Κυριακή, 10 Μαΐου 2015

Έτσι ο Μιτσίο καθότανε στα σκοτεινά... (Νέος άνδρας με σκούπα ΙΙ ή ο χορευτής με τα φτερά)


Είχα κάποτε φανταστεί μια συνάντηση του Βαν Γκοχ με τον σκουπιστή του. Έναν νέο άντρα με σκούπα, σε σκίτσο που είχε εσωκλείσει σε μια από τις επιστολές στον αδελφό του τον Τεό. Το κείμενο στην επιστολή ήταν πολύ λιτό: «Σου στέλνω να δεις το μοντέλο μου» μόνο αυτό και ο τίτλος του σχεδίου ήταν ο σκουπιστήςαπό το Bezuidenhut στα νότια της Χάγης. Φαντάστηκα τον σκουπιστή να σαρώνει τα ανυπότακτα φύλλα, φαντάστηκα μια γυναίκα που έβλεπα εγώ στην οδό Πεντέλης με το γιλεκάκι του Δήμου, τους καθαριστές στο μετρό του Παρισιού. Ο σκουπιστής στο ποίημα που φαινόταν στην αρχή να τον παρατηρώ ήταν στην πραγματικότητα αυτός που είχε δει τον Βαν Γκοχ να τον κοιτά, από παρατηρούμενος έγινε παρατηρητής, ένας αυτόπτης μάρτυρας μιας σκηνής της ζωής του Βενσάν και μετά αναπότρεπτα και της δικής μου, παρασύροντάς με σε εξομολογήσεις από πρόσφατες και πιο απομακρυσμένες εποχές της ζωής μου. Ως η επαναλαμβανόμενη κίνηση της σάρωσης, εκείνο το σπρώξιμο του χρόνου με τα ξερά φύλλα, να απελευθέρωνε την συνείδηση με τον τρόπο μιας παράδοσης, της ίδιας παράδοσης που επιτρέπει στους μοναχούς κάθε θρησκείας να αποσπώνται σε άλλες σφαίρες συνείδησης, στις γυναίκες να σκέπτονται ό, τι θέλουν όταν πλέκουν. Ο ταπεινότερος των ταπεινών φορέας δηλαδή μιας ιδιότητας σχεδόν μεταφυσικής, έως απελευθερωτικής. Τα θυμήθηκα αυτά γιατί βρήκα κάπου μια όμορφη βιογραφία του Μιτσίο Ίτο, του Ιάπωνα χορευτή που τη ζωή του σχολίασε σε τρεις πυκνούς στίχους ο Έζρα Πάουντ αναφερόμενος στην πενία του. Ο Μιτσίο την εποχή του Α Παγκοσμίου Πολέμου είχε καταφύγει στην Αγγλία και ζούσε σε συνθήκες φοβερής ένδειας και χωρίς να ξέρει Αγγλικά. Είχε δώσει όλα του τα υπάρχοντα στο ενεχυροδανειστήριο και έφτιαχνε δικής του εμπνεύσεως σούπες με νερό, ψίχα ψωμιού και πιπέρι όποτε είχε ψωμί. Δεν είχε κάποτε ούτε μια πένα – το κέρμα που χρειαζόταν για να λειτουργήσει η παροχή του φυσικού αερίου σπίτι του. Σε αυτές της συνθήκες, χωρίς τα κατάλληλα ρούχα, βρέθηκε προσκαλεσμένος σε ένα αριστοκρατικό σπίτι – δεν γνώριζε ότι ήταν η πρωθυπουργική κατοικία – και μετά από μια εξαιρετική ιδιωτική παράσταση χορού κάποιος ασπρομάλλης κύριος ήθελε να συζητήσει μαζί του. Εκείνος τον ρώτησε μήπως μιλά γερμανικά για να μπορέσουν να συνεννοηθούν. Και ο συνομιλητής του, φιλοφρόνως, είπε ας πάει στα κομμάτια η πολιτική και άρχισαν να συζητούν γερμανικά όλο το βράδυ. Ήταν ο Άσκουιθ, ο πρωθυπουργός της Αγγλίας. Δεν ξέρω αν ήδη κάποιος έχει μεταφράσει το Canto 77 που λέει: «Έτσι ο Μιτσίο, καθότανε στα σκοτεινά αφού δεν είχε ούτε μια πέννα για να ρίξει για το φωταέριο και ξάφνου λέει “Μιλάτε γερμανικά;” στον Άσκουιθ στα 1914»
Αυτός ο Μιτσίο λοιπόν που έπαιξε σύμφωνα με τους κανόνες του θεάτρου Νο τον φύλακα του πηγαδιού, το γεράκι, στο ομώνυμο θεατρικό του Γέητς, επηρεάζοντας λένε τον ποιητή και στο πώς να το γράψει, μια και το σύνολο ήταν αναπόσπαστα λόγος και κίνηση και χορός και οι ιδέες της απλότητας για το θέατρο που είχε ο Γέητς ποιος θα ισχυριστεί ότι δεν έχουν σχέση με τους μυστικούς κανόνες του θεάτρου Νο για την εκδίπλωση του δράματος, αυτός ο Μιτσίο λοιπόν, υπήρξε κάποτε καθαριστής. Είδε από το παράθυρο της σοφίτας του στο Λονδίνο κάποιο ξημέρωμα τους καθαριστές που περνούσαν να σαρώσουν το δρόμο και κατάλαβε ότι αυτό είναι κάτι που μπορεί κι αυτός να κάνει χωρίς να ξέρει καλά Αγγλικά αλλά και χωρίς να τον πάρουν είδηση οι φίλοι του γιατί θεωρούσε εξευτελιστικό για την κοινωνική του θέση να κάνει αυτή τη δουλειά. Ετσι λοιπόν με τη βοήθεια του λεξικού έγραψε σε ένα χαρτί το ερώτημα πού παίρνουν κόσμο για αυτή την δουλειά; Οι καθαριστές του είπαν και άρχισε μια δεύτερη, μυστική ζωή, τα ξημερώματα που του εξασφάλιζε κάτι παραπάνω από τις συνηθισμένες του ψωμόσουπες. 


Ακόμα και αν κάποιος από τους φίλους του κοιτούσε αφηρημένα από το δικό του παράθυρο, τόσο νωρίς το πρωί τη σκυφτή συσπειρωμένη φιγούρα να σαρώνει, θα ήταν αδύνατο να διανοηθεί ότι ήταν ο ίδιος που σε στιγμές έμπνευσης, ξετύλιγε το σώμα του και σε συγκρατημένη έκσταση έκανε να ξεδιπλώνονται τελετουργικά τα φτερά του αυτά που αργότερα ο σχεδιαστής του κατασκεύασε για την παράσταση.
Τον Νιζίνσκι τον είχε δει παλαιότερα να παίζει στο Παρίσι και αυτό επηρρέασε οριστικά την απόφασή του να γίνει χορευτής.

Στη φωτογραφία είναι ο ίδιος  ο Μιτσίο, με το κοστούμι του γερακιού, ως φύλακας του πηγαδιού στην ομώνυμη παράσταση του Γέητς. Την εικόνα βρήκα σε ένα παλιό πρόγραμμα του θεάτρου Κυδωνίας που συνόδευε το ανέβασμα τεσσάρων μονόπρακτων του Ιρλανδού ποιητού. Το σκίτσο με το Σκουπιστή είναι του Van Gogh από ένα γράμμα στον αδελφό του που το έκανε στη Χάγη, το φθινόπωρο του 1882. 


Το ποίημα «Νέος άνδρας με σκούπα» έχει δημοσιευτεί στην ποιητική μου συλλογή το Αλφαβητάρι των πουλιών, εκδόσεις Εύμαρος, Απρίλιος 2014

Παρασκευή, 8 Μαΐου 2015

«Φλώρα ή Λάβρα;» Κρυπτομνησίες, στοιχειώματα και αλληγορίες διαβάζοντας Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη


Βρέθηκα χτες το βράδυ να διαβάζω ένα μεταθανάτιο διήγημα του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη. Έτσι το βρήκα κάπου να ονομάζεται, μια και το 1925 η ημερομηνία δημοσίευσης, το κάνει να φαίνεται ως να εγράφη πέραν του τάφου. Πες το ψέματα μα είναι μια παρηγοριά να ανακαλύπτονται και άλλα και άλλα διηγήματά του, μετά που πέθανε, σαν να έχει κάνει και αυτός μια συμφωνία με τον αναγνώστη του όπως ο Σατωβριάνδος να συνεχίσει να συρράπτει ιστορίες και πέραν του τάφου.
Ήταν αργά που το διάβασα, μια μέρα δύσκολη και αυτό λειτουργούσε – με το μυστηριώδη του τίτλο σαν παρηγοριά.  «Φλώρα ή Λάβρα» τα δυο ονόματα στον τίτλο  μαζί. Τα είχα αποφύγει σε μια πρώτη ανάγνωση, τα φοβήθηκα κάποτε αλλά τα θυμόμουν όταν περιδιάβαινα στο νησί Τσαγκριάς απέναντι, διαβάζοντας το Βαρδιάνος στα Σπόρκα[1] είχα βρει μια αναφορά στο εκκλησάκι των Αγίων Φλώρου και Λαύρου, δυο δίδυμοι Άγιοι που ο συναξαριστής αναφέρει ως λιθοξόους, οι οποίοι μαρτύρησαν σε ένα πηγάδι για να μην αλλάξουν την πίστη τους.
 Τα δυο ονόματα του ζεύγους των διδύμων Αγίων, ένα αίνιγμα βεβαίως για την ενδεχόμενη σχέση μεταξύ τους, κλειστό ζευγάρι ωστόσο για τους έξω, σιωπηλό, όπως συμβαίνει συνήθως στους διδύμους. 

Κάτω από την σκιά λοιπόν αυτής της συσχέτισης, άρχισα να διαβάζω το διήγημα χτες βράδυ. Βρισκόμουν σε κάποια ψυχολογική φόρτιση, μια πικρία από τα παρόντα της ζωής μου και που όπως συνηθίζεται, και ποιος δεν το κάνει – τελευταία διάβαζα τον Γιώργο Ιωάννου που στα ζόρια μιας ξενιτιάς του  κατέφευγε και αυτός στον Σκιαθίτη.
Έτσι λοιπόν, δεν εξεπλάγην στην αρχή που μίλησε για την αλληγορία όλης της ζωής του. Κι εγώ αλληγορία έψαχνα να βρω μια και  μετά κάθε ματαίωση, μοιράζεται η τράπουλα ξανά, η εσωτερική εννοώ, και ο κόσμος αποκτά μια δεύτερη ευκαιρία. Αλληγορία  όλης της ζωής του είχε διαπιστώσει και στα Δαιμόνια στο ρέμα, εκεί που είχε παρασυρθεί και έχασε τον δρόμο ακολουθώντας τις διακλαδώσεις ενός ρέματος  και είπε τότε το είχε χαθεί δι΄εμέ η ευθεία οδός του Δάντη:
Ὅταν ἐνθυμοῦμαι τώρα τὸ συμβὰν ἐκεῖνο τῆς παιδικῆς μου ἡλικίας, μοῦ φαίνεται ὡς νὰ ἦτο ἀλληγορία ὅλης τῆς ζωῆς μου.
Chè la dirrita via era smarrita.
Ἀνέβαινα καὶ ἀνέβαινα τὸ ρεῦμα, καὶ ὁλονὲν ἐχανόμην. Δὲν ἐπανεύρισκα, ὄχι, τὸν ἑαυτόν μου, ἀλλὰ μᾶλλον τὸν ἔχανα. Ὤ, ναί, εἶχε χαθῆ δι᾽ ἐμὲ ἡ εὐθεῖα ὁδός. La dirrita via era smarrita.”

Έτσι λοιπόν έσκυψα προσεκτικά, όχι πως είναι εύκολο, να διακρίνω την αλληγορία της ζωής του αφηγητή στο περπάτημα άμμο – άμμο όπως λέει στην αρχή, βουλιάζοντας τα πόδια του στη δροσιά και μετά στην πιο χοντρή και ξερή άμμο μέχρι που έφτασε να αναζητά τα ίχνη από εκείνα τα ρέματα και τα ποτάμια που είχαν χαθεί πια μια και είχε ξεραθεί ολοσχερώς το ποτάμι που κατέληγε στην αμμουδιά, κάποτε πλούσιο γάργαρο και δροσερό.
Ποιος ξέρει σε ποιο σημείο να ήταν η αλληγορία. Στην άμμο, στο ποτάμι που χάθηκε, στη μοναξιά που ένιωθε μοναχικός περιπατητής – σε εκείνη τη μεγάλη Αμμουδιά, ανατολικά του λόφου του κοιμητηρίου «καὶ τὸ κοιμητήριον ἐπὶ τῆς ἐντεῦθεν ἀποκρήμνου ἀκτῆς, ὄπισθεν τῆς δυσμικῆς ἐσχατιᾶς ταύτης. Ὤ, κοιμητήριον! Ἀπὸ ὅλας τὰς τόσας σκοπιὰς καὶ περιωπὰς τὰς ὑπερκειμένας τῆς θαλάσσης, σὺ μόνον βλέπεις μὲ ἀπτόητον διαυγὲς ὄμμα τὰ παρελθόντα καὶ τὰ μέλλοντα καὶ δὲν τὰ λέγεις!»
Τα μνημούρια και ο λόφος τους και αυτά που βλέπουν θέατρο τόσων διηγημάτων και τόσων ιστοριών…
Η μοναξιά του, η διαφορά του από όλους τους άλλους – βεβαίως ήταν μια αλληγορία – ήταν εκείνος ο ίδιος ο Αταίριαστος, ο διαφορετικός, ο Σημαδιακός [2]– την ίδια πικρία εκφράζει με τόσους τρόπους – από τότε που σαν παιδί υπέφερε από την άστοργο και ασυμπαθή όπως χαρακτηρίζει συντροφιά των άλλων παιδιών. 

Εκεί λοιπόν στην Μεγάλη Αμμουδιά, υπάρχει ένα σπιτάκι λευκό, σαν όνειρο, ένας επίγειος καταπράσινος παράδεισος που τον έλεγαν «του βασιλιά το σπίτι» και όπου κατοικούσε κάποιος ξένος, Στερεοελλαδίτης προφανώς μια και ήταν φουστανελλοφόρος. Τον έλεγαν ο βασιλιάς – ποιος ξέρει; «Ἀλλ᾿ ἀγνοῶ ἂν τὸ κτῆμα ὠνομάσθη ἀπὸ τὸν ἄνθρωπον ἢ ὁ ἄνθρωπος ἀπὸ τὸ κτῆμα.»
Μια παρένθεση ακόμα πριν φτάσουμε στην φασματική εμφάνιση, της μοίρας, του οράματος. Είναι τα μάγια που ξεβράζει η θάλασσα. Εκεί που είχε φτάσει από ότι φαίνεται και το πτώμα του Κωνσταντή, του Νεκρού Ταξιδιώτη, εκεί που ξεβράζει η θάλασσα πανάκια και γιαλόξυλα και μάγια.
Τα μάγια, που ο ίδιος βρέχει επτά φορές το χέρι του για να τα πιάσει, ένα τόπι εικόνα της ανθρώπινης καρδιάς που κάποιος – μια κοπέλα προφανώς – επιθυμεί να δέσει:
«Ἦτον εἶδος τόπι, σφαῖρα ἀπὸ ὕφασμα πυκνὸν καὶ σφιχτόν. Περιεῖχε πανὶ καὶ κλωστήν, καὶ πάλιν πανὶ καὶ παραμέσα πάλιν ἄλλο πανὶ καὶ κλωστήν ― ὅμοια μὲ τὰ κυτία ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα παρουσιάζει εἰς τοὺς χάσκοντας θεατὰς ὁ θαυματοποιός, κυτία μικρά, καὶ κυτία μικρότερα ἀλλεπάλληλα ἐπ᾿ ἄπειρον. Τί εἴδους φίλτρα νὰ ἐσήμαινεν ἆρα τοῦτο;»
Εικόνα της ανθρώπινης καρδιάς που είναι βιβλίο και γράφει και θυμάται – πλατωνική εικόνα – τόσο σχετική με τις παραδόσεις τις μνημονοτεχνικής. Να θυμηθούμε – πόσο τυχαίο να είναι άραγε; - τις αγκινάρες, ο καρπός που σφιχτά κρατάει τα φύλλα του και μαυρίζει τα δάχτυλα αυτού που την καθαρίζει. Το απαγορευμένο οπωρικό – το απαγορευμένο βιβλίο – που εκεί ανάμεσό τους βρίσκουν τα παιδιά το κοκκινωπό επιστόλιο του αγαπητικού στο Θέρος - Έρος[3].  Και εξηγεί:
«Ἴσως τὰ φυλλοκάρδια, τὰ μύχια τοῦ ἐραστοῦ, ἐννόει νὰ τὰ δέσῃ ἡ κόρη, ὡς μὲ πανὶ καὶ κλωστήν, μὲ μόνον τ᾿ ὄνομα καὶ τὴν ἐνθύμησίν της ἐπ᾿ ἄπειρον. Καὶ ἡ κόρη, ἥτις ἐκατῴκει βέβαια εἰς τὸ ὕψος τοῦ βράχου ἐκείνου πρὸς ἀνατολάς, εἰς τὴν ἐσχατιὰν τῆς πολίχνης, εἶχε ρίψει τὸ περίαπτον εἰς τὴν θάλασσαν διὰ νὰ τὴν μαγεύσῃ ― ἢ μᾶλλον μὲ τὴν ἐντολὴν ὅπως τὸ μεταβιβάσῃ αὕτη εἰς τὸν νέον τῶν ὀνείρων της, θαλασσινόν, ἀρμενίζοντα εἰς τὰ πικρὰ κύματα. Καὶ ἡ θάλασσα, ἄτρωτος εἰς τὰ μάγια, καὶ μὴ θέλουσα νὰ ἐπαγγέλλεται τὴν προμνήστριαν, τὸ ἐξέρασε μαζὶ μὲ τόσα ἄλλα περιττὰ πράγματα, καὶ τὸ παρέπεμψεν εἰς τὴν χονδρὴν ἄμμον.»
Επιστρέφουμε λοιπόν στο σπίτι του βασιλιά, την λευκότητα μέσα στον επίγειο παράδεισο, τον βασιλιά που σχετίζεται με τη γη του, μια αρχετυπική εικόνα που παραπέμπει ίσως στον δυτικό μύθο του Γκράαλ, και αν όχι τουλάχιστον στο στοιχείο του όπου ο βασιλιάς συνδέεται με τη γη του. Όταν νοσεί ο βασιλιάς, νοσεί και η γη.  Δεν είναι βέβαιον ότι Παπαδιαμάντης θέλει να παραπέμψει εκεί. Η ύπαρξη του φουστανελλοφόρου, του λευκοφορούντος είναι ένα πραγματολογικό στοιχείο, μια ανάμνηση και ας μην μας παρασύρει στην ανάγνωση – μια και το στοιχειό του τόπου από ότι φαίνεται είναι θηλυκό. Το στοίχειωμα του σπιτιού από την κοπέλα που περιμένει, στο Άνθος του Γιαλού[4] εκεί που το βασιλόπουλο φεύγει και ο θάνατος ή η φυλακή τον εμποδίζουν να τηρήσει την υπόσχεσή του είναι πιο κοντά στην περιγραφή του μαυρισμένου ερειπίου. Θυμίζει στοίχειωμα.
Δεν είναι τυχαίο ότι στο λυρικό δοκίμιό του «Φλώρα ή Λάβρα» εκεί παραπέμπει και ο Ηλίας Χ. Παπαδημητρακόπουλος, με το εκτεταμένο παράθεμα από το Άνθος του Γιαλού. Χωρίς άλλη εξήγηση ή σύνδεση πείθει τον αναγνώστη να ψάξει και να νιώσει το στοίχειωμα του τόπου και να προσέξει το ένδυμα που θα φορέσει για να εισέλθει στον ονειρικό τόπο του Παπαδιαμάντη.
Εκεί περιπλανιόμουν κι εγώ χτες βράδυ. Μεταξύ ύπνου και ξύπνου φανταζόμουν αυτήν την μορφή την μαυροντυμένη, με την μαύρη μαντήλα και την ανασηκωμένη χωριάτικη ποδιά – αχ αυτή η ποδιά της χωριατοπούλας που χωράει όλον τον κόσμο  - που η ίδια είναι όλος ο κόσμος, η πόλη του, το νησί του. Ετσι αρχίζει στο Άγια και πεθαμένα την περιγραφή του λόφου όπου βρίσκεται η εσχατιά της πολίχνης. Απλωμένη σαν ανασηκωμένη ποδιά χωριατοπούλας.
Την θυμάται λοιπόν πριν τριάντα χρόνια αυτήν την γριά όταν εκείνος ήταν νέος, και ήταν γριά. Την βλέπει και τώρα και είναι γριά. 

Και μετά ο διάλογος μεταξύ τους:
«― Βρίσκεσαι ἀκόμη, γρια-Φλώρα; τῆς εἶπα ὡς ἐν ἐκστάσει.»
Είναι δηλαδή ζωντανή; Πώς βρέθηκε εκεί. Μου θυμίζει την ερώτηση που αυτή την φορά απευθύνει σε εκείνον η εξαδέλφη Μαχούλα στο διήγημα στην Αγία Αναστασιά εκεί που αυτός περιπλανάται έξω στο κτήμα με τις ελιές και αυτή τον συναντά και έκπληκτη ρωτά: «Πού σ’ αυτόν τον κόσμο ξάδελφε;»
Και η απάντηση της Μοίρας, της γραίας, του στοιχειού του τόπου:
«― Δὲν μὲ λένε πλέον Φλώρα, παιδάκι μου, ἀπήντησε· μὲ λένε Λάβρα.»
Η Φλώρα δεν είναι του κόσμου τούτου. Στον ονειρικό διάλογο, η γριούλα που θυμάται, που κανονικά θα έπρεπε να μην ζει, έχει το νέο της όνομα, όπως συμβαίνει μετά τον συμβολικό θάνατο στους μοναχούς που αναγεννώνται με νέο όνομα. Όπως συμβαίνει στους βαπτισμένους Χριστιανούς που και αυτοί αποκτούν νέο όνομα γενόμενοι αποδεκτοί σε μια κοινότητα.
Εν τούτοις, ο αναγνώστης έχει στη διάθεσή του τον προβληματισμό του εκπλήκτου αφηγητη: «Λαύρα; Ἔλεγε τάχα τὸ ὄνομα τῆς Δάφνης τὸ λατινικόν, τὸ ὄνομα σεμνοῦ ἐνδιαιτήματος μοναχοῦ, ἢ τὸ ὄνομα τῆς ἐρωμένης τοῦ Πετράρχα; Πλὴν ἐκείνη ἔλεγε
 Λάβρα, κ᾿ ἐνόει βέβαια τὴν φλόγα τῆς καρδίας της. ΛαύραΤι από  όλα να ήταν. Εννόει την φλόγα της καρδίας της, το διπλό του άλλου της ονόματος μια και οι συνειρμοί του ονείρου σκαλώνουν τόσες φορές σε κρυπτομνησίες – εκεί ήταν οι Άγιοι Φλώρος και Λαύρος είμαι σχεδόν σίγουρη – για να μεταφέρουν τα σύμβολα τα βαθύτερα και τα νοήματα
Χαροκαμένη και εκείνη, είχε χάσει λέει όλα της τα παιδιά – και η γριά Λούκαινα στο Μυρολόγι της Φώκιας το ίδιο δεν είχε πάθει; Και πόσων άλλων γριών αυτή δεν είχε υπάρξει η μοίρα.
Εκείνη του δείχνει το ερείπιο εκείνη του λέει: ― Αὐτὸ τὸ χάλασμα ποὺ βλέπεις παιδί μου, εἶπεν ἡ γραῖα ὡς νὰ ἐμάντευσε τὴν ἀπορίαν μου, εἶναι «τοῦ Βασιλιᾶ τὸ σπίτι».



To διήγημα "Φλώρα ή λάβρα" εδώ: http://papadiamantis.org/works/58-narration/418-04-68-flwra-h-layra-1925




[1] Ο Γερμανός γιατρός Βίλλεμ Βουντ στη Σκιάθο και θεωρίες χαρτοπαιγνίων εδώ: http://waxtablets.blogspot.gr/2015/05/blog-post_8.html  επίσης: Να ποιος ήταν ο κήπος του μπαρμπα Γιαννιού (με την ανάγνωση του Παπαδιαμάντη εξανθρωπίζομαι) εδώ: http://waxtablets.blogspot.gr/2015/03/blog-post.html


[2] Ιδιόρρυθμος και παρδαλός, Σημαδιακός, Αταίριαστος, Σημειωμένος, Σημαδεμένος (Ξαναδιαβάζοντας τον Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη με αφορμή την παράσταση της Ηωάννας Σπανού) εδώ: http://waxtablets.blogspot.gr/2015/02/blog-post.html


[3] Παπαδιαμάντης νεωτερικός: Την Πρωτομαγιά φυτρώνουν επιστολές στους κήπους (Ο κήπος είναι βιβλίον), κείμενο στις Πινακίδες από κερί, εδώ: http://waxtablets.blogspot.gr/2015/05/blog-post.html


[4] Η Πετρωμένη αρραβωνιαστικιά: Ψυχικά τοπία και στοιχειώματα στο «Άνθος του Γιαλού του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη» εδώ:  http://waxtablets.blogspot.gr/2015/05/blog-post_33.html

Η πετρωμένη αρραβωνιαστικιά: ψυχικά τοπία και στοιχειώματα στο Άνθος του Γιαλού του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη




Διάβασα, για άλλη μια φορά το Άνθος του Γιαλού του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη. Το διήγημα με το υπερφυσικό φως, σαν καντηλάκι, σαν φαναράκι, λαμπάδα ή άστρο πεσμένο, στο βάθος της μελανωμένης εικόνας της θάλασσας τη νύχτα, το φωτάκι που βλέπουν οι αλαφροίσκιωτοι ψαράδες – κάποιοι το βλέπουν κάποιοι δεν το βλέπουν – το άπιαστο και απλησίαστο όνειρο γιατί τη νύχτα όσο και να κωπηλατούν αυτοί που θέλουν να το φτάσουν αυτό απομακρύνεται και τη μέρα δεν υπάρχει καμία φυσική αιτία που να το δικαιολογεί και γοητεύτηκα ξανά… Απρόσιτο, μαγικό, υπερφυσικό σαν το άπιαστο γιούσουρι, επιβεβαιώνει πώς το φυσικό περιβάλλον μεταβάλλεται από την την παραμυθητική δράση της παράδοσης, την τήρηση και μετά θάνατον της υπόσχεσης του βασιλόπουλου προς την αρραβωνιαστικιά του, που θα ερχόταν μετά Χριστούγεννα λέει να την παντρευτεί αλλά πιάστηκε αιχμάλωτος στον πόλεμο που τον έστειλαν και δεν μπορούσε να επιστρέψει…
Το άνθος του γιαλού είναι από τις περιπτώσεις που ο αναγνώστης γνωρίζει ότι αυτό που του παραδίδεται με την περιγραφή δεν είναι φυσικό αλλά ψυχικό τοπίο. Είναι η ψυχή του τόπου, είναι η ψυχή του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη…Το έχει υποστηρίξει φυσικά ο Ελύτης στην Μαγεία του Παπαδιαμάντη, ότι ψυχικές και όχι φυσικές ποιότητες είναι αυτά που βλέπουμε, αλλά εδώ με ένα τρόπο θαυμαστό ο κυρ Αλέξανδρος το επιβεβαιώνει, μιλώντας για τη σπίθα, την ψυχή του αφρού, τον αφρό του κύματος τη φωτιά του πελάγου. « Εἶναι ἡ ψυχὴ τοῦ Βασιλόπουλου» , γράφει κατά λέξη, «ποὺ ἔλυωσε, σβήσθηκε στὰ σίδερα τῆς σκλαβιᾶς, καὶ κανεὶς δὲν τὴν βλέπει πιά, παρὰ μόνον ὅσοι ἦταν καθαροὶ τὸν παλαιὸν καιρόν, καὶ οἱ ἐλαφροΐσκιωτοι στὰ χρόνια μας»
Ψυχή ατόφια είναι λοιπόν αυτό το άνθος του γιαλού. Η ψυχή αυτού που έφυγε και πασχίζει να κρατήσει την υπόσχεσή του…Και τι γίνεται με αυτήν που έμεινε; Την αρραβωνιαστικιά που περίμενε, περίμενε, τη Λουλούδω την κόρη του Άρχοντα… Οι αρραβωνιστικές που περιμένουν, περιμένουν επί ματαίω και μετά πεθαίνουν γίνονται φαντάσματα όπως στα Ρόδινα Ακρογιάλια, ή μαραίνονται αν ζήσουν και κάποτε έχουν την τύχη να επιστρέψει ο αρραβωνιαστικός τους όπως στον Αμερικάνο κι αυτές, όποια και να είναι η τύχη τους στο τέλος, ένα μεγάλο μέρος της ζωής τους σε αναστολή. περιμένουν... Πετρωμένες, σαν την Μαυρομαντηλού, την πέτρα γυναίκα εν τω μέσω της θαλάσσης, άλλη περίπτωση ανύμφευτης αρραβωνιαστικιάς…Πετρώνουν οι αρραβωνιαστικές οι ξεχασμένες και μεταφορικά και κυριολεκτικά…Το ίδιο ισχύει και με την αρραβωνιαστικιά αυτής της ιστορίας, τη Λουλούδω. Ο γλυκασμός και η μαγεία από την εξιστόρηση και την περιγραφή του άνθους του γιαλού, μας κάνει ίσως να προσπεράσουμε την τραγικότητα της απεικόνισης της αρραβωνιαστικιάς στο τοπίο…Πώς και η δική της ψυχή έλιωσε και σβήστηκε από τη στεναχώρια, και έφτιαξε τους «δυο μαυρισμένους βράχους» και το ερημόσπιτο, «ἐκεῖνο, τ᾿ ὁλόρθον ἄψυχον φάντασμα, τὸ ὁποῖον εἶχε τὴν φήμην, ὅτι ἦτο στοιχειωμένον, Ἐκαλεῖτο κοινῶς «τῆς Λουλούδως τὸ Καλύβι» Μόνο που τη ψυχή της Λουλούδως, το Άνθος της Πέτρας, ενώ τη βλέπουν όλοι, κανείς δεν την προσέχει…


© Πόλυ Χατζημανωλάκη, Ιούνιος 2012

Ο Γερμανός γιατρός Βίλλεμ Βουντ στη Σκιάθο και θεωρίες χαρτοπαιγνίων




«Κουκιά τρως – κουκιά μαρτυράς» λέει μια παλιά παροιμία και με αφορμή τις σημερινές συζητήσεις, θυμήθηκα κι εγώ έναν αγαπητό Γερμανό που ξέρω από την Ελληνική Λογοτεχνία. Θυμήθηκα τον πρεσβύτη – πρεσβύτης δηλαδή σημαίνει απλώς άνω των πενήντα – Γερμανό γιατρό στο «Βαρδιάνος στα σπόρκα» του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη.
Πρέπει να ήλθε στην Ελλάδα, σύμφωνα με το διήγημα που γράφτηκε στα 1893 κατά τα πρώτα έτη της βασιλείας του Όθωνος, στα 1845, είχε προσφέρει τις υπηρεσίες του στα 1848 την εποχή της χολέρας και μετά εγκαταστάθηκε στην Σκιάθο και ζούσε μόνιμα, υπεύθυνος του λοιμοκαθαρτηρίο. Μια φυσιογνωμία καλόγνωμη, που καπνίζει διαρκώς το τσιμπούκι του με το κεχριμπαρένιο στόμιο και του αρέσει μαζί με τα λόγια του να μασά αρκετές βλασφημίες, με άπταιστη γερμανική προφορά όπως τον μεταγράφει ο Παπαδιαμάντης.
Τι ντιάολο τέλεις πάλι ή Νὰ πάρῃ ὁ ντιάολος… ἐκεῖνο τὸ ὑγκειονόμο τὸ στραβούλιακα…
Πάντως η γριά Σκεύω που έχει μεταμφιεστεί σε άντρα για να επισκεφτεί αυτούς που είναι σε καραντίνα και να μάθει νέα για το γιο της, τους άλλους τους ξεγελά, όχι όμως τον αγαθό γιατρό που θυμάται σε ποιους έχει εκδώσει πιστοποιητικά θανάτου – η γρια Σκεύω έχει πάρει το όνομα ενός νεκρού – και την ανακαλύπτει. Είναι σχολαστικός δηλαδή στη δουλειά του σαν καλός Γερμανός. Δείχνει όμως κατανόηση, είναι καλός άνθρωπος.
Τον ξαναβρίσκουμε σε ένα άλλο διήγημα, είναι ο γιατρός Βιλδ ο οποίος παίζει πικέτο, στο καφενείο του μπαρμπα Αναγνώστη και «Ουδέποτε επί της ζωής του εκέρδισε»
Σε αυτό το διήγημα η ομάδα των θαμώνων του καφενείου θα βγουν για να παρακολουθήσουν το κυνήγι της καλλικατσούνας, του μαύρου πουλιού που δεν τρώγεται το κρέας του και που το πυροβολούν αλλά τους γλιτώνει στο τέλος. Και δεν θα ξαναφανεί. Είναι δυο τελικά οι καλλικατσούνες στο διήγημα. Και τώρα που το αναζήτησα για να βεβαιωθώ για το όνομα του γιατρού, βλέπω ότι τον λέει Βιλδ- με άλλο όνομα από ότι στο Βαρδιάνο στα σπόρκα – που τον ονόμασε Βουνδ.
Παρατήρησα ακόμα πως ο Παπαδιαμάντης περιγράφει λεπτομερώς τα παιχνίδια που παίζουν οι επίδοξοι κυνηγοί στο καφενείο και τις συνήθειές τους. Τα κόλπα της χαρτοπαιξίας.
Πώς έπαιζαν το κιάμο, το πικέτο και την ρωσική πρέφα. Πότε αγόραζαν, πότε έμπαιναν μέσα. Πότε τα έλεγαν από χέρι,. Έδιναν πρωτιά.
Και τι μπορούσες να κερδίζεις. Καφέ, λουκούμια… ασήμαντα τρόπαια της συναναστροφής.
Λεπτομερέστατες οι περιγραφές και ιδιοσυγκρασίες των παικτών.
Ο Γερμανός γιατρός πάντως, πλήρως ενσωματωμένος στην παρέα, επέμενε να παίζει και ουδέποτε να κερδίζει…
Η Καλλικατσούνα, τόσο μελαγχολικό διήγημα, δημοσιεύτηκε μετά θάνατον, στα 1925. Του είχε αλλάξει το όνομα για να τον κάνει λογοτεχνικό ήρωα, αλλά είμαι βέβαιη ότι αυτός ο γιατρός πρέπει να είχε ζήσει εκεί στη Σκιάθο...
Εικόνα: Λοιμοκαθαρτήριο της Ζακύνθου, σκηνικό από ταινία του Γ. Σμαραγδή

Παρασκευή, 1 Μαΐου 2015

Παπαδιαμάντης νεωτερικός: Την Πρωτομαγιά φυτρώνουν επιστολές στους κήπους (Ο κήπος είναι βιβλίον)




Ποιος δεν θυμάται τον αινιγματικό κήπο του Μπαρμπα Γιαννιού στην Μαυρομαντηλού. Μπορεί να ήταν κήπος, μπορεί και να μην ήταν. Μεταξύ ουρανού και θαλάσσης, αινιγματικός, με τις γραμμές τις οργωμένες, τις αράδες της γραφής, τα σήματα λυγρά που ο Μπαρμπα Γιαννιός δάβαζε ή τον διάβαζαν  σε εκείνο το διήγημα. Ας αφήσουμε όμως την εσαεί αναζήτηση αυτού του κήπου προς το παρόν – «Να ποιος ήταν ο κήπος του Μπαρμπα Γιαννιού: με την ανάγνωση του Παπαδιαμάντηεξανθρωπίζομαι»  – και ας σταθούμε σε εκείνη τη φράση «ο κήπος ήτο βιβλίον» που γράφει ο Παπαδιαμάντης και την ιδέα του κηπουρού που σκύβει επίπονα και καλλιεργεί – και γράφει – και ας την χαρούμε για μια φορά, όχι μόνο ως μεταφορά, αλλά ως κυριολεξία.
Ο κήπος είναι βιβλίον – πρβλ. «Η βοή της γραμμένης αράδας στο χωράφι» γιατί τον διαβάζεις και σε διαβάζει, ο κήπος είναι βιβλίον γιατί όταν τον παρατηρείς προσεκτικά σε ανταμείβει με κείμενα και με επιστολές.
Αυτό συνέβη στην όμορφη Ματή στο διήγημα «Θέρος – Έρος» μια θεσπέσια Πρωτομαγιά, όταν συνοδευόμενη από τη γριά ψυχοκόρη Φωτεινή ξεκινά  την περιδιάβαση στους κήπους. Θα κάνουμε πως δεν βλέπουμε τον αισθησιασμό του διηγήματος, το ξύπνημα της φύσης, τόσο έντονο και βίαιο που κάνει και τον σαλό βοσκό τον Αγρίμη να συνειδητοποιήσει ότι είναι «άρρην» και να προσπαθήσει να την κάνει να τον ακολουθήσει και στο τέλος να αποπειραθεί την βιάσει, και να στρέψουμε την προσοχή μας σε ένα παράξενο άνθος του κήπου. Εκεί όπως δίπλα στα σκο- ρόδα – να αναζητάμε  και στα οπωρικά την ομορφιά; - υπάρχει ένα κηπάκι με φυτεμένες πικρές αγκινάρες. Πρέπει να τις ξεφυλλίσεις -  φύλλο φύλλο για να τις φας – τετράδια του κήπου, μαυρίζουν τα δάχτυλά σου, πικραίνεσαι καμιά φορά, αυτή είναι η αιτία που απαγορεύεται στα παιδιά του διηγήματος, τα αδέλφια της να κόψουν και τις φάνε μόνα τους: "
ἐμελέτα νὰ φάγῃ κρυφὰ ἀπὸ τὴν Φωτεινήν, ἥτις θὰ τὸν ἐμάλωνε, φοβουμένη μὴ ἦτο πολὺ πικρά, καὶ φαρμακωθῇ τὸ παιδίον."   Πόσο θυμίζει ο απαγορευμένος καρπός του κήπου, οι αγκινάρες, τον γηραιό καλόγερο Χόρχε στο όνομα του Ρόδου του Ουμπέρτο Έκο, που ξεφυλλίζει με μαυρισμένα δάχτυλα την χαμένη πραγματεία περί γέλιου του Αριστοτέλη. Αν το κάνεις θα σε πάρουν είδηση από τα  δάχτυλά σου που θα μαυρίσουν. Και οι δυο συγγραφείς αναφέρονται στο ίδιο βιβλίο, την Αποκάλυψη του Ιωάννη, που τρώγεται, που είναι πικρό όταν το καταπίνεις. Φάρμακον. Όπως το κείμενο του Ντεριντά. Και εκεί ανάμεσα ο πιο απαγορευμένος από όλους τους καρπούς, το επιστόλιον. Αντί να κόψει αγκινάραν (ο μικρός αδελφός)  «εύρε λευκόν χαρτίον,  κείμενον…» – εύρε κ ε ί μ ε  ν ο ν δηλαδή στον κήπο, επί «κομψού κοκκινωπού χάρτου γραμμένον. 


Η επιστολή του Έρωτα, έτσι αποκαλεί τον νεαρό Κωστή η γραία Φωτεινή, αυτόν που έχει ερωτοκτυπηθεί με την κόρη της αφεντικίνας της, και που σε πολλά μοιάζει – χωρίς να ταυτίζεται απολύτως με τον Παπαδιαμάντη. Εγκατέλειψε τις σπουδές του στο Γυμνάσιο, γύρισε στο νησί για μερικά χρόνια, πήρε τέλος το απολυτήριο του Γυμνασίο γενειοφόρος. Όπως και ο Μαθιός στη Νοσταλγό, όπως ο Παπαδιαμάντης άλλωστε γνωρίζουμε γιατί είχε μια διαφωνία με ένα καθηγητή του.
Για το σκανδαλιστικό θέμα των ερωτικών επιστολών που βρίσκονται στα χέρια των μικρών αγοριών έχει ξαναγράψει ο Παπαδιαμάντης στον Σημαδιακό – πρβλ. «τααγόρια μεταξύ τους: η παιδική του περιέργεια περί τα ερωτικά δεν ανεπαύετο» – όπου συζητούν και υποθέτουν τι θα μπορούσε να περιέχει η επιστολή προς το Μπραϊνάκι. Οι δυο ξάδελφοι σε εκείνο το διήγημα, ο Αλέκος και ο Σωτήρος,  συνθέτουν οι ίδιοι την επιστολή εκείνη, χρησιμοποιώντας αποσπάσματα από τον Σκανδαλώδη Έρωτα και την Φιλομειδή Αφροδίτην, τα δύο συλλογάς του Γαλατά. Δεν χρειάζεται να την ανοίξουν. Μπορούν μόνοι τους να φανταστούν τι γράφει:
«―Ἐγὼ νὰ σοῦ πῶ τί θὰ γράφῃ. «Ψυχή μου, μάτια μου, καρδιά μου, συκώτι μου» καὶ ὕστερα θὰ ἔχῃ κάτι στίχους ἀπὸ τὰ βιβλία ποὺ σοῦ εἶπα: «Εἶσαι καρπὸς τοῦ ἔρωτος, παιδὶ τῆς Ἀφροδίτης», ἢ «Ἔχεις ἀνάστημα μικρόν, ἀλλὰ ψυχὴν μεγάλην, ὡς ἄρωμα πολύτιμον εἰς πάγχρυσον φιάλην» καὶ ὕστερα θὰ λέγῃ, «Ἀπὸ τὰ μπεντένια πέφτω, πέφτω γιὰ νὰ σκοτωθῶ, κ᾽ ἡ ἀγάπη μου φωνάζει, πιάστε τον γιὰ τὸν Θεό!». Αὐτὰ θὰ γράφῃ.»

Εδώ, στο Θέρος - Έρος ο συντάκτης της επιστολής, δεν πρέπει να την έχει διανθίσει με εκφράσεις από τέτοια αναγνώσματα.  Το κείμενο το πεζογραφικό είναι βιωματικό, εξομολογητικό, απελπισμένο. Αναφέρεται σε ένα σφίξιμο του χεριού - ανεπίτρεπτο όπως υποψιάζεται η αναγνώστρια της επιστολής υπονοούμενο -  μια σκηνή όπου συγκινημένος και ενθουσιασμένος είχε σφίξει το χέρι της θείας της αντί της ανεψιάς.

Έχουμε την τύχη να διαβάσουμε ολόκληρη την επιστολή, που περιέχει ένα λυρικό μέρος με στίχους  – που άρεσε και αγαπήθηκε όπως φαίνεται από τους μετέπειτα αναγνώστες του διηγήματος και μελοποιήθηκαν αποσπάσματά της – εικόνα αχειροποίητη, τα μάτια τα ψιχαλιστά. Μνημειώθηκε ένα υπερβολικά λυρικό κείμενο, που ο Παπαδιαμάντης αποκαλεί «σύρραμα», αποδίδοντας την πατρότητα σε άλλον στιχοπλόκον, με τον ίδιον τρόπον που είχε συνταχθεί ίσως και η επιστολή του Σημαδιακού. Η τέχνη του «Έρωτα» δεν εξαντελείται όμως μόνον στην επιστολογραφία, την γοητεία, στη γενναιότητα, στην συρραφή. Είναι όλα μαζί, είναι και η συγκυρία, η τύχη, η επιμονή, τα λόγια της μάγισσας τον έκαναν να βρίσκεται κοντά της, έφεραν ώστε να ορμήσει και να την σώσει από τα χέρια του επίδοξου βιαστή, του Αγρίμη – του σαλού και μογιλάλου βοσκού που την ήθελε δική του.

Το «σύρραμα» μπορεί να είναι βεβαίως και η υπογραφή του Παπαδιαμάντη, στο ποίημα. Εφόσον «συρράπτης επιφυλλίδων» ήταν και ο ίδιος. «Πιθανόν όμως να ήσαν συγκολλημένοι και παραποιημένοι αλλαχόθεν», πιθανόν να θέλει να κρυφτεί ταπεινά, να μην θέλει να εκθέσει τα «βρυχώντα αισθήματα» που έχει εκθέσει αλλού.


Ιδού λοιπόν η επιστολή:

Ὦ Ματούλα, Ματούλα μου, ποὺ μοῦ μάτωσες τὴν καρδούλα μου, μοῦ εἶπεν ἡ μάγισσα ὅτι τρέχεις κίνδυνον, καὶ ἀπεφάσισα νὰ σὲ φυλάγω ἀπὸ πλησίον, ὅπως στενάζω τόσους χρόνους τώρα διὰ σὲ ἀπὸ μακράν». Ἂν τὸ εὕρῃς, Ματούλα μου, τὸ γράμμα, καλά, μὴ θυμώνῃς πολύ, ἀρκεῖ ὅτι δὲν ἐλπίζω ποτέ, ἀλλοίμονον! νὰ σὲ ἀπολαύσω». Ἐὰν τὸ εὕρῃ ἡ Φωτεινή, Ματούλα μου, εἰπέ της, ἂν δὲν θέλῃς νὰ ψευσθῇς λέγουσα ὅτι δὲν εἶναι ἰδικόν μου, εἰπέ της τὴν ἀλήθειαν, ὅτι σὺ δὲν μὲ ἀγαπᾷς, καὶ ὅτι ἐγὼ εἶμαι παράτολμος, αὐθάδης καὶ ἄθλιος.»

Εἰκόν᾽ ἀχειροποίητη, ποὺ στὴν καρδιά μου σ᾽ εἶχα,
κ᾽ εἶχα γιὰ μόνο φυλαχτὸ…


Εἰκόν᾽ ἀχειροποίητη, ποὺ στὴν καρδιά μου σ᾽ εἶχα,
κ᾽ εἶχα γιὰ μόνο φυλαχτὸ μιὰ τῆς κορφῆς σου τρίχα.

Ὀνείρατα στὸν ὕπνο μου μαυροφτερουγιασμένα,
σὰν περιστέρι στὴ σπηλιὰ μ᾽ ἐτάραξαν γιὰ σένα.

Κίνδυνο, μαῦρο σύννεφο, οἱ μάγισσες μοῦ λένε·
τ᾽ ἀηδόνια αὐτὰ ποὺ κελαδοῦν μοῦ φαίνονται νὰ κλαῖνε.

Νὰ σὲ χαρῇ κ᾽ ἡ ἄνοιξη μαζὶ μὲ τὰ λουλούδια,
ὁπού ᾽ναι σὰν ἀμέτρητα ζωγραφιστὰ τραγούδια(!)

Σὺ στὸ σκολειὸ δὲν ἔμαθες νὰ γράφῃς ραβασάκια·
στὰ χείλη σου τὰ ρόδινα ποῦ τά ᾽βρες τὰ φαρμάκια;

Στὰ μάτια τὰ ψιχαλιστὰ πὄχ᾽ ἔρωτας καρτέρι,
πόσο μεθύσι μέθυσα ἕνας Θεὸς τὸ ξέρει.

Τὰ μάτια τὰ ψιχαλιστὰ γύρνα σ᾽ ἐμέ, πουλί μου,
ἀγάπη μου περήφανη, ἀγάπη διαλεχτή μου.

Κι αὐτὸ τὸ μορφοδούλικο, τὸ τιμημένο χέρι,
ἂν ἔσφιξε ἢ τό ᾽σφιξαν ἕνας Θεὸς τὸ ξέρει.

Τὴ χάρη σου τὴ σπλαχνικὴ μὴ μ᾽ ἀρνηστῇς, ἀρνί μου,
ἀγάπη μου αἰώνια, ἀγάπη μου στερνή μου.


Η επιστολή επιτελεί τον προορισμό της. Αυτό το ξέρουμε πολύ πριν συγκατατεθεί η Ματή στον γάμο με τον Κωστή, «καλύτερ᾽ αὐτός, παρὰ ἄλλος», λέει στους δικούς της που την ρωτούν αν θα δεχόταν να τον πάρει, αφού την ζήτησε σε γάμο, ως σωτήρας μετά τον βιασμό. Το ξέρουμε γιατί  - να θυμηθούμε τον Φαίδρο και την επιστολήν που κρύβει στον ομώνυμο πλατωνικό διάλογο «υπό την χλαίνα» - τον συμβολικό γάμο με τον εραστή κάτω από τα ρούχα που υποδεικνύει ο Ντεριντά στο Πλάτωνος Φαρμακεία, ή τόσους και τόσους εραστές που έχει υποκαταστήσει μια επιστολή – θα κοιμηθώ με το γράμμα σου γράφει η Μαρίνα Τσβετάγεβα στα γράμματα στον Ελικώνα

Έτσι και η Ματή, κρύβει την επιστολή – «
ἔσπευσε νὰ κρύψῃ τὸ γράμμα εἰς τὸν κόλπον της», μια ανταπόκριση, καθρέφτισμα στο κάλεσμα του εραστή – εικόνα αχειροποίητη μεσ’ την καρδιά μου σ’ είχα…



Εικόνες:
Το Πνεύμα της Επιστολής, Paul Klee
Ο Ιωάννης δέχεται και τρώει το ιερό βιβλίο, Προραφαραηλιτης άγνωστος δημιουργός
Γυναίκα με αγκινάρα, Πάμπλο Πικάσο

Κυριακή, 5 Απριλίου 2015

Ο Όσιπ Μάντελσταμ και το λιωμένο μεγαλείο που είχαν οι σόλες του

Αυτές τις μέρες (στις 5 Απριλίου του 2013 είχα γράψει στο facebook) διαβάζω το βιβλίο της Ναντιέζντα Μάντελσταμ, «Ελπίδα στα χρόνια της απελπισίας», αναμνήσεις από τη ζωή μου με τον Όσιπ.
Το απίστευτο χρονικό – μαρτυρία της εξορίας του ποιητή, ενός από τους μεγαλύτερους Ρώσους ποιητές του 20ου αιώνα στη Σταλινική Σοβιετική Ένωση…Εχουν γραφτεί εξαιρετικά κείμενα για αυτό το βιβλίο, όπως του Λάμπρου Σκουζάκη στο βλογ του Πανδοχείου και του Αναστάση Βιστωνίτη στην εισαγωγή του ίδιου του βιβλιου…επομένως δεν πρόκειται να κάνω μια ακόμα αποτίμηση ούτε βιβλιοπαρουσίαση. Να πω μόνο πως δυστοπίες υπάρχουν και έχουμε διαβάσει στη λογοτεχνία κατά καιρούς. Και το Φαρενάιτ του Μπράντμπερυ και το 1984 του Όργουελ και το ο Θαυμαστός Καινούργιος Κόσμος του Χάξλευ, άλλα που τώρα δεν θυμάμαι να πω…Αυτό που συμβαίνει όμως εδώ είναι η συνθήκη της δυστοπίας να είναι τραγική πραγματικότητα, ασύλληπτη από τη φαντασία μαρτυρία και όχι υπόθεση εργασίας. Και όλα να συνδέονται αριστοτεχνικά με το εργαστήρι του συγγραφέα, και την πράξη της ποιητικής δημιουργίας, για την οποία τόσα και τόσα λόγια γράφονται. Στο βιβλίο αυτό όμως, ό, τι γράφεται είναι γραμμένο – κυριολεκτικά και χωρίς στόμφο – με αίμα.
Ο Όσιπ Μάντελσταμ, δεν έγραφε τα ποιήματά του. Τα συνέθετε περπατώντας και από μνήμης. . Κάποια φορά θα βρω και θα αντιγράψω το απόσπασμα με το βουητό και τη μουσική εντός του, που άφηνε να ανέβει και να γίνει ποιηση - στίχοι σιγά σιγά μέχρι να πάψει να τον βασανίζει.
Περπατούσε, περπατούσε λοιπόν – δεν είχε ανάγκη από γραφείο, όπως ο Πάστερνακ για παράδειγμα που παραπονιόταν ότι το καθεστώς δεν του παρείχε γραφείο. Ηθελε χώρο για να κινείται, να βηματίζει και να δουλεύει τους στίχους τους. Από τον τρόπο αυτό δουλειάς είχε αναπτύξει και το δικό του ιδιόλεκτο της γραφής. Όπως οι άλλοι μιλούν για τη λευκή σελίδα, την έμπνευση, το μελάνι και το χαρτί ο Μάντελσταμ έλεγε για τα παπούτσια και τις σόλες…
Στο ποίημά του Συζήτηση για το Δάντη, γράφει: Πόσες σόλες έλιωσε ο Δάντε Αλιγκιέρι όταν έγραψε την Θεία κωμωδία και σε ένα άλλο ποίημά του για την Τιφλίδα γράφει ότι του θυμίζει το λιωμένο μεγαλείο που έχουν οι σόλες του ποιητή…

Πόλυ Χατζημανωλάκη
Απρίλιος 2013

Ο Γιάννης Ρίτσος είχε ένα σανιδάκι




Διάβασα προ ολίγοu (αυτά γράφτηκαν στο φέησμπουκ ενα χρόνο πριν) μια συνέντευξη της Έρης Ρίτσου στη lifo για τις αναμνήσεις από τον πατέρα της, με αφορμή την πρόσφατη έκδοση της ποιητικής του συλλογής Υπερώον. Αξίζει να διαβαστεί, για την ειλικρίνεια, την αμεσότητα με την οποία μεταφέρει τις εικόνες της από τις σκηνές της παιδικής ηλικίας με τον Ποιητή, την μαγεία που εξέπεμπε αυτός ο σπουδαίος άνθρωπος, κάποιες σπάνιες στιγμές του βίου του. Στέκομαι όμως σε εκείνο “το σανιδάκι” το αυτοσχέδιο γραφείο που ακουμπούσε στα πόδια του και έγραφε στην εξορία:

“Είχε ένα σανιδάκι, το είχε και μαζί του στην εξορία. και όταν έγραφε το έβαζε στα πόδια του και καθόταν στο καθιστικό. Μόνο στη Σάμο τον θυμάμαι να κάθεται στο γραφείο του.”

Το σανιδάκι της αξιοπρέπειας, της αυτάρκειας, της ποιητικής τελετουργίας που συνεχίζει να χρησιμοποιεί ο ποιητής ακόμα και στο σπίτι του, προτιμώντας το ίσως από ένα τυπικό γραφείο, δική του σανίδα να κυβερνά στον ωκεανό της ποίησης, εξόριστος να βλέπει στον αιώνα του, φέρνει στο νου τα παπούτσια του περιπλανώμενου Όσιπ Μάντελσταμ που έλιωνε σόλες περπατώντας, την τάβλα που έγραφε η Βιρτζίνια Γουλφ, το σκρίνιο – το γραφείο - της Μέλπως Αξιώτη που ξενυχτούσε στο δρόμο έξω από το σπίτι της...

(re - post)
____
Εικόνα: Σχέδιο του ζωγράφου Γιάννη Στεφανίδη, συνεξόριστου του ποιητή, από το Κοντοπούλι της Λήμνου (1949). Όπως είχε γράψει η κόρη του Φωτεινή Στεφανίδη, ένα χρόνο πριν που είχα κάνει αυτήν την ανάρτηση, ο πατέρας της "από την επάνω κουκέτα έχει σχεδιάσει τον Ρίτσο που ζωγραφίζει. Σαν το σανιδάκι και το μπλοκ ζωγραφικής. Μήπως είναι το σανιδάκι; Δεν βλέπω μπλοκ"

Η συνέντευξη εδώ:http://www.lifo.gr/team/selides/46806