Πέμπτη, 17 Νοεμβρίου 2016

Για τον πρόεδρο Ομπάμα, κάνω κι εγώ τον απολογισμό μου


Ανέσυρα από τις πίσω σελίδες των Πινακίδων από κερί, τέσσερα κείμενα αφιερωμένα στον Πρόεδρο Ομπάμα. Πριν εκλεγεί, τότε που οι υποστηρικτές του Ρεπουμπλικανικού κόμματος είχαν ξεπεράσει τον εαυτό τους στη διασπορά ψευδών ειδήσεων εναντίον του υποψήφιου προέδρου και του πατέρα του αλλά και αργότερα, που εξελέγη όταν διεδίδοντο περίεργα σχόλια για το αν πατέρας του, ο Κενυάτης Βαράκ Ομπάμα Σήνιορ ήταν μέθυσος…
Τα κείμενα αρχίζουν από την εποχή της προεκλογικής εκστρατείας, τον Σεπτέμβριο του 2008 και διατρέχουν την περίοδο της εκλογής, της νίκης με ένα κρεσέντο ενθουσιασμού, όπου επιστρατεύεται το σημάδι της ιστορίας του Ζίζεκ, ο ημίαιμος σκύλος που έμπασε ο πρόεδρος στον Λευκό Οίκο, η αναφορά στον Βρετανό Κυβερνήτη των Ιονίων νήσων Μαίτλαντ – αυτόν που είχε πουλήσει την Πάργα στους Τούρκους (θυμηθείτε το «εις Πάργαν του Ανδρέα Κάλβου») ο οποίος μετέπειτα ήταν κυβερνήτης της Αϊτής και όπου αναφέρεται στο κείμενό μου η περίφημη συνομιλία του με τον ηγέτη των σκλάβων της Τουσαίντ Λ΄Ουβερτύρ που εμφανίστηκε μάλιστα στη Γαλλική Εθνοσυνέλευση. Μόλις είχε εκλεγεί ο πρόεδρος και έψαχνα για αναφορές και σε άλλους μαύρους επαναστάτες, αλλά και στην παρόμοια - μαύρη - καταγωγή του Αλεξάνδρου Δουμά πατρός που είχε κάνει κι εκείνος καθυστερημένα την είσοδό του στο Πάνθεον.


Τελευταία – μετά σταμάτησα να γράφω για τον πρόεδρο, έχασα το ενδιαφέρον μου – είναι μια ιστορία όταν ήταν πλέον president – elect των Ηνωμένων Πολιτειών. Μια ιστορία λατρείας που θυμίζει λίγο τον Μοσκώβ Σελήμ του Γεωργίου Βυζυηνού, όπου δύο αδέλφια από τη Ραφά της Γάζας είχαν στηρίξει τις ελπίδες τους σε αυτόν τον πρόεδρο και όπου εκείνος, στο μεταίχμιο της εκλογής του και της ανάληψης των καθηκόντων του, δεν παίρνει θέση στο θέμα του βομβαρδισμού της Γάζας –«η Αμερική έχει πρόεδρο» δηλώνει και κατάλαβα από τότε η ελπίδα – η λέξη που κ΄εξοχήν συνδέθηκε με το πρόσωπό του, τι σημαίνει.



Η Αμερική έχει ακόμα πρόεδρο, στο μεταίχμιο και η επίσκεψή του στη χώρα μας – ένας λόγος για τη δημοκρατία θαυμασμός και μια προσωπικότητα με χάρη και γοητεία, ευφράδεια και μόρφωση που κλείνει συμβολικά τη θητεία του σε μια χώρα που γέννησε τη δημοκρατία και τις αρχές του δυτικού πολιτισμού. Εξαιρετικός ρήτορας, κάνει τις καρδιές να ελαφραίνουν, γοητεύει όπως προσδιορίζει την πολιτική συμμετοχή, αγαπητός – μπορούμε να ελπίζουμε άραγε;



“We came, we saw, he died” αυτό ήταν το μότο της κυβέρνησής του, δια στόματος της τότε υπουργού εξωτερικών και νυν υποψήφιας του κόμματός του μετά την επέμβαση στη Λιβύη και την εκκαθάριση του προέδρου της, του Καντάφι. Ο πρόεδρος Ομπάμα ήταν αμέτοχος σε αυτό; Το μότο της παντοδύναμης χώρας από τη μια και οι αρχές της Δημοκρατίας από την άλλη.
Μήπως πρέπει να τα σκεφτούμε λίγο και αυτά, τη διάσταση λόγων και έργων ενός τόσο συμπαθούς προέδρου που κάνει τώρα τον απολογισμό του υποτίθεται;


Εδώ ο σύνδεσμος με όλα τα κείμενα με την ετικέτα Μπαράκ Ομπάμα, στις Πινακίδες από κερί: http://waxtablets.blogspot.gr/search/label/Barak%20Obama



Δευτέρα, 14 Νοεμβρίου 2016

Στο Παβλόβσκ και στη βιβλιοθήκη του Μάντελσταμ, συναντώ ξανά τον Rimbaud





Αποφάσισα να μεταφράσω τα Φωνήεντα του Αρθούρου Ρεμπώ.  Μια όψιμη γνωριμία με τον ποιητή μέσα από ιδιότροπα λογοτεχνικά ταξίδια. Το «Ακρωτήρι» το συνάντησα βλέποντας τις Ακτές του Flamborough κατά την ανάγνωση της  βιογραφίας του Μπρους Τσάτγουιν.
[το ακρωτήρι του Flamborough Head ο Rimbaud και μια μετάφραση] Ο βιογράφος γράφει
 πως αυτές τις ακτές θα είχε αντικρύσει ο Rimbaud παραπλέοντας με το πλοίο του στα ανοιχτά. Και βρέθηκα σε μια φαντασμαγορία γιαπωνέζικων κήπων, επαύλεων, παλιών ξενοδοχείων στις Ανατολικές ακτές της Μεγ.  Βρετανίας, που τώρα δεν υπάρχουν πια – και γι΄ αυτές βλέπουμε μόνο ασπρόμαυρες καρτ ποστάλ του περασμένου αιώνα.


 Με έκπληξη διάβασα πως το περίφημο «Στην Παταγωνία» του Τσάτγουιν είναι μια πνευματική οφειλή στο «Ταξίδι στην Αρμενία» του Μάντελσταμ. Ο Τσάτγουιν είχε ενθουσιαστεί – όπως όλοι όσοι το έχουν πιάσει στα χέρια τους – με το βιβλίο του Μάντελσταμ και προσπάθησε να τον μιμηθεί. Δεν ξέρω αν το πέτυχε. Αλλά με συγκινεί μέχρι δακρύων το ότι το δοκίμασε και το ομολογεί

      Τώρα, βρέθηκα με μια διαδικτυακή έκδοση της «Σκόνης του χρόνου» - σε Αγγλική μετάφραση -  του Όσιπ Μάντελσταμ. Πεζά και δοκίμια του ποιητή, μεταξύ των οποίων το γνωστό μας ταξίδι στην Αρμενία που είναι ευτυχώς μεταφρασμένο στα Ελληνικά και κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Ίνδικτος.
    To πρώτο μέρος όμως, η κατ ΄εξοχήν σκόνη του χρόνου,       αναφέρεται στην παιδική ηλικία του συγγραφέως, τέλη του 19ου αιώνα στο Παβλόφσκ – Θυμίζει αρκετά τα παιδικά χρόνια στο Βερολίνο του Walter Benjamin και θα ευχόμουν κάποιος καλός εκδοτικός οίκος να αναλάμβανε να το εκδώσει στη γλώσσα μας. 
    
 Εκεί λοιπόν, σε ένα κεφάλαιο για την παιδική βιβλιοθήκη, όπου ξεχωρίζει τα βιβλία επιρροές του   πατέρα, τα βιβλία επιρροές της μητέρας – Ρωσική ποίηση – τα Εβραϊκά βεβαίως, τα παιδικά και τα αλφαβητάρια , κάπου αναφέρεται στο αλφαβητάρι των χρωμάτων του Ρεμπώ εννοώντας τα φωνήεντα, ένα ποίημα που είχε στην παιδική του βιβλιοθήκη, Θεέ μου τι διάβαζε ο άνθρωπος…

·   Έτσι λοιπόν πάλι ένα μικρό κουρελάκι μεταφραστικού μόχθου – ένα ποίημα μυστήριο, που η Εβραϊκή ταυτότητα του νεαρού αναγνώστη  που το είχε στη βιβλιοθήκη του- κάνει να υποψιάζεσαι άλλου είδους δημιουργίες του Κόσμου, κάπου που τα φωνήεντα δεν προφέρονται  και όπου ο κόσμος και το αλφάβητο είναι συνδεδεμένα.





Φωνήεντα

Α μαύρο, Ε λευκό, Ι κόκκινο, U πράσινο, Ο κυανό: φωνήντα
Θα μιλήσω μια μέρα για την μυστική σας προέλευση
Α, μαύρος βελουδένιος κορσές μυγών που  απαστράπτουσες
βομβίζουν γύρω από σκληρές  οσμές

Κόλποι σκιάς·  Ε, λευκότητα ατμών  και των σκηνών
Λόγχες  περήφανων παγόβουνων, λευκοί βασιλείς, ανατριχίλα από μυρώνια
Ι, πορφυρό , φτυσμένο αίμα, χαμόγελο όμορφων χειλιών
Σε θυμό ή στη μετανιωμένη μέθη
U, κύκλοι, θεϊκές δονήσεις γαλαζοπράσινων θαλασσών
Γαλήνη του βοσκότοπου με ζώα  σπαρμένου, ειρηνικές ρυτίδες
Που η αλχημεία σφραγίζει σε μελετηρά μέτωπα
Ο, υπέρτατη σάλπιγγα, γεμάτη με παράξενες στριγκλιές
Σιωπές που διασχίστηκαν από  Κόσμους και Αγγέλους
Ο, Ωμέγα, βιολετιά ακτίνα των ματιών Του.


Φωτό: το τραγούδι των φωνηέντων, γλυπτό  του Jacques Lipchitz, μπρούντζος 1931 – 1949


Πέμπτη, 27 Οκτωβρίου 2016

Η Σύλβια Πλαθ σε μια φωτογραφία του 1957



Είδα σήμερα μια φωτογραφία της Σύλβιας Πλαθ, το 1957, τρία χρόνια πριν το θάνατό της. Τότε δεν είχα ακόμα γεννηθεί. Ένα γλυκό – φιλάρεσκο βλέμμα της ποιήτριας που εκείνη τη στιγμή δεν είναι νεκρή. Εγώ όμως, στην άλλη μεριά της φωτογραφίας ίσως ήμουν, αφού βρισκόμουν τότε σε έναν ωκεανό ανυπαρξίας. 
Δεν είστε ακόμα τριάντα χρονών της λέω, πατώντας σε μια τ
ρύπα του χρόνου που με πηγαίνει από το παρόν, στο τότε της φωτογραφίας. Ένας χρόνος δίκοπος.
Μια ασάφεια που δεν την αφορά ωστόσο. Μόνο εμένα και τα τεχνάσματά μου για να την πλησιάσω. Το δέρμα μου φωτεινό σαν αμπαζούρ μου λέει.
Των Ναζί, συμπληρώνω.
Δεν με ακούει.
Κοιτάξτε, μου λέει εξομολογητικά.
Κάποιος με ανάβει τα βράδια. Ακόμα και τώρα μπορεί. 


Πόλυ Χατζημανωλάκη


Αναρτήθηκε στο facebook, το Φεβρουάριο του 2015

Δευτέρα, 24 Οκτωβρίου 2016

Το ακρωτήρι του Flamborough Head, o Rimbaud και μια μετάφραση



Ο δρόμος μου με έφερε αυτές τις μέρες στο ακρωτήρι του Φλάμπορω (Flamborough Head)  στις ακτές του Γιόρκσερ στη Βόρεια Θάλασσα. Δεν έχω πάει δηλαδή, έτυχε να διαβάζω τη  βιογραφία του Μπρους Τσάτουιν οποίος πέρασε από εκεί τα παιδικά του χρόνια και βάλθηκα να ψάχνω στο διαδίκτυο.
Mε γοητεύουν οι απότομοι βράχοι της Αγγλίας – ασβεστολιθικά πετρώματα  - σπάνια θαλασσοπούλια που φωλιάζουν εκεί, αλλά κυρίως το σχήμα – επιβλητικό σαν οχυρώσεις αρχαίου Κάστρου… 

Εκεί λέει ο βιογράφος (Ο Νίκολας Σαίξπηρ)  ο Τσάτγουιν απέκτησε την πρώτη του σαφή εικόνα για τον πατέρα και για αυτήν την ακτή γράφει μάλλον ο Ρεμπώ στο ποίημα του το Ακρωτήρι, όταν την έβλεπε από μακριά μέσα από το καράβι του, ταξιδεύοντας.



Αχ αυτές οι ακτές της Βρετανίας και πώς να μιλήσεις για αυτές παρά με ποιήματα. (Θυμήθηκα το εμβληματικό ποίημα του Άρνολντ για την ακτή του Ντόβερ)
.  
Το ποίημα του Ρεμπώ όμως δεν είχα την ευκαιρία να το βρω στο Σαββατοκύριακο. Υπάρχουν μεταφράσεις στο διαδίκτυο άλλων ποιημάτων από τη συλλογή Εκλάμψεις (Illuminations) που έχουν κάνει ο Στρατής Πασχάλης και  ο Νίκος Αλέξης Ασλάνογλου. Το lluminations και οι δύο το μετάφρασαν  Εκλάμψεις (Φωτοχυσίες είδα να το λέει ο Κώστας Ριτσώνης που είναι όμως όρος  πιο φυσικός -  λιγότερο πνευματικός αλλά δεν έχω γνώμη γιατί δεν έχω διαβάσει όλα τα ποιήματα της συλλογής)

Έτσι λοιπόν με έπιασε μια λαχτάρα – αυτό συμβαίνει σπανίως αλλά συμβαίνει – να σπρώξω σε ένα άλλο κανάλι αυτό το αίσθημα δέους που ένιωσα  – βλέποντας τις φωτογραφίες του Φλάμπορω Χεντ...  Τα άγρια όρια θαλάσσης και στεριάς, μια απεραντοσύνη κάτι που αποδίδει γεωγραφικά και έναν άλλο ψυχισμό, μια ξενότητα, ας τολμήσω να το πω. Το κανάλι της μετάφρασης λοιπόν, τα λόγια ενός ξένου που βλέπει τις παραλίες που περπάτησε ο Sebald στους δακτυλίους του Κρόνου – ξένος και αυτός και με το Ολοκαύτωμα στο νου του.

«Ουδέν καινόν υπό τον ήλιον» ας πω παραφράζοντας τον Εκκλησιαστή, η μετάφραση ίσως να μην είναι καλή και δεν μου την παρήγγειλε κανείς. Δεν μου αρκούσε όμως η ανάγνωση του πρωτοτύπου, ήθελα να κάπως να το οικειωθώ αυτό το ποίημα. Ας συγχωρεθώ.




Ακρωτήρι (του Arthur Rimbaud) 

H χρυσαφένια αυγή και η νύχτα  που ανατριχιάζει  βρίσκουν το πλοίο μας στ’  ανοιχτά απέναντι από αυτή την Έπαυλη και τα εδάφη της που σχηματίζουν ένα ακρωτήριο που εκτείνεται  όπως η Ήπειρος και η Πελοπόννησος, ή η  μεγάλη νήσος της Ιαπωνίας, ή η Αραβία! Ιερά φωτισμένα  από την επάνοδο  των θεωριών, η αχανής θέα της υπεράσπισης των σύγχρονων ακτών.  Αμμόλοφοι πεποικιλμένοι από φλογερά άνθη και οργιαστικές μουσικές. Τα μεγάλα κανάλια της Καρχηδόνας και οι αποβάθρες μιας διεφθαρμένης Βενετίας,  ασθενικές εκρήξεις της Αίτνας και χάσματα από άνθη και νερά των παγετώνων, πλυσταριά περιστοιχισμένα από Γερμανικές λεύκες· Οι πλαγιές από τους θαυμαστούς  κήπους όπου γέρνουν τα κεφάλια τα γιαπωνέζικα δέντρα· οι κυκλικές προσόψεις των «Royal» ή των «Grand» του Σκάρμπρο ή του Μπρούκλιν ·και οι σιδηροδρομικές τους  γραμμές πλαισιώνουν, χαράζουν, δεσπόζουν στις υπερυψωμένες πλευρές αυτού του Ξενοδοχείου, που είναι διαλεγμένες από την παράδοση των πιο κομψών, των πιο κολοσσιαίων κατασκευών της Ιταλίας, της Αμερικής και της Ασίας, που τα παράθυρά τους και οι εξώστες τους προς το παρόν πλήρεις φωταψίας, ποτών και (μιας γεμάτης)  αύρας ακριβής, είναι ανοιχτά στο πνεύμα του ταξιδιώτη και του ευγενούς – που επιτρέπουν μες τη μέρα, σε όλες τις ταραντέλλες των  ακτών – και ακόμα και στις επωδούς των  επιφανών κοιλάδων της τέχνης να διακοσμούν θαυμαστά την πρόσοψη του Ξενοδοχείου. Ακρωτήρι.



Τετάρτη, 19 Οκτωβρίου 2016

Χωρίς τη φωτογραφική μηχανή




Στο παράθυρο μιας πολυκατοικίας στην Κηφισίας έχουν απλώσει τα σεντόνια τους το πρωί να τα δει ο ήλιος – μια συνήθεια που παραξενεύει όταν το διαμέρισμα βλέπει στη λεωφόρο αλλά ακόμα περισσότερο γιατί τα μαξιλάρια όρθια στο πλάι δίνουν στο σωρό τη μορφή ενός κρεβατιού έτσι που το μέσα του σπιτιού είναι σχεδόν έξω, κάτι παραπάνω από ένα ανοιχτό παράθυρο, μια προσομοίωση κρεβατιού εκτεθειμένου στο δρόμο. 
Αναγνωρίζω τη μυρωδιά του «στιγμιότυπου», επιστρατεύονται όλες οι  κυνηγητικές μεταφορές – «σκοπεύω» κλπ του φωτογράφου, είμαι σε αυτήν την κατάσταση του «θέλω τρελά» να το φωτογραφήσω.  Δυστυχώς εκείνη την ώρα οδηγώ – πώς αλλιώς να το έβλεπα από εκείνη την μεριά του δρόμου; -  και ο ρυθμός της κυκλοφορίας με μετακινεί μισό μέτρο μπροστά ώστε να μου το κρύβει η κίνηση. Την υπόλοιπη μέρα πενθώ τη χαμένη φωτογραφία, πάθος και εθισμός αυτό το κυνήγι. Για αυτό το λόγο ο Sebald έλεγε ότι δεν ήθελε να έχει μαζί του στις περιηγήσεις του φωτογραφική μηχανή. Για να παραμυθιάζει δηλαδή εκ των υστέρων  τον αναγνώστη με τις απίθανες φωτογραφικές συνθέσεις που φρόντιζε να συνοδεύουν τα κείμενά του. Δυο φορές όμως, από όσο γνωρίζω, βρέθηκε δέσμιος αυτό του πάθους και στις δυο περιπτώσεις σε ένα ταξίδι στην Ιταλία για το οποίο γράφει στο «Αίσθημα ιλίγγου». Όταν συνάντησε δυο δίδυμους σε μια διαδρομή με πούλμαν, με τους γονείς τους, και διαπίστωσε την τρομερή ομοιότητα που είχαν με τον Κάφκα σε νεαρή ηλικία. Αφιερώνει αρκετές αράδες στην προσπάθεια να πείσει τους γονείς τους να του στείλουν μια φωτογραφία και με πόση δυσπιστία τον αντιμετώπισαν – σχεδόν ως παιδόφιλο.
Σε μια Ιταλική πόλη επίσης ήταν που χιλιοπαρακάλεσε έναν περαστικό να φωτογραφήσει για λογαριασμό του την είσοδο με την επιγραφή μιας τρατορίας όπου είχε φάει παλιότερα και για την οποία θυμόταν να έχει παρακολουθήσει ένα επεισόδιο από την ατέλειωτη  ιστορία φιλονικίας ανάμεσα στους ιδιοκτήτες της. 
Υπάρχει μια φωτογραφία στο βιβλίο και θέλουμε να πιστεύουμε ότι πρόκειται για αυτήν την φωτογραφία που του ταχυδρόμησε αργότερα ο άγνωστος περαστικός.

Σάββατο, 15 Οκτωβρίου 2016

Αποφἀσισα να ελευθερώσω στο διαδίκτυο τα Ἁινίγματα του Ν'γκόρο





Στο βιβλίο μου τα «Αινίγματα του Ν΄γκόρο», ένα μυθιστόρημα που έγραψα πριν πέντε χρόνια δεν σκόπευα να δώσω αρχικά αυτόν τον τίτλο. Αυτό το πρότεινε ο εκδότης μου ο οποίος ανησυχούσε για το αν το αρχικό «Ιστορίες στη ράχη μιας Κολοκύθας» ήταν το πιο κατάλληλο. Κι εγώ δεν είμαι ακόμα σίγουρη, μια και η Κολοκύθα ακούγεται τόσο αστεία ενώ η ιστορία του βιβλίου δεν είχε σκοπό να είναι αστεία. Ακόμα η Κολοκύθα σε παραπέμπει στην Σταχτοπούτα και τη μεταμόρφωση της Κολοκύθας σε άμαξα που ούτε και αυτό έχει σχέση με το βιβλίο μου.
Η κολοκύθα που εννοώ εγώ, αυτή που θα λέγαμε στα αγγλικά
gourd, είναι η νεροκολοκύθα, όχι αυτήν που διακοσμούν στην Αμερική για τη γιορτή του Halloween, αλλά αυτή που βλέπουμε να διακοσμούν τα σπίτια τους στην ελληνική επαρχία, στην Κρήτη και την Κύπρο αλλά και αλλού, μπορείς να την χρησιμοποιήσεις σαν φλασκί και κάποτε οι άνθρωποι την στόλιζαν, την χάραζαν και τη διακοσμούσαν με όμορφες ζωγραφιές.



Η χάραξη, το πλούμισμα της κολοκύθας ήταν μια παραδοσιακή τέχνη γεμάτη σύμβολα και σημασίες κυρίως στην Κύπρο. Λέγεται ότι ο Γιώργος Σεφέρης είχε μια συλλογή από τέτοιες κολοκύθες και οι Κύπριοι φίλοι του που ήθελαν να τον ευχαριστήσουν, φρόντιζαν να του προσφέρουν μια τέτοια κολοκύθα – «κολόκα» είναι η  παραδοσιακή ονομασία για τη συλλογή του. Στο ποίημά του «Λεπτομέρειες στην Κύπρο» περιγράφει ακριβώς μια τέτοια διαδικασία πλουμίσματος, Οι σκηνές αυτές προέρχονται από τις τοιχογραφίες της Παναγίας του Ασίνου στην Κύπρο και είχα την τύχη να τις δω, μου τις έδειξε μια φίλη απαγγέλλοντας τον Σεφέρη:
Τότες ήρθε ο καλόγερος∙ σκουφί, κοντόρασο, πέτσινη ζώνη
Κι έπιασε να πλουμίζει την κολόκα 
Άρχισε από το λαιμό: φοινικιές, λέπια και δαχτυλίδια
Έπειτα κρατώντας στην πλατιά παλάμη τη στρογγυλή κοιλιά
Έβαλε τον παραυλακιστή, τον παραζυγιαστή, τον παραμυλωνά, 
Και τον κατάλαλο
Έβαλε την αποστρέφουσα, τα νήπια και την αποκαλόγρια 
Και στην άκρη σχεδόν απόκρυφο, τ’ ακοίμητο σκουλήκι….


Ποιος θα το περίμενε ότι αυτήν ακριβώς την διαδικασία, το πλούμισμα της Κολόκας, της  κολοκύθας, την έκαναν και στην Κένυα της Αφρικής χαράζοντας εκεί ένα πανάρχαιο έπος, από την εποχή της λίθινης εποχής; Αυτό το έπος το έλεγαν Γκικάντι και η ύπαρξή του ήταν κάτι που ανακάλυψα κατά την έρευνα που έκανα για να γράψω το μυθιστόρημα αυτό. Μια συγκλονιστική ανακάλυψη πιστεύω, ότι δηλαδή οι άνθρωποι που στην Αφρική όπως κάποτε και στην Ελλάδα είχαν προφορικό πολιτισμό και διατηρούσαν την ιστορία στη μνήμη τους μέσα από τις αφηγήσεις, όπως οι δικοί μας βάρδοι που έλεγαν τις Ραψωδίες, όπως ο Όμηρος, κάποτε κατέγραψαν αυτές τις αφηγήσεις, χρησιμοποιώντας μια ιερογλυφική γραφή και το έκαναν στη ράχη νεροκολοκύθας. Αυτό το γράφει η Νομπελίστας Κενυάτισσα Wangari Matai, στο βιβλίο της Η Αλύγιστη που κυκλοφορεί στα Ελληνικά από τις  εκδόσεις Ωκεανίδα και την είχα ακούσει σε μια ομιλία της στην Αθήνα στο Μέγαρο Μουσικής.  Έμαθα για το Γκιγκάντι όταν ήμουν βυθισμένη στην έρευνα για το Αφρικάνικο Βιβλίο μου και αυτό έσπρωξε το ποτάμι σε έναν άλλο δρόμο, πιο γόνιμο πιστεύω.

Ποια ήταν όμως η αρχική ιδέα της έμπνευσης. Γιατί κάποιος, εν προκειμένω η αφεντιά μου, αποφασίζει να κατεβάσει τα ρολά, να μαζεύει να μαζεύει πληροφορίες και στοιχεία από έναν κόσμο τόσο μακρινό, παιδεύεται να στήσει μια πλοκή για να φτιάξει μια ιστορία που να αρέσει στον αναγνώστη; Σίγουρα δεν το κάνει για να βγάλει χρήματα, παρά το ότι το ελπίζει να πουληθεί κάπως το βιβλίο και πάλι όχι για να βγάλει χρήματα. Εκ των προτέρων είχα αποφασίσει και είχα συμφωνήσει ότι τα συγγραφικά δικαιώματα από την έκδοση του βιβλίου μου θα τα επέστρεφα στην Κένυα, στην χώρα που ήταν ο μυθικός τόπος της έμπνευσης και τα είχα παραχωρήσει σε μια φιλανθρωπική οργάνωση Άγγλων Γιατρών,
Kenyan orphan project η ονομασία τους, οι οποίοι οργάνωναν διαρκώς αποστολές στην Αφρική και συγκεκριμένα στην Κένυα. 





Εγώ το έκανα όπως και το πρώτο μου μυθιστόρημα, για να έχω την ευκαιρία να ζήσω έντονα, να μπω μέσα στο κλίμα και τις ιστορίες της Αφρικής που με είχαν τόσο γοητεύσει. Αρχικά βλέποντας μια ταινία που βασιζόταν σε ένα μυθιστόρημα μιας πολύ αγαπημένης μου συγγραφέως, της Κάρεν Μπλίξεν με θέμα την προσωπική της ιστορία με την Αφρική… Μετά διάβασα το βιβλίο και άλλα δικά της αφηγήματα – αλλά το Πέρα από την Αφρική  ήταν τόσο διαφορετικό. Είχε μια σοφία και ένα βάθος, μια ανθρωπιά  που με είχε γοητεύσει.
Διάβασα αργότερα και άλλα βιβλία, όπως τον Επίμονο Κηπουρό του Τζον Λε Καρρέ, εκείνου του συγγραφέα που έγραφε τα κατασκοπευτικά που ωστόσο όσο μεγάλωνε γινόταν όλο και πιο σκεφτικός όλο και πιο ευαίσθητος στον ανθρώπινο πόνο και αμφισβητούσε τα δεδομένα του Ψυχρού πολέμου. Σε αυτό το βιβλίο έμαθα για τις Φαρμακοβηχανίες και τον ύποπτο ρόλο τους στην Αφρική. Και το βιβλίο και η ταινία ήταν συγκλονιστικά και ήδη είχα μια διαφορετική εικόνα της Αφρικής μέσα από δυο βιβλία. Το ένα σύγχρονο με τις αντιθέσεις και τα συμφέροντα των Εταιριών και το πειραματόζωο την Αφρική, μια Ήπειρο που έχει υποφέρει από τη δουλεία – ποιος δεν θυμάται την Καλύβα του μπαρμπα Θωμά ή την καρδιά του σκότους του Τζόζεφ Κόνραντ. Το άλλο πιο εξωτικό. Μια Αφρική γεμάτη εξωτισμό και ηρεμία, έρωτα και απογοήτευση ίσως, σεβασμό προς τους κατοίκους της αλλά και μια υποβώσκουσα περιφρόνηση του λευκού που δεν είχα μάθει ακόμα να διακρινω.
Υπήρχε όμως και το ενδιάμεσο, Ο αγώνας κατά της αποικιοκρατίας, που κάνει την Αφρική, την Κένυα εν προκειμένω να έρχεται πιο κοντά στην Ελλάδα και την Κύπρο,
Υπάρχει ένα ποιίημα του Ιρλανδού Μπρένταμ Μπήαν, ένα θεατρικό για την ακρίβεια, που έχει μεταφράσει ο Βασίλης Ρώτας στα ελληνικά και έχει μελοποιήσει ο Μίκης Θεοδωράκης. Υπάρχει ένας στίχος αυτού του τραγουδιού που λέει ακριβώς αυτό:

«Πέρα στην παλιά μας Κύπρο και στην Κένυα την καημένη
όλοι εκεί βασανισμένοι, μαύροι κι άσπροι, από τους άσπρους
και στα ξωτικά τα μέρη κι όπου ρίξουμε το μάτι»
Έτσι λοιπόν στο έργο  του Ιρλανδού στον ίδιο στίχο δίπλα δίπλα ήταν η Κύπρος και η Κένυα που ήδη έψαχνα αν βρω τι γίνεται με αυτό το Γκιγκάντι, τι γίνεται με την κολοκύθα που χάραζε ο καλόγερος ή ο σοφός γέροντας των αφηγήσεων

Το κοινό ανάμεσα σε Κύπρο και Κένυα ήταν η αντίσταση κατά της αποικιοκρατίας, ο αγώνας για την απελευθέρωση από τον Βρετανικό ζυγό που και στις δυο χώρες στοιχισε θύματα στην κρεμάλα, αυτός ήταν ο τρόπος που εκτελούσαν οι Άγγλοι και είχε συγκινήσει βέβαια, για τους δικούς του λόγους τον Ιρλανδό.



Η δική μου περιπέτεια προχωρούσε, ρωτούσα, διάβαζα… Διάβασα πολλή Αφρικανική λογοτεχνία, πολλά Αφρικανικά μπλογκς που ευτυχώς γράφονταν στα Αγγλικά και έτσι έφτιαξα μια ιστορία με δυο γυναίκες, δυο γιατρούς μια Αφρικανίδα και μια Ελληνοαγγλίδα που ξεκινούσαν μιαν αποστολή σε μια ανεξάρτητη μη κυβερνητική οργάνωση για την καταπολέμηση του
AIDs.
Η μια, η λευκή είναι τρόπον τινα η δική μου παραμυθιασμένη από την Κάρεν Μπλίξεν πλευρά και η άλλη είναι η καθαρά Αφρικανική που έχει μεγαλώσει σε οικοτροφείο, έχει ορφανέψει από πατέρα – υπάρχει ένα μυστήριο πίσω από την καταγωγή της που συνδέεται με τους αγώνες για την απελευθέρωση της Αφρικής. Κάτι για το οποίο κανείς δεν μιλά στην αρχή αλλά που σιγά σιγά η μία βοηθά την άλλη να βρει το δρόμο της, να βρει την άκρη, να σχηματίσει μια όσο γίνεται πιο κοντά στην αλήθεια εικόνα.

Στο πίσω μέρος αυτής της ιστορίας είναι η μνήμη, η διατήρησή της – το
Memory project για τα παιδιά ορφανά από γονείς που πάσχουν από AIDs, τα ημερολόγια δηλαδή που γράφουν οι ίδιοι τους οι γονείς που πάσχουν ή φίλοι και συγγενείς τους για να διατηρήσουν στο μέλλον μια εικόνα από τους γονείς τους, μια ανάμνηση,

Ένα μέρος του βιβλίου είναι γραμμένο έτσι, σαν ημερολόγιο μνήνης, που γράφει η Αφρικανή ηρωίδα, η Γκλάντις προς τον θετό της γιο τον Αναστάσιο.

Η μνήμη με την μορφή των παραδόσεων, των αφηγήσεων , των μνημονοτεχνικών κανόνων είναι κάτι που με απασχολούσε πολύ εκείνη την εποχή που έγραφα αυτό το βιβλίο. Ένα από τα μπλογκς μου λέγεται Πινακίδες από Κερί ακριβώς επειδή ήθελα να αναφέρομαι σε αυτό το μοντέλο της μνήμης στον Πλάτωνα. Γι αυτό και το Γκιγκάντι με είχε ξετρελλάνει, η ιδέα ότι υπήρχε ένα τέτοιο έπος, ότι υπήρχε γραφή.
Επειδή εκείνη την εποχή διηυθυνα ένα από τα τμήματα του Διεθνούς Απολυτηρίου (ΙΒ) στην Αθήνα και είχα την μεγάλη τύχη να βρεθώ σε ένα συνέδριο που διοργάνωσε ο Διεθνής αυτός Οργανισμός στο Ναϊρόμπι. Από κει είχα εικόνες βιωμένες από την Αφρική που δεν θα ξεχάσω σε ολη μου τη ζωή, Είχα την ευκαιρία να χορέψω με μαθητές ενός από τα σχολεία που μας φιλοξενούσαν τον χορό της βροχής – τηνμίμηση δηλαδή των αγροτικών δραστηριοτήτων. Όχι μόνο δεν πιάστηκα την άλλη μέρα από την έντονη κίνηση, αλλά θα το βεβαιώσουν όλοι όσοι ήταν εκεί ότι άρχισε να βρέχει…
Η επαφή με τα σχολεία με έκανε να ψάξω πιο έντονα για το Γκιγκάντι, μήπως το γνώριζαν εκεί, μήπως είχαν κάνει κάποιο πρότζεκτ οι μαθητές.
Όχι.
Δεν είχαν ιδέα.
Οι ιεραπόστολοι που είχαν εξαφανίσει και καταστρέψει όλα τα Γκιγκάντι ήδη από το 1928 είχαν εξαφανίυι και τη μνήμη του από τη χώρα. Ευτυχώς το είχε αναφέρει η
Wangari Maatai, ευτυχώς που είχε πει ότι υπήρχε ένα αντιγραφο σε ένα Μουσείο του Τορίνο, ευτυχώς υπάρχει το διαδίκτυο και το e- mail και έτσι μπόρεσα να το βρω και όχι μόνο αυτό, να μου στείλουν φωτογραφία. Με ενημέρωσαν ότι κάποιος Ιταλός ιεραπόστολος δεν συμμεριζόταν τον τυφλό φανατισμό και την έχθρα απέναντι στις παραδόσεις των άλλων και το είχε μελετήσει. Το είχε αποκρυπτογραφησει, μεταφράσει από τα κικουγιου στα Αγγλικά και τα Ιταλικά.

Έτσι το ανακάλυψα κι εγώ, το μελέτησα – και κατάφερα να ενσωματώσω πλευρές της ιστορίας μέσα στη δική μου αφήγηση.

Κάπου δηλαδή στα Αινίγματα του Ν γκόρο – καταλαβαίνετε τώρα γιατί είχα γράψει ιστορίες της κολοκύθας είχα απόλυτο δίκιο – οι κάτοικοι ενός χωριού ξαναανακαλύπτουν τους 127 στίχους του μαγικού τους έπους.

Την ίδια τύχη με μένα είχε και ο Γιώργος Σεφέρης. Και αυτός είχε δώσει τον τίτλο Κολόκες στην ποιητική του συλλογή που είχε για θέμα την Κύπρο. Και αυτού ο εκδότης του δεν ήθελε αυτόν τον τίτλο και τον μετονόμασε σε Ημερολόγιο Καταστρώματος. 


.................................................................................................................................................................

Το παραπάνω κείμενο, "Πώς έγραψα τα Αινίγματα του Ν’ γκόρο  -  ημερολόγιο καταστρώματος", δημοσιεύτηκε στο teacherland  στις 17 Νοεμβρίου 2015 και θεωρώ ότι αποτελεί μια αρκετά καλή διαμεσολάβηση για το βιβλίο. Η σελίδα στη βάση Βιβλιονέτ με κάποιες από τις κριτικές που γράφτηκαν είναι εδώ: Τα Αινίγματα του Ν΄γκόρο στη βάση Βιβλιονετ. Δεν γνωρίζω αν το βιβλίο είχε εκδοτική επιτυχία. Μάλλον όχι. Παρουσιάστηκε στην Αθήνα και στη Θεσσαλονίκη και η αίσθηση που είχα ήταν μιας μεγάλης ανταπόκρισης φίλων, φίλων φίλων και ανθρώπων που γνώριζαν ήδη. Δεν έγινε όμως κάτι για να προωθηθεί περισσότερο σε ευρύτερους αναγνωστικούς κύκλους και τώρα, ο εκδότης το έχει αποσύρει και μαθαίνω ότι φίλοι που επιθυμούν να το αγοράσουν δεν μπορούν πια να το βρουν. Ευτυχώς έχω γλιτώσει από την πολτοποίηση αρκετά αντίτυπα, αλλά δεν είναι η αποστολή του συγγραφέως να προσπαθεί να τα διαδώσει σαν περιφερόμενος πλασιέ.
Αποφάσισα λοιπόν να το αφήσω ελεύθερο στο διαδίκτυο για όποιον ενδιαφέρεται να το κατεβάσει και να το διαβάσει.
Αν βεβαίως κάποιος θέλει, μπορεί να επικοινωνήσει μαζί μου και να του στείλω ένα αντίγραφο δωρεάν. Έχω πολλά και θα χαρώ να εξαντληθούν.

Το διαδίκτυο ωστόσο είναι μια κιβωτός και το βιβλίο δεν θα χαθεί έτσι ελπίζω.
Επειδή τα συγγραφικά δικαιώματα είχαν παραχωρηθεί στη φιλανθρωπική οργάνωση των Βρετανών Γιατρών Kenyan Orphan Project, εννοείται ότι όποιος φίλος, αναγνώστης ή μη επιθυμεί, μπορεί να κάνει εκεί μια δωρεά.
Kenyan Orphan project




Tα Αινίγματα του Ν΄γκόρο ελεύθερα σε pdf εδώ:  Τα Αινίγματα του Ν'γκόρο

Τρίτη, 11 Οκτωβρίου 2016

Τα μονοπάτια των τραγουδιών στην Πεποικιλμένη του Αλ. Παπαδιαμάντη





Τα μονοπάτια των τραγουδιών (Songlines)  ή ονειρογραμμές των Αβορίγινων της Αυστραλίας έγιναν στους μη ειδικούς γνωστά από το ομώνυμο βιβλίο του Μπρους Τσάτγουιν και αναφέρονται στον τρόπο που χαράσσουν περπατώντας την καταγωγική τους μυθολογία. Ο τόπος δηλαδή είναι συνδεδεμένος με συγκεκριμένα τραγούδια και ο Αβορίγινας έχει την τάση να περιπλανάται τραγουδώντας το δικό του που τον συνδέει με τον τόπο του. Μύθος καταγωγής, δημιουργίας και ταυτόχρονα χάρτης του χωροχρόνου, του ονειροχρόνου θα λέγαμε. Ο Τσάτγουιν έζησε ένα διάστημα μαζί με τους Αβορίγινες στην Αυστραλία  και προσπάθησε όσο ήταν δυνατόν να τους καταλάβει. Η ιδέα του μονοπατιού του τραγουδιού  είναι μια μεταφορά που επινόησε για να φέρει κοντά τους δυο πολιτισμούς και να κάνει όσο γίνεται πιο κατανοητή στο βιβλίο του και βασίζεται στις λόγιες παραδόσεις της Βρετανικής ποίησης. ( Το βιβλίο ευτυχώς υπάρχει ακόμα και κυκλοφορεί η ελληνική του μετάφραση από τις εκδόσεις Χατζηνικολή)
Ένα μικρό σχετικά μέρος του βιβλίου του Τσάτγουιν είναι αφιερωμένο στην παιδική του ηλικία, στην ποιητική ανθολογία της Βρετανικής ποίησης που μάθαινε να αποστηθίζει με τη θεία του την εποχή του Β΄Παγκοσμίου πολέμου όταν ήταν παιδί, τα μυστικά που κρύβουν τα μονοπάτια στα ποιήματα. Δημιουργούνταν εντός του εξ απαλών ονύχων ένα αρχαϊκό τρόπον τινά υπόβαθρο, μια μυστική επιστήμη, που με τη γλώσσα των μεταφορών και της ποίησης ανασκάπτει και φωτίζει άγνωστες διαδρομές και δημιουργεί χάρτες ακόμα και στους Αντίποδες.
Μύθοι τραγουδιστοί που περπατούνται, ανταλλαγές τραγουδιών ανάμεσα σε περιοχές, ένας πολύτιμος ιερός κόσμος που σχεδόν έχει χαθεί και που η ανθρώπινη προσπάθεια προσέγγισής του συγκινεί και συνεπαίρνει.
Ο ονειροχώρος, ο τόπος που είναι στοιχειωμένος από πνεύματα που τραγουδιώνται δεν είναι μόνο στους Αντίποδες ωστόσο. Προτείνω να διαβαστεί υποψιασμένα η Πεποικιλμένη του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη. Μια ιστορία που με αφορμή τα εννιάμερα από την Κοίμηση της Παναγίας, ο Αλέξανδρος (αφηγητής) που ζει με τις αδελφές του στη Σκιάθο αποφασίζει με ένα φίλο να εκπληρώσει το τάμα του και να περπατήσει μέχρι την Παναγιά την Κεχριά ώστε να ψάλει την Πεποικιλμένη.
Ο φίλος του με άλογο ο Αλέξανδρος με τα πόδια. Ξεκινούν χωριστά και κάποια στιγμή συναντώνται.  

Η διαδρομή είναι μια χαρτογράφηση της Σκιάθου – του Βαραντά το ρέμα, ο Μεγάλος Ανήφορος,  οι Σακαλάροι μέχρι τον Προφήτη Ηλία το πλάτωμα στο οροπέδιο.
Ο τόπος «κροτίζει» λέει ο αφηγητής. Είναι δηλαδή γεμάτος στοιχειά. Μια ιδιότητα του πεδίου των πνευμάτων ενσωματωμένη στον χώρο. Σαν να είναι αντηχείο από όπου θα ακουστούν οι απόκοσμες, θεσπέσιες φωνές που προκαλούν τον τρόμο. Και οι δυο προσκυνητές προχωρούν ψάλλοντας. Ο κυρ Αλέξανδρος την Πεποικιλμένη και ο Κωστής από ότι φαίνεται όσα τροπάρια ξέρει.
Ο αλαφροϊσκιωτος Κωστής ωστόσο «ακούει» τον αντίλαλο. Ο Αλέξανδρος δεν εκροτιζόταν, τουλάχιστον «όχι και τόσο» γιατί έχει στο νου του την Πεποικιλμένη.
Η συνέχεια της διαδρομής είναι μια ακολουθία συγχίσεων, συσκοτισμών, ασάφειας για το δρόμο που μεν Κωστής  δεν γνωρίζει γιατί δεν έχει εκεί δουλειές ο δε Αλέξανδρος έχει λησμονήσει γιατί έχει να πάει εκεί δέκα χρόνια. Όλα έχουν αλλάξει, έχουν μετακινηθεί τα όρια, οι ιδιοκτησίες. Μια σύγχυση όπως τότε με τα Δαιμόνια στο Ρέμα που είχε χαθεί στην παιδική του ηλικία, μια αλληγορία και πάλι όλης του της ζωής όπως όταν έλεγε το Δαντικό «έχει χαθεί δι’ εμέ η ευθεία οδός»
Το κέντρο βάρους της διαδρομής είναι «Η πεποικιλμένη», το πάθος του να την πει, που τον σώζει μέχρι να φτάσει, ένα ξεχείλισμα απώλειας και ένας επανασυντονισμός στο κέντρο.