Δευτέρα, 25 Ιανουαρίου 2016

To σκοτεινόν ζώον στη σπηλιά στη Φόνισσα και η χαμένη αθωότητα του αναγνώστη


Γράφτηκαν πολλά για εκείνη τη φώκια (1) που εθέλχθη από τον ήχον της φλογέρας του Σουραυλή του βοσκού και βγήκε παρά έξω στα ρηχά και "ετέρπετο εις τον ήχον και άρχισε να λικνίζεται στα κύματα" στο «Μυρολόγι της φώκιας» του Αλ. Παπαδιαμάντη. Το ερώτημα ήταν βεβαίως η άφωνη γλώσσα της, το μοιρολόγι που τραγούδησε για τη μικρή πνιγμένη Ακριβούλα του διηγήματος και που κάποιος ψαράς, που γνώριζε τη γλώσσα της είχε μεταφράσει. Νιώθει κανείς ακόμα φρίκη όταν διαβάζει εκείνη την τελευταία φράση –« Κ᾿ ἡ φώκη, καθὼς εἶχεν ἔλθει ἔξω εἰς τὰ ρηχά, ηὗρε τὸ μικρὸν πνιγμένον σῶμα τῆς πτωχῆς Ἀκριβούλας, καὶ ἤρχισε νὰ τὸ περιτριγυρίζῃ καὶ νὰ τὸ μυρολογᾷ, πρὶν ἀρχίσῃ τὸ ἑσπερινὸν δεῖπνόν της.»
Αυτό, μετά μάλιστα από την παρατήρηση που έκανε ο Χριστόφορος Μηλιώνης για τα δάκρια των φωκών (2), ότι δηλαδή όπως γράφει ο Μακρυγιάννης, την παράδοση οι φώκες με τα δάκρυά τους βρέχουν τα σώματα των θυμάτων τους μέχρι να σαπίσουν και να μπορέσουν να τα φάνε. Αμφίσημη η σκηνή σαν την φράση του (ανθρωποφάγου) Χάνιμπαλ Λέκτορ στη Σιωπή των Αμνών του Χάρρις. I have a friend for dinner - Εχω ένα φίλο για δείπνο - που δεν αποκλείει ο φίλος να είναι το δείπνο. Διάβασα προσφάτως μια εισήγηση στα Πρακτικά ενός Παπαδιαμαντικού Συνεδρίου (3) που προσπαθεί να διαλευκάνει αν η φώκια έφαγε ή όχι την Ακριβούλα, αν η Ακριβούλα δηλαδή ήταν το νυχτερινό της δείπνο. Η απάντηση του εισηγητή είναι όχι.
Η αλήθεια είναι ότι χάσαμε εμείς οι αναγνώστες την αθωότητά μας, μετά την παρατήρηση του Μηλιώνη. Κάθε φορά που θα διαβάζω αυτήν την φράση του διηγήματος, νιώθω πια μια φρίκη που δεν απαλύνεται όσα επιχειρήματα περί του αντιθέτου να έχει παραθέσει ο καλός εισηγητής. Για την φώκια κατοικίδιο, για τις καλές σχέσεις φώκιας ανθρώπων από την αρχαιότητα, για την συμπάθεια προς τις φώκιες την εποχή του Παπαδιαμάντη, το ταλαιπωρημένο ζώο που εξανάγκαζαν να κάνει ακροβατικά στα τσίρκα. Μακάρι.
Είδα μάλιστα σε πρόσφατο ταξίδι μου στη Ρόδο, το σκελετό μιας φώκιας που βρέθηκε στο λιμάνι σε τάφο του 1ου αιώνα μ. Χ. μαζί με τα μέλη μιας οικογένειας. Ήταν δηλαδή κατοικίδιο.


Πιστεύω ωστόσο πως όσο και να είναι η φώκια στον Παπαδιαμάντη "ζώο σκοτεινό" - και δεν εννοώ την αγριότητα από τους σκελετούς από φώκιες που βρίσκονταν στη φωλιά του αετού στη Φόνισσα (4) - υπάρχει ήδη από τη Φόνισσα μια σκηνή που αδελφοποιεί την φώκια με την Ακριβούλα και θέτει μια διαφορετική προοπτική στην εμφάνιση του θαλασσίου θηλαστικού, μια κοινή μοίρα, τον θάνατο. Αναφέρομαι στην εμφάνιση μιας άλλης φώκιας, ζωντανής, τον κίνδυνο που προκάλεσε στους ψαράδες και την ρεαλιστικότατη - αιματηρή - περιγραφή της βίας που ασκήθηκε πάνω της, κατά το το τέλος του μυθιστορήματος, εκεί που η Χαδούλα έχει καταφύγει στη σπηλιά με τις δύο εισόδους.
Αφηγούνται, λέει, ότι κάποτε είχε μπει μια βαρκούλα σε εκείνη τη σπηλιά. Ο ένας από τους δυο ναυβάτες ήθελε να ψαρέψει καραβίδες, ο άλλος είχε βγει και είχε ανέβη πιο ψηλά για να μαζέψει κρίταμα. Στην επιστροφή όμως δεν μπορούσαν να βγουν γιατί μια φώκια είχε φράξει το στόμιο. Η βάρκα «εκάθισεν επάνω εις μίαν φώκην ζωντανήν φράττουσαν ακριβώς το πλάτος του στομίου. Το σκοτεινόν ζώον ανεταράσσετο, ήσπαιρεν, η μικρά σκάφη επάλλετο, έτρεμε, και δεν ημπορούσε να υπάγη ούτε εμπρός ούτε οπίσω. Ο ναυβάτης ο εντός της βάρκας εκτύπησε την φώκην μ' ένα πέλεκυν, την αιμάτωσε, το κύμα εκοκκίνησε επ' ολίγον. Η φώκη ήσπαιρεν εν αγωνία. Ο νεαρός αλιεύς κατώρθωσε να σφίγξη τον λαιμόν με μίαν θηλειάν, και καλέσας τον άλλον σύντροφόν του εις βοήθειαν κατώρθωσε τη βοηθεία αυτού, με κίνδυνον να βουλιάξη η φελούκα, ν' ανασύρη επάνω την φώκην.»

Το εμπόδισμα της βάρκας από τη φώκια, προάγγελος ίσως της σκηνής με τη γολέτα στο μυρολόγι της φώκιας, που βολταντζάρει και δεν μπορεί να βγει από το λιμάνι; Κάτι που εμποδίζεται δηλαδή , με βαρύ ψυχολογικό φορτίο; (ένα κείμενο για αυτό το καραβάκι –«…εκείνο το καραβάκι» έχω δημοσιεύσει στο συλλογικό τόμο της ομάδας CRAFT – (5)


Δεν είναι όμως μόνο αυτό. Εδώ νομίζω έχουμε την μεταφορική περιγραφή μιας γέννας. Αν μάλιστα λάβουμε υπόψιν μας την αναλογία σκάφους –παιδιού, μια μεταφορά που υπογραμμίζει ο ίδιος ο Παπαδιαμάντης στη Φόνισσα: "— Δεν έχω.... να μου σκαρώση κανένα πρωιμάδι... αυτή η Στριγλίτσα! είχεν ειπεί. Βλέπετε, την μεταφοράν του ρήματος την ελάμβανεν από το επάγγελμα της συντεχνίας. («Σκαρώνω καράβι» ισοδυναμεί με το «ναυπηγώ ναυν»)" (6) ίσως η αιματηρή έξοδος από την σπηλιάν να είναι παριστάνει μεταφορικά μια δύσκολη γέννα, ίσως έναν ατελέσφορο τοκετό, μια έκτρωση. Η φώκια εμποδίζει τον τοκετό αλλά υφίσταται βία, την τσεκουρώνουν, της σφίγγουν τον λαιμό με την θηλιά. Όπως συμβαίνει και στα κορίτσια που πνίγει η Φόνισσα. Είναι η τελευταία της εικόνα, η τελευταία ανάμνηση που θα έχει η Φραγκογιαννού πριν το θάνατό της. Η φώκια που την εμποδίζει, η Φώκια που ενοχλεί όπως ενοχλούν με την ύπαρξή τους τα κορίτσια, η φώκια που βγαίνει από τη μέση. Η φώκια είναι ο καθρέφτης, το είδωλο των νεκρών κοριτσιών. Μια αδελφοσύνη δηλαδή έχει ήδη αναπτυχθεί από τη Φόνισσα, ανάμεσα σε αυτήν και την νεκρή Ακριβούλα του μελλοντικού διηγήματος. Η φώκια στο τέλος θα τραγουδήσει το αμφίσημο «μυρολόγι»
(2) Χριστόφορος Μηλιώνης, Σημαδιακός κι Αταίριαστος, εκδ. Νεφέλη, 2002
(3) Δημήτρης Βλαχοδήμος, "Η γυναικεία ταυτότητα στο Μυρολόγι της Φώκιας", Γ΄Διεθνές Συνέδριο για τον Παπαδιαμάντη
(4) Πρβλ. «τεράστια κόκκαλα θαλασσίων όφεων, φωκών, καρχαριών και άλλων εναλίων θηρίων, τα οποία είχε ξεφαντώσει κατά καιρούς ο μέγας και κραταιός όρνις των θαλασσών»,
(5)Πόλυ Χατζημανωλάκη, "...Εκείνο το καραβάκι", Craftbook II, Συλλογική έκδοση, Μικρές Εκδόσεις 2015
(6)Εργασία ολοήμερος και κρότος και ωδίνες ως τικτούσης: η μαγική τέχνη της ναυπηγικής στον Παπαδιαμάντη, περιοδικό Φηγός, έκδοση Περιφέρειας Ηπείρου, Β΄Εξάμηνο 2011, τεύχος 31, σελ. 159 - 165

Δευτέρα, 11 Ιανουαρίου 2016

H Mίλενα γράφει μόνο ερωτικές επιστολές: Μίλενα από την Πράγα



«Δεν ξέρω να γράφω. Όλα μου τα γραφτά ήταν μέχρι τώρα ερωτικές επιστολές». Tο έχει πει η Μίλενα Γέσενκα, η "Μίλενα από την Πράγα" που είναι γνωστή στον περισσότερο κόσμο ως η αγαπημένη του Κάφκα μια και έχουν δημοσιευτεί οι επιστολές που της είχε γράψει εκείνος κατά τη διάρκεια της σύντομης σχέσης τους και έχουν μεταφραστεί στις περισσότερες γλώσσες του κόσμου. Ωστόσο, από τα πάνω από χίλια δικά της άρθρα σε σπουδαίες εφημερίδες και περιοδικά της Βιέννης και της Πράγας και τα περίφημα δοκίμιά της «Ο δρόμος της απλότητας», «Η Τέχνη του να είσαι ακίνητος», θέματα της καθημερινότητας, της αστικής ζωής, της εμφάνισης, της διακόσμησης, της αρχιτεκτονικής, της λογοτεχνίας, της τέχνης, ανάλογα με αυτά που έχει καταπιαστεί ο Γουόλτερ Μπένγιαμιν κατά την παραμονή του στο Παρίσι στο ανολοκλήρωτο έργο του για τις Στοές, δεν έχουν μεταφραστεί ούτε καν στα Αγγλικά. 



Αποσπάσματα ωστόσο από κείμενά της, θραύσματα πολύτιμα που πραγματεύονται με εξαιρετική διαύγεια αυτά τα θέματα ώστε να είναι κατανοητά και ευθύβολα - με απλότητα - επομένως ίσως ανάξια λόγου για τη γραμματεία, διαβάζω ενσωματωμένα στη βιογραφίας της που συνέγραψε η συγκρατούμενή της και πολύ αγαπημένη της φίλη Μαργκρέτε Μπούμπερ – Νόυμαν. Συνυπήρξαν μέχρι το θάνατο της Μίλενα έγκλειστες στο στρατόπεδο συγκέντρωσης Ράβενσνπρουκ. Εκεί την είχε κλείσει η Γκεστάπο για την αντιστασιασκή της δράδη – φυγάδευε αντι ναζί και Εβραίους μετά την εισβολή της Γερμανίας στην Τσεχοσλοβακία και είχε αντιμετωπίσει πλειστάκις με την πένα της, ανάλαφρα και με πολύ λεπτή ειρωνεία την ναζιστική ιδεολογία. Το βιβλίο κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Κίχλη και τις εκδόσεις τα Πράγματα σε μετάφραση Τούλας Σιεττή και επιμέλεια και επίμετρο Αδριανής Δημακοπούλου. Θα επανέλθω μετά το τέλος της ανάγνωσης με ένα μεγαλύτερο κείμενο, στα Ημερολόγια Αναγνώσεων, οπωσδήποτε.



«Όλα μου τα γραφτά ήταν μέχρι τώρα ερωτικές επιστολές», μιλά απαξιωτικά για τον εαυτό της και τούτο για να παροτρύνει τη φίλη της να γράψουν μαζί έναν απολογισμό, μια αφήγηση για το τι συνέβη στα στρατόπεδα αυτά του θανάτου. Εκείνη δεν πρόλαβε. Η Μπούμπερ έγραψε το βιβλίο. 
Η Μπούμπερ πριν τους Ναζί ήταν έγκλειστη στο στρατόπεδο της Γκαρακάντα, στο Καζακσταν επί Στάλιν.

Δεν υπάρχει μεγαλύτερο εχέγγυο, ωστόσο για τον αναγνώστη, δεν υπάρχει μεγαλύτερη φροντίδα και τιμή για αυτόν, από το να διαβάζει α μια γραφή που αφοσιώνεται με πάθος, με έρωτα σε ότι καταπιάνεται, εις τρόπον ώστε κάθε γραφτό να είναι ερωτική επιστολή


Πόλυ Χατζημανωλάκη, 11.01.2015

Παρασκευή, 8 Ιανουαρίου 2016

Έτσι βλέπω εγώ τη Μέλπω (το πέρασμα ενός ανθρώπου)




Εγώ που δεν έχω δει τη Μέλπω παρά μόνο σε φωτογραφίες,  την σκέπτομαι και την φαντάζομαι με τα μάτια των άλλων. Αναπλάθω με νου μου μια αξόδευτη πίκρα, μια μετάνοια μοιρασμένη αυτού που δεν την βοήθησε – την σηκώνω κι εγώ -  ένα θυμό ή μια λατρεία και άλλοτε πάλι μια αφοπλιστική σκληρότητα. Αυτό το τελευταίο στις αναμνήσεις ενός κοριτσιού που έγινε αργότερα συγγραφέας και πρόλαβε να τη δει στην ακμή της, δεν είχε λόγο δηλαδή να δει την φθορά, να λυπηθεί ή να νιώσει μια ανημπόρια εσωτερική όπως όταν δεν μπορείς να βοηθήσεις δικό σου άνθρωπο, όταν σε ξενίζει πια  η απώλεια της μνήμης ή ακόμα όταν τον βλέπεις νεκρό.
Φανταζόμουν τη φωνή της  πάντα αριστοκρατική και ελαφρά βραχνή. Μια βεβαιότητα. Την άκουσα – ποιος να το πίστευε – σε μια μαγνητοσκοπημένη εκπομπή των γαλλικών επικαίρων, μια συνάντηση συγγραφέων για την Ειρήνη και ήταν όπως την φανταζόμουν. Βαθειά, όχι και τόσο βραχνή όμως. Ο λόγος της στα γαλλικά,  με την χαρακτηριστική προφορά που έχουν οι κοπέλες που έχουν πάει στις καλόγριες. Ασκούν μια επιρροή στην άλλη γλώσσα στην προφορά φαίνεται αυτό που είναι χαρακτηριστική, φραγκολεβαντίνικη θα μπορούσα να πω.  Καμία υποχώρηση δηλαδή, όσα χρόνια και να έχει ζήσει στην Γαλλία να απαρνηθεί τον τρόπο που της δίδαξαν οι δασκάλες της στην Τήνο. Εκεί σε πάει, στην Τήνο δηλαδή το ηχόχρωμα, παρά την σκληράδα και την πολιτική χροιά, να φανερώσει στην οικουμένη τα εξοπλιστικά σχέδια των Αμερικάνων στην Ελλάδα, στις αρχές του Ψυχρού πολέμου. Εκεί σε πάει, με την Φιλομήλα, την τραγική κοπέλα με τα βρεγμένα σεντόνια σαν φτερά , που τη βασάνιζαν – τι παιδαγωγική και αυτή -  στις «Δύσκολες Νύχτες» επειδή κατουριόταν το βράδυ. Της κρεμούσαν το τεκμήριο, τα βρεγμένα σεντόνια  στην πλάτη να περιφέρεται τρελαμένη από τον εξευτελισμό για να το σταματήσει. Κορίτσι άγγελος – κορίτσι πουλί – την σκεφτόμουν και την Μέλπω που την συμπόναγε και το μαρτύρησε αυτό το βασανιστήριο στις σελίδες του βιβλίου της. Άγγελος και πουλί η ίδια ζει ανάμεσα στους Αγγέλους. Έτσι σαν πουλί, την περιέγραψε στο φέρετρο ο Μάρκος Μέσκος που ήταν παρών στην κηδεία της:  «Πρόσωπο λευκό, μεγάλη μύτη, τα χέρια στο στήθος, μια φοβερή σημαία το παρουσιαστικό της (από ανθρώπινο μέταλλο όχι από μάρμαρο), πουλί που έκλεισε τα φτερά του, τέλος του ταξιδιού μα πάει ακόμα...». Σε εκείνο το κείμενο ο ποιητής συνθηματικά κατέγραψε έναν έναν όσους ήρθαν, όσους δεν ήρθαν – πόσοι τότε μόνο εμφανίστηκαν και όχι όταν τους είχε ανάγκη σε απόλυτη ένδεια εκεί που έλπιζε πως ίσως με την ίδρυση της εταιρίας συγγραφέων θα μπορούσε να εξασφαλίσει μια σύνταξη. Δεν είχε καταλάβει. Απεγνωσμένες οι επιστολές στον αδελφό της Πανάγο, να παρακαλεί για τα στοιχειώδη.


Τα φτερά κλειστά και αυτή η μεγάλη μύτη ράμφος.  Ξαπλωμένη ή όρθια. Αυτή είναι και η εικόνα που δίνει η Άλκη Ζέη στο «Με μολύβι φάμπερ νούμερο δύο», όταν μικρή εκείνη, την εποχή της Κατοχής ανοίγει την πόρτα και συναντά μια γυναίκα: «ένα σκιάχτρο! Μια γυναίκα! Η ασχημότερη ίσως γυναίκα που είχαμε δει. Ψηλή, ξερακιανή, με μια τεράστια μύτη, θαρρείς και την είχε κολλήσει για να μασκαρευτεί. Φορούσε ένα χοντρό αντρικό παλτό κι είχε κρεμασμένο στον ώμο της ένα τεράστιο ταγάρι χιλιοταλαιπωρημένο που από μέσα περίσσευαν βελόνες του πλεξίματος.
-Τι χαζέψατε, μας λέει με μια φωνή βαριά, σχεδόν αντρική. Φωνάξτε τη μάνα σας, έφερα τ᾽ αυγά.» αυτή είναι η μαρτυρία της για την Μέλπω. Η φωνή βαριά σχεδόν αντρική – δεν ταιριάζει φυσικά με αυτήν όπως την έχω ακούσει στα επίκαιρα. Το παλτό βεβαίως  μια σύμπτωση– με ένα παλτό την είχε δει Ιούλιο μήνα ο πατριώτης της ο Παναγιώτης Κουσαθανάς, όταν είχε κατέβει στη Μύκονο, εκείνος ήταν μαθητής Γυμνασίου, γύρω στα 1970 που είχε εκείνη επιστρέψει στην Ελλάδα. Ένα παλτό με ένα λεκέ και ξηλωμένο λίγο το στρίφωμα. Αυτά  στο διήγημά του «το λίκνο της Χρυσαλλίδας», και καταπίνει τον πόνο του γιατί δεν μπορεί να τη βοηθήσει. Το παλτό πάντα, και στο «Ρεπυμπλίκ – Βαστίλλη» που μιλά για τους Γάλλους και τα παλτά που τα φορούν ακόμα και τον Ιούλιο – το θυμάται αυτό γιατί είναι η Εθνική τους Γιορτή – 14 Ιουλίου και λέει πως αυτοί δεν μαζεύουνε τα καλοκαιρινά και τα χειμωνιάτικα. Έχουν μια ντουλάπα με όλα τα ρούχα τους μαζί, «κοιτούν έξω τι καιρό κάνει και φορούν αναλόγως ό, τι χρειάζεται, ίσως και γούνα και παλτό τον Ιούλιο.» 


Πώς το φέρνει η τύχη και η Μέλπω σύνδεσε την εικόνα της με ένα παλτό. Τι πιο συγγραφικό, όπως το έχει πει κι ο Ντοστογιέφσκι, όλοι προερχόμαστε λέει από ένα παλτό, το παλτό του Γκόγκολ.

Την μπερδεύω  τη Μέλπω με άλλη γυναίκα με μορφή άγριου πουλιού, στο ίδιο βιβλίο, άσχημη και αυτή που χτυπά την πόρτα του σπιτιού. Με μαύρα σγουρά μαλλιά με όμορφο χαμόγελο που στο ταγάρι της αντί για βελόνες πλεξίματος έχει ένα φλάουτο. Και θα λες ότι σου κάνει μαθήματα φλάουτου, λέει η μάνα της στην μικρή Άλκη. 

Ενώ το ξέρω πως δεν είναι αυτή, έτσι θέλω να την σκέφτομαι. Με το φλάουτο:  «Σήμερα περιμένω ένα σουβριάλι ασημένιο» 


Πόλυ Χατζημανωλάκη

Πρώτη Δημοσίευση: Περιοδικό Οροπέδιο Τεύχος 15, καλοκαίρι 2015, Σελίδες για τη Μέλπω Αξιώτη

Κυριακή, 3 Ιανουαρίου 2016

Κι εγώ σοκάκι είμαι - μεταφράζοντας Edward Thomas υπέρ αναμνήσεως Αλ. Παπαδιαμάντη


To ημερολόγιο του Edward Thomas ανοιχτό στην τελευταία εγγραφή Απρ. 1917
Ο Edward Thomas ήταν ένας Βρετανός ποιητής που σκοτώθηκε στην Γαλλική πόλη Arras στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Ήταν σπουδαίος πεζοπόρος και ίσως με τις διαδρομές του προσπαθούσε να αντιμετωπίσει μια κατάθλιψη. Πολλά μπορεί να σκεφτεί κανείς και να συσχετίσει για τους ποιητές που περπατούν.
Όπως ο Όσιπ Μάντελσταμ, για παράδειγμα, που συνέθετε τα ποιήματά του βαδίζοντας.
Υπέρ αναμνήσεως του Κυρ Αλέξανδρου σήμερα, δοκίμασα όπως μπορούσα να μεταφράσω το ποίημα του Thomas, Lights Out; να σβήσουν τα φώτα, Συσκότιση, όπου φτάνοντας στην άκρη του Ύπνου (ή του θανάτου στην πραγματικότητα μια και το ποίημα αυτό ήταν το τελευταίο που έγραψε πριν σκοτωθεί), χάνονται τα όρια και μπερδεύονται τα μονοπάτια.
Χειρόγραφα του Αλ. Παπαδιαμάντη από το γραφείο του στο Μουσείο Παπαδιαμάντη


Για τον Κυρ Αλέξανδρο λοιπόν αυτό το ποίημα, που είχε πει κάποτε ότι είχε χαθεί για αυτόν η ευθεία οδός, σαν νεαρός αφηγητής στα Δαιμόνια στο Ρέμα ή "κι εγώ σοκάκι είμαι, ζωντανό σοκάκι" στον
Έρωτα στα χιόνια, σαν μπαρμπα Γιαννιός που ξαπλώνει στο χιόνι να κοιμηθεί για πάντα.


Συσκότιση
Έφτασα στα όρια του ύπνου
Το αβυθομέτρητο
Δάσος όπου όλοι χάνουν
Το δρόμο τους, όσο ευθύ
ή με γυρίσματα, αργά ή γρήγορα
δεν μπορούν να διαλέξουν
Όλοι οι δρόμοι και τα μονοπάτια
Που από το πρώτο χάραγμα της αυγής
Μέχρι το χείλος του δάσους
Ξεγελούσαν τους ταξιδιώτες
Τώρα θολώνουν
Και μέσα τους αυτοί βυθίζονται.
Εδώ τελειώνει η αγάπη
Η απελπισία, τελειώνει η φιλοδοξία
Κάθε χαρά και κάθε βάσανο
Όσο γλυκό ή πικρό
Εδώ τελειώνει σε έναν ύπνο τόσο πιο γλυκό
όσο πιο ευγενική ήταν η αποστολή
Δεν υπάρχει κανένα βιβλίο
Ούτε πρόσωπο με αγαπημένη θωριά
Που δεν θα άφηνα τώρα
Για να στραφώ προς στο άγνωστο
Πρέπει να μπω και να φύγω μόνος
Δεν ξέρω πως.
Το ψηλό δάσος πυργώνεται
Τα συννεφιασμένα φυλλώματα χαμηλώνουν
Μπροστά απλωσιά την απλωσιά
Ακούω τη σιωπή του και υπακούω
Ότι πρέπει να χάσω το δρόμο μου
Και τον εαυτό μου
Edward Thomas (1878 - 1917), Lights Out
Μετάφραση Πόλυ Χατζημανωλάκη Ιανουάριος 2015



Κυριακή, 18 Οκτωβρίου 2015

Εισέρχομαι στην ανάγνωση με όλες μου τις ιδιότητες*. "Έρημος όπως έρωτας" της Έφης Καλογεροπούλου




Είμαι ευτυχής και ευχαριστώ πολύ για την τιμή που μου έκανε η Έφη Καλογεροπούλου, να με περιλάβει στο εκλεκτό πάνελ, απόψε που παρουσιάζουμε την τέταρτη ποιητική συλλογή της, το «Έρημος όπως έρωτας». Θέλω να δηλώσω πως με ρώτησε – τι να δηλώσουμε, τι να γράψουμε δίπλα στην ιδιότητα τη δική μου στην πρόσκληση για την εκδήλωση – της είπα λοιπόν εγώ αυτό που γράφει τώρα, λογοτέχνης δοκιμιογράφος ή κάπως έτσι και συμπληρώνει. Να μη βάλουμε το φυσικός; Ω όχι της λέω, έχει παρέλθει καιρός, δεν θέλω να γράφω αυτήν την ιδιότητα…

Το σκεφτόμουν όμως. Μια ποιητική συλλογή, μια ανάγνωση είναι πάντα αφορμή να συμβούν αναταράξεις, υπαρξιακές ανακατατάξεις εντός. Έτσι λοιπόν σκεφτόμουν ότι όντως – ανεξάρτητα βεβαίως με το τι γράφουμε δίπλα στο όνομά μας – ερχόμαστε στην ανάγνωση με όλους μας τους εαυτούς. Εν προκειμένω και για τον εαυτό μου μιλώ και με την ιδιότητα του φυσικού. Μετά λόγου γνώσεως το λέω αυτό και αναφέρομαι σε όλες τις αναγνώσεις που κάνει κάποιος και εδώ που μιλάμε για την Έφη, είναι για την τέταρτη ποιητική της συλλογή είναι και για την τρίτη – εδώ γνωριστήκαμε, εδώ συναντηθήκαμε στον κυβερνοχώρο – στον χώρο των αναρτήσεων, των κειμένων, των ποιημάτων, των ψεύτικων ταυτοτήτων έτσι Άμμος ήταν η πρώτη της συλλογή που διάβασα εγώ και θυμάμαι ότι σκέφτηκα τότε κλεψύδρα, ρευστότητα, απώλεια, χρόνος, έρημος όπως έρωτας… έτσι αν εκείνη λέει για αυτήν εδώ τη συλλογή σε σχέση με την προηγούμενη «καμία σχέση» - είναι το ίδιο με εμένα που λέω φυσικός – καμία σχέση…


Καταλαβαίνω ωστόσο αυτό που ήθελε να πει. Η άμμος, ο κατακερματισμός – η υδραργυρική ρευστότητα από τη μια –  από την άλλη η έρημος, η άμμος που δεν αναφέρεται αλλά υπονοείται, το αχανές, η έλλειψη προσανατολισμού, ο αχανής ορίζοντας, η ερήμωση – στην έρημο, ο έρωτας μα υπάρχει μεγαλύτερη ερήμωση από τον έρωτα;

Έρημος το τοπίο που επαναλαμβάνει τον εαυτό του – που δεν σε αφήνει να βρεις μια αναφορά, ένα σταθερό σημείο μόνο ο ουρανός μόνο τα άστρα  – έρημος η δίψα, η μοναξιά και έχω αυτό στο νου μου την ώρα που διαβάζω –

Μέχρι που

Ο δρόμος χάνεται
Δεν υπάρχει δρόμος
Δεν υπάρχει κανείς
Μόνο αέρας

Διαβάζω ανάποδα, από πίσω προς τα εμπρός, το πρώτο ποίημα της συλλογής

Είναι ένα καρότσι
Οι ρόδες του υπόσχονται αιώνια φυγή
(ο μπροστινός τροχός τρίζει/τον σπρώχνω σταθερά)



Είναι ένα καρότσι – εκεί λένε, σε ένα καρότσι έγραψε ένα βιβλίο ο Γουίλλιαμ Φώκνερ – όταν διαβάζω καρότσι είναι δρόμος, είναι αράδα, είναι γραφή – που σβήνεται ίσως στην άμμο – είναι αμάξι – είναι η άμαξα η μεγάλη άρκτος – ο μόνος προσανατολισμός στην έρημο όπως είπαμε στην αρχή…
σταθερά – γράφει τον σπρώχνω σταθερά
Αλλά έχω την αίσθηση πως αυτό το συνθετικό ποίημα, αυτή η ποιητική σύνθεση προσπαθεί να σπάσει κάθε σύνδεσμο σταθερότητας. Ο ποιητής θέλει να με αποπροσανατολίσει….

Ξεκλειδώνει τα υπόγεια
Ξηλώνει πατώματα αυτή  η νύχτα
Το δάπεδο βουλιάζει
Οι τοίχοι τρέμουν
Οι αρμοί της σκάλας λύνονται
Η στέγη υποχωρεί
Τα γείσα πέφτουν

Θέλει να δημιουργήσει αστάθεια, ίλιγγο

Χιλιάδες μυρμήγκια γλιστράνε σε πάγο
Η ανεξάντλητη σιγουριά του άσπρου

Ή πιο πριν

Στην παγωμένη επιφάνεια του καθρέφτη
Ανύποπτη
Δίχως κουπί  
Δίχως σκαρί
Ταξιδεύει

Μια μυητική διαδρομή λοιπόν, μια λαβυρινθική πορεία, που αντί να γίνεται ένδον, αντί να γίνεται με καταβύθιση σε σπηλιές, στο άντρο του Μινωταύρου γίνεται στο αχανές, στο έξω.

Ποιες οι δικές μου αποσκευές για να βαδίσω στην Έρημο;

 - Νυκτερινή Πτήση – Γη των ανθρώπων του Σαιντ Εξυπερύ – εκεί συνάντησα άλλη μια φορά την έρημο
-Τσάι στη Σαχάρα του Μάικλ Οντάντζε – μια διαδρομή που δεν θυμάμαι πια – με μια μαγική όαση στο κέντρο, μια μυθική Ζερζούρα
- Και φυσικά τις φοβερές μεταφορές για την έρημο από τον Άγγλο Ασθενή – νομίζω εκεί είναι που γράφει κάπου η έρημος μοιάζει σαν στόμα σκύλου…
Στις αποσκευές μου και τα οράματα της ερήμου – οι πειρασμοί του Αγίου Αντωνίου, τα τέρατα, οι δαίμονες της ερημιάς – συναντήσεις του περίεργου αναγνώστη, που ιερόσυλα διαβάζει τις μαρτυρίες των γραφών…

Ο λαβύρινθος μια διαδρομή ολισθηρή, επικίνδυνη, που στις περισσότερες περιπτώσεις οδηγεί στην απώλεια – γι΄αυτό φημίζεται – οι πολλοί που χάνονται. Πολύτιμος όμως για τον ένα, τον κεντρικό ήρωα, τον αφηγητή που θα τον διαβεί. Θα φτάσει στο κέντρο και θα ξαναβγεί. Η ανθρωποποίηση, η εκπλήρωση της κάθε αποστολής, η Οδύσσεια par excellence – όλα έγιναν για να περάσουμε μέσα από αυτά. Για να διασχίσεις την έρημο έγιναν.


Δεν θυμάται
Γιατί δεν θέλει να θυμάται
Βαζίζει διαρκώς
Να διασχίσεις την έρημο, έλεγε, αυτό έχει σημασία
Και συνέχιζε
Ανάμεσα στο πλήθος
Να διασχίσεις την έρημο, έλεγε

Να διασχίσεις την έρημο, αυτό έχει σημασία.



Και μετά έρχονται τα οράματα – οι πειρασμοί του Αγίου Αντωνίου που είπαμε στην αρχή. Οι εφιάλτες της ερήμου
Σχήματα ζωομορφικά – δέρμα φιδιού, σώμα χωρίς πόδια, άνθρωπος από νερό – το υλικό, η υφή της ύπαρξης – το χαρτί, το χιόνι το νερό –

είδε σκύλους στο αίμα του αδέσποτους
Ελάφια να διασχίζουν το κορμί του
Κυνηγούς ακροβολισμένους
Στις τέσσερις γωνίες του ορίζοντα
Φωνές μικρών παιδιών στα χέρια του



Η συγκέντρωση στον εαυτό – το σταθερό σημείο στην έρημο – εισπνοή – εκπνοή

Και κυρίως το βλέμμα, το μάτι. Μια συγκέντρωση στην ακρίβεια της όρασης. Στη συρρίκνωση, συσπείρωση που βλέπει

Τα μάτια είναι του χρόνου τα παράθυρα
Τι βλέπεις
Τίποτα για τίποτα

Τι συλλέγει το βλέμμα; Το βλέμμα κυνηγός –
Θήραμα και θηρευτής κοιτάζονται
Οι κόρες των ματιών διαστέλλονται

Ο αμοιβαίος φόβος – το μάτι που ανοιγοκλείνει  - το  βλέφαρο – το κλείστρο της μηχανής

Τι σημαίνει το βλέμμα;
Τι υπάρχει μέσα από το βλέμμα;

Η ακρίβεια ωρολογοποιού
Η εστίαση –
Το ρολόι ο χρόνος – η χρονικότητα του βλέμματος –
Τα μάτια είναι του χρόνου τα παράθυρα
Η συνέχεια το μετείκασμα
Ο κινηματογράφος…

Ο θάνατος
Μέσα από το βλέμμα ύλη
Ύλη σιωπής

Μια σπουδή – μια ασπρόμαυρη φαντασμαγορία που θα αποδόσει μια επαναδημιουργία του κόσμου – και δεν μιλώ για το κοσμικό αυγό και τα ορφικά βεβαίως – αλλά την εστίαση στο θάνατο, το μετείκασμα, τον κινηματογράφο, την κατοίκηση στο όνειρο μέσα από την εναλλαγή του φωτός και του σκότους…
τη μνήμη
Το τι είναι θεός
Ο ποιητής είναι ένας δημιουργός θεός – που δημιουργεί τον κόσμο και τον χρόνο , τη μνήμη τη λήθη - ονειρευόμενος.

Η κυριαρχία του άδειου
Του ακίνητου στο χρόνο
Το ανίκητο του χρόνου
Τα μάτια είναι

           
Μια δημιουργία – ύπνος όνειρο, λήθη, μάτι καθρέφτης – συνείδηση – χρόνος – μάτι χρόνος

Οι Ώρες πετούν
Από το μανίκι του Θεού ξεχύνονται λευκά πουλιά

Οι Ώρες μοναχικοί του Απείρου ακροβάτες
Και ο Χρόνος κλόουν τρελός παλιάτσος
Του Ουρανού διασκεδαστής
Αυτάρεσκα υποκλίνεται
Και στο κοσμικό αυγό ξαναμπαίνει…

Η Ορφική δημιουργία, η αντιστρεπτότητα – η ταινία του Βερτόφ ο άνθρωπος με την κινηματογραφική μηχανή –
Το μανιφέστο Κινηματογράφος – μάτι πιστεύω πνευματική οφειλή
Εκεί η σκηνή με το ανάποδο αυγό που μαζεύεται στην ταινία του
Έτσι και αυτάρεσκα υποκλίνεται και στο κοσμικό αυγό ξαναμπαίνει
την ίδια σκηνή από την ταινία του Βερτόφ περιγράφει και Κώστας Μαυρουδής στις τέσσερις εποχές  με το ποίημα «Επιστρεψιμότητα»…


Εκεί που φαντάζεται πως ίσως είναι δυνατόν να συμβεί όταν γράφει:

«από το ναό βγαίνει το ζεύγος Στάντλερ
επαναλαμβάνοντας ανάστροφα την πρωινή πορεία από το
σπίτι.

Πρωινό στην κουζίνα.
Το γάλα πλάγιος πίδακας, επιστρέφει στη φιάλη του, τα δημητριακά επιστρέφουν στη συσκευασία της Νεστλέ.
Με τις πιζάμες του ο σύζυγος
Βαδίζει ανάποδα προς το κρεβάτι
[…]»
Και παρακάτω:
«όπως συμβαίνει (αν θυμάστε) στην ταινία του Βερτόφ
ο χρόνος κινείται αντίστροφα,
το ψωμί επιστρέφει στο αλεύρι…»

Εδώ είναι που κι εγώ έπρεπε αν είχα πει φυσικός – να μην το κρύβω – όταν στις σπουδές μου παιδευόμουν να βρω τις πρώτες αρχές της εντροπίας – την μη αντιστρεπτότητα – δεν μπορούσα να μην σχολιάσω με αυτόν τον τρόπο την πνευματική αυτή οφειλή της Έφης. Σπουδές σκηνοθεσίας  - σπουδές φυσικής – την στοιχειώνει η επιστρεψιμότητα – η μη επιστρεψιμότητα….

Δεν θα σας κουράσω άλλο. Δεν θα επαναλάβω την ανάγνωση. Δεν θα χαράξω ένα χάρτη της ερήμου – σαν αυτούς που σχεδίαζε η Γερτρούδη Μπελ – μια αναφορά πάλι στον Άγγλο Ασθενή.  Η ποιητική συλλογή – το συνθετικό ποίημα – είναι καλύτερα αυτό που πρέπει ο αναγνώστης να διασχίσει. Είναι μια έρημος που τον καλεί μέσα της να χαθεί και να αναδυθεί στο δικό του χρόνο, έχοντας περάσει αυτές ή άλλες δοκιμασίες. Αυτές από τον δικό του βυθό των ακαταλήπτων πραγμάτων που λέει ο Παπαδιαμάντης.
Μια αναγέννηση, μια αναδημιουργία στις παρυφές του λαβυρίνθου

Αναγέννηση – μοίρα και θάνατος και γέννηση μαζί

Όλες οι λέξεις
Θραύσματα και ύλη
Μαγικοί λαβύρινθοι
Που κρύβονται στα πλήκτρα

Εκεί στα πλήκτρα είναι οι λαβύρινθοι, εκεί είναι η έρημος…

Εύχομαι από καρδιάς στην Έφη καλή συνέχεια, όμορφα ταξίδια. Να διαβαστεί να αγαπηθεί αυτή η νέα της συλλογή και να έχει την αναγνώριση που της αξίζει…

Πόλυ Χατζημανωλάκη

*To κείμενό της εισήγησής μου, στην εκδήλωση για την ποιητική συλλογή της Έφης Καλογεροπούλου «Έρημος όπως έρωτας», βιβλιοθήκη Βολανάκη, Σάββατο 20 Ιουνίου



@ info
Έφη Καλογεροπούλου
Eρημος όπως έρωτας,
Δίγλωσση έκδοση. Μετάφραση στα Αγγλικά Γιάννης Γκούμας
Εκδόσεις Μετρονόμος, σειρά Ποιείν
Σελ. 72

Τιμή € 8,52

Κυριακή, 4 Οκτωβρίου 2015

Ο Δον Κιχώτης στο κλουβί του.



Το διάβασα αργά το σπουδαίο έργο του Θερβάντες. Ίσως παιδάκι με τους φίλους μου που κράταγαν σπαθιά, σβούρες με σπάγκο και άγρια περίστροφα με καψούλι να απαντήσαμε την ιστορία με τους ανεμόμυλους σε μια διασκευή. Και τον χοντρομπαλά τον Σάντσο.
Στο μεσοστράτι της ζωής όμως τα πράγματα είναι αλλιώς. Εκεί σκύβεις το κεφάλι στην τελική αποκήρυξη της ιπποσύνης στο νεκρικό κρεβάτι – σαν το σταυροκόπημα του Λόρδου Μάρτσμεην στην επιστροφή στο Μπράιτσχεντ – μια δήλωση μετανοίας, σαν τόσους άλλους – γιατί αυτή η ταπείνωση να σε περιμένει στο τέλος; Μεγάλη πίκρα αλλά κυρίως η διαπόμπευση στο κλουβί, σαν ψωριασμένη τίγρη, σαν άρρωστο λιοντάρι τσίρκου που το πάνε, τι άθλια περιφορά – Επιτάφιος που δεν αντέχω να τον βλέπω. Προσκυνώ. Εσύ σεμνός, με την αξιοπρέπεια της ευγενείας σου το επιτρέπεις.
Αφήνεις έναν συγγραφέα με σκοτεινούς σκοπούς να σε διαβάλλει. Εσύ την πορφύραν εκείνος τον κάλαμον – ας είναι.

4 Oκτωβρίου 2015

(Αναγνώσεις του Δον Κιχώτη)

Σάββατο, 26 Σεπτεμβρίου 2015

Συναντήσεις και εκλεκτικές συγγένειες: Από την Έμιλυ Ντίκινσον, την Βιρτζίνια Γουλφ, τον Μπόρχες και τον Sebald – η χιαστί δομή του κόσμου και το Μαγικό Μουσείο του Τόμας Μπράουν






Προσπαθώ να συντονίσω τη σκέψη μου με τη δύναμη των δακτύλων σε ένα κακό πληκτρολόγιο. Το πληκτρολόγιο του  παλιού μου λαπ τοπ θέλει μεγάλη πίεση για να ανταποκριθεί στο γράμμα «Ν» κεφαλαίο ή πεζό. Αυτό είναι σαν να έπαθε το γράψιμό μου λόξυγγα, αν πρέπει να σταματώ για να πιέζω «ν» πολλές φορές μέχρι να εμφανιστεί. Δεν ήξερα πόσο συχνά πατάμε «ν» στη γλώσσα μας. Πήγα σε έναν άλλο υπολογιστή που έχουμε στο σπίτι, και ώσπου να το συνηθίσω, παιδεύομαι με τη δύναμη. Πρέπει να σηκώνω πιο ψηλά τα δάχτυλα, και να χτυπώ σαν σφυράκια με δύναμη. Μια δοκιμασία μέχρι να το συνηθίσω, αν συμβεί αυτό ποτέ.
Δεν γράφω λοιπόν πολύ το τελευταίο διάστημα, δεν μπορώ να επιστρέψω εύκολα στο χειρόγραφο, συνειδητοποίησα ότι μου είναι πια πολύ δύσκολο να κάνω σύνθεση εκεί έτσι που έχω συνηθίσει να σβήνω. Πρέπει να αντιγράφω κάθε φράση από την αρχή γιατί από τις πολλές διορθώσεις δεν διαβάζεται το κείμενο. Ούτε και προλαβαίνω να γράφω ευανάγνωστα με το ρυθμό που σκέφτομαι. Η αράδα αρχίζει και γίνεται σκέτος κυματισμός. 


Αποφάσισα ωστόσο να προσπαθήσω, λένε πως έτσι συνηθίζεις τα πολυεστιακά γυαλιά – φορώντας τα- τα ακουστικά αν χρειαστεί – φορώντας τα, και τα περίεργα πληκτρολόγια γράφοντας, πώς αλλιώς…
Αφορμή μια όμορφη συνάντηση στο διαδίκτυο, μια γνωριμία με τον Ρομπέρτο Καλάσσο, τον Ιταλό εκδότη των εκδόσεων Adelphi, περισσότερο γνωστό όμως στην Ελλάδα για το βιβλίο του «Οι γάμοι του Κάδμου και της Αρμονίας» που κυκλοφόρησαν πάλι από τις εκδόσεις Καστανιώτη – εγώ το έχω διαβάσει από την μετάφραση του Γιώργου Κασαπίδη πάλι από τις εκδόσεις Γνώση. Ένα αριστουργηματικό βιβλίο – το έχω διαβάσει τρεις φορές – μια επανααφήγηση της Ελληνικής Μυθολογίας με ένα στοχαστικό και πρωτότυπο τρόπο… Δεν ξέρω αν είχε στη χώρα μας εκδοτική επιτυχία, γιατί το θυμάμαι στην Πρωτοπορία στις προσφορές σε σκοτωμένη τιμή. Για να έχει επανεκδοθεί όμως από τον Καστανιώτη, φαίνεται κάποιος λόγος θα υπήρχε, αναμφίβολα θα το έχουν αναζητήσει οι αναγνώστες. Εγώ με θυμάμαι να το χαρίζω πολλές φορές σε καινούργιους φίλους μέχρι που σταμάτησα να το βρίσκω.
Μακρηγορώ όμως, γιατί ο λόγος αυτού του μικρού σημειώματος είναι πως ο Καλάσσο, μια από τις παλιές μου αγάπες, αγάπες της νεότητος, βρέθηκε ιδιαίτερα κοντά, με τον W. G. Sebald, τον Γερμανό καθηγητή συγκριτικής λογοτεχνίας που αυτοεξορίστηκε από την πατρίδα του καιαποφάσισε να ζήσει στο Νόριτς της Ανατολικής Αγγλίας διδάσκοντας στο Πανεπιστήμιο και αποφασίζοντας σε μεγάλη ηλικία να μπει στην καθεαυτό λογοτεχνία, δημιουργώντας μια «σχολή» από μόνος του, με τα λογοτεχνικά, οδοιπορικά, περισκοπικά του ημερολόγια και τις φωτογραφίες που τα συνοδεύουν. Δυστυχώς η λογοτεχνική του πορεία διακόπηκε πολύ νωρίς, το 2005 όταν έχασε τη ζωή του σε ένα αυτοκινητιστικό δυστύχημα, μόλις στα 56 του χρόνια. Η πυκνότητα ωστόσο του έργου του, δίνει αφορμή για πολλαπλές αναγνώσεις, για ιχνηλασίες, για κινηματογραφικές ταινίες, για φωτογραφήσεις, για άλλα κείμενα, οδοιπορικά λογοτεχνικά και μη, ιστολόγια με το όνομά του, έχει ανθρώπους που τον αγαπούν – και εγώ είμαι μέσα σε αυτούς με κάποια κείμενα στις Πινακίδες από κερί που άρχισα να γράφω αυτό το καλοκαίρι. 


Άρχισα να ξαναδιαβάζω τον
Sheldrake, των μορφικών πεδίων επειδή αρέσει στον Sebald, άρχισα να περπατώ περισσότερο, να αποδέχομαι τις ματαιώσεις του ελληνικού αστικού τοπίου, να αμφισβητώ τις φωτογραφίες μου – να αποδέχομαι την πεζή μου ποιητική και άλλα πολλά που ίσως ακόμη του οφείλω.
Αυτό που όμως θα ήθελα απόψε να πω, είναι πως στις σελίδες του γνώρισα τον Τόμας Μπράουν, τον Βρετανό λόγιο και γιατρό  του 17ου αιώνια που έζησε και αυτός στην Ανατολική Αγγλία, στην ίδια πόλη με τον Sebald, θεωρείται ο Βρετανός  Montaigne και του αφιερώνει πολλές από τις σελίδες στου δακτυλίους του Κρόνου, στο οδοιπορικό του στην αραιοκατοικημένη παραθαλάσσια  επαρχία του Σάφοκ, στην Ανατολική Αγγλία.
Χάρη στον
Sebald πρόσεξα πόσο τον εκτιμά και  ο Μπόρχες και τις αναφορές που κάνει ο ίδιος ο Sebald (πρβλ. ένα παλαιότερο κείμενο στις Πινακίδες από κερί: Mια ψυχική γεωγραφία παραβολών και αφηγήσεων/διαδικτυακό οδοιπορικό στους Δακτυλίους του Κρόνου του Sebald)


Στον Μπόρχες αναφέρεται το ποιητικό του έργο για την Επιτύμβια Υδρία.  Στους δακτυλίους του Κρόνου όμως, ο αναγνώστης βρίσκει εμβριθείς αναφορές όχι μόνο στο χαμένο κρανίο του Τομας Μπράουν, στη σχέση του με το Μάθημα ανατομίας του Ρέμπραντ, και την ιδιαίτερη δομή, τη χιαστή δομή του χώρου το
Quincux, που ορίζεται από τις γωνίες ενός τετραπλεύρου του οποίου τέμνονται οι διαγώνιοι. Βρίσκει στο τέλος του βιβλίου τον μαγευτικό κατάλογο του Musaeum Clausum (Bibliotheca Abscondita)  μια υποτιθέμενη βιβλιοθήκη «που είχε συγκεντρώσει ο ίδιος ο Μπράουν που στην πραγματικότητα αποτελούν την παρακαταθήκη ενός αμιγώς φανταστικού θησαυροφυλάκιου», κάτι σαν το Φανταστικό Μουσείο του Αντρέ Μαλρώ, γεμάτο σπάνια βιβλία, άγνωστα ποιήματα, συγγράμματα και έργα Τέχνης. Πίστευα ότι οι σελίδες του Sebald ηταν μυθοπλασία ώσπου επιβεβαίωσα ότι πράγματι το έργο αυτό του Μπράουν υπάρχει και μετά από αυτόν ο Μπόρχες με τη βιβλιοθήκη χάνει την πρωτοκαθεδρία της επινόησης, αφού ξαναλέει την ιστορία…

Ανακάλυψα ακόμα ότι η 'Eμιλυ Ντίκινσον και η Βιτρζίνια Γουλφ τον είχαν περί πολλού. Η δεύτερη του αφιερώνει δυο βιβλιοπαρουσιάσεις ενώ η πρώτη εξομολογείται σε μια από τις επιστολές της ότι εκτός από τα ποιήματα του Κητς, τα βιβλία του Ράσκιν και την Αποκάλυψη, έχει στο προσκεφάλι της το έργο του Τόμας Μπράουν.
Μια θεωρία για την ανθρώπινη σκέψη που είχε ο Τόμας Μπράουν ήταν ότι υπήρχε τρόπος οι άνθρωποι να σκέφτονται με εικόνες και όχι με λέξεις, όπως με τα ιερογλυφικά στην Αρχαία Αίγυπτο, κάτι που πάει πέρα από την έννοια του απλού συμβόλου αλλά περισσότερα δεν μπορώ να πω γιατι δεν έχω διαβάσει ακριβώς πώς το σκέφτηκε. 

Αυτό ς όμως που ασχολήθηκε με το θέμα αυτό είναι ο Ρομπέρτο Καλάσσο, που έκανε το διδακτορικό του στα ιερογλυφικά της Αιγύπτου στο έργο του Τόμας Μπράουν. Ο κόσμος μας έχει μάγια είναι αλήθεια και τα πνεύματα που θαυμάζουμε όλο εκεί στα ίδια μέρη γυροφέρνουν…


Πόλυ  Xατζημανωλάκη

Σεπτέμβριος 2015