Πέμπτη, 26 Φεβρουαρίου 2015

«Ευτυχισμένες μέρες» του Μπέκετ με τη Σοφία Φιλιππίδου: το όνειρο του βουτηχτή



Χτες ξημερώματα  παρακολούθησα το μονόλογο ενός παλαίμαχου βουτηχτή, ενός σφουγγαρά από την Κάλυμνο σε ένα ντοκιμαντέρ στην Νέριτ. Από τα όνειρα που βλέπει τώρα πια – τους παλιούς καπεταναίους που τον  είχαν κοντά τους τόσα χρόνια, την ιστορία με το πείσμα της μάνας του να βάψει μαύρο το σπίτι της – «το γέμισε μουτζαλιές» – επειδή εκείνος πήρε εκείνην που ήθελε και δεν διάλεξε αυτήν για την οποία «πονούσε» εκείνη, το πώς έμαθε να βλέπει τους μεγαλύτερους για να μαθαίνει, όπως κρατούσαν το κομμάτι το μάρμαρο που τους βοηθούσε στην κατάδυση. Αυτό που θεωρώ όμως συγκλονιστικό είναι το πώς αντιμετώπιζε την αφόρητη ζέστη στο καράβι, στα ανοιχτά της Λιβύης, χωρίς σκιά, χωρίς την παραμικρή δροσιά, κάτω από τον αμείλικτο ήλιο. Αυτό ήταν το χειρότερο από όλα,  είπε.  Εκεί λοιπόν,  στην αφόρητη ζέστη έπρεπε και  να κοιμηθεί. Έπρεπε να το αντέξει. Έφερνα λοιπόν, σύμφωνα με τα λόγια του – έφερνα στο νου μου – όλα τα δέντρα, όλες τις δροσιές που είχα κοιμηθεί από κάτω, όλες τις σπηλιές που είχα μπει μικρός και κοιμόμουν.

Αυτή λοιπόν ήταν η δημιουργική δύναμη του ανθρώπου, να φτιάξει από τις αναμνήσεις έναν κόσμο χλοερό, έναν κόσμο αναψύξεως, όπως ακριβώς είναι αυτός για τον οποίο λένε τα λόγια στη νεκρώσιμη ακολουθία για τον παράδεισο, για να μπορέσει να αντέξει την κόλαση του παρόντος του. Ένα καταφύγιο εκεί που σε χτυπά αμείλιχτα ο ήλιος.

Αυτή την ίδια αίσθηση του πώς να αντέξεις την παραμονή σου σε ένα λόφο κάτω από τον ήλιο, με μερμύγκια να περπατούν από κάτω, χωρίς να μπορείς να κοιμηθείς γιατί κάθε φορά που κλείνουν τα μάτια σου χτυπά ένα αμείλικτο κουδούνι και σε επαναφέρει ήταν που έγραψε ο Σάμουελ Μπέκετ ότι ήθελε να δει πώς και αν υπάρχει ηθοποιός που θα μπορούσε να το κάνει. Ένα στοίχημα δηλαδή – ακατανόητο μερικές φορές – που θέτει σε συναγερμό την ανθρώπινη ύπαρξη και όλα τα αποθέματά της, την ώρα που Γουίννυ στις Ευτυχισμένες Μέρες εκτελεί τις καθημερινές τελετουργίες, μιλά ακατάπαυστα στον εαυτό της, και μετατρέπει το τίποτα, τον χρόνο τον παρελθόντα, τον χρόνο τον παρόντα σε ευτυχισμένες μέρες…

Ένα έργο που παρακολούθησα στη Σκηνή του Μικρού Ρεξ, στην παράσταση του Εθνικού Θεάτρου με τη Σοφία Φιλιππίδου στο ρόλο της Γουίννυ, τον Γιάννη Γούνα,  ως Γουίλλυ σε σκηνοθεσία Γιώργου Μανιώτη.  Η Σοφία Φιλιππίδου με έχει τιμήσει με τη φιλία της. Εχουμε συνυπάρξει στον ωκεανό του Σολάρις στο φέησμπουκ, διαβάζω τα κείμενά της, με ενθουσίασε το βιβλίο της, έχω δει και έχω σχολιάσει και άλλες παραστάσεις της πριν από αυτήν. Δεν είμαι κριτικός θεάτρου. Αγαπώ το θέατρο όμως και παρακολουθώ τις παραστάσεις με το ίδιο πάθος και την ψυχική προδιάθεση που νιώθω απέναντι στην ανάγνωση. Με την ψυχή περισσότερο ευάλωτη στο συναίσθημα, στην εξαπάτηση με τα μέσα του ηθοποιού και του σκηνοθέτη – μα με την επαγρύπνηση του ανήσυχου αναγνώστη. Έτσι λοιπόν παρακολουθώ με εμπιστοσύνη τις προτάσεις της. Πολλές φορές και εν προόδω και δεν ήταν δυνατόν να μην ανταποκριθώ στην πρόκληση μιας τέτοιας ψυχικής και διανοητικής μύησης με ένα έργο αυτού του βεληνεκούς.
Δεν ήταν δυνατόν λοιπόν, επειδή δεν έχω εντρυφήσει στο έργο του σπουδαίου Ιρλανδού, και να αποφύγω την γοητευτική παγίδα της γλώσσας που έχει στήσει. Επιστρέφοντας στην πατρίδα του  από τη Γαλλία μετά το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο ο Μπέκετ αποφάσισε να αλλάξει γλώσσα. Αποφάσισε  δηλαδή να γράφει τα κείμενά του όχι στη μητρική του αλλά στα γαλλικά. Pour devenir mal armé, για να μην είμαι καλά εξοπλισμένος είχε πει, κάνοντας βεβαίως και το προφανές λογοπαίγνιο με το όνομα του Γάλλου συγγραφέα Mallarmé… Να διαρρήξει δηλαδή τους δεσμούς του με τη μητρική του γλώσσα με ό, τι αυτό συνεπάγεται για τις παραδόσεις, την κουλτούρα, τον πολιτισμό που αυτή μεταφέρει και να παραδοθεί σε μια ανα – γέννηση στο εσωτερικό ενός άλλου λόγου, ενός άλλου τρόπου σκέψης.

Σκέπτομαι αυτομάτως τον Joseph Conrad που έγραφε Αγγλικά αντί για Πολωνικά, τον Μίλαν Κούντερα στον αντίποδα που επέμενε να μεταφράζονται τα έργα του στα Γαλλικά, τον καιρό της μετοικεσίας – της προσφυγιάς στην Γαλλία. Ο Μπέκετ όμως επιστρέφει στη χώρα του, απομακρύνεται από τη γλώσσα του για να εκφράσει ίσως την ξενότητα του ανθρώπου απέναντι στην ύπαρξή του. Για να θέσει περιορισμούς, να αφαιρέσει το δίχτυ ασφαλείας μιας παράδοσης και να παραδόσει ο ίδιος  ένα υλικό που από ότι φαίνεται επιζεί και επιζεί και επιζεί και κάτι έχει να μας πει με προφανή την έννοια του παραλόγου αν και από ό, τι φαίνεται υπάρχει η άποψη ότι τα κείμενά του ανήκουν σε άλλη παράδοση, μεταγενέστερη, την μεταμοντερνιστική.
Δεν ισχύει όμως αυτό με τις Ευτυχισμένες Μέρες. Αυτές γράφτηκαν στην μητρική του γλώσσα και μεταφράστηκαν εκ των υστέρων στα Γαλλικά.
Δεν παραμένει δηλαδή πιστός στις εξαγγελίες του. Προκαλεί δυσανεξία στον ηθοποιό που θα ερμηνεύσει την επιστροφή στον Παράδεισο τοποθετώντας τον μισοθαμμένο σε ένα λόφο – τάφο αλλά όχι στον εαυτό του. Επαναιδιοποιείται τη γλώσσα του τη μητρική, επαναιδιοποιείται τις παραδόσεις της πατρίδας του και της λογοτεχνίας της Αγγλικής γλώσσας, επιστρέφει στην παιδική του ηλικία για να ανασκάψει, να συγκολλήσει μνήμες, να επανακτήσει το χλοερό τόπο των γραφών, το νόημα, την αιώνια ζωή. Δεν είναι παράλογος. Είναι αναστάσιμος. 

Σε μια παρόμοια διαδικασία είναι και η ερμηνεία της Σοφίας Φιλιππίδου. Πριν από την ερμηνεία η γλώσσα. Η οικείωση με το κείμενο μέσα από μια δική της μετάφραση. Χρησιμοποιώντας εκ παραλλήλου  τρία  κείμενα, το αγγλικό, το γερμανικό  και το γαλλικό και ξεθάβοντας κρυμμένους θησαυρούς που από την παράδοση αυτή ανασύρονται. Σε ένα  σύντομο αλλά χαρακτηριστικό της κείμενο  «Μεταφράζοντας τις Ευτυχισμένες μέρες» στο πρόγραμμα της Παράστασης, τους εκθέτει – τους θησαυρούς αυτούς -  εξηγεί πώς πάσχισε για να τους αποδώσει στα Ελληνικά, πώς να ανατρέξει σε δικές σε οικείες αναδρομές του θεατή όταν ενσωματώνει την «Ωδή σε μακρινή προοπτική του Κολλεγίου του Ήτον» του Τόμας Γκρέυ – χρησιμοποιώντας τη μαυροφόρα απελπισιά, όταν ανακαλύπτει στίχους από τα Ρουμπαγιάτ του Ομάρ Καγιάμ, από τον Άμλετ, τον Ρωμαίο και την Ιουλιέτα του Σαίξπηρ, τον Παράκελσο του Μπράουνιγκ, τον Χαμένο Παράδεισο του Μίλτον…
Η ερμηνεία της είναι μια σωτηρία, ένα μόχθος προσωπικός για να σωθεί ο αναγνώστης. Η γλώσσα φτάνει πλέον ως την ψυχή – «ο λόγος έρχεται από την καρδιά και πηγάζει από τα βάθη της ψυχής, όπως το κοτσύφι» ανατρέχοντας στο ίδιο το κείμενο. Φράση που επιβεβαιώνει την μάχη για την υπέρβαση της αλλοτρίωσης και το παραλόγου.
Η Σοφία Φιλιππίδου – στην εξαιρετική της συνεργασία με το Γιώργο Μανιώτη ιερουργεί. Η παράσταση ενώ το σώμα της βυθίζεται στον λάκκο από χώμα, ενώ οι κινήσεις της περιορίζονται, μετατρέπεται σε μια απογείωση, μια ανάταση.
Καταιγισμός εικόνων, νοημάτων – με τα χέρια στην αρχή, με το πρόσωπο μόνο, με τη φωνή, την έκφραση. 

Το πρόσωπό της μια μάσκα αποτροπαϊκή. Ξορκίζει το κακό, το παράλογο.
Το παράλογο είναι η σωματικοτητα, η συνθήκη της ύπαρξης. Ο παράδεισος και οι Ευτυχισμένες μέρες είναι μια δημιουργική φυγή, μια συλλογή αποθεμάτων ψυχικών, είναι το όνειρο του βουτηχτή στις δροσερές σπηλιές της παιδικής του ηλικίας…

Πόλυ Xατζημανωλάκη


Η παράσταση "ευτυχισμένες μέρες" του Σάμουελ Μπεκετ παίζεται στο 
Μικρό Rex - Σκηνή «Κατίνα Παξινού»
Πανεπιστημίου 48,Κέντρο
Τηλ.: 2103301881


Πηγές εικόνων: Johann-Hermann Carmiencke:The Blue Grotto, Capri 1851, από εδω: http://www.wikigallery.org/paintings/93001-93500/93176/painting1.jpg

 ‘Mia Storia con Beckett’ a project set in London’s Notting Hill: από εδώ
http://womenartdealers.org/wp-content/uploads/2011/06/Flaere-Samuel-Beckett-the-woman-with-pink-gloves.jpg

Οι φωτογραφίες της Σοφίας Φιλιππίδου από την παράσταση είναι του Πάτροκλου Σκαφίδα

Τετάρτη, 25 Φεβρουαρίου 2015

Ο Οδυσσέας και οι Σειρήνες, ο κακός μαθητής του Eurogroup και οι Ευτυχισμένες Μέρες του Μπέκετ


Αναζήτησα στο πρωτότυπο για να διαβάσω προσεκτικά το άρθρο της Cécile Ducourtieux στην Monde, για τον παρείσακτο Γιάνη Βαρουφάκη στο ισνάφι των υπουργών οικονομικών του Eurogroup. Το κείμενο κυκλοφόρησε στις 20 του μηνός και επαναλαμβάνει διάφορες κατηγορίες εναντίον του Έλληνα Υπουργού Οικονομικών που έχω βρει να κυκλοφορούν από δω και από κει, στα ελληνικά μέσα. Σήμερα είδα ότι το παιχνίδι χοντραίνει. 
Αρχισαν να τον σχολιάζουν και στην Αγγλική τηλεόραση – θεωρώντας ως ατυχή μεταφορά το ότι παρομοίασε τον εαυτό του με τον Οδυσσέα που θα έπρεπε να δεθεί στο κατάρτι για να αποφύγει τις Σειρήνες. Από μνήμης μεταφέρω τα σαρκαστικά σχόλια του Βρετανού δημοσιογράφου – μα δεν ξέρει ότι ο Οδυσσέας έχασε όλους τους συντρόφους του; Μα δεν ξέρει τι απέγινε η Ιθάκη όταν επέστρεψε να την βρει; Η μισαλλοδοξία είναι μεταδοτική, το γνωρίζω, και δεν επιθυμώ να αντιπαρατεθώ. Ωστόσο μόνο μισαλλοδοξία και απαιδευσία δείχνει αυτού του επιπέδου η ειρωνεία. Το να χαρακτηρίσεις τον ήρωα της Οδύσσειας εξυπνακίστικα αποτυχημένο είναι τόσο ρηχό. 
Επανέρχομαι ωστόσο στην αρθρογράφο της Μόντ και την ευκολία της να κριτικάρει τα περί «μη προετοιμασίας» του κυρίου Βαρουφάκη ή τα περί μη συγκεκριμένων αριθμών ενώ είναι γνωστό ότι η διαπραγμάτευση ήταν πολιτική – εκ των υστέρων φάνηκε με την απόφαση του Γιουρογκρουπ της Παρασκευής ότι ποιοτικά ήταν τα μέτρα που ζητήθηκαν, υποβλήθηκαν και έγιναν δεκτά. Αυτά με το δεν είχαν χαρτιά ή ντοσιέ ή ήταν απροετοίμαστοι μου φαίνεται τουλάχιστον αστείο. Άρχισα να κοιτώ στη Wikipedia – είναι κουραστικό αλλά αξίζει τον κόπο – τις σπουδές των υπουργών του Eurogroup και είδα στο ranking που είχαν δημοσιεύσει το 2012 οι Financial Times ότι δυο από αυτούς ήταν με πτυχίο και εμπειρία δασκάλου δημοτικού σχολείου. Η Φινλανδή αντικαταστάθηκε το 2013 ο Ιρλανδός όχι…
Δεν ήταν εύκολο γιατί οι FT δεν δημοσίευαν τυπικά προσόντα αλλά άλλες δεξιότητες. Απολύτως αποδεκτά όλα τα άτυπα προσόντα που αποκτώνται με την εμπειρία, αλλά νομίζω πως οι διαπραγματευτικές ικανότητες και κοινωνική ακτινοβολία και η καλλιέργεια του έλληνα υπουργού αδικούνται με τόσο ταπεινά επιχειρήματα. 


Το τελευταίο ήταν η κριτική στο ότι επιστρέφοντας στη χώρα του, στις 16/02 παρακολούθησε την πρεμιέρα από τις Ευτυχισμένες Μέρες του Μπέκετ. Μια ανακούφιση, όπως έγραψε στο τουίτερ μετά από «ξέρετε τι…» Διαβάζω το βιβλίο του για την οικονομία, αυτό που απευθύνει στην κόρη του, με τις εξαιρετικές μεταφορές από το Φάουστ του Γκαίτε, τον καταραμένο όφι που γεννά στην κοιλιά του τον τόκο από το χρέος, τον Φρανκεστάιν της Σέλλευ, το Bladerunner, και το Ματριξ, ιδέες και μεταφορές από τη λογοτεχνία για να κάνει προσιτές στον μη ειδικό τις έννοιες του χρέους, του δανείου, της ανταλλακτικής αξίας, του κραχ…
Αναρρωτήθηκα τι ακριβώς να είχε στο μυαλό του πηγαίνοντας να δει αυτήν την παράσταση του Μπέκετ, αυτό το έργο που πολύ αγαπά; Ποια είναι η ανακούφιση που ένιωσε; Πώς την εννοεί;
Και σκέφτηκα αυτό που είχε πει ο ίδιος ο Μπέκετ για την αφόρητη ταλαιπωρία ενός ανθρώπου που βρίσκεται εκτεθειμένος σε ένα λόφο από χώμα, κάτω από το φως ώστε να μη μπορεί να κοιμηθεί, με μερμήγκια να περπατούν κάτω του, μόλις κλείνουν τα μάτια του να χτυπά ένα κουδούνι και να πρέπει να το αντέξει. 

Και ποιος μπορεί να το αντέξει και από αυτήν την ταλαιπωρία να βγάζει χαρά και αισιοδοξία. Η Σοφία Φιλιππίδου που έπαιξε τη Γουίννυ - ο μόχθος του καλλιτέχνη η αριστεία - και ο Γιάνης Βαρουφάκης με αυτήν την ένταση στη συνεδρίαση – τον θυμάστε όταν βγήκε – προσπαθώντας με τον ίδιο τρόπο ψύχραιμα να συμπεριφέρεται σαν να μην συνέβη τίποτα και προσδοκώντας με αισιοδοξία – για να μας την μεταδόσει – μια άλλη εξέλιξη.
Τώρα κατάλαβα - πέραν όλων των άλλων – και πολύ περισσότερο από όσα έχω μελετήσει, τι σημαίνει το έργο αυτό του Μπέκετ. Και πώς νοηματοδοτείται η πολιτική, έξω και πάνω από τις σκοτεινές – κλειστές αίθουσες των διαπραγματεύσεων. Ευτυχισμένες μέρες και για μας που τα παρακολουθούμε και σχολιάζουμε.

Φωτό Σοφίας Φιλιππίδου: 
Patroklos Skafidas

Δευτέρα, 2 Φεβρουαρίου 2015

Βλέποντας τα περασμένα «ως εις πανόραμα»: Πορτρέτο του καλλιτέχνη σε νεαρή ηλικία, ο Σημαδιακός άλλη μια φορά (με αφορμή την παράσταση της Ηωάννας Σπανού)

Θυμάστε εκείνο το «πανόραμα» - την οπτική συσκευή που πρέπει να είχε δει ο Παπαδιαμάντης και να τον είχε εντυπωσιάσει, στην εποχή του; Η άρνησή του να φωτογραφηθεί ίσως σχετίζεται με μια περίεργη έλξη που είχε στα σχετικά με την απεικόνιση και τη δημιουργία ειδώλων. Ο διακαμός για παράδειγμα – το φάντασμα, ο καθρεφτισμός – αυτό που φαίνεται και εξαφανίζεται στη θάλασσα με το φως του φεγγαριού, έτσι αποκαλεί τη σκιά της μάνας της Χαδούλας της φόνισας. Η Δελχαρώς, η στρίγγλα, η μάγισσα, χάθηκε ως διακαμός από τα μάτια των χωροφυλάκων. Η περίφημη φωτογράφηση που του ξεφεύγει στους Εμπόρους των Εθνών, τότε που ο αββάς Αμμούν  κοιτάζει την Αυγούστα, "Την εκοίταζεν (την Αυγούστα)  ως να επεθύμει ουχί μόνον να φ ω τ ο γ ρ α φ ή σ η την εικόνα της, αλλά να καταμετρήσει την συνείδησίν της". Αυτό θυμίζει πολύ  το lets play billiards, της Κλεοπάτρας στο Σαιξπηρικό έργο Αντώνιος και Κλεοπάτρα, που όπως γράφουν οι μελετητές, η αγάπη του συγγραφέως για το μπιλιάρδο του έγινε έμμονη ιδέα ώστε να το βάλει να παίζεται τη Ρωμαϊκή εποχή, στην Αίγυπτο. Να μην παραλείψουμε οπωσδήποτε  και το «αυτοείδωλον εγεννόμην» την εγωιστική αγάπη που αναφέρει ο αφηγητής στα Ρόδινα ακρογιάλια,  το ποίημα του Αγίου Ανδρέα Κρήτης, από την κατανυκτική Ακολουθία της Μεγάλης Πέμπτης.
Ας αφήσουμε ίσως για μια άλλη φορά τις ελκυστικές συσχετίσεις με την αντίδρασή του στη φωτογράφηση και ας επιστρέψουμε στο πανόραμα.
Το πανόραμα λοιπόν, αναφέρεται στο σπιτάκι που διατηρούσε η Μαχώ το Φαλκάκι,   η μητέρα του μικρού Φάλκου (γεράκι και αυτός όπως και η μικρή Γηρακώ στο Σημαδιακό), στο Κάστρο, μετά την μετοικεσία των κατοίκων του στην πόλη της Σκιάθου αφού δεν υπήρχε πια φόβος από τις επιδρομές των πειρατών. Η Μαχώ το Φαλκάκι δεν ήθελε να ξεκόψει από το παλιό της σπίτι, την παλιά της ζωή, τις αναμνήσεις της, γι’ αυτό φρόντιζε να πηγαίνουν όποτε μπορούσε και να μένουν στο σπιτάκι τους, να το διατηρούν ζωντανό, τρόπον τινά.


Ετσι λοιπόν, σε αυτήν την πόλη φάντασμα λοιπόν, «Ὁ μικρὸς οἰκίσκος (ήταν) μία ἐπάνοδος εἰς τὸ παρελθόν, μία ὀπὴ διὰ τῆς ὁποίας ἔβλεπέ τις τὰ περασμένα ὡς εἰς π α ν ό ρ α μ α, ζωντανὴ ἀνάμνησις μέσα εἰς τὴν τέφραν τῆς λήθης». Μια μηχανή του χρόνου, δηλαδή, μια συσκευή. 

Ετσι λοιπόν, στον Σημαδιακό του Παπαδιαμάντη, "ως εις πανόραμα" επίσης,  μπορεί να δει τα δυο εξαδέλφια, τον Αλέκο και τον Σωτήρο, δέκα και δώδεκα ετών αντιστοίχως, να κρατούν τα σύνεργα για τα άσματα των Φώτων, το ραβδάκι και την κάσα αντιστοίχως. Και μαθαίνει ότι τσακώνονταν όλον τον χρόνο, μαθαίνει ποιος ήταν ο Σωτήρος, ο αγαπημένος ξάδελφος που σπούδασε στην Γερμανία και ποιος ήταν ο Αλέκος, αυτός που εισήχθη εις την Φιλοσοφικήν αλλά ουδέποτε απεφόίτησε και δεν κατώρθωσε να γίνει ούτε δάσκαλος αλλά απλώς συρράπτης επιφυλλίδων.

Αυτά βεβαίως ίσως είναι γνωστά, ή αυτονόητα έστω στον αναγνώστη του κειμένου. Όχι τόσο αυτονόητα είναι τα ενδυματολογικά τους, το πώς ο Αλέκος ήταν ντυμένος με παντελόνια κακόζηλα, στενά, φράγκικα ενώ ο Σωτήρος φορούσε την νησιώτικη ενδυμασία και φέσι (παραπέμπω σε παλαιότερο κείμενό μου στις Πινακίδες από κερί, Ίχνη μνήμης στον Σημαδιακό του ΑλέξανδρουΠαπαδιαμάντη).
Επίσης λιγότερο γνωστό είναι ίσως το ενδιαφέρον τους περί τα ερωτικά, το πώς προσπαθούν να συμπεράνουν το τι περιέχει η επιστολή, «η περιέργεια του Αλέκου δεν ανεπαύετο» γράφει ο Παπαδιαμάντης χαμογελώντας προς τον αναγνώστη του μέλλοντος και μαθαίνουμε (πρβλ. τα αγόρια μεταξύ τους) για τα αναγνώσματα των αγοριών.
Εκεί όμως που ο χαρακτήρας ζωντανεύει και κινείται επί σκηνής είναι βεβαίως όταν μαθαίνουμε ότι ήταν  «υπνοφάγος», ότι δηλαδή δεν έσπευδε να είναι από τους πρώτους στην λειτουργία όπως ο εξάδελφος Σωτήρος. Απορίας άξιον αυτό αν σκεφτεί κανείς τις πιέσεις από το σπίτι στα ενδυματολογικά – να θυμηθούμε τα πέδιλα με κάλτσες – που δεν του επέτρεπε να παίξει με τα άλλα παιδιά της ηλικίας του. Εύθικτος βεβαίως, αν σκεφτεί κανείς την αντίδρασή του στο κόλλημα του σφάνζτικου στο μετωπό του, που επεχείρησε ο καπετάν Θανασός ο θείος του, «μα εγώ δεν είμαι βιολιτζής», είναι η αντιδρασή του.


Διέκρινα ένα ιδιόμορφο χιούμορ, ένα πειραχτήρι, βλέποντας την Ηωάννα Σπανού, που υποδυόταν και τον Αλέκο και τον Σημαδιακό – δικαίως γιατί υπάρχουν πολλές ταυτίσεις. «Δεν γίνεται να γίνει κανείς ανήρ χωρίς να απατηθεί», καταλήγει στη Νοσταλγό του ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης και ο Σημαδιακός είναι μια ιστορία εξαπάτησης. (Πρβλ σχετικό κείμενο στις Πινακίδες από κερί: όπου από ένα ορθογραφικό λάθος του Παπαδιαμάντη κλπ) Για πολλούς λόγους είναι διαφορετικός από τους άλλους ο Αλέξανδρος, όπως και ο Μανώλης ο Προυσαλής, ο παράξενος αυτός χαρακτήρας του διηγήματος.
Και το Μπραϊνάκι, πόσο μοιάζει με διάφορες ηρωίδες που έχουν προκαλέσει μεγάλα πάθη στους ήρωές του. Όπως η Πολυλογού στον μπαρμπα Γιαννιό στο Ερωτας στα χιόνια, ή η Λαλιώ στον Μαθιό, στη Νοσταλγό. Και στις δυο περιπτώσεις βρυχώντα αισθήματα και μια γυναίκα που πάει η γλώσσα της ροδάνι, όπως γράφει.
Το Μπραϊνάκι που δεν υπάρχει μαθητής να μην την ονειροπολεί ή ναύτης να μην της κάνει πατινάδα βρίζει και καταριέται «στο γυναικείον ιδίωμα» και προκαλεί την αμηχανία των δύο αγοριών.
Πειραχτήρι λοιπόν, εφ’ όσον φαίνεται ότι το διασκεδάζει και λίγο, παρά την δύσκολη συνθήκη στην οποία έχουν βρεθεί. Εχει ο Σπύρος φέσι; Προσπαθεί να παρηγορήσει τον ξάδελφό του, που του έχει αρπάξει το φέσι του ο Σημαδιακός, υπερθεματίζει σε ερωτήσεις «και τι ώρα θα απολύσει η λειτουργία» και καὶ τί ὥρα θὰ ψαλῇ ὁ ἁγιασμός… καὶ τί ὥρα θὰ ρίξουν τὸ Σταυρὸ στὴ θάλασσα..  που μπορεί να τινάξουν στον αέρα την προσπάθεια να απομακρυνθεί το μικρό Γηρακώ από το δωμάτιο.  Μια κοινωνική δυσλειτουργία στο ταίριασμα – αταίριαστος και αυτός – μια απόσταση από την δράση, μια υπογράμμιση του δραματικού στοιχείου όχι χωρίς διακινδύνευση, δικαιώνοντας πάλι την ταύτισή του με τον Σημαδιακό, ως προς την ετερότητα.
Είμαι ευτυχής που είδα την παράσταση στο χώρο των εκδόσεων εν πλω. Όλα περιέχονται στο κείμενο. Όμως χωρίς την ανάγνωση του κειμένου από την Ηωάννα, ο δεκαετής Αλέξανδρος, δεν θα έκανε την εμφάνισή του και μια υπόκλιση σε αυτούς που τον αγαπούν στο πατάρι ενός βιβλιοπωλείου στη Χαριλάου Τρικούπη.


Πόλυ Χατζημανωλάκη
Φεβρουάριος 2015


Φωτογραφιες


http://www.lefigaro.fr/mon-figaro/2013/02/08/10001-20130208ARTFIG00546-ces-enfants-bien-eleves.php
http://microsites.lomography.com/spinner-360/images/history/panoscan_04.jpg

Ιδιόρρυθμος και παρδαλός, Σημαδιακός, Αταίριαστος, Σημειωμένος, Σημαδεμένος (Ξαναδιαβάζοντας τον Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη με αφορμή την παράσταση της Ηωάννας Σπανού)




Μετά την μέθη – την μέθεξη μιας παράστασης – δεν είναι εύκολο πάντα να μιλήσει κάποιος. Οι χαρακτήρες – το Μπραϊνάκι, ο Ελόγου του, ο Σωτήρος – ο Αλέξανδρος είναι ολοζώντανοι στην ψυχή μας. Ένα ζεστό αποτύπωμα μας έχει αγγίξει – ποιος τολμά να αποξηράνει αυτήν την υγρασία, να κρυώσει αυτήν την θέρμη που νοιώσαμε;
Ευχαριστώ θερμά την Ηωάννα Σπανού για την ανοικτότητα και την γενναιοδωρία της, να αναγνωρίσει, ενώ έστηνε την παράσταση για τον Σημαδιακό, να αναγνωρίσει λοιπόν  σε  ένα παλαιό κείμενο που είχα γράψει πριν 5 χρόνια στο ιστολογιό μου, τις πινακίδες από κερί για το Σημαδιακό, στοιχεία που ταίριαζαν στον δικό της τρόπο να βλέπει το δραματουργικό ξεδίπλωμα, τα σημάδια. Επικοινωνούσαμε ήδη από το διαδίκτυο αλλά είπαμε να τα πούμε δια ζώσης, κουβεντιάσαμε με πάθος για τον Παπαδιαμάντη, το θέατρο, τα σημάδια, τον Ναμπόκοφ. Η συζήτηση μαζί της, αυτά που μου είπε για την παράσταση – ήρθα και στην πρόβα και γοητεύτηκα πάλι. Αφορμή να ξαναδώ τα χαρτιά μου, να ξαναδιαβάσω τον Παπαδιαμάντη, να ξαναδώ εκτός από τον Σημαδιακό και τα άλλα δυο διηγήματα – το ένα ο Παπαδιαμάντης το λέει μυθιστόρημα τα Ρόδινα Ακρογιάλια όπου υπάρχει ένας χαρακτήρας που έχει το παρατσούκλι Σημαδιακός. Το άλλο είναι το μυρολογι της φώκιας, ο μικρός βοσκός που καθόταν στον βράχο και έπαιζε χαρούμενους σκοπούς με τη φλογέρα του αγνοώντας το πένθιμον του τόπου – κάτω από το λόφο του νεκροταφείου.
Ήρθαν στην επιφάνεια λοιπόν τα παλιά, ήρθαν και καινούργια με την ανάγνωση πάλι. Νέο φως, καινούργιο βλέμμα – είμαι ευγνώμων στην Ηωάννα για αυτήν την αλληλεπίδραση.
Να μην σας τρώω όμως την ώρα – να πάρουμε τα πράγματα από την αρχή.


- Ο Σημαδιακός σύμβολο μνημονοτεχνικής

Προσέξτε πως είναι ντυμένος. Οι κάλτσες για γάντια, η ζώνη για καπέλο – παράταιρα και παρδαλά αυτό που κάνουμε όταν θέλουμε να θυμηθούμε κάτι. Φοράμε ανάποδα το ρολόι μας, ένα δακτυλίδι. Αυτό είναι αναφορά στους παλιούς μνημονοτεχνικούς κανόνες που είχαν οι ρήτορες από τη Ρωμαϊκή εποχή, πώς προσπαθούσαν να αντιστοιχήσουν κομμάτια από τις ομιλίες τους στα δωμάτια ενός σπιτιού – παλάτια της μνήμης. Τι σχέση έχει αυτό και γιατί ο Παπαδιαμάντης. Σπουδαίοι μνημονοτεχνικοί ήταν οι Κολυβάδες καλόγεροι που είχαν καταφύγει στη Σκιάθο από το Άγιο Όρος, υπήρχαν διάφορες διαφωνίες με τους εκεί – η περισσότερο γνωστή ήταν αυτή για το πότε θα γίνονται τα κόλυβα. Σάββατο ή Κυριακή.
Οι Κολυβάδες είχαν περί πολλού τη μνήμη και τη μνημονοτεχνική, ένας σπουδαίος καλόγερος ήταν ο Άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης για τον οποίο ελέγετο ότι είχε ακένωτο μνήμη, απέραντη μνήμη δηλαδή. Είχε συγγράψει το Συμβουλευτικό Εγχειρίδιο ή περί φυλακής των αισθήσεων απομονωμένος στη Σκύρο, χωρίς να έχει στη διάθεσή του κανένα βοήθημα…
Ο Παπαδιαμάντης ήξερε για τους Κολυβάδες, δεν χωρεί αμφιβολία και η Μονή του Ευαγγελισμού στη Σκιάθο αναφέρει με υπερηφάνεια πως η ίδρυσή της έχει ρίζες στην παράδοση των Κολυβάδων…
Ο Άγιος Νικόλαος Πλανάς (άλλη περίπτωση μνήμονος) του έδινες ένα χαρτάκι με τους νεκρούς που ήθελες να μνημονεύσει και τους θυμόταν για πάντα, τους μνημόνευε σε όλες τις λειτουργίες του

Η αναφορά στον Άγιο Νικόδημο γίνεται εκεί που λέει πως τα αγόρια είχαν ανασύρει τα τραγούδια από την ακένωτο μνήμη της μάμμης τους…
η έκφραση είναι τόσο χαρακτηριστική, μας κλείνει το μάτι νομίζω
Αλλά ακόμα και ο τρόπος που τους πληρώνει ο καπετάν Θανασός. Ένα εικοσιπενταράκι για αυτό, ένα εικοσιπενταράκι για το άλλο…Θυμίζει αυτές τις αντιστοιχίσεις…
Αφαιρεί το φέσι από τον Σωτήρο άλλο σημάδι για να μην ξεχάσει…
Θυμούνται λοιπόν τα τραγούδια – θυμάται ο Παπαδιαμάντης την παιδική του ηλικία, ο Σωτήρος ήταν ένας πολύ αγαπημένος του ξάδελφος που σπούδασε στη Γερμανία όπως λέει, έγινε διδάκτωρ, διορίστηκε Γυμνασιάρχης στη Χαλκίδα και ο Παπαδιαμάντης του έγραψε μια πολύ συγκινητική νεκρολογία


- ο Σημαδιακός ο σημαδεμένος
Ο Σημαδιακός, διαβάζουμε στο γλωσσάρι των Απάντων των εκδόσεων Δόμος,  είναι ο Ωραίος – αλλά πολλές φορές αυτός που είναι σημαδεμένος. Αυτός που έχει ένα ελάττωμα, μια παραμόρφωση.

Ο Ωραίος – είναι σίγουρα στα Ρόδινα ακρογιάλια
Σημαδιακός κι αταίριαστος
Κ σος και κ’ σομιληγγάτος
Και στην κορφή αστεράτος

Για τον Σταμάτη, τον φίλο του Παπαδιαμάντη (να θυμίσω που ξεκινά με μια βάρκα μετά από ερωτική απογοήτευση, λιποθυμά, ίσως θέλει να πεθάνει και τον περιμαζεύει ο φίλος αυτός που τον θεωρούσε μάλιστα νεκρό και ότι έχει αυτοκτονήσει) και αρχίζουν οι ιστορίες και οι αφηγήσεις για τον έρωτα σε μια σπηλιά στην παραλία.

Αυτός ο φίλος έχει σίγουρα σχέση με την μνημοτεχνική – θυμάσαι; Το ένα για το δάσκαλο; Θυμάσαι το άλλο;
Συνεχώς προσπαθεί να του θυμίσει.
Και τους ρομαντικούς έρωτες στο τέλος

Αυτός λοιπόν ο φίλος ήταν «παρδαλός» λέει ο Παπαδιαμάντης. Κατά λέξη. Ιδιόρρυθμος αλλά καλός. Είχε λέει ένα πύργο με χρωματιστά "μ π α ν τ ε ρ ό λ ι α".
Ένα πύργο δηλαδή με σημαιάκια.
ένας τρόπος να πεις τα σημάδια – τις κάλτσες, το ζωνάρι το φέσι του δικού μας διηγήματος.

Στο γλωσσάρι επίσης διαβάζουμε για τα σημάδια. Τι είναι τα σημάδια; Αλλάζ νι σημάδια. Στους αρραβώνες ο πεθερός ρίχνει στον ώμο του γαμπρού ένα μεταξωτό μαντίλι και του φορεί στο δείχτη του αριστερού χεριού ένα δαχτυλίδι και τον φιλεί στο μάγουλο. Ο γαμπρός ρίχνει στον ώμο του πεθερού ένα μαντήλι όπου έχει δέσει ένα δαχτυλίδι για τη νύφη.


Αυτά τα σημάδια είναι για να επισφραγιστεί η δέσμευση, η μνήμη – να μην ξεχάσεις την αρραβωνιαστικιά – αυτήν την παράβαση που κάνει ο Αγάλλος που αντάλλαξε σημάδια αλλά την ξέχασε και έρχεται αυτή και τον στοιχειώνει. Γίνεται φάντασμα.
Μια μνημονοτεχνική παράδοση λοιπόν.

Ενώ ο άλλος της παρέας, ο Πατσοστάθης τα επιστρέφει. Τα γύρισε πίσω τα σημάδια.
Ο Μανώλης ο Προυσαλής – ο ελόγου του, έχει πρόβλημα στο μάτι. Είναι δηλαδή σημαδιακός – σημαδεμένος.

τα σημάδια τα βλέπουμε και στις Συμμορίες των Φώτων. Ο Σοροκάς και ο Φτίκας…Με το ένα μάτι και τα κομμένα δάχτυλα.

Κάτι ακόμα. Για το Μπραϊνάκι. Τι θα πει Μπραϊνάκι. Στις σημειώσεις του Ν. Δ. Τριανταφυλλόπουλου, του επιμελητή των Απάντων, αναφέρεται ότι ο Παπαδιαμάντης κάπου έγραψε αντί για Μπραϊνάκι – «μπαϊράκι».
Αυτό είναι η σημαία, η μπαντιέρα, το μπαντερόλιο του Σημαδιακού, σαν αυτά που είχε ο Σταμάτης στον Πύργο του. Η παραδρομή στη γραφή ίσως ένας τρόπος που ξεφεύγει από τον συνειδητό έλεγχο για να πει κάτι που στήνεται στο νου σου.
Το Μπραϊνάκι λοιπόν είναι το κατ’ εξοχήν Σημάδι. Το σύμβολο, η σημαία




Το τραγούδι του Κυρ Βοριά

Υπάρχει ένα τρίτο θέμα που θα ήθελα να αναφέρω, αυτό με το τραγούδι του κυρ Βοριά, που είναι αυτό που κάνει την γυναίκα του καπετάν Θανασού να κλάψει…
Ένα χαρούμενο τραγούδι που όμως της φέρνει δάκρυα και την συγκινεί.
Και δεν παραλείπει στο διήγημα να το αναφέρει και να γράψει μια ολόκληρη στροφή….
Είναι το τραγούδι του Κυρ Βοριά. Μια παραλογή, που υπάρχει στην Κωνσταντινούπολη, στα νησιά, στα Δωδεκάνησα, στην Κύπρο.
Ο κυρ Βοριάς παρήγγειλε όλων των καραβιώνε...

(θυμόμαστε που έχουν ένα καράβι μικρό, σαν παιδάκι λένε, που δεν θα μπορέσει να μπει στο λιμάνι)

Τους παρήγγειλε λοιπόν να μπουν γιατί θα φυσήξει, για να τα προστατέψει.

Και μπαίνουν όλα τα καράβια εκτός από ένα

Που έχει αντένες από χαλκό, πανιά από μετάξι
Έχει καραβόσκοινα από ξανθής μαλλάκια

Τέλος πάντων δεν τα καταφέρνει το πλοίο, γυρίζει ανάποδα, πνίγονται…
Θρηνεί η μανά, πετροβολά τη θάλασσα

Και το ενδιαφέρον είναι ότι ενώ το τραγούδι είναι σαν μοιρολόγι είναι χαρούμενη η μουσική του –

Έχω την αίσθηση ότι εδώ κρύβεται ένα μεγάλο μυστικό…

Σας θυμίζω τα τραγούδια του Θεού, του Παπαδιαμάντη και πόσο του άρεσε η ακολουθία των νηπίων, στις κηδείες των μικρών παιδιών κάποιοι ιερείς λέει ήξεραν να τα λένε… του άρεσαν κι εκείνου και τα τραγουδούσε σε ένα διήγημα στην Αγγελικούλα, την κόρη της φίλης του της Πολυξένης Μπούκα στην Αθήνα.

Ένα χαρούμενο τραγούδι τραγουδά ο μικρός βοσκός στο μυρολογι της φώκιας. Αταίριαστο και σημαδιακό τον ονομάζει η γριά Λούκαινα. Χωρίς να λαμβάνει υπόψη του το πένθιμων του χώρου.
Να μην ξεχνάμε ότι εκεί το διήγημα αναφέρεται στο μυρολογι για ένα μικρό κορίτσι. Την Ακριβουλα.
Άρα ένα τραγούδι του Θεού. Και εκεί υπάρχει μια γολέτα που δεν μπορεί να αποπλεύσει, δεν φυσά αέρας  και μένει παγιδευμένη στο λιμάνι.

Το καράβι σώζεται, η Ακριβούλα πνίγεται…

Αυτά τα ξανθής μαλάκια τώρα, είναι από μοιρολόγι…

Μαλλιά πού είν’ το κεφάλι σας
Πλεξούδες το κορμί σας

(βόστρυχοι από κόμας ξανθάς και άλλα θανάτου λάφυρα
κατρακυλούσαν από το λόφο… στο μυρολόγι της φώκιας….

Χρυσός και χρυσομιληγγάτος – ο Σημαδιακός  - με χρυσά μαλλιά

Όλα αυτά για τα καραβόσκοινα –

Οι χρυσές πλεξούδες που είχε το Μπραϊνάκι – η ηρωίδα της ιστορίας….

Ενα τραγούδι δηλαδή, μια παραλογή, ένα μοιρολόγι που πάνω του ακουμπούν και τα τρία διηγήματα. Το πλοίο του Αγάλλου που ποτέ δεν επιστρέφει στα Ρόδινα ακρογιάλια, η γολέτα η παγιδευμένη στο λιμάνι, στο μυρολόγι της φώκιας, και το μικρό νεογέννητο πλεούμενο του καπετάν Θανασσού που δεν θα μπορέσει να μπει στο λιμάνι... Μεταφορές, ανθρωπομορφισμοί για τα πλοία, θυμίζω τις αναλογίες σκαρώματος πλοίου και παιδιού, ταυτίσεις ιδιόμορφες, παγιδεύσεις του αφηγητή....Θυμίζει το παραδοσιακό τραγούδι - ιστό στο τραγούδι του Σόλομον της Τόνι Μόρισον.

Σταματώ τις σκέψεις και τους συνειρμούς, ελπίζοντας να μην σας κούρασα.
Ο Παπαδιαμάντης μια ανεξάντλητη δεξαμενή θησαυρών από τα βάθη της μνήμης, των παραδόσεων…



Συγχαρητήρια και πάλι στην Ιωάννα για αυτήν την εξαιρετική, ποιοτική και σε βάθος μελέτη που έκανε για να αναδείξει τα σημάδια…
Συγχαρητήρια και στις δυο τους Ηωάννα Σπανού και Μελίνα Ζαχαροπούλου  για τις εξαιρετικές χαμηλόφωνες και ουσιαστικές ερμηνείες τους ….


(Οι σημειώσεις της ομιλίας μου μετά την παράσταση του Σημαδιακού  στον χώρο των εκδόσεων «εν πλω» )


Πόλυ Χατζημανωλάκη
Κυριακή 1 Φεβρουαρίου 2015

Πέμπτη, 29 Ιανουαρίου 2015

Νίκος Κοτζιάς, Ντούγκιν, Μπιλτ, Ρωσία, Ουκρανία και Γουικιπήντια (σημειώσεις εργασίας)




Κάποιος σοφός, που δεν θυμάμαι για να τον αναφέρω, είχε πει ότι πρέπει να συμπεριφέρεσαι σαν να εξαρτάται από σένα η τύχη όλου του κόσμου. Ίσως δεν το είπε έτσι ακριβώς. Ίσως είναι υπερβολικό. Σε κάθε περίπτωση, όσο και να μην είναι κανείς σε θέση να επηρεάσει τη ροή των γεγονότων, δεν υπάρχει η δικαιολογία ότι «οι άλλοι ξέρουν καλύτερα». Όλοι έχουμε ευθύνη, εμείς που τους ψηφίσαμε, αλλά και οι άλλοι που δεν τους ψήφισαν με την κριτική τους, τι δική τους ανάγνωση της πραγματικότητας, να συμβάλλουμε σε μια συλλογική διαβούλευση, σε μια συλλογική προσπάθεια και να καταλάβουμε και να στηρίξουμε, και να προλάβουμε, και να εμποδίσουμε, όσο και να σημαίνει αυτό ξεβόλεμα, περισσότερη ενημέρωση και εναλλακτική ίσως, περισσότερη έρευνα.
Προσπαθώ λοιπόν να καταλάβω, ως ενεργός πολίτης τι συμβαίνει και να διατυπώσω αν μπορώ την άποψή μου χωρίς φόβο και πάθος.
Διάβασα λοιπόν για την κριτική που γίνεται στον νέο υπουργό Εξωτερικών Νίκο Κοτζιά, αφ’ ενός για την αντίδραση της κυβέρνησης στο θέμα των κυρώσεων κατά της Ρωσίας στο θέμα της Ουκρανίας και αφ’ ετέρου για τις αμφίβολες σχέσεις του με τον Ντούγκιν, τον μέντορα του προέδρου Πούτιν που κατηγορείται ότι έχει καλές σχέσεις με την Χρυσή Αυγή.
Σχολίασα μόνο μια φράση του κειμένου της Ξένιας Κουναλάκη στην Καθημερινή – «Κοτζιάς, Ντούγκιν, Ε.Ε» όχι για το σύνολό του, μια προσπάθεια να αμαυρωθεί η εικόνα της κυβέρνησης εξ αιτίας του τηλεγραφήματος υποστήριξης από τη Μαρίν Λεπέν, η οποία είχε κάνει και από πριν δηλώσεις για την υποστήριξη ενός «αντιευρωπαϊκού» Σύριζα, αλλά και της στήριξης από την ΧΑ της διαμαρτυρίας από τη νέα κυβέρνηση της απόφασης της ΕΕ για κυρώσεις στη Ρωσία στο θέμα της Ουκρανίας.
Η αρθρογράφος έκανε κριτική στο ύφος του ΥΠεξ, ότι μας θέτει δηλαδή αντιμέτωπους με την Ευρωπαϊκή Ένωση και ότι δεν είμαστε πια ραγιάδες όπως λέει.
Παραθέτω τη φράση της και όποιος θέλει μπορεί να αναζητήσει και να διαβάσει το άρθρο της, θα δώσω το λινκ μαζί με άλλα που χρησιμοποίησα κι εγώ. Εξανίσταται για το ότι είναι «Ραγιάδες» κατά το τουήτ του Υπουργού, όσοι πιστεύουν στην μερική, ισότιμη και αμοιβαία εκχώρηση της εθνικής κυριαρχίας.
Το κείμενο δεν είναι δημοσιογραφικό, είναι άρθρο γνώμης, έχει άποψη και αυτή είναι να κάνει κριτική στην κυβέρνηση. Φυσικά και δικαιούται να το κάνει όπως κάθε πολίτης, αλλά θα ήθελα να παραθέσω, για σκέψη μερικά στοιχεία, που θα με βοηθήσουν και μένα να κατανοήσω αλλά και όποιον άλλο θέλει να κάνει το ίδιο, το τι συμβαίνει με την ανησυχία για τον Ντούγκιν.
Για το θέμα των κυρώσεων στην Ουκρανία παραθέτω απόσπασμα από ανάρτηση του Βαγγέλη Ιντζίδη που διάβασα χτες και τον ευχαριστώ για την διαύγεια και την πρωτοτυπία στη σκέψη του:
«είναι αδιανόητο να μιλά Ουκρανός αξιωματούχος σε επίσημη επίσκεψη στο Βερολίνο για εισβολή (!!!) των Ρώσων στην Ουκρανία και στη Γερμανία, στο δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο και να μην του απαντά κανείς ότι οι Ρώσοι όπως από τα δυτικά οι Αμερικανοί, οι Εγγλέζοι, οι Γάλλοι - δηλαδή όλοι οι Σύμμαχοι - δεν έκαναν εισβολή στη Γερμανία, έκαναν πόλεμο με τον ναζισμό και εντός του γερμανικού εδάφους...
Και όμως υπάρχουν ακτιβιστές διαφόρων κινημάτων εν Ελλάδι - με νεοφιλελεύθερες απόψεις- που θέλουν ντε και καλά να παρουσιάσουν τον Ουκρανό ναζιστή καλύτερο από τον Πούτιν, λησμονώντας πως και στις δύο χώρες οι ομοφυλόφιλοι, οι ακηδεμόνευτοι δημοσιογράφοι, οι μειονότητες εξοντώνονται κατά το δοκούν του καθενός από δαύτους...»
Δεν ξέρω και θα μάθω τι συμβαίνει με τον Ντούγκιν. Αυτό που ξέρω είναι πως ο πρώτος που βγήκε στο τουήτ, ανήσυχος για την παρέα του έλληνα υπουργού εξωτερικών είναι ο Σουηδός πρώην πρωθυπουργός ο οποίος έγραψε το κάτωθι, με αναφορά σε φωτογραφια του Ντούγκιν:
Carl Bildt
This does not look entirely good. New Greek FM in distinctly dubious company. We’ll see what it means. https://m.facebook.com/photo.php?fbid=10203775735849661&set=a.2016598130390.2103918.1106964109&type=1&theater …
Δεν αναπαράγω την σκληρή γλώσσα στην οποία του απάντησαν οι χρήστες του τουίτερ, όχι έλληνες βεβαίως, μπορεί ο καθένας να μπει και να δει. Τον κατηγόρησαν για τις προθέσεις του.
Μπήκα στην Wikipedia, να ψάξω για αυτόν. Παραθέτω το λινκ. Δεν παραπέμπω στις φωτογραφίες του με την Κοντολίζα Ράις, στο διαμεσολαβητικό ρόλο που είχε στα θέματα της διάλυσης της Γιουγκοσλαβίας.
Παραπέμπω όμως στο εκτεταμένο υποκεφάλαιο “controversies” για το ρόλο του στο θέμα της Lundin Oil στο Σουδάν, για προσωπικά συμφέροντα που αποκόμισε από τις διάφορες διπλωματικές και κρατικές αποστολές, για το ρόλο του στον πόλεμο της Βοσνίας, στη Μέση Ανατολή, στη Νότια Οσετία, στα Wiki leaks, και κυρίως στο θέμα της Ουκρανίας, όπου κατηγορείται στην ιδια του τη χώρα ότι έχει αγνοήσει τη φασιστική ατζέντα του ακροδεξιού κόμματος του Σβόμποντα.
Ο Μπιλντ είναι ο κύριος εμπνευστής της πολιτικής της ΕΕ στην Ουκρανία και αυτός ανησυχεί για τις κακές παρέες του Νίκου Κοτζιά είναι αυτός που αναφέρει τον Ντούγκιν.
Πάει πολύ μακριά η βαλίτσα και δεν είμαι επαρκής για να θεωρήσω διάβολο αυτόν που ο βεβαιωμένα διάβολος καταγγέλει ως διάβολο. Ίσως να πρόκειται για μάχη δαιμόνων μεταξύ τους, αλλά όσο ολιγάρχης και να είναι ο Πούτιν, αν η Ευρωπαίκη Ένωση έχει ανθρώπους σαν αυτόν να καθορίζουν την πολιτική της, δεν μπορεί κάποιος να της εκχωρεί εθνική κυριαρχία και να μην ερωτάται τουλάχιστον.
Παραθέτω όλα τα λινκ που έχω στη διάθεσή μου
Δηλώσεις Bildt στο twitter.
https://twitter.com/carlbildt/status/560158570277519360

Για τον Bildt και τα controversies στη Wikipedia
http://en.wikipedia.org/wiki/Carl_Bildt
To άρθρο της Ξένιας Κουναλάκη στην Καθημερινή
http://www.kathimerini.gr/801380/opinion/epikairothta/politikh/kotzias-ntoygkin-ee

Η διάψευση του Υπεξ
http://left.gr/news/ypex-diapseydei-dimosieyma-gia-sheseis-toy-n-kotzia-me-roso-kathigiti

Η φωτό από http://www.taz.de/!138331/
Αφιερώματα για τους νεκρούς του Κιέβου

Τρίτη, 13 Ιανουαρίου 2015

Ίχνη της μνήμης στον "Σημαδιακό" του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη: Πορτρέτο του καλλιτέχνη σε νεαρή ηλικία



Από την ταινία "Ο Μεσάζων"
«Το παρελθόν είναι μια ξένη χώρα: εκεί τα πράγματα τα κάνουν αλλιώς»
Έτσι αρχίζει το μυθιστόρημα του L. P. Hartley «Ο μεσάζων» που ίσως είναι πιο γνωστό από την κινηματογραφική ταινία με τον Άλαν Μπαίητς και τη Τζούλι Κρίστι. Ο εξηντάχρονος Λήο Κόλστον αναπολεί το παρελθόν και τις αναμνήσεις της παιδικής του ηλικίας με αντιφατικά αισθήματα νοσταλγίας. Προσπαθεί να κλείσει τους λογαριασμούς του με τα οδυνηρά γεγονότα που συνέβησαν τότε, γεγονότα που συνδέονται με την εμπλοκή του μικρού Λήο, του μεσάζοντα, του αγγελιαφόρου στην επικοινωνία μεταξύ δύο εραστών της Μάριαν και του Τεντ. Η ιστορία είχε τραγική κατάληξη, την αυτοκτονία του Τεντ. 
Στις αναμνήσεις της παιδικής ηλικίας – αναμνήσεις της εορτής των Φώτων δηλώνεται κάτω από τον τίτλο - αναφέρεται και το διήγημα του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη «Ο Σημαδιακός» . Η Σκιάθος των παιδικών χρόνων είναι μια άλλη χώρα, όπου τα πράγματα ίσως να φαίνεται ότι τα κάνουν αλλιώς. Όπως φαίνονται όταν είσαι από απόσταση, «από της σμικρωτάτης νήσου του Δασκαλειού» εκείνο το βράδυ της 5ης Ιανουαρίου, της Παραμονής των Φώτων, κάποιος θα έβλεπε ένα φαντασμαγορικό θέαμα με τα «ποικίλα φώτα διασχίζοντα καθ’ όλας τας διευθύνσεις τας οδούς της πολίχνης».
Χωρίς το βάρος ενός τραγικού τέλους, η ιστορία των δύο μεσαζόντων, των δύο παιδιών που θα μεταφέρουν ένα ερωτικό μήνυμα, αποδίδει ωστόσο έντονα την αμηχανία και την περιέργεια με τις οποίες αντιμετωπίζει η παιδική ηλικία τον μυστήριο και σαγηνευτικό κόσμο των ενηλίκων, όπου ο Έρωτας ρίχνει τα βέλη του και όπου συμβαίνουν σκανδαλώδη «ανόητα και γελοία πράγματα». 

Ένας αλλόκοτος χαρακτήρας του νησιού, αιωνίως ερωτευμένος, με τα προσωνύμια ο Σημαδιακός ή αλλιώς ο Διπλοκαημός, μια ερωτική επιστολή – ένα «επιστολίδιον» - προς το αντικείμενο του έρωτά του, δυο παιδιά δώδεκα και δέκα ετών που έχουν βγει για να τραγουδήσουν τα «συνήθη άσματα» της παραμονής των Φώτων και που εξαναγκάζονται μετά την αρπαγή του σκούφου ενός εξ αυτών να το επιδώσουν και να «φέρουν σημάδι» από την κόρη που αποτελεί το αντικείμενο του πόθου του «εθελόκομψου» Διπλοκαημού. 

Δεν είναι το μοναδικό διήγημα του Παπαδιαμάντη όπου αντλεί με νοσταλγία από αυτή την «άλλη χώρα», τη Σκιάθο της παιδικής του ηλικίας, της νοσταλγίας και των αναμνήσεων. Και δεν είναι το μοναδικό «Εορταστικό διήγημα» όπου θησαυρίζονται και καταγράφονται ευλαβικά οι «αναμνήσεις της εορτής των Φώτων», στίχοι τραγουδιών, διάλογοι της καθομιλουμένης, οι συνήθειες των ανθρώπων του νησιού. Πιστεύω ωστόσο ότι εδώ, εκτός από αυτή τη λειτουργία, την νοσταλγική περιπλάνηση ο Παπαδιαμάντης επιχειρεί παράλληλα μια σπουδή στις ιδιότητες της μνήμης και της αποτύπωσης. 

Αναφέρεται στις «ακένωτες πηγές της μνήμης της γηραιάς μάμμης» από τις οποίες οι δύο αυτοσχέδιοι νεαροί μελωδοί της παραμονής των, Φώτων ο Σωτήρος και ο Αλέκος («ο οποίος έμελλε να μείνει ξεσκούφωτος και άσημος…συρράπτης επιφυλλίδων» ) έπρεπε να αντλήσουν για να βρουν άσματα των Φώτων κατάλληλα να ικανοποιήσουν τας καθόλου «μετρίας απαιτήσεις» του καπετάν Θανασού. Είναι βέβαιον ότι ο Παπαδιαμάντης με αυτή την έκφραση, αποτίει φόρο τιμής στις παραδόσεις της μνημονοτεχνικής των κολλυβάδων και των άλλων τεχνασμάτων της λαϊκής προφορικής παράδοσης. 

Οι ακένωτες πηγές της μνήμης παραπέμπουν ευθέως στην ακένωτο μνήμη του Αγίου Νικοδήμου και αν λάβουμε υπ’ όψη μας την εισαγωγή στο «Συμβουλευτικό εγχειρίδιο ή περί Φυλακής των πέντε αισθήσεων» (1) ο Άγιος Νικόδημος αντλεί από τη λόγια παράδοση της μνημονοτεχνικής όπως αυτή αναπτύχθηκε στην αρχαιότητα και το Μεσαίωνα. Στη λογία παράδοση ανήκουν επίσης οι imagines agentes:οι ισχυρές χαρακτηριστικές εικόνες στις οποίες πρέπει ο ρήτωρ να αντιστοιχίζει μέρη του λόγου που θα εκφωνήσει – εικόνες οι οποίες ανακαλούν λέξεις ή ολόκληρες προτάσεις. 

Ανάλογη ισχύ με τις imagines agentes έχουν τα συμβολικά αντικείμενα που χρησιμοποιούνταν στις κοινωνίες του προφορικού λόγου (στην Αφρική μέχρι πρόσφατα) που λειτουργούν συμβολικά και πρακτικά σαν «σταθεροποιητές» του λόγου. Τέτοια "κειμενικά αντικείμενα" υπάρχουν όχι μόνο με τη μορφή της εικονογραφικής γραφής που υφαίνεται με χάντρες, χαράσσεται σε ξύλινους πίνακες ή ραβδιά αλλά και ως μοναδικά αντικείμενα: ένα κόκαλο, μια πέτρα, ένα φτερό που αντιστοιχούν σε μια φράση ή μια παροιμία και την «παγιδεύουν» σαν συσκευές μνήμης. 

Μια συμβολική χειρονομία όπως να δέσει κανείς ένα κόμπο στο μαντήλι για να θυμηθεί κάτι, να φορέσει κάτι ανάποδα, ακόμα και σήμερα λειτουργούν με παρόμοιο τρόπο. Φορέας της μνημονοτεχνικής σημείωσης ο ίδιος ο Σημαδιακός, ο οποίος 
«εφόρει το ζωνάρι του ως σαρίκι. Άλλοτε πάλι είχεν άλλας ιδιοτροπίας. Εφόρει τες κάλτσες του ως χειρόκτια».
                                       Νομίσματα της εποχής του Όθωνα
Τα «σημάδια», τα μνημονικά αντικείμενα στα οποία ανατρέχουν οι νεαροί μελωδοί για να μπορέσουν να φτάσουν τον αριθμό των ασμάτων των Φώτων που τους ζητείται, είναι νομίσματα που παρατάσσει μπροστά τους ο καπετάν Θανασός* . 

«Είναι αληθές ότι ο καπετάν Θανασός παρέτασσεν επί της εστίας, τόσα εικοσιπενταράκια τούρκικα ή ελληνικά του Όθωνος, όσο ήσαν και τα παρ΄αυτού απαιτούμενα άσματα και έλεγεν: «Αυτό είναι για μένα, αυτό για την καπετάνισσα, αυτό για το καράβι…αυτό για τον Κωνσταντή, για το Γιάννη, για τον Παναγή, για το Βασίλη, για τον Αντρέα, για το Γιωργή…αυτό για την Φλωρού, για τη Σινιωρίτσα, …αυτά τα δύο για το Μπραϊνάκι…κι αυτό για το Γηρακώ…»

Το διήγημα του Παπαδιαμάντη, λειτουργεί το ίδιο σαν μνημονικό αντικείμενο, σαν φάκελος όπως ο «χρυσίζων διανθισμένος φάκελος» που περιείχε το επιστόλιον του ερωτευμένου Διπλοκαημού, που με άφατη συγκίνηση μεταφέρει σημάδια από το παρελθόν. 

Το ένα σημάδι είναι μια καταγραφή. Είναι το τελευταίο άσμα, αυτό που «έφερε εις τους οφθαλμούς της μάμμης δάκρυα» και που επιμελώς ο αφηγητής επιθυμεί να καταγράψει, να το περισώσει, όπως λίγον καιρό μετά επεχείρησαν το ίδιο οι «λαογράφοι» της Σκιάθου Ι. Φραγκούλας και Γεώργιος Ρήγας:
Κυρά μου, τα παιδάκια σου κυρά μου τ΄ ακριβά σου, 
Καράβι τριοκάταρτο στο πέλαγο αρμενίζουν
Και με τ΄αφέντη την ευχή γρόσα πολλά θα φέρουν. 
Κι ο κυρ Βοριάς τα κύματα φυσάει και τα σπρώχνει, 
Σπρώχνε Βοριά τα κύματα να μόρθει το παιδί μου, 
Τ’ αγαπημένο μου πουλί και το ξεπεταρούδι, 
Ανάθρεμμα της αγκαλιάς, της ξενητειάς λουλούδι!.

Η επίκληση στου Βοριά τα κύματα να φέρουν το μικρότερο από τα παιδιά της από την ξενητειά. 

Ποιο είναι το άλλο σημάδι; (Πιο προσωπικό, ίσως και περισσότερο πολύτιμο)
Με τρόπο τρυφερό και αμήχανο, χωρίς να διευκρινίσει ότι πρόκειται για τον εαυτό του, εξακολουθώντας να μιλά ως να πρόκειται για κάποιον άλλο, έχοντας ωστόσο πάρει την απόφαση να «εκθέσει» μια εικόνα από το παρελθόν στο διήγημα, κρύβει και διπλώνει τη μορφή του Αλέκου, του δεκαετή νεαρού μελωδού, ο οποίος, όπως γράφει δεν θα καταφέρει να αποφοιτήσει από την φιλοσοφική σχολή και σε ώριμη ηλικία θα γίνει «ραψωδός» και θα «συρράπτει επιφυλλίδες». Όπως αργότερα, χωρίς να τολμήσει να σηκώσει το βλέμμα προς το φακό ο Παπαδιαμάντης υπέκυψε στην επιτακτική παράκληση του Παύλου Νιρβάνα και δέχτηκε να φωτογραφηθεί(2) έτσι και ο Αλέκος διστάζει να σταθεί μόνος στο συμβολικό φακό και έτσι απεικονίζεται συντροφιά με τον εξάδελφό του τον Σωτήρο. 
Ο Αλέκος λοιπόν, του οποίου η παιδική περιέργεια περί τα ερωτικά «δεν ανεπαύετο» ήτο «φράγκος»[1], δηλ. εφόρει κακόζηλα στενά εξ εγχωρίου υφάσματος, και κασκέτον. Εκράτει μόνον λεπτήν ράβδον. 
Σαν τον Γαβριά στους Αθλίους, σαν τον Ρεμί του «Χωρίς οικογένεια». 
Ο Σωτήρος που έφερε νησιωτικό ένδυμα «εκράτει δε και το φανό» μοιάζει σαν το παιδί με το φανό στην εικονογράφηση στης Στραβοκώσταινας (3) του Αργύρη Εφταλιώτη από το Δημήτρη Ανδρικόπουλο. 


* Τα αποσπάσματα από το κείμενο προέρχονται από το Δεύτερο τόμο των Απάντων του Παπαδιαμάντη, Κριτική Έκδοση Ν. Δ. Τριανταφυλλόπουλου, από τις Εκδόσεις Δόμος (1989) 

(1) Η ακένωτος μνήμη του Αγίου Νικοδήμου, στο http://waxtablets.blogspot.com/2008/02/blog-post.html 
(2) http://cacofonix-cacofonix.blogspot.com/2008/02/blog-post_09.html
(3) Η Στραβοκώσταινα του Αργύρη Εφταλιώτη, στα Ελληνικά Διηγήματα, Απόδοση Κώστας Πούλος, Εικονογράφηση Νικ. Ανδρικόπουλος, Εκδόσεις Παπαδόπουλος




[1] Για τη σημασία του ενδύματος στον Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη και τη διάκριση μεταξύ φράγκικου και νησιώτικου ενδύματος στο έργο του πρβλ. Robert Shannan Peckam, Ο κόσμος ντυμένος, Ο Ντοστογιέφσκι και η σημασία των ρούχων στον Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη, Παπαδιαμαντικά Τετράδια 1995, Τεύχος 3, σελ. 41 - 52

Κυριακή, 21 Δεκεμβρίου 2014

Το νυφικό φόρεμα ως ιερό άμφιο: μεταποιώντας, μεταμορφώνοντας ένα ένδυμα στην Γλυκοφιλούσα του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη.



  
Γυαλιστερό κι ωραίο το κουκούλι/ Τι κρύβεται κει μέσα αγνοώ /Μ' ένα ψαλίδι απαλά θα χειρουργήσω/Κλωστή κλωστή να φτιάξω το στιχάριον/ Άσπρο ν' αστράφτει με τον ήλιο/Μαύρο με το φως του φεγγαριού./Κι ύστερα τίποτα - σιωπή / Αναμονή ως την κατάλληλη στιγμή /Η πεταλούδα σαν θα βγει /Να 'ναι ψυχή
(Στιχάρι,  της Άντειας Φραντζή)

Δεν πάει πολύς καιρός που διαβάζοντας την ποιητική συλλογή της Άντειας Φραντζή «Στιχάρι», έγραψα ένα σύντομο κείμενο στα Ημερολόγια Αναγνώσεων στην Αυγή, τη στήλη που διατηρώ στην δεκαπενθήμερη συνεργασία μου με την καλή εφημερίδα.  Εκεί λοιπόν, διαβάζοντας το ποίημα που έχει δώσει τον τίτλο στην συλλογή επεσήμανα τα λόγια του προφήτη Ησαϊα (61,10) που απαγγέλει μυστικά ο ιερέας, όταν ενδύεται το στιχάρι, την ευφροσύνη που νοιώθει και πως αισθάνεται νυμφίος και νύμφη για τον δημιουργό του.

«Αγαλλιάσσεται η ψυχή μου επί τω Κυρίω· ενέδυσε γαρ με ιμάτιον σωτηρίου, και χιτώνα ευφροσύνης περιέβαλέ με· ως νυμφίω περιέθηκέ μοι μίτραν, και ως νύμφην κατεκόσμησέ με κόσμω· πάντοτε νυν και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν».

Στο ποίημα, ανεφέροντο τα κουκούλια μιας μεταμόρφωσης, το νήμα με το οποίο θα υφανθεί το «στιχάριον» και ο ιερέας ως νύμφη μπορούσε να εννοηθεί σε ένα συνειρμό σαν χρυσαλλίδα (νύμφη) σαν ψυχή.

Νόμιζα πως είχε κλείσει ο κύκλος της ανάγνωσης, όταν απόψε, κατά σύμπτωσιν,  θέλησα να εξακριβώσω, διαβάζοντας ξανά  την Γλυκοφιλούσα του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη, μια ιδέα που είχα για το βορινό παράθυρο, εκεί από όπου συνήθιζε όταν κοιμόταν στο πατρικό του σπίτι να κοιτά την πόλη του,  τη Σκιάθο. Ένα παράθυρο σκηνή του κόσμου όλου. Εκεί λοιπόν στο διήγημα αυτό είναι που φαντάζεται πως θα μπορούσε να είχε  ένα θεωρείο ψηλά στο βράχο, ένα σπιτάκι, έναν οικίσκο, όπως λέει «προσφιλή στις αναμνήσεις μου».
Πράγματι,  ο οικίσκος αυτός θα ήτο
«σχεδὸν ὑπαίθριος, μὲ τὸ μόνον ὑψηλὸν καὶ πλατὺ παράθυρον τὸ ἀπᾷδον εἰς ὅλον τὸν ρυθμὸν τοῦ κτιρίου, καί, χάριν πολυτελείας, μὲ πηχυαίαν ὕαλον, διὰ ν᾽ ἀπολαύῃ τις ὄρθιος, εἰς τὰ βασίλεια τοῦ Βορρᾶ, τὴν μεγάλην θέαν καὶ τὴν μεγάλην πάλην» 
Το βορινό παράθυρο του πατρικού σπιτιού δηλαδή, όπου κοιμόταν όποτε επέστρεφε, μεταπλάθεται σε φανταστικό θεωρείο στο βράχο, μια επιθυμία που επιτρέπει στον εαυτό του χωρίς να παραβεί λέει την δεκάτη εντολή.

Συνεχίζοντας όμως την ανάγνωση, ξαναβρήκα μια από τις πιο τολμηρές περιγραφές μεταμόρφωσης που μπορεί να βρει κανείς στον Παπαδιαμάντη.  Ο ιερέας φορά το νυφικό της νεκρής θυγατέρας της γριάς Αρετής, που το αφιερώνει στην εκκλησία,  ως άμφιον, ως στιχάρι και ως φαιλόνιο. Τα κομμάτια του υφασματος μεταποιούνται ένα ένα και μετατρέπονται σε άμφια. Και εκείνος, σύμφωνα με τους στίχους του Ησαία, ως νύμφη κατακοσμείται.

Το  πουκάμισο με την τραχηλιά και τα μανίκια τα έκανε στιχάριον

το ποδογύρι το έκανε επιτραχήλιον

Την χρυσή ζώνη την έκανε περιζώνιον

Τα προμάνικα του βακουκλιού τα έκανε επιμάνικα

Και το φόρεμα το χαρένιο το έκανε φαιλόνιο

Αυτά επιγραμματικά, μια μεταποίηση, μια μεταμόρφωση, τα πάνω κάτω, με λεπτομερείς αναφορές στους συμβολισμούς και τις λειτουργίες του ενδύματος,  τα μέσα έξω, ο ιερέας μια χρυσαλλίδα, μια νύμφη.

Παραθέτω και το απόσπασμα από το διήγημα:


Ἔλαβε καὶ τὴν μεταξωτὴν χρυσοκέντητον νυμφικὴν στολὴν τῆς ἄμοιρης, καὶ τὴν προσέφερεν ὅλην εἰς τὸν παπα-Μπεφάνην, τὸν συνήθη ἱερουργὸν τοῦ παρεκκλησίου. Καὶ τὸ μὲν κόκκινον ἐκ μεταξωτῆς σκέπης* ὑποκάμισον μὲ τὴν τραχηλιὰν καὶ τὰ μανίκια κεντητὰ ἐκ χρυσοῦ, τὸ ἔκαμε στιχάριον, διὰ νὰ τὸ φορῇ ὁ ἱερεὺς ποδῆρες, ὅταν προσφέρῃ τὰς λογικὰς θυσίας. Τὸ δὲ ποδογύρι* τοῦ φουστανίου, ὁλόχρυσον, τρεῖς σπιθαμὰς παρὰ δύο δάκτυλα πλατύ, μὲ ἁδρὰς ἐκ χρυσοῦ κλάρας καὶ μὲ ἄνθη, τὸ ἔκαμεν ἐπιτραχήλιον, διὰ νὰ τὸ φορῇ ὁ λειτουργὸς τὰς καλὰς ἡμέρας. Τὴν δὲ χρυσῆν ζώνην μὲ τὰ ἀργυρᾶ τορευτὰ καὶ ἀμυγδαλωτὰ τσαπράκια* τὴν ἔκαμε περιζώνιον, διὰ νὰ τὸ ζώνεται ὁ ἱεροφάντης περὶ τὴν ὀσφύν του. Καὶ τὰ χρυσοΰφαντα προμάνικα* τοῦ βαβουκλιοῦ*, τὰ ἀναδιπλούμενα περὶ τὰς ὠλένας τῶν νυμφῶν, τὰ ἔκαμεν ἐπιμάνικα, διὰ νὰ συστέλλῃ ὁ θύτης τοὺς καρποὺς τῶν χειρῶν του, ὅταν ἐν φόβῳ ἔμελλε νὰ προσφέρῃ τὰ ἅγια. Καὶ τὸ ὡραῖον πολύπτυχον φόρεμα, τὸ χαρένιο* μὲ τὸ γλυκὺ βυσσινὶ χρῶμα, καὶ τὸ ὁποῖον ἔκαμνε νερὰ-νερὰ εἰς τὸ βλέμμα, τὸ ἔκαμε φαιλόνιον διὰ νὰ σκέπῃ ὁ ἱερεὺς τὰ νῶτα καὶ τὸ στέρνον του, ὅταν ἵσταται ἐνώπιον τοῦ ἱεροῦ θυσιαστηρίου. Καὶ ὅλην αὐτὴν τὴν ἀλλαξιὰν τῶν ἱερῶν ἀμφίων, τὴν εἶχε προσφέρει εἰς τὸν παπα-Μπεφάνην, τὸν συχνὸν λειτουργὸν καὶ σχεδὸν ἐφημέριον τοῦ μικροῦ βορεινοῦ παρεκκλησίου



Οι εικόνες από τη συλλογή Νύφες στο Μουσείο Μπενάκη