Κυριακή, 5 Απριλίου 2015

Ο Όσιπ Μάντελσταμ και το λιωμένο μεγαλείο που είχαν οι σόλες του

Αυτές τις μέρες (στις 5 Απριλίου του 2013 είχα γράψει στο facebook) διαβάζω το βιβλίο της Ναντιέζντα Μάντελσταμ, «Ελπίδα στα χρόνια της απελπισίας», αναμνήσεις από τη ζωή μου με τον Όσιπ.
Το απίστευτο χρονικό – μαρτυρία της εξορίας του ποιητή, ενός από τους μεγαλύτερους Ρώσους ποιητές του 20ου αιώνα στη Σταλινική Σοβιετική Ένωση…Εχουν γραφτεί εξαιρετικά κείμενα για αυτό το βιβλίο, όπως του Λάμπρου Σκουζάκη στο βλογ του Πανδοχείου και του Αναστάση Βιστωνίτη στην εισαγωγή του ίδιου του βιβλιου…επομένως δεν πρόκειται να κάνω μια ακόμα αποτίμηση ούτε βιβλιοπαρουσίαση. Να πω μόνο πως δυστοπίες υπάρχουν και έχουμε διαβάσει στη λογοτεχνία κατά καιρούς. Και το Φαρενάιτ του Μπράντμπερυ και το 1984 του Όργουελ και το ο Θαυμαστός Καινούργιος Κόσμος του Χάξλευ, άλλα που τώρα δεν θυμάμαι να πω…Αυτό που συμβαίνει όμως εδώ είναι η συνθήκη της δυστοπίας να είναι τραγική πραγματικότητα, ασύλληπτη από τη φαντασία μαρτυρία και όχι υπόθεση εργασίας. Και όλα να συνδέονται αριστοτεχνικά με το εργαστήρι του συγγραφέα, και την πράξη της ποιητικής δημιουργίας, για την οποία τόσα και τόσα λόγια γράφονται. Στο βιβλίο αυτό όμως, ό, τι γράφεται είναι γραμμένο – κυριολεκτικά και χωρίς στόμφο – με αίμα.
Ο Όσιπ Μάντελσταμ, δεν έγραφε τα ποιήματά του. Τα συνέθετε περπατώντας και από μνήμης. . Κάποια φορά θα βρω και θα αντιγράψω το απόσπασμα με το βουητό και τη μουσική εντός του, που άφηνε να ανέβει και να γίνει ποιηση - στίχοι σιγά σιγά μέχρι να πάψει να τον βασανίζει.
Περπατούσε, περπατούσε λοιπόν – δεν είχε ανάγκη από γραφείο, όπως ο Πάστερνακ για παράδειγμα που παραπονιόταν ότι το καθεστώς δεν του παρείχε γραφείο. Ηθελε χώρο για να κινείται, να βηματίζει και να δουλεύει τους στίχους τους. Από τον τρόπο αυτό δουλειάς είχε αναπτύξει και το δικό του ιδιόλεκτο της γραφής. Όπως οι άλλοι μιλούν για τη λευκή σελίδα, την έμπνευση, το μελάνι και το χαρτί ο Μάντελσταμ έλεγε για τα παπούτσια και τις σόλες…
Στο ποίημά του Συζήτηση για το Δάντη, γράφει: Πόσες σόλες έλιωσε ο Δάντε Αλιγκιέρι όταν έγραψε την Θεία κωμωδία και σε ένα άλλο ποίημά του για την Τιφλίδα γράφει ότι του θυμίζει το λιωμένο μεγαλείο που έχουν οι σόλες του ποιητή…

Πόλυ Χατζημανωλάκη
Απρίλιος 2013

Ο Γιάννης Ρίτσος είχε ένα σανιδάκι




Διάβασα προ ολίγοu (αυτά γράφτηκαν στο φέησμπουκ ενα χρόνο πριν) μια συνέντευξη της Έρης Ρίτσου στη lifo για τις αναμνήσεις από τον πατέρα της, με αφορμή την πρόσφατη έκδοση της ποιητικής του συλλογής Υπερώον. Αξίζει να διαβαστεί, για την ειλικρίνεια, την αμεσότητα με την οποία μεταφέρει τις εικόνες της από τις σκηνές της παιδικής ηλικίας με τον Ποιητή, την μαγεία που εξέπεμπε αυτός ο σπουδαίος άνθρωπος, κάποιες σπάνιες στιγμές του βίου του. Στέκομαι όμως σε εκείνο “το σανιδάκι” το αυτοσχέδιο γραφείο που ακουμπούσε στα πόδια του και έγραφε στην εξορία:

“Είχε ένα σανιδάκι, το είχε και μαζί του στην εξορία. και όταν έγραφε το έβαζε στα πόδια του και καθόταν στο καθιστικό. Μόνο στη Σάμο τον θυμάμαι να κάθεται στο γραφείο του.”

Το σανιδάκι της αξιοπρέπειας, της αυτάρκειας, της ποιητικής τελετουργίας που συνεχίζει να χρησιμοποιεί ο ποιητής ακόμα και στο σπίτι του, προτιμώντας το ίσως από ένα τυπικό γραφείο, δική του σανίδα να κυβερνά στον ωκεανό της ποίησης, εξόριστος να βλέπει στον αιώνα του, φέρνει στο νου τα παπούτσια του περιπλανώμενου Όσιπ Μάντελσταμ που έλιωνε σόλες περπατώντας, την τάβλα που έγραφε η Βιρτζίνια Γουλφ, το σκρίνιο – το γραφείο - της Μέλπως Αξιώτη που ξενυχτούσε στο δρόμο έξω από το σπίτι της...

(re - post)
____
Εικόνα: Σχέδιο του ζωγράφου Γιάννη Στεφανίδη, συνεξόριστου του ποιητή, από το Κοντοπούλι της Λήμνου (1949). Όπως είχε γράψει η κόρη του Φωτεινή Στεφανίδη, ένα χρόνο πριν που είχα κάνει αυτήν την ανάρτηση, ο πατέρας της "από την επάνω κουκέτα έχει σχεδιάσει τον Ρίτσο που ζωγραφίζει. Σαν το σανιδάκι και το μπλοκ ζωγραφικής. Μήπως είναι το σανιδάκι; Δεν βλέπω μπλοκ"

Η συνέντευξη εδώ:http://www.lifo.gr/team/selides/46806

Παρασκευή, 13 Μαρτίου 2015

Να ποιος ήταν ο κήπος του μπαρμπα Γιαννιού (με την ανάγνωση του Παπαδιαμάντη εξανθρωπίζομαι)



Εξανθρωπίζομαι με την ανάγνωση του Παπαδιαμάντη. Διαβάζω, σημειώνω, σκέπτομαι, γράφω, σβήνω - αυτό ίσως πρέπει να γίνεται συχνότερα – ξαναδιαβάζω. Η ανάγνωση αποκαλύπτει νέες όψεις που ο τότε εαυτός το ξέρω ήταν αδύνατον να τις διακρίνει μια και δεν είχα παραστάσεις. Οι σελίδες του δευτέρου τόμου των Απάντων είναι γεμάτες υπογραμμίσεις και επισημάνσεις στο περιθώρια. Ιδίως σε κάποια διηγήματα από τα πολύ αγαπημένα. «Ολόγυρα στη λίμνη», «η Μαυρομαντηλού», «Βαρδιάνος στα σπόρκα». Κείμενα και άλλα κείμενα, αφελή και υποψιασμένα, γεμίζουν το ιστολόγιό μου, τις Πινακίδες από κερί εδώ και έξι χρόνια.  Ωστόσο ήταν το ταξίδι αυτό το καλοκαίρι, το Οδοιπορικό, η συνάντηση με τη Σκιάθο του Θεού – η αφορμή για ένα άλλο βλέμμα πάλι. Εδώ πίσω στην Αθήνα. Πόσα μέρη ήδη σημειωμενα στο λογοτεχνικό μου χάρτη, ξαναανακαλύπτω με άλλο φως, με άλλη γωνία,  κρυμμένα στις ίδιες αλλά και σε  άλλες σελίδες του.
Σελίδες περιγραφών στον Βαρδιάνο στα σπόρκα  που ο ανυπόμονος αναγνώστης, αυτός που θέλει να καταβροχθίσει τις συγκλονιστικές σελίδες της απόβασης μέσα στο σκοτάδι στο νησί, του μικρού στόλου με τις βάρκες από το νησί – λοιμοκαθαρτήριο απέναντι, τον Μεγάλο Τσουγκρία,  με τον μπαρμπα Λάζαρο τον κλητήρα που χτύπησε την καμπάνα μεσ’ την νύχτα για να ξυπνήσουν οι κάτοικοι της παραθαλάσσιας πολίχνης, να σημάνει συναγερμός και να αντιμετωπίσουν την εξέγερση των αποβλήτων,  με την παρενδυσία – την μεταμφίεση της γρια Σκεύως της Γιαλίνας σε άνδρα, για να αναλάβει φύλακας στα σπόρκα – στα μολυσμένα από τη χολέρα καράβια – που είχαν αράξει και όλο και κατέφθαναν στο νησί και όπου σε ένα από αυτά είχε μάθει ότι ήταν ο γιος της.
Οι ιστορίες ανθρώπων στην κεντρική πλοκή με είχαν κάνει να παραλείψω, να φύγει εντελώς από τη μνήμη μου, εκείνη η ιστορική  - γεωγραφική αναδρομή που κάνει ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης για να εξηγήσει γιατί δεν επαρκούσε η καραντίνα στα παλιά Λαζαρέτα, ερείπια ήδη από την εποχή του. «Ήσαν ποθεινοί οι καιροί εκείνοι», γράφει, «όταν υπήρχον ακόμη τα παλαιά Λαζαρέτα. Απλούν άκομψον κτίριον, του οποίου τα ερείπια φαίνονται αραιά σήμερον εις όσους εγέρασαν αρκετά, ώστε να προτιμώσι τας παλαιάς αναμνήσεις από την σύγχρονον πραγματικότητα. Βορειοανατολικώς του κτιρίου εξετείνετο ο κάμπος του Αγίου Γεωργίου»
Στις επόμενες σελίδες, θα γράψει για τα τρία νεώτερα κτίρια και τη μονίμως στερεμένη στέρνα,  αυτά που στην εποχή του είχαν επίσης εγκαταλειφθεί και που κανείς μπορούσε να τα βλέπει από μακριά να μοιάζουν «ως τρία λευκόμαλλα αρνία, αποπλανηθέντα από το κοπάδι του γερο Κοντζιδάκη, πλαγιασμένα εκεί με το λυκόφως της εσπέρας…»
Ο κάμπος του Αγίου Γεωργίου και δίπλα η λίμνη του – μια  αναδρομή με την ίδια νοσταλγία, μια τοπογραφική επιβεβαίωση, του σκηνικού στο διήγημα  με τον Χριστοδουλή και την Πολύμνια, «Ολόγυρα στη λίμνη – οι αναμνήσεις προς φίλον» και πάλι εκείνος ο Ξυλοπόδαρος με την βάρκα δίχως καρίνα να ψαρεύει κεφαλόπουλα, αλλά και το ναυπηγείο, ο ταρσανάς, και οι χαρούμενοι κρότοι των σφυριών για όσους είχαν ευαίσθητα αυτιά…
Να μην παραλείψω τις Πλάκες, τον βράχο από όπου βουτούν τα παιδιά, βουτιές και παλούκια, ο Μύτικας, το Κατεργάκι, η μικρή και η μεγάλη Κάπαρι, είναι στην αρχή του διηγήματος, στην αντίθετη μεριά του κόλπου, νοτιοανατολικά θα έλεγα. Εκεί στις Πλάκες είναι που θέλουν να καταλήξουν οι εισβολείς με τις βάρκες. Εκεί συγκεντρώνεται το πλήθος που θα τους πετροβολήσει. Εκεί επίσης πλένει τα ρούχα της η γρια Λούκαινα στο «Μυρολόγι της φώκιας», δίπλα ακριβώς στο κοχύλι, κάτω από το λόφο του κοιμητηρίου, εκεί υπάρχει μια σχισμή του βράχου με γλυφό νερό για να τα ξεαλατίζει.
Στις Πλάκες όμως, από το Μύτικα, είναι εκεί που κάνει τη βουτιά εκείνο το παιδί στη Μαυρομαντηλού, και βάζει σε κρίση τον μπαρμπα Γιαννιό που βρίσκεται εκεί κοντά με τη σαθρή του βάρκα, ημίπληκτος, ημιπαράλυτος δηλαδή από τη μια πλευρά.
Η τέχνη της βουτιάς είναι μια διαδικασία μυητική όπως φαίνεται, όπως περιγράφει τόσο γλαφυρά ο Παπαδιαμάντης στο Βαρδιάνος στα σπόρκα. Παλούκια (καρφωτά με τα πόδια) ή βουτιά (με το κεφάλι) γίνονται προσεκτικά, διαδοχικά, βράχο βράχο, υπάρχουν όρια και στάδια που πρέπει να ξεπεράσεις, από τον χαμηλότερο στον υψηλότερο, πρώτα με τα πόδια και μετά το επόμενο, Μικρή – Μεγάλη Κάππαρι, ΚΑτεργάκι και τελικά ο Μύτικας. Το παιδί  στη Μαυρομαντηλού ξεφεύγει και πηδά από το Μύτικα, μόνο του, χωρίς την ομάδα, υπερβαίνοντας – παραβαίνοντας τα όρια και θέτοντας τη ζωή του σε δοκιμασία. Και του μπαρμπα Γιαννιού τα όρια δοκιμάζονται και τελικά καταλήγει στον περίφημο εναγκαλισμό  του με την Μαυρομαντηλού – εκείνο τον βράχο, που όσο και να έχει απομακρυνθεί από το παιδί που είναι πια στη βάρκα, στο ομώνυμο διήγημα, η Μαυρομαντηλού είναι άντε το πολύ τριάντα οργιές από το βράχο. Στη Σκιάθο του Θεού, ωστόσο, βρίσκεται πίσω και από το Κοχύλι, σε πολύ μεγαλύτερη απόσταση, στον όρμο της Τζανεριάς. Εκεί την «είδα» και την φωτογράφισα φέτος το καλοκαίρι...
Σε μια άλλη Σκιάθο του Αλλού, φαίνεται να ανήκει και ο κήπος του Μπαρμπα Γιαννιού, ο εξωπραγματικός – κήπος βιβλίο στην αρχή της Μαυρομαντηλούς. Ένα κείμενο – μεταφορά για την γραφή, για τα γράμματα, την εξαπάτηση, τα ψέματα που λένε οι διηγηματογράφοι. Ένας μυστηριώδης κήπος, γεμάτος σύμβολα, ένας κήπος χάρτης του κόσμου, με τον ουρανό με τ’ άστρα, τη θάλασσα με τα ψάρια και τα γράμματα που φωνάζουν, στα παραθέματα των ομηρικών στίχων…
«Η βοή της γραμμένης αράδας στο χωράφι», ήταν ο τίτλος ενός κειμένου από τα πρώτα που είχα γράψει διαβάζοντας και θαυμάζοντας τον Παπαδιαμάντη, με την βεβαιότητα πως ο κήπος του μπαρμπα Γιαννιού δεν ήταν κήπος. Μια βεβαιότητα που φαίνεται πως είναι μάλλον κοινός τόπος στην βιβλιογραφία και στους μελετητές του Παπαδιαμάντη. Και αν δεν εκόμισα γλαύκα εις Αθήνας με αυτήν την παρατήρηση τότε, ωστόσο, πιστεύω πως ανακάλυψα τον κήπο του Μπαρμπα Γιαννιού σε άλλο διήγημα. Ο κυρ Γιαννιός της Μαργαρίτας, ή μπαρμα Γιαννιός και το τιμάριόν του, δίπλα ακριβώς στον κάμπο του Αη Γιώργη, ανάμεσα στον κάμπο και τα παλιά Λαζαρέτα. Ενας κάμπος που εκτείνεται «από του υψώματος του ζυγού, μέχρι της ακρογιαλιάς, προς το πέλαγος του βουνού»


Αυτά στο Βαρδιάνος στα σπόρκα. Ακολουθεί η λεπτομερής περιγραφή του εξωπραγματικού αυτού κήπου, που φτάνει ως τη θάλασσα. Διαβάζουμε για τις μικρές λακούβες από αλάτι  που μπορούσε να συλλέγει με τις χούφτες του για να αλατίζει τις πιπεριές του και τις ντομάτες του, για τους πάγουρους και τα καβούρια που κρύβοντας στα υποθαλάσια λαγούμια του κήπου του, χειροήθη, όπως γράφει, χαδιάρικα δηλαδή σαν κατοικίδια ζώα. Χειροήθης είναι στο ίδιο διήγημα η Μπαμπή, η μαύρη γάτα του καλόγερου του Νικοδήμου στο ίδιο διήγημα, που αγριεύεται όμως και του φεύγει λόγω της εισβολής όλων αυτών των ξένων στο νησί.
Μια έκπληξη η ενσάρκωση αυτού του κήπου,  ο υποβρύχιος λειμώνας  που δυο χρόνια νωρίτερα (1891)  στη Μαυρομαντηλού ήταν το έδαφος για να βλαστήσουν σύμβολα, και ερμητικοί χάρτες, γίνεται τώρα ένα πραγματολογικό παράδοξο, μια ιδιομορφία της φύσης. Ένας κήπος ανάμεσα στον ουρανό, τη γη και το νερό, μια και μετέχει και στα τρία βασίλια, έχει ξηρά, έχει αέρα και πουλιά,  γλάρους και άγρια περιστέρια έχει νερό, βραχάκια, καβούρια, χταπόδια και στις ακτές του τα δελφίνια «ημιλλώντο στο δρόμο με την ελαφράν βαρκούλαν»


Βρήκα φωτογραφίες από τα λοιμοκαθαρτήρια της Σύρου. Επί Όθωνος και αυτά, το 1835, όπως θα ήταν και τα παλαιά  Λαζαρέτα στη Σκιάθο. Από εδώ: https://historicalmonumentsyros.wordpress.com/%CE%BB%CE%BF%CE%B9%CE%BC%CE%BF%CE%BA%CE%B1%CE%B8%CE%B1%CF%81%CF%84%CE%AE%CF%81%CE%B9%CE%BF/

Πέμπτη, 26 Φεβρουαρίου 2015

«Ευτυχισμένες μέρες» του Μπέκετ με τη Σοφία Φιλιππίδου: το όνειρο του βουτηχτή



Χτες ξημερώματα  παρακολούθησα το μονόλογο ενός παλαίμαχου βουτηχτή, ενός σφουγγαρά από την Κάλυμνο σε ένα ντοκιμαντέρ στην Νέριτ. Από τα όνειρα που βλέπει τώρα πια – τους παλιούς καπεταναίους που τον  είχαν κοντά τους τόσα χρόνια, την ιστορία με το πείσμα της μάνας του να βάψει μαύρο το σπίτι της – «το γέμισε μουτζαλιές» – επειδή εκείνος πήρε εκείνην που ήθελε και δεν διάλεξε αυτήν για την οποία «πονούσε» εκείνη, το πώς έμαθε να βλέπει τους μεγαλύτερους για να μαθαίνει, όπως κρατούσαν το κομμάτι το μάρμαρο που τους βοηθούσε στην κατάδυση. Αυτό που θεωρώ όμως συγκλονιστικό είναι το πώς αντιμετώπιζε την αφόρητη ζέστη στο καράβι, στα ανοιχτά της Λιβύης, χωρίς σκιά, χωρίς την παραμικρή δροσιά, κάτω από τον αμείλικτο ήλιο. Αυτό ήταν το χειρότερο από όλα,  είπε.  Εκεί λοιπόν,  στην αφόρητη ζέστη έπρεπε και  να κοιμηθεί. Έπρεπε να το αντέξει. Έφερνα λοιπόν, σύμφωνα με τα λόγια του – έφερνα στο νου μου – όλα τα δέντρα, όλες τις δροσιές που είχα κοιμηθεί από κάτω, όλες τις σπηλιές που είχα μπει μικρός και κοιμόμουν.

Αυτή λοιπόν ήταν η δημιουργική δύναμη του ανθρώπου, να φτιάξει από τις αναμνήσεις έναν κόσμο χλοερό, έναν κόσμο αναψύξεως, όπως ακριβώς είναι αυτός για τον οποίο λένε τα λόγια στη νεκρώσιμη ακολουθία για τον παράδεισο, για να μπορέσει να αντέξει την κόλαση του παρόντος του. Ένα καταφύγιο εκεί που σε χτυπά αμείλιχτα ο ήλιος.

Αυτή την ίδια αίσθηση του πώς να αντέξεις την παραμονή σου σε ένα λόφο κάτω από τον ήλιο, με μερμύγκια να περπατούν από κάτω, χωρίς να μπορείς να κοιμηθείς γιατί κάθε φορά που κλείνουν τα μάτια σου χτυπά ένα αμείλικτο κουδούνι και σε επαναφέρει ήταν που έγραψε ο Σάμουελ Μπέκετ ότι ήθελε να δει πώς και αν υπάρχει ηθοποιός που θα μπορούσε να το κάνει. Ένα στοίχημα δηλαδή – ακατανόητο μερικές φορές – που θέτει σε συναγερμό την ανθρώπινη ύπαρξη και όλα τα αποθέματά της, την ώρα που Γουίννυ στις Ευτυχισμένες Μέρες εκτελεί τις καθημερινές τελετουργίες, μιλά ακατάπαυστα στον εαυτό της, και μετατρέπει το τίποτα, τον χρόνο τον παρελθόντα, τον χρόνο τον παρόντα σε ευτυχισμένες μέρες…

Ένα έργο που παρακολούθησα στη Σκηνή του Μικρού Ρεξ, στην παράσταση του Εθνικού Θεάτρου με τη Σοφία Φιλιππίδου στο ρόλο της Γουίννυ, τον Γιάννη Γούνα,  ως Γουίλλυ σε σκηνοθεσία Γιώργου Μανιώτη.  Η Σοφία Φιλιππίδου με έχει τιμήσει με τη φιλία της. Εχουμε συνυπάρξει στον ωκεανό του Σολάρις στο φέησμπουκ, διαβάζω τα κείμενά της, με ενθουσίασε το βιβλίο της, έχω δει και έχω σχολιάσει και άλλες παραστάσεις της πριν από αυτήν. Δεν είμαι κριτικός θεάτρου. Αγαπώ το θέατρο όμως και παρακολουθώ τις παραστάσεις με το ίδιο πάθος και την ψυχική προδιάθεση που νιώθω απέναντι στην ανάγνωση. Με την ψυχή περισσότερο ευάλωτη στο συναίσθημα, στην εξαπάτηση με τα μέσα του ηθοποιού και του σκηνοθέτη – μα με την επαγρύπνηση του ανήσυχου αναγνώστη. Έτσι λοιπόν παρακολουθώ με εμπιστοσύνη τις προτάσεις της. Πολλές φορές και εν προόδω και δεν ήταν δυνατόν να μην ανταποκριθώ στην πρόκληση μιας τέτοιας ψυχικής και διανοητικής μύησης με ένα έργο αυτού του βεληνεκούς.
Δεν ήταν δυνατόν λοιπόν, επειδή δεν έχω εντρυφήσει στο έργο του σπουδαίου Ιρλανδού, και να αποφύγω την γοητευτική παγίδα της γλώσσας που έχει στήσει. Επιστρέφοντας στην πατρίδα του  από τη Γαλλία μετά το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο ο Μπέκετ αποφάσισε να αλλάξει γλώσσα. Αποφάσισε  δηλαδή να γράφει τα κείμενά του όχι στη μητρική του αλλά στα γαλλικά. Pour devenir mal armé, για να μην είμαι καλά εξοπλισμένος είχε πει, κάνοντας βεβαίως και το προφανές λογοπαίγνιο με το όνομα του Γάλλου συγγραφέα Mallarmé… Να διαρρήξει δηλαδή τους δεσμούς του με τη μητρική του γλώσσα με ό, τι αυτό συνεπάγεται για τις παραδόσεις, την κουλτούρα, τον πολιτισμό που αυτή μεταφέρει και να παραδοθεί σε μια ανα – γέννηση στο εσωτερικό ενός άλλου λόγου, ενός άλλου τρόπου σκέψης.

Σκέπτομαι αυτομάτως τον Joseph Conrad που έγραφε Αγγλικά αντί για Πολωνικά, τον Μίλαν Κούντερα στον αντίποδα που επέμενε να μεταφράζονται τα έργα του στα Γαλλικά, τον καιρό της μετοικεσίας – της προσφυγιάς στην Γαλλία. Ο Μπέκετ όμως επιστρέφει στη χώρα του, απομακρύνεται από τη γλώσσα του για να εκφράσει ίσως την ξενότητα του ανθρώπου απέναντι στην ύπαρξή του. Για να θέσει περιορισμούς, να αφαιρέσει το δίχτυ ασφαλείας μιας παράδοσης και να παραδόσει ο ίδιος  ένα υλικό που από ότι φαίνεται επιζεί και επιζεί και επιζεί και κάτι έχει να μας πει με προφανή την έννοια του παραλόγου αν και από ό, τι φαίνεται υπάρχει η άποψη ότι τα κείμενά του ανήκουν σε άλλη παράδοση, μεταγενέστερη, την μεταμοντερνιστική.
Δεν ισχύει όμως αυτό με τις Ευτυχισμένες Μέρες. Αυτές γράφτηκαν στην μητρική του γλώσσα και μεταφράστηκαν εκ των υστέρων στα Γαλλικά.
Δεν παραμένει δηλαδή πιστός στις εξαγγελίες του. Προκαλεί δυσανεξία στον ηθοποιό που θα ερμηνεύσει την επιστροφή στον Παράδεισο τοποθετώντας τον μισοθαμμένο σε ένα λόφο – τάφο αλλά όχι στον εαυτό του. Επαναιδιοποιείται τη γλώσσα του τη μητρική, επαναιδιοποιείται τις παραδόσεις της πατρίδας του και της λογοτεχνίας της Αγγλικής γλώσσας, επιστρέφει στην παιδική του ηλικία για να ανασκάψει, να συγκολλήσει μνήμες, να επανακτήσει το χλοερό τόπο των γραφών, το νόημα, την αιώνια ζωή. Δεν είναι παράλογος. Είναι αναστάσιμος. 

Σε μια παρόμοια διαδικασία είναι και η ερμηνεία της Σοφίας Φιλιππίδου. Πριν από την ερμηνεία η γλώσσα. Η οικείωση με το κείμενο μέσα από μια δική της μετάφραση. Χρησιμοποιώντας εκ παραλλήλου  τρία  κείμενα, το αγγλικό, το γερμανικό  και το γαλλικό και ξεθάβοντας κρυμμένους θησαυρούς που από την παράδοση αυτή ανασύρονται. Σε ένα  σύντομο αλλά χαρακτηριστικό της κείμενο  «Μεταφράζοντας τις Ευτυχισμένες μέρες» στο πρόγραμμα της Παράστασης, τους εκθέτει – τους θησαυρούς αυτούς -  εξηγεί πώς πάσχισε για να τους αποδώσει στα Ελληνικά, πώς να ανατρέξει σε δικές σε οικείες αναδρομές του θεατή όταν ενσωματώνει την «Ωδή σε μακρινή προοπτική του Κολλεγίου του Ήτον» του Τόμας Γκρέυ – χρησιμοποιώντας τη μαυροφόρα απελπισιά, όταν ανακαλύπτει στίχους από τα Ρουμπαγιάτ του Ομάρ Καγιάμ, από τον Άμλετ, τον Ρωμαίο και την Ιουλιέτα του Σαίξπηρ, τον Παράκελσο του Μπράουνιγκ, τον Χαμένο Παράδεισο του Μίλτον…
Η ερμηνεία της είναι μια σωτηρία, ένα μόχθος προσωπικός για να σωθεί ο αναγνώστης. Η γλώσσα φτάνει πλέον ως την ψυχή – «ο λόγος έρχεται από την καρδιά και πηγάζει από τα βάθη της ψυχής, όπως το κοτσύφι» ανατρέχοντας στο ίδιο το κείμενο. Φράση που επιβεβαιώνει την μάχη για την υπέρβαση της αλλοτρίωσης και το παραλόγου.
Η Σοφία Φιλιππίδου – στην εξαιρετική της συνεργασία με το Γιώργο Μανιώτη ιερουργεί. Η παράσταση ενώ το σώμα της βυθίζεται στον λάκκο από χώμα, ενώ οι κινήσεις της περιορίζονται, μετατρέπεται σε μια απογείωση, μια ανάταση.
Καταιγισμός εικόνων, νοημάτων – με τα χέρια στην αρχή, με το πρόσωπο μόνο, με τη φωνή, την έκφραση. 

Το πρόσωπό της μια μάσκα αποτροπαϊκή. Ξορκίζει το κακό, το παράλογο.
Το παράλογο είναι η σωματικοτητα, η συνθήκη της ύπαρξης. Ο παράδεισος και οι Ευτυχισμένες μέρες είναι μια δημιουργική φυγή, μια συλλογή αποθεμάτων ψυχικών, είναι το όνειρο του βουτηχτή στις δροσερές σπηλιές της παιδικής του ηλικίας…

Πόλυ Xατζημανωλάκη


Η παράσταση "ευτυχισμένες μέρες" του Σάμουελ Μπεκετ παίζεται στο 
Μικρό Rex - Σκηνή «Κατίνα Παξινού»
Πανεπιστημίου 48,Κέντρο
Τηλ.: 2103301881


Πηγές εικόνων: Johann-Hermann Carmiencke:The Blue Grotto, Capri 1851, από εδω: http://www.wikigallery.org/paintings/93001-93500/93176/painting1.jpg

 ‘Mia Storia con Beckett’ a project set in London’s Notting Hill: από εδώ
http://womenartdealers.org/wp-content/uploads/2011/06/Flaere-Samuel-Beckett-the-woman-with-pink-gloves.jpg

Οι φωτογραφίες της Σοφίας Φιλιππίδου από την παράσταση είναι του Πάτροκλου Σκαφίδα

Τετάρτη, 25 Φεβρουαρίου 2015

Ο Οδυσσέας και οι Σειρήνες, ο κακός μαθητής του Eurogroup και οι Ευτυχισμένες Μέρες του Μπέκετ


Αναζήτησα στο πρωτότυπο για να διαβάσω προσεκτικά το άρθρο της Cécile Ducourtieux στην Monde, για τον παρείσακτο Γιάνη Βαρουφάκη στο ισνάφι των υπουργών οικονομικών του Eurogroup. Το κείμενο κυκλοφόρησε στις 20 του μηνός και επαναλαμβάνει διάφορες κατηγορίες εναντίον του Έλληνα Υπουργού Οικονομικών που έχω βρει να κυκλοφορούν από δω και από κει, στα ελληνικά μέσα. Σήμερα είδα ότι το παιχνίδι χοντραίνει. 
Αρχισαν να τον σχολιάζουν και στην Αγγλική τηλεόραση – θεωρώντας ως ατυχή μεταφορά το ότι παρομοίασε τον εαυτό του με τον Οδυσσέα που θα έπρεπε να δεθεί στο κατάρτι για να αποφύγει τις Σειρήνες. Από μνήμης μεταφέρω τα σαρκαστικά σχόλια του Βρετανού δημοσιογράφου – μα δεν ξέρει ότι ο Οδυσσέας έχασε όλους τους συντρόφους του; Μα δεν ξέρει τι απέγινε η Ιθάκη όταν επέστρεψε να την βρει; Η μισαλλοδοξία είναι μεταδοτική, το γνωρίζω, και δεν επιθυμώ να αντιπαρατεθώ. Ωστόσο μόνο μισαλλοδοξία και απαιδευσία δείχνει αυτού του επιπέδου η ειρωνεία. Το να χαρακτηρίσεις τον ήρωα της Οδύσσειας εξυπνακίστικα αποτυχημένο είναι τόσο ρηχό. 
Επανέρχομαι ωστόσο στην αρθρογράφο της Μόντ και την ευκολία της να κριτικάρει τα περί «μη προετοιμασίας» του κυρίου Βαρουφάκη ή τα περί μη συγκεκριμένων αριθμών ενώ είναι γνωστό ότι η διαπραγμάτευση ήταν πολιτική – εκ των υστέρων φάνηκε με την απόφαση του Γιουρογκρουπ της Παρασκευής ότι ποιοτικά ήταν τα μέτρα που ζητήθηκαν, υποβλήθηκαν και έγιναν δεκτά. Αυτά με το δεν είχαν χαρτιά ή ντοσιέ ή ήταν απροετοίμαστοι μου φαίνεται τουλάχιστον αστείο. Άρχισα να κοιτώ στη Wikipedia – είναι κουραστικό αλλά αξίζει τον κόπο – τις σπουδές των υπουργών του Eurogroup και είδα στο ranking που είχαν δημοσιεύσει το 2012 οι Financial Times ότι δυο από αυτούς ήταν με πτυχίο και εμπειρία δασκάλου δημοτικού σχολείου. Η Φινλανδή αντικαταστάθηκε το 2013 ο Ιρλανδός όχι…
Δεν ήταν εύκολο γιατί οι FT δεν δημοσίευαν τυπικά προσόντα αλλά άλλες δεξιότητες. Απολύτως αποδεκτά όλα τα άτυπα προσόντα που αποκτώνται με την εμπειρία, αλλά νομίζω πως οι διαπραγματευτικές ικανότητες και κοινωνική ακτινοβολία και η καλλιέργεια του έλληνα υπουργού αδικούνται με τόσο ταπεινά επιχειρήματα. 


Το τελευταίο ήταν η κριτική στο ότι επιστρέφοντας στη χώρα του, στις 16/02 παρακολούθησε την πρεμιέρα από τις Ευτυχισμένες Μέρες του Μπέκετ. Μια ανακούφιση, όπως έγραψε στο τουίτερ μετά από «ξέρετε τι…» Διαβάζω το βιβλίο του για την οικονομία, αυτό που απευθύνει στην κόρη του, με τις εξαιρετικές μεταφορές από το Φάουστ του Γκαίτε, τον καταραμένο όφι που γεννά στην κοιλιά του τον τόκο από το χρέος, τον Φρανκεστάιν της Σέλλευ, το Bladerunner, και το Ματριξ, ιδέες και μεταφορές από τη λογοτεχνία για να κάνει προσιτές στον μη ειδικό τις έννοιες του χρέους, του δανείου, της ανταλλακτικής αξίας, του κραχ…
Αναρρωτήθηκα τι ακριβώς να είχε στο μυαλό του πηγαίνοντας να δει αυτήν την παράσταση του Μπέκετ, αυτό το έργο που πολύ αγαπά; Ποια είναι η ανακούφιση που ένιωσε; Πώς την εννοεί;
Και σκέφτηκα αυτό που είχε πει ο ίδιος ο Μπέκετ για την αφόρητη ταλαιπωρία ενός ανθρώπου που βρίσκεται εκτεθειμένος σε ένα λόφο από χώμα, κάτω από το φως ώστε να μη μπορεί να κοιμηθεί, με μερμήγκια να περπατούν κάτω του, μόλις κλείνουν τα μάτια του να χτυπά ένα κουδούνι και να πρέπει να το αντέξει. 

Και ποιος μπορεί να το αντέξει και από αυτήν την ταλαιπωρία να βγάζει χαρά και αισιοδοξία. Η Σοφία Φιλιππίδου που έπαιξε τη Γουίννυ - ο μόχθος του καλλιτέχνη η αριστεία - και ο Γιάνης Βαρουφάκης με αυτήν την ένταση στη συνεδρίαση – τον θυμάστε όταν βγήκε – προσπαθώντας με τον ίδιο τρόπο ψύχραιμα να συμπεριφέρεται σαν να μην συνέβη τίποτα και προσδοκώντας με αισιοδοξία – για να μας την μεταδόσει – μια άλλη εξέλιξη.
Τώρα κατάλαβα - πέραν όλων των άλλων – και πολύ περισσότερο από όσα έχω μελετήσει, τι σημαίνει το έργο αυτό του Μπέκετ. Και πώς νοηματοδοτείται η πολιτική, έξω και πάνω από τις σκοτεινές – κλειστές αίθουσες των διαπραγματεύσεων. Ευτυχισμένες μέρες και για μας που τα παρακολουθούμε και σχολιάζουμε.

Φωτό Σοφίας Φιλιππίδου: 
Patroklos Skafidas

Δευτέρα, 2 Φεβρουαρίου 2015

Βλέποντας τα περασμένα «ως εις πανόραμα»: Πορτρέτο του καλλιτέχνη σε νεαρή ηλικία, ο Σημαδιακός άλλη μια φορά (με αφορμή την παράσταση της Ηωάννας Σπανού)

Θυμάστε εκείνο το «πανόραμα» - την οπτική συσκευή που πρέπει να είχε δει ο Παπαδιαμάντης και να τον είχε εντυπωσιάσει, στην εποχή του; Η άρνησή του να φωτογραφηθεί ίσως σχετίζεται με μια περίεργη έλξη που είχε στα σχετικά με την απεικόνιση και τη δημιουργία ειδώλων. Ο διακαμός για παράδειγμα – το φάντασμα, ο καθρεφτισμός – αυτό που φαίνεται και εξαφανίζεται στη θάλασσα με το φως του φεγγαριού, έτσι αποκαλεί τη σκιά της μάνας της Χαδούλας της φόνισας. Η Δελχαρώς, η στρίγγλα, η μάγισσα, χάθηκε ως διακαμός από τα μάτια των χωροφυλάκων. Η περίφημη φωτογράφηση που του ξεφεύγει στους Εμπόρους των Εθνών, τότε που ο αββάς Αμμούν  κοιτάζει την Αυγούστα, "Την εκοίταζεν (την Αυγούστα)  ως να επεθύμει ουχί μόνον να φ ω τ ο γ ρ α φ ή σ η την εικόνα της, αλλά να καταμετρήσει την συνείδησίν της". Αυτό θυμίζει πολύ  το lets play billiards, της Κλεοπάτρας στο Σαιξπηρικό έργο Αντώνιος και Κλεοπάτρα, που όπως γράφουν οι μελετητές, η αγάπη του συγγραφέως για το μπιλιάρδο του έγινε έμμονη ιδέα ώστε να το βάλει να παίζεται τη Ρωμαϊκή εποχή, στην Αίγυπτο. Να μην παραλείψουμε οπωσδήποτε  και το «αυτοείδωλον εγεννόμην» την εγωιστική αγάπη που αναφέρει ο αφηγητής στα Ρόδινα ακρογιάλια,  το ποίημα του Αγίου Ανδρέα Κρήτης, από την κατανυκτική Ακολουθία της Μεγάλης Πέμπτης.
Ας αφήσουμε ίσως για μια άλλη φορά τις ελκυστικές συσχετίσεις με την αντίδρασή του στη φωτογράφηση και ας επιστρέψουμε στο πανόραμα.
Το πανόραμα λοιπόν, αναφέρεται στο σπιτάκι που διατηρούσε η Μαχώ το Φαλκάκι,   η μητέρα του μικρού Φάλκου (γεράκι και αυτός όπως και η μικρή Γηρακώ στο Σημαδιακό), στο Κάστρο, μετά την μετοικεσία των κατοίκων του στην πόλη της Σκιάθου αφού δεν υπήρχε πια φόβος από τις επιδρομές των πειρατών. Η Μαχώ το Φαλκάκι δεν ήθελε να ξεκόψει από το παλιό της σπίτι, την παλιά της ζωή, τις αναμνήσεις της, γι’ αυτό φρόντιζε να πηγαίνουν όποτε μπορούσε και να μένουν στο σπιτάκι τους, να το διατηρούν ζωντανό, τρόπον τινά.


Ετσι λοιπόν, σε αυτήν την πόλη φάντασμα λοιπόν, «Ὁ μικρὸς οἰκίσκος (ήταν) μία ἐπάνοδος εἰς τὸ παρελθόν, μία ὀπὴ διὰ τῆς ὁποίας ἔβλεπέ τις τὰ περασμένα ὡς εἰς π α ν ό ρ α μ α, ζωντανὴ ἀνάμνησις μέσα εἰς τὴν τέφραν τῆς λήθης». Μια μηχανή του χρόνου, δηλαδή, μια συσκευή. 

Ετσι λοιπόν, στον Σημαδιακό του Παπαδιαμάντη, "ως εις πανόραμα" επίσης,  μπορεί να δει τα δυο εξαδέλφια, τον Αλέκο και τον Σωτήρο, δέκα και δώδεκα ετών αντιστοίχως, να κρατούν τα σύνεργα για τα άσματα των Φώτων, το ραβδάκι και την κάσα αντιστοίχως. Και μαθαίνει ότι τσακώνονταν όλον τον χρόνο, μαθαίνει ποιος ήταν ο Σωτήρος, ο αγαπημένος ξάδελφος που σπούδασε στην Γερμανία και ποιος ήταν ο Αλέκος, αυτός που εισήχθη εις την Φιλοσοφικήν αλλά ουδέποτε απεφόίτησε και δεν κατώρθωσε να γίνει ούτε δάσκαλος αλλά απλώς συρράπτης επιφυλλίδων.

Αυτά βεβαίως ίσως είναι γνωστά, ή αυτονόητα έστω στον αναγνώστη του κειμένου. Όχι τόσο αυτονόητα είναι τα ενδυματολογικά τους, το πώς ο Αλέκος ήταν ντυμένος με παντελόνια κακόζηλα, στενά, φράγκικα ενώ ο Σωτήρος φορούσε την νησιώτικη ενδυμασία και φέσι (παραπέμπω σε παλαιότερο κείμενό μου στις Πινακίδες από κερί, Ίχνη μνήμης στον Σημαδιακό του ΑλέξανδρουΠαπαδιαμάντη).
Επίσης λιγότερο γνωστό είναι ίσως το ενδιαφέρον τους περί τα ερωτικά, το πώς προσπαθούν να συμπεράνουν το τι περιέχει η επιστολή, «η περιέργεια του Αλέκου δεν ανεπαύετο» γράφει ο Παπαδιαμάντης χαμογελώντας προς τον αναγνώστη του μέλλοντος και μαθαίνουμε (πρβλ. τα αγόρια μεταξύ τους) για τα αναγνώσματα των αγοριών.
Εκεί όμως που ο χαρακτήρας ζωντανεύει και κινείται επί σκηνής είναι βεβαίως όταν μαθαίνουμε ότι ήταν  «υπνοφάγος», ότι δηλαδή δεν έσπευδε να είναι από τους πρώτους στην λειτουργία όπως ο εξάδελφος Σωτήρος. Απορίας άξιον αυτό αν σκεφτεί κανείς τις πιέσεις από το σπίτι στα ενδυματολογικά – να θυμηθούμε τα πέδιλα με κάλτσες – που δεν του επέτρεπε να παίξει με τα άλλα παιδιά της ηλικίας του. Εύθικτος βεβαίως, αν σκεφτεί κανείς την αντίδρασή του στο κόλλημα του σφάνζτικου στο μετωπό του, που επεχείρησε ο καπετάν Θανασός ο θείος του, «μα εγώ δεν είμαι βιολιτζής», είναι η αντιδρασή του.


Διέκρινα ένα ιδιόμορφο χιούμορ, ένα πειραχτήρι, βλέποντας την Ηωάννα Σπανού, που υποδυόταν και τον Αλέκο και τον Σημαδιακό – δικαίως γιατί υπάρχουν πολλές ταυτίσεις. «Δεν γίνεται να γίνει κανείς ανήρ χωρίς να απατηθεί», καταλήγει στη Νοσταλγό του ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης και ο Σημαδιακός είναι μια ιστορία εξαπάτησης. (Πρβλ σχετικό κείμενο στις Πινακίδες από κερί: όπου από ένα ορθογραφικό λάθος του Παπαδιαμάντη κλπ) Για πολλούς λόγους είναι διαφορετικός από τους άλλους ο Αλέξανδρος, όπως και ο Μανώλης ο Προυσαλής, ο παράξενος αυτός χαρακτήρας του διηγήματος.
Και το Μπραϊνάκι, πόσο μοιάζει με διάφορες ηρωίδες που έχουν προκαλέσει μεγάλα πάθη στους ήρωές του. Όπως η Πολυλογού στον μπαρμπα Γιαννιό στο Ερωτας στα χιόνια, ή η Λαλιώ στον Μαθιό, στη Νοσταλγό. Και στις δυο περιπτώσεις βρυχώντα αισθήματα και μια γυναίκα που πάει η γλώσσα της ροδάνι, όπως γράφει.
Το Μπραϊνάκι που δεν υπάρχει μαθητής να μην την ονειροπολεί ή ναύτης να μην της κάνει πατινάδα βρίζει και καταριέται «στο γυναικείον ιδίωμα» και προκαλεί την αμηχανία των δύο αγοριών.
Πειραχτήρι λοιπόν, εφ’ όσον φαίνεται ότι το διασκεδάζει και λίγο, παρά την δύσκολη συνθήκη στην οποία έχουν βρεθεί. Εχει ο Σπύρος φέσι; Προσπαθεί να παρηγορήσει τον ξάδελφό του, που του έχει αρπάξει το φέσι του ο Σημαδιακός, υπερθεματίζει σε ερωτήσεις «και τι ώρα θα απολύσει η λειτουργία» και καὶ τί ὥρα θὰ ψαλῇ ὁ ἁγιασμός… καὶ τί ὥρα θὰ ρίξουν τὸ Σταυρὸ στὴ θάλασσα..  που μπορεί να τινάξουν στον αέρα την προσπάθεια να απομακρυνθεί το μικρό Γηρακώ από το δωμάτιο.  Μια κοινωνική δυσλειτουργία στο ταίριασμα – αταίριαστος και αυτός – μια απόσταση από την δράση, μια υπογράμμιση του δραματικού στοιχείου όχι χωρίς διακινδύνευση, δικαιώνοντας πάλι την ταύτισή του με τον Σημαδιακό, ως προς την ετερότητα.
Είμαι ευτυχής που είδα την παράσταση στο χώρο των εκδόσεων εν πλω. Όλα περιέχονται στο κείμενο. Όμως χωρίς την ανάγνωση του κειμένου από την Ηωάννα, ο δεκαετής Αλέξανδρος, δεν θα έκανε την εμφάνισή του και μια υπόκλιση σε αυτούς που τον αγαπούν στο πατάρι ενός βιβλιοπωλείου στη Χαριλάου Τρικούπη.


Πόλυ Χατζημανωλάκη
Φεβρουάριος 2015


Φωτογραφιες


http://www.lefigaro.fr/mon-figaro/2013/02/08/10001-20130208ARTFIG00546-ces-enfants-bien-eleves.php
http://microsites.lomography.com/spinner-360/images/history/panoscan_04.jpg

Ιδιόρρυθμος και παρδαλός, Σημαδιακός, Αταίριαστος, Σημειωμένος, Σημαδεμένος (Ξαναδιαβάζοντας τον Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη με αφορμή την παράσταση της Ηωάννας Σπανού)




Μετά την μέθη – την μέθεξη μιας παράστασης – δεν είναι εύκολο πάντα να μιλήσει κάποιος. Οι χαρακτήρες – το Μπραϊνάκι, ο Ελόγου του, ο Σωτήρος – ο Αλέξανδρος είναι ολοζώντανοι στην ψυχή μας. Ένα ζεστό αποτύπωμα μας έχει αγγίξει – ποιος τολμά να αποξηράνει αυτήν την υγρασία, να κρυώσει αυτήν την θέρμη που νοιώσαμε;
Ευχαριστώ θερμά την Ηωάννα Σπανού για την ανοικτότητα και την γενναιοδωρία της, να αναγνωρίσει, ενώ έστηνε την παράσταση για τον Σημαδιακό, να αναγνωρίσει λοιπόν  σε  ένα παλαιό κείμενο που είχα γράψει πριν 5 χρόνια στο ιστολογιό μου, τις πινακίδες από κερί για το Σημαδιακό, στοιχεία που ταίριαζαν στον δικό της τρόπο να βλέπει το δραματουργικό ξεδίπλωμα, τα σημάδια. Επικοινωνούσαμε ήδη από το διαδίκτυο αλλά είπαμε να τα πούμε δια ζώσης, κουβεντιάσαμε με πάθος για τον Παπαδιαμάντη, το θέατρο, τα σημάδια, τον Ναμπόκοφ. Η συζήτηση μαζί της, αυτά που μου είπε για την παράσταση – ήρθα και στην πρόβα και γοητεύτηκα πάλι. Αφορμή να ξαναδώ τα χαρτιά μου, να ξαναδιαβάσω τον Παπαδιαμάντη, να ξαναδώ εκτός από τον Σημαδιακό και τα άλλα δυο διηγήματα – το ένα ο Παπαδιαμάντης το λέει μυθιστόρημα τα Ρόδινα Ακρογιάλια όπου υπάρχει ένας χαρακτήρας που έχει το παρατσούκλι Σημαδιακός. Το άλλο είναι το μυρολογι της φώκιας, ο μικρός βοσκός που καθόταν στον βράχο και έπαιζε χαρούμενους σκοπούς με τη φλογέρα του αγνοώντας το πένθιμον του τόπου – κάτω από το λόφο του νεκροταφείου.
Ήρθαν στην επιφάνεια λοιπόν τα παλιά, ήρθαν και καινούργια με την ανάγνωση πάλι. Νέο φως, καινούργιο βλέμμα – είμαι ευγνώμων στην Ηωάννα για αυτήν την αλληλεπίδραση.
Να μην σας τρώω όμως την ώρα – να πάρουμε τα πράγματα από την αρχή.


- Ο Σημαδιακός σύμβολο μνημονοτεχνικής

Προσέξτε πως είναι ντυμένος. Οι κάλτσες για γάντια, η ζώνη για καπέλο – παράταιρα και παρδαλά αυτό που κάνουμε όταν θέλουμε να θυμηθούμε κάτι. Φοράμε ανάποδα το ρολόι μας, ένα δακτυλίδι. Αυτό είναι αναφορά στους παλιούς μνημονοτεχνικούς κανόνες που είχαν οι ρήτορες από τη Ρωμαϊκή εποχή, πώς προσπαθούσαν να αντιστοιχήσουν κομμάτια από τις ομιλίες τους στα δωμάτια ενός σπιτιού – παλάτια της μνήμης. Τι σχέση έχει αυτό και γιατί ο Παπαδιαμάντης. Σπουδαίοι μνημονοτεχνικοί ήταν οι Κολυβάδες καλόγεροι που είχαν καταφύγει στη Σκιάθο από το Άγιο Όρος, υπήρχαν διάφορες διαφωνίες με τους εκεί – η περισσότερο γνωστή ήταν αυτή για το πότε θα γίνονται τα κόλυβα. Σάββατο ή Κυριακή.
Οι Κολυβάδες είχαν περί πολλού τη μνήμη και τη μνημονοτεχνική, ένας σπουδαίος καλόγερος ήταν ο Άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης για τον οποίο ελέγετο ότι είχε ακένωτο μνήμη, απέραντη μνήμη δηλαδή. Είχε συγγράψει το Συμβουλευτικό Εγχειρίδιο ή περί φυλακής των αισθήσεων απομονωμένος στη Σκύρο, χωρίς να έχει στη διάθεσή του κανένα βοήθημα…
Ο Παπαδιαμάντης ήξερε για τους Κολυβάδες, δεν χωρεί αμφιβολία και η Μονή του Ευαγγελισμού στη Σκιάθο αναφέρει με υπερηφάνεια πως η ίδρυσή της έχει ρίζες στην παράδοση των Κολυβάδων…
Ο Άγιος Νικόλαος Πλανάς (άλλη περίπτωση μνήμονος) του έδινες ένα χαρτάκι με τους νεκρούς που ήθελες να μνημονεύσει και τους θυμόταν για πάντα, τους μνημόνευε σε όλες τις λειτουργίες του

Η αναφορά στον Άγιο Νικόδημο γίνεται εκεί που λέει πως τα αγόρια είχαν ανασύρει τα τραγούδια από την ακένωτο μνήμη της μάμμης τους…
η έκφραση είναι τόσο χαρακτηριστική, μας κλείνει το μάτι νομίζω
Αλλά ακόμα και ο τρόπος που τους πληρώνει ο καπετάν Θανασός. Ένα εικοσιπενταράκι για αυτό, ένα εικοσιπενταράκι για το άλλο…Θυμίζει αυτές τις αντιστοιχίσεις…
Αφαιρεί το φέσι από τον Σωτήρο άλλο σημάδι για να μην ξεχάσει…
Θυμούνται λοιπόν τα τραγούδια – θυμάται ο Παπαδιαμάντης την παιδική του ηλικία, ο Σωτήρος ήταν ένας πολύ αγαπημένος του ξάδελφος που σπούδασε στη Γερμανία όπως λέει, έγινε διδάκτωρ, διορίστηκε Γυμνασιάρχης στη Χαλκίδα και ο Παπαδιαμάντης του έγραψε μια πολύ συγκινητική νεκρολογία


- ο Σημαδιακός ο σημαδεμένος
Ο Σημαδιακός, διαβάζουμε στο γλωσσάρι των Απάντων των εκδόσεων Δόμος,  είναι ο Ωραίος – αλλά πολλές φορές αυτός που είναι σημαδεμένος. Αυτός που έχει ένα ελάττωμα, μια παραμόρφωση.

Ο Ωραίος – είναι σίγουρα στα Ρόδινα ακρογιάλια
Σημαδιακός κι αταίριαστος
Κ σος και κ’ σομιληγγάτος
Και στην κορφή αστεράτος

Για τον Σταμάτη, τον φίλο του Παπαδιαμάντη (να θυμίσω που ξεκινά με μια βάρκα μετά από ερωτική απογοήτευση, λιποθυμά, ίσως θέλει να πεθάνει και τον περιμαζεύει ο φίλος αυτός που τον θεωρούσε μάλιστα νεκρό και ότι έχει αυτοκτονήσει) και αρχίζουν οι ιστορίες και οι αφηγήσεις για τον έρωτα σε μια σπηλιά στην παραλία.

Αυτός ο φίλος έχει σίγουρα σχέση με την μνημοτεχνική – θυμάσαι; Το ένα για το δάσκαλο; Θυμάσαι το άλλο;
Συνεχώς προσπαθεί να του θυμίσει.
Και τους ρομαντικούς έρωτες στο τέλος

Αυτός λοιπόν ο φίλος ήταν «παρδαλός» λέει ο Παπαδιαμάντης. Κατά λέξη. Ιδιόρρυθμος αλλά καλός. Είχε λέει ένα πύργο με χρωματιστά "μ π α ν τ ε ρ ό λ ι α".
Ένα πύργο δηλαδή με σημαιάκια.
ένας τρόπος να πεις τα σημάδια – τις κάλτσες, το ζωνάρι το φέσι του δικού μας διηγήματος.

Στο γλωσσάρι επίσης διαβάζουμε για τα σημάδια. Τι είναι τα σημάδια; Αλλάζ νι σημάδια. Στους αρραβώνες ο πεθερός ρίχνει στον ώμο του γαμπρού ένα μεταξωτό μαντίλι και του φορεί στο δείχτη του αριστερού χεριού ένα δαχτυλίδι και τον φιλεί στο μάγουλο. Ο γαμπρός ρίχνει στον ώμο του πεθερού ένα μαντήλι όπου έχει δέσει ένα δαχτυλίδι για τη νύφη.


Αυτά τα σημάδια είναι για να επισφραγιστεί η δέσμευση, η μνήμη – να μην ξεχάσεις την αρραβωνιαστικιά – αυτήν την παράβαση που κάνει ο Αγάλλος που αντάλλαξε σημάδια αλλά την ξέχασε και έρχεται αυτή και τον στοιχειώνει. Γίνεται φάντασμα.
Μια μνημονοτεχνική παράδοση λοιπόν.

Ενώ ο άλλος της παρέας, ο Πατσοστάθης τα επιστρέφει. Τα γύρισε πίσω τα σημάδια.
Ο Μανώλης ο Προυσαλής – ο ελόγου του, έχει πρόβλημα στο μάτι. Είναι δηλαδή σημαδιακός – σημαδεμένος.

τα σημάδια τα βλέπουμε και στις Συμμορίες των Φώτων. Ο Σοροκάς και ο Φτίκας…Με το ένα μάτι και τα κομμένα δάχτυλα.

Κάτι ακόμα. Για το Μπραϊνάκι. Τι θα πει Μπραϊνάκι. Στις σημειώσεις του Ν. Δ. Τριανταφυλλόπουλου, του επιμελητή των Απάντων, αναφέρεται ότι ο Παπαδιαμάντης κάπου έγραψε αντί για Μπραϊνάκι – «μπαϊράκι».
Αυτό είναι η σημαία, η μπαντιέρα, το μπαντερόλιο του Σημαδιακού, σαν αυτά που είχε ο Σταμάτης στον Πύργο του. Η παραδρομή στη γραφή ίσως ένας τρόπος που ξεφεύγει από τον συνειδητό έλεγχο για να πει κάτι που στήνεται στο νου σου.
Το Μπραϊνάκι λοιπόν είναι το κατ’ εξοχήν Σημάδι. Το σύμβολο, η σημαία




Το τραγούδι του Κυρ Βοριά

Υπάρχει ένα τρίτο θέμα που θα ήθελα να αναφέρω, αυτό με το τραγούδι του κυρ Βοριά, που είναι αυτό που κάνει την γυναίκα του καπετάν Θανασού να κλάψει…
Ένα χαρούμενο τραγούδι που όμως της φέρνει δάκρυα και την συγκινεί.
Και δεν παραλείπει στο διήγημα να το αναφέρει και να γράψει μια ολόκληρη στροφή….
Είναι το τραγούδι του Κυρ Βοριά. Μια παραλογή, που υπάρχει στην Κωνσταντινούπολη, στα νησιά, στα Δωδεκάνησα, στην Κύπρο.
Ο κυρ Βοριάς παρήγγειλε όλων των καραβιώνε...

(θυμόμαστε που έχουν ένα καράβι μικρό, σαν παιδάκι λένε, που δεν θα μπορέσει να μπει στο λιμάνι)

Τους παρήγγειλε λοιπόν να μπουν γιατί θα φυσήξει, για να τα προστατέψει.

Και μπαίνουν όλα τα καράβια εκτός από ένα

Που έχει αντένες από χαλκό, πανιά από μετάξι
Έχει καραβόσκοινα από ξανθής μαλλάκια

Τέλος πάντων δεν τα καταφέρνει το πλοίο, γυρίζει ανάποδα, πνίγονται…
Θρηνεί η μανά, πετροβολά τη θάλασσα

Και το ενδιαφέρον είναι ότι ενώ το τραγούδι είναι σαν μοιρολόγι είναι χαρούμενη η μουσική του –

Έχω την αίσθηση ότι εδώ κρύβεται ένα μεγάλο μυστικό…

Σας θυμίζω τα τραγούδια του Θεού, του Παπαδιαμάντη και πόσο του άρεσε η ακολουθία των νηπίων, στις κηδείες των μικρών παιδιών κάποιοι ιερείς λέει ήξεραν να τα λένε… του άρεσαν κι εκείνου και τα τραγουδούσε σε ένα διήγημα στην Αγγελικούλα, την κόρη της φίλης του της Πολυξένης Μπούκα στην Αθήνα.

Ένα χαρούμενο τραγούδι τραγουδά ο μικρός βοσκός στο μυρολογι της φώκιας. Αταίριαστο και σημαδιακό τον ονομάζει η γριά Λούκαινα. Χωρίς να λαμβάνει υπόψη του το πένθιμων του χώρου.
Να μην ξεχνάμε ότι εκεί το διήγημα αναφέρεται στο μυρολογι για ένα μικρό κορίτσι. Την Ακριβουλα.
Άρα ένα τραγούδι του Θεού. Και εκεί υπάρχει μια γολέτα που δεν μπορεί να αποπλεύσει, δεν φυσά αέρας  και μένει παγιδευμένη στο λιμάνι.

Το καράβι σώζεται, η Ακριβούλα πνίγεται…

Αυτά τα ξανθής μαλάκια τώρα, είναι από μοιρολόγι…

Μαλλιά πού είν’ το κεφάλι σας
Πλεξούδες το κορμί σας

(βόστρυχοι από κόμας ξανθάς και άλλα θανάτου λάφυρα
κατρακυλούσαν από το λόφο… στο μυρολόγι της φώκιας….

Χρυσός και χρυσομιληγγάτος – ο Σημαδιακός  - με χρυσά μαλλιά

Όλα αυτά για τα καραβόσκοινα –

Οι χρυσές πλεξούδες που είχε το Μπραϊνάκι – η ηρωίδα της ιστορίας….

Ενα τραγούδι δηλαδή, μια παραλογή, ένα μοιρολόγι που πάνω του ακουμπούν και τα τρία διηγήματα. Το πλοίο του Αγάλλου που ποτέ δεν επιστρέφει στα Ρόδινα ακρογιάλια, η γολέτα η παγιδευμένη στο λιμάνι, στο μυρολόγι της φώκιας, και το μικρό νεογέννητο πλεούμενο του καπετάν Θανασσού που δεν θα μπορέσει να μπει στο λιμάνι... Μεταφορές, ανθρωπομορφισμοί για τα πλοία, θυμίζω τις αναλογίες σκαρώματος πλοίου και παιδιού, ταυτίσεις ιδιόμορφες, παγιδεύσεις του αφηγητή....Θυμίζει το παραδοσιακό τραγούδι - ιστό στο τραγούδι του Σόλομον της Τόνι Μόρισον.

Σταματώ τις σκέψεις και τους συνειρμούς, ελπίζοντας να μην σας κούρασα.
Ο Παπαδιαμάντης μια ανεξάντλητη δεξαμενή θησαυρών από τα βάθη της μνήμης, των παραδόσεων…



Συγχαρητήρια και πάλι στην Ιωάννα για αυτήν την εξαιρετική, ποιοτική και σε βάθος μελέτη που έκανε για να αναδείξει τα σημάδια…
Συγχαρητήρια και στις δυο τους Ηωάννα Σπανού και Μελίνα Ζαχαροπούλου  για τις εξαιρετικές χαμηλόφωνες και ουσιαστικές ερμηνείες τους ….


(Οι σημειώσεις της ομιλίας μου μετά την παράσταση του Σημαδιακού  στον χώρο των εκδόσεων «εν πλω» )


Πόλυ Χατζημανωλάκη
Κυριακή 1 Φεβρουαρίου 2015