. Και το παγόνι το ασημένιο του ποιήματος υπάρχει, τότε κάτω από το κρεβάτι μου, απογυμνωμένο από όλους τους συμβολισμούς που μπαίνω στον πειρασμό να του δώσω.
"Αποχρωματισμένο με σοφία" είχα γράψει. 



2. Επιστολή στον Αντρέι Ταρκόφσκι

ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΣΤΟΝ ΑΝΤΡΕΪ ΤΑΡΚΟΦΣΚΙ

Αγαπητέ μου Αντρέι Ταρκόφσκι
σε ευχαριστώ που φώτισες με μια μεγάλη πυρκαγιά
τη μακρινή τη θέα των παιδικών μου χρόνων
ένα κουταλάκι μέλι – τη γλύκα του
ένα κοτσύφι που χοροπηδά στο πίσω μέρος της αυλής
το αριθμητήριο στις αίθουσες που μυρίζουν κιμωλία
και έτσι μπορώ κι εγώ και πιάνω με τα χέρια το φεγγάρι
στο πηγάδι
όταν κατεβαίνει.
Ναι, τώρα που μεγαλώνω και ξεχνώ όλο και λιγότερο
ξέρω πως την παιδική μου ηλικία
ποτέ δεν την αποχωρίστηκα
μαζί την κουβαλούσα πάντα
σαν ένα ασημένο παγόνι
αποχρωματισμένο με σοφία
κρυμμένο κάτω απ' το κρεβάτι μου

(Αλφαβητάρι των πουλιών, Εύμαρος 2014)



3. Ο Γεώργιος Βιζυηνός και η σελήνη




Από μιαν υποσημείωση στο βιβλίο των επιστολών του Γεωργίου Βιζυηνού που έχει επιμεληθεί ο καθηγητής Παπακώστας, ανακαλύπτω προ ημερών ότι ο κύριος Αλέξανδρος Σιδεράς, καθηγητής Βυζαντινολογίας στο Πανεπιστήμιο της Γοττίγγης, μιας από τις πόλεις δηλαδή όπου πέρασε αρκετά φοιτητικά χρόνια ο Γ. Β. έχει μεταφράσει τη διατριβή του για τη σπουδαιότητα του παιδικού παιχνιδιού στα ελληνικά. Σήμερα κατά σύμπτωσιν μου τηλεφώνησαν από τις εκδόσεις Κυριακίδη της Θεσσαλονίκης που το είχαν εκδώσει με άλλη εταιρική μορφή ότι δεν μπορούν να το μεταφέρουν ακόμα στο στοκ της εταιρείας τους για να το παραγγείλω. Λεπτομέρειες θα μου πείτε, ωστόσο με το ένα και άλλο βρέθηκα στο αναγνωστήριο του Χαροκοπείου πανεπιστημίου που διαθέτεί όπως είδα στο ίντερνετ ένα περιοδικό με δημοσιευμένο κείμενο του κ. Σιδερά με αυτοβιογραφικά στοιχεία του ποιητή - να τον λέω ποιητή; - από το διδακτορικό του. Στοιχεία από την παιδική του ηλικία που δεν έχουν μεταφερθεί στα διηγήματα ή τα ποιήματα και χρησιμοποιούνται στο κείμενο για να υπερασπιστούν τα επιχειρήματά του. 

Κάθισα λοιπόν σήμερα σε μια σχεδόν άδεια αίθουσα, με το περιοδικό Θρακικά, Σειρά Β΄τεύχος 11 που δεν μπορούσα να φωτοτυπήσω για να μη χαλάσει - δεν επιτρεπόταν - ούτε ακόμα περισσότερο να το πάρω μαζί μου και με το κινητό κουτσά στραβά ( στραβά κυριολεκτικά) προσπαθούσα να διαβάσω να φωτογραφήσω, να σημειώσω κάπου τις πολύτιμες εικόνες ανάμεσα στις γραμμές της διατριβής. 


Έτσι και πάλι το φεγγάρι, προσπαθούσε έγραφε να συντονίσει το βήμα του για να το φτάσει και αυτό όλο του ξέφευγε, ή του κρυβόταν στα σύννεφα. Είδα την ίδια εικόνα - το φεγγάρι άπιαστο στο πηγάδι - να ξεφεύγει και να μην πιάνεται. τον δικό μου υδράργυρο της σχολικής αίθουσας. Είχε ακόμα ένα ποίημα αντιγράψει ο κ. Σιδεράς, εμπνευσμένο όπως γράφει από εκείνη την εμπειρία. 


Η σοβαρή και χλωμιασμένη σου θωριά,
που αρμενίζει στ' αψηλά, Σελήνη,
δεν 'ξεύρεις τί αδελφική παρηγοριά,
τί παιδιακούς συλλογισμούς με δίνει!

Κανένα φίλον από σένα πιο παλιό,
και πιο πιστό, δεν έχω να ονομάσω.
Σ' εγνώρισα πριν πρωτοέμβω στο σχολειό,
κι αν 'μβω στον τάφο, δεν θα σε ξεχάσω.

Θυμάσ' ακόμα το μικρό παιδί, εμέ,
με τον μεγάλο πόθο στην καρδιά μου;
Με την λαχτάρα, να μου ήρχεσαι χαμαί,
να σ' έχω σαν παιχνίδι στην ποδιά μου;

Θυμάσαι πώς, εσύ στα ύψη, εγώ στη γη,
ετρέχαμε μαζί, ποιος να περάσει;
Συ έχεις μείνει πάντα νέα και γοργή,
και μόν' εγώ, εγώ έχω γεράσει!

Απόσπασμα από το ποίημα "Προς τη Σελήνη" από τη συλλογή "Ατθίδες αύραι"

και άλλα πολλά βρήκα στο περιοδικό. Μαρτυρίες για το ορυχείο στο Σαμάκοβο αλλά και την πρώτη κλίση του (κλήση;) να γίνει σιδηρουργός  όταν μικρός πήγαινε έξω από ένα σιδεράδικο και θαύμαζε εκστατικός το έργο του σιδηρουργού. Η μητέρα του μάλιστα θεώρησε πως αυτό είναι που θέλει να γίνει και τον έβαλε παραγιό στο σιδερά. Αυτό πριν τη μαθητεία στο ραφτάδικο. 

 Σε ηλικία δέκα ετών είχε φτιάξει για να παίξει, από αγνή δημιουργικότητα δηλαδή ένα φούρνο που αργότερα και για χρόνια το χρησιμοποιούσαν στο χωριό για να φτιάχνουν ψωμί. Η εικόνα του άπιαστου φεγγαριού  - μια ματαίωση παιδική που όλους μας ενώνει - το ασήμι το χρυσάφι, το σίδερο - το φούρνος  το καμίνι. 


3. Το μεγάλο έργο



Σήμερα, στο τραπεζάκι του αναγνωστηρίου, εκεί που διάβαζα για το φεγγάρι ένιωσα να εισπνέω τον αέρα ως βαθιά μέσα στα κόκκαλα. Ήξερα πως αν ήθελα μπορούσα να κάνω ένα τσαφ και να πετάξω ψηλά από χαρά.  Μετά θυμήθηκα το αποχρωματισμένο παγώνι και τη σοφία του και έσκυψα πάλι στις σημειώσεις μου.

Προχωρώ διστακτικά και άλλοτε παράτολμα σε αυτήν την έρευνα. Κήποι, σύμβολα, φωτιές, χρυσάφι, ο κήπος  - Χρυσή η γιαγιά του που δεν την έλεγαν όμως Χρυσή (πως την έλεγαν την Χατζαποστόλω;) Χρυσή (Ζλάτα) η μαγείρισα στο Σαμάκοβο και ένας προφανής πόθος για αναγνώριση, για επιτυχία, για πλουτισμό. Το μεταλλείο ο πειρασμός - που κάνει κάθε μεταφορά μεγάλου έργου και δημιουργικότητας να καταρρέει - να εξοκέλλει μπροστά στο θάμβος της αποκατάστασης - της τόσο κυριολεκτικής αποκατάστασης. Η αλχημεία με τόσο ωραίες προοπτικές στην τόσο ζοφερή της εφαρμογή.  





Πόλυ Χατζημανωλάκη 19.02.2019