Σάββατο, 22 Αυγούστου 2015

Κυνηγός αναμνήσεων όπως κυνηγός πεταλούδων: W.G. Sebald, ίχνη

"Κοιτώντας την πεταλούδα να προσπαθεί να πετάξει από το παράθυρο, θυμήθηκα τα λόγια του W.G. Sebald σε μια ραδιοφωνική συνέντευξη, που είχε δώσει πέντε μέρες νομιζω πριν πεθάνει και όπου ανέφερε ένα διήγημα της Βιρτζινια Γουλφ για την νυχτοπεταλούδα στο παράθυρο, που αγωνιζόταν έως θανάτου να βγει στο φως, δίπλα σχεδόν από το πεδίο μάχης του Σομ, στον Α Παγκόσμιο Πόλεμο. Η ανάμνηση της εικόνας, μετά που διάβασα και το διήγημα ήταν ασπρόμαυρη και πολύ μελαγχολική. 
Η δική μου διάθεση ωστόσο, πηγαίνοντας όλο και πιο πίσω ώστε στο οπτικό μου πεδίο να περνά βαθμιαια αυτό που βλέπει η πεταλούδα και στο τέλος ολόκληρο το παράθυρο, όλο και πιο πίσω, στο εσωτερικό του Προφήτη Ηλία στη Σκιάθο, αποπνέει μια γλυκύτητα - το εσωτερικό της εκκλησίας ήταν ένα προσωρινό καταφύγιο από τον καύσωνα - μια απαλή πνοή, ένα εγκαλεσμα ελπίδας."

Aνάρτηση  στο φέησμπουκ από τον περασμένο μήνα με τις φωτογραφίες της πεταλούδας που μαζί με άλλες προσπαθώ να συγκεντρώσω εδώ στις Πινακίδες από κερί, ένα διαδικτυακό οδοιπορικό αναγνώσεων, εικόνων, αναμνήσεων, συνειρμών στα  ίχνη του Sebald. Σήμερα που το αντιγράφω εδώ, θυμήθηκα την ιδιότυπη ταύτισή του με τον Ναμπόκοφ, ο οποίος εμφανίζεται με διάφορα πρόσωπα στις διαδρομές και στα κείμενα του Sebald, πάντα κρατώντας μια απόχη για πεταλούδες. 

Εικόνες της μνήμης στα δυο άκρα του φάσματος. Μια αθανασία των εγχαράξεων στο τοπίο, μια παραμένουσα μνήμη του χώρου και η άλλη η φευγαλέα της φτερωτής ψυχής, που ο "κυνηγός" επιμένει να την αναζητά να την σταθεροποιήσει με τον αιθέρα και την καρφίτσα. 


Ωστόσο, η "πεταλούδα στο παράθυρο" βαδίζει προς το θάνατο αναζητώντας την ελευθερία της.
Το διήγημα της Βιρτζίνιας Γουλφ, εδώ:   The Death of the moth



















Τρίτη, 18 Αυγούστου 2015

G. W. Sebald: Συγκροτώντας μια μελλοντική αυτοπροσωπογραφία εκ του φυσικού





Ολοκλήρωσα αυτές τις μέρες το «Εκ του φυσικού»,  το πρώτο λογοτεχνικό έργο του G. W. Sebald.
Ένα ποίημα – δοκίμιο σε ελεύθερο στίχο, το πρώτο του αυθεντικά λογοτεχνικά έργο που γράφτηκε το 1988 πριν από όλα τα υπόλοιπα και που περιέχει συσπειρωμένα, συμπυκνωμένα όλα τα στοιχεία που έρχονται και επανέρχονται στο έργο του. Το διάβασα τελευταίο, όχι γιατί ακολούθησα τη συμβουλή ανάγνωσης κάποιου ειδικού,  αλλά γιατί εκ των πραγμάτων δεν μπορούσα να κάνω αλλιώς. Ήταν αδιαπέραστο στην αρχή  και μετά τις πρώτες σελίδες το είχα αφήσει, ελπίζοντας σε μια μεταγενέστερη συνάντηση αλλά αμφιβάλλοντας κι όλας, μια και και το πλήθος των γερμανικών ονομάτων και τοπωνυμίων με τα οποία δεν είχα καμία σύνδεση με απομάκρυνε και με παραξένευε. Τότε είχα διαβάσει μόνο τους δακτυλίους του Κρόνου. Με πάθος είχα αγοράσει ό, τι άλλο κυκλοφορούσε μεταφρασμένο στα ελληνικά, είχα ήδη αρχίσει να διαβάζω στο διαδίκτυο κείμενα και άλλων αναγνωστών παθιασμένων με το Sebald που επαναλάμβαναν τις διαδρομές, έφτιαχναν διαδραστικούς χάρτες, επαλήθευαν τις φωτογραφίες και είχα σιγά σιγά κι εγώαρχίσει τις δικές μου περιδιαβάσεις – με την «αναγνώριση» των βυθισμένωνεκκλησιών στο έργο της Ελίζαμπεθ Κούτσι, που είχε ανεβάσει ο Μιχάλης Βιρβιδάκηςστα Χανιά και για το οποίο έγραψα ένα κείμενο στα Ημερολόγια αναγνώσεων στηνΑυγή (1), αλλά και στο Οδοιπορικό στη Σκιάθο του Παπαδιαμάντη (2)… Ο ποιητής που περπατά, το οδοιπορικό ως θεραπεία – πώς άρχιζε άλλωστε όλα του τα έργα – ότι αποφάσισε να επισκεφτεί ένα μέρος για να ξεφύγει από μια καταθλιπτική κατάσταση που τον βασάνιζε. Ένα μοτιβο που ερχόταν και επανερχόταν διαρκώς, σαν λογότυπος, όπως ο Όμηρος άρχιζε τις αφηγήσεις με τη ροδοδάκτυλη Αυγή και τις τέλειωνε με τη νύχτα που σκεπάζει τη γη, έτσι και ο Sebald, ξεκινά τα ταξίδια του και  με μια δικαιολογία γιατί πήρε τη απόφαση: «Τον Αύγουστο του 1992, όταν οι μέρες του Σείριου πλησίαζαν το τέλος τους, ξεκίνησα να περιηγηθώ με τα πόδια την πολιτεία του Σάφφολκ της Ανατολικής Αγγλίας, με τη ελπίδα να ξεφύγω από το κενό που με πλημμυρίζει όποτε ολοκληρώνω μια εκτενή εργασία…»


Μπορεί να βρει κανείς πλήθος τέτοιες αρχές ταξιδιού, με τη μόνιμη επανάληψη μιας θλίψης, που εδώ ονομάζεται η αιτία της, αυτό δεν συμβαίνει όμως πάντοτε…
Έτσι λοιπόν, έχοντας ολοκληρώσει πια την περιδιάβαση, μια και δυο φορές στο ψυχικό τοπίο των βιβλίων και καθόλου ανυποψίαστη πια για την ψυχική ανταλλαγή που επιτελείται όταν Sebald βαδίζει στα αχνάρια του Σταντάλ, του Κάφκα, του Ναμπόκοφ και όλων των αφηγητών του που του λένε και αυτός γράφει, γράφει γραφει  διαρκώς μια παράξενη αυτοβιογραφία, γράφει και τη δημιουργεί, την συγκροτεί επί της ουσίας γράφοντας και ερευνώντας, ξαναπλησίασα το πρώτο του ποίημα…
Αυτό συνέβη λοιπόν  χτες το βράδυ λοιπόν μέχρι τα ξημερώματα  όπου διάβασα δεν θα το έλεγα απνευστί  αλλά  με πολλές διακοπές και έχοντας ανοίξει άπειρα παράθυρα στον υπολογιστή – μπλογκς, ταξιδιωτικά ημερολόγια, άρθρα στη γουικιπήντια, βιογραφίες, εργασίες στην Ιστορία της Τέχνης, πηγαίνοντας από το ένα στο άλλο μια πανδαισία – ένας κυκεώνας  από εικόνες, σύμβολα και αναφορές.
Τα ονόματα και τα τοπωνύμια έγιναν πια οικεία. 



Ο ζωγράφος Ματίας Γκρύνεβαλντ με την μυστηριώδη βιογραφία, τον άτυχο γάμο με την βαπτισμένη Εβραιοπούλα – Άννα, τον μυστηριώδη φίλο – σύντροφο που του άρεσαν τα πολύχρωμα ρούχα και που τη μορφή του αποτύπωσε μαζί με τη δική του στη μορφή του Αγίου Σεβαστιανού, η Παναγία του χιονιού και το θαύμα στο λόφο του Εσκυλίνου στη Ρώμη, ο Άγιος Γεώργιος με τα θηλυκά χαρακτηρίστικά που βγαίνει από το κάδρο – μου θύμισε το σχολιασμό των χαρακτηριστικών του Αγίου Γεωργίου στη τοιχογραφία του Πιζανέλο στην Αγία Αναστασία της Βερόνα, τόσοι Άγιοι παρόντες σαν τους αφηγητές και τις ιστορίες τους στα μετέπειτα έργα που θα γράψει…




Τις εικόνες από τρίπτυχο του Ίζενχάιμ δεν είναι δύσκολο να τις δεις. Πριν από μένα τόσοι και τόσοι αναγνώστες έχουν ψάξει…
Για τον άλλο, τον Γκέοργκ Βίλλεμ Στέλλερ, τον εξερευνητή της Αλάσκα δεν είδα πολλά να γράφονται από τους φίλους του Ζέμπαλντ. Ωστόσο οι περιπέτειες του Λουθηρανού γιατρού που ταξίδεψε μέχρι την Πετρούπολη για να συνδέσει την τύχη του με την αποστολή του Βίτους Μπέριγκ δεν φαίνεται να έχει πολλούς θαυμαστές. Μπορεί όμως ο αναγνώστης να επαληθεύσει το ταξίδι από τα ημερόλόγια του Στέλλερ, που αναδημοσιεύει το
National Geographic
Δεν είναι χωρίς νόημα το ότι τα αρχικά του ονόματός του συμπίπτουν με τα αρχικά του Sebald, δεν είναι χωρίς νόημα ότι είναι γιατρός και φυσιοδίφης και η μελέτη της φύσης ενδιαφέρει ιδιαιτέρως τον Sebald, δηλώνει μεγάλη συμπάθεια στις ιδέες του Βρετανού βιολόγου Rupert Sheldrake, του εισηγητή της ιδέας των μορφικών πεδίων. Ετσι εξηγείται η εμμονή του Sebald να επισκέπτεται τόπους και να επιβεβαιώνει τα ίχνη του παρελθόντος παρόντα, χαραγμένα στις νευρώσεις των φύλλων, στα απολιθώματα, στις πτυχώσεις του τοπίου…


Η αυτοπροσωπογραφία ολοκληρώνεται με την τελευταία εικόνα στο τρίπτυχο ποίημα, αυτήν με την προσωπική ιστορία του συγγραφέα, την ιστορία της σύλληψής του, εννιά μήνες πριν τη γέννησή του, όπου σε μια φωτογραφία στις 26 Αυγούστου του 1943  στη Δρέσδη, εννιά μήνες πριν γεννηθει ο συγγραφέας, ο πατέρας του, αξιωματικός του Χιτλερικού στρατού αποχαιρετά τη μητέρα του πριν φύγει για το μέτωπο. 


Η ιστορία της ζωής του, το βαυαρικό χωριό Άλγκοϋ, ο γενέθλιος τόπος, η αυτοεξορία του, σκηνές από τη ζωή του στο Μάντσεστερ που θα ξαναβρούμε στους Ξεριζωμένους, στην τέταρτη ιστορία με το ζωγράφο Μαξ Φέρμπερ μια περσόνα που περιέχει τον πρώτο του  σπιτονοικοκύρη που μετανάστευσε κι αυτός χρόνια πριν από τη Γερμανία, εικόνες ανθρώπων που θα αφηγηθούν ιστορίες και μέσα στους πολλούς θα αναγνωρίσει τον εαυτό του τον ανθρώπινο πόνο και ο ίδιος.

Αναρωτιόμουν πριν λίγον καιρό στη Σκιάθο, κάτω από το μνημείο του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη στο Μπούρτζι και παρατηρώντας μια οικογένεια Δανών να προσπαθούν να καταλάβουν ποιος είναι, αν έχουν όλα αυτά νόημα. Πόσο επικοινωνήσιμο είναι αυτό, πόσο «μεταφράζεται» η συγκρότηση ενός συγγραφέα που φέρει – όσο ξεριζωμένος και ξένος και να είναι – τα ιδιόμορφα εθνικά χαρακτηριστικά του έστω και για να τα απορρίπτει επειδή τον στοιχειώνουν και δεν τα ανέχεται.
Πόσο αφορά τον έλληνα αναγνώστη αυτό το προσωπικό ταξίδι, το περισκοπικό ταξίδι του
Sebald στη εθνική του ιδιαιτερότητα, στη ιστορία της χώρας του, την ιστορία των Εβραίων και του Ολοκαυτώματος μια ιστορία καταστροφής, όπως και οι βομβαρδισμοί της Γερμανίας από τους συμμάχους που ισοπέδωσαν πόλεις – μια συλλογική τιμωρία επί δικαίων και αδίκων – πόσο αφορά τον Έλληνα  αναγνώστη ο Άλλος, ο Ξένος που ταξιδεύει από την Αγγλία στο Μόναχο για να δει τον πίνακα του Αλντόρφερ με τη μάχη του Μεγάλου Αλεξάνδρου στην Ισσό, ο φόβος της Ανατολής όπως τον προσέλαβαν οι πρόγονοί του, προβάλοντας στον Μακεδόνα βασιλέα την ενσάρκωση του δυτικού κόσμου απέναντι στον εχθρό – που άλλη μια φορά έρχεται, άλλη μια φορά από την Ασία, από την απέναντι Αφρική σε μικρά χρωματιστά αντίσκηνα κατασκηνώνει…





Πόλυ Χατζημανωλάκη
Αύγουστος 2015

(2) Εκκλησιές που γλιστράνε, πέφτουν στη θάλασσα, Οδοιπορικό στη Σκιάθο του Παπαδιαμάντη, στο οδοιπορικό μου ιστολόγιο   flareries, δημοσιευμένο επίσης στο περιοδικό Οροπέδιο, τεύχος 14, Δεκέμβριος 2014.



Κυριακή, 21 Ιουνίου 2015

Ιστορίες με τον πατέρα







-   Ο πατέρας μου έπαιζε τρομπέτα. Χάλκινος, λαμπερός, ακούγεται ακόμα τόσα χρόνια μετά. Με βάζει να κάνω ασκήσεις. Να μη χάνω το βήμα μου. Να το χάνω. 


- Ο πατέρας μου ήταν ο πλοίαρχος Νέμο. Είχε μια επίγεια ζωή μυστική για τους αναγνώστες του Ιουλίου Βερν, όπου χωρούσα κι εγώ. Κάποια βράδια, με έπαιρνε μαζί του στο λιμάνι να δούμε τα φώτα του Ναυτίλου στο σκοτάδι, πράσινα, θαμπά σε μεγάλο βάθος. Μια φωσφορίζουσα μελωδία αναδυόταν από τα νερά, ένα ρυθμικό βουητό μετά, οι μηχανές που το άκουγα όλη νύχτα ενώ εκείνος έγραφε το ημερολόγιό του στο διπλανό δωμάτιο.

- Ο πατέρας μου ήταν δεινός σκακιστής. Ακόμα και τώρα συναντώ στο δρόμο φίλους του, που παραδέχονται ότι είχαν παίξει μαζί του και τους είχε νικήσει. Αφιέρωνε και σε μένα χρόνο, χωρίς να μου δίνει όμως τη χαρά να κερδίσω ή να χάσω. Επέμενε να με βάλει να σκεφτώ κάτι που εγώ πεισματικά καθυστερούσα μπροστά στη γοητεία της απλωμένης σκακιέρας και των γυαλιστερών πιονιών. Εκεί επιτελούνταν η μοναδική μας αναμέτρηση, όχι στην παρτίδα καθ’ εαυτή


Πόλυ Χατζημανωλάκη

Σεπτέμβριος 2014





Τρίτη, 16 Ιουνίου 2015

Bloomsday (Μια μέρα της Κυρίας Νταλλογουέη)



Αγαπητοί μου αναγνώστες ο Κανένας κάνει πάλι τη δουλειά του, ξεσηκώνει τους συγγραφείς από την καλοκαιρινή ραστώνη και ξυπνούν από την ενδοσκόπηση τον ήρωά Του.
Οι πιστοί του Τζέημς Τζόυς στο Δουβλίνο επαναλαμβάνουν την διαδρομή του Λεοπόλδου Μπλουμ, απαγγέλοντας στίχους και μαγικά ξόρκια, βαδίζοντας την ίδια διαδρομή στο χάρτη από τον πύργο του Μαρτέλο, κάποιοι κρατώντας μια κούπα και έναν αφρό μετάληψης, ψυθιρίζοντας τα λόγια της θείας κοινωνίας, του μυστηρίου ή άλλα από το κείμενο, Λάζαρε δεύρο έξω σύμφωνα με την μετάφραση του Σωκράτη Καψάσκη που έχω στη διάθεσή μου. Πεταλίδα χήνα, ατσαλοηχούν τα μαχαιροπήρουνα και άλλες ντιντινιστές λέξεις, σαν ένα πορσελάνινο σερβίτσιο του τσαγιού την ώρα που ετοιμάζονται οι καλεσμένοι για το πάρτι. 
Στα μέσα Ιουνίου, χρόνια μετά, την ίδια μέρα ακριβώς πιστεύω ακράδαντα, η Κλαρίσα Νταλλογουέη κατέβηκε στο μελαγχολικό Λονδίνο για να φροντίσει για το πάρτι της, μια Οδύσσεια σε μια πόλη λίγο μετά τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο, σε κάθε σημείο υπάρχουν ίχνη από χαρακώματα, ασθενοφόρα που έχουν εξοκείλει στην άκρη του δρόμου, ίσκιοι που μόνοι εκείνη  βλέπει,  μια νέα ασθένεια έχει ανακαλυφθεί  λέγεται τραύματα του πολέμου και ένας βετεράνος που εμείς ξέρουμε ότι τον συνάντησε εκείνη την ημέρα και αντάλλαξαν ένα βλέμμα θα αυτοκτονήσει. Εκείνη την ώρα η Κλαρίσσα θα είναι σπίτι της και θα υποδέχεται ίσως τον πρώτο της έρωτα που είχε να τον δει τριάντα χρόνια.
Η διαδρομή τελειώνει στο κρεβάτι, όπου μια Πηνελόπη θα απαγγείλει τον μονόλογο της Μόλλυ. Αποφασίζω κι εγώ αν επιτρέπεται μια φιλάνθρωπη εκδοχή της ημέρας, Λεπενιώτου στην πλατεία Ασωμάτων να καταλήξω αφού πριν με το Μετρό κατέβω στο Θησείο να συναντήσω έναν αλλόκοτο Δερβίση, στην πραγματικότητα μόνο ο σαλεπτζής υπάρχει εκεί για να τον φωτογραφίσω εφ' όσον τον έδιωξαν - εκείνον - από το καφενείο στου Ψυρρή και ξεχάστηκε και αυτός και η μουσική του, τόσο γλυκειά, ιδίως όταν ελαττούται...
Η ανάμνηση της μουσικής - αν κάποιος θελήσει να κάνει το σάουντρακ αυτής της ταινίας - θα είναι απαλή σαν λαντέρνα, μα τσιγγάνα με το ρόδο, το άνθος του βουνού, η κόρη της Ανδαλουσίας που φοράει κόκκινα κάτω από ένα Μαυριτάνικο κάστρο και λέει το ναι και πάλι στον καλό της...

Η κατάφαση της Μόλλυ, η δική σου  σωτηρία όταν επιστρέφεις...



Πόλυ Χατζημανωλάκη
16 Ιουνίου 2015

(αφήγημα βασισμένο σε ένα παλαιότερο ποίημα και ένα σχόλιο)

Κυριακή, 14 Ιουνίου 2015

Από την Ουλρίκε στον Χαβιέ, από την Μαρία στον Χόρχε….

Πιστεύω πως δεν πρέπει να προσπερνάμε τους τάφους των ποιητών. Ακόμα και χωρίς τη θέλησή τους – εκτός αν έχουν σχεδιάσει οι ίδιοι το μνημείο – η αιωνιότητα τους εμπλέκει στον ιστό της, ένας τρόπος έξω από τους στίχους τους, να διατηρούν και να προσφέρουν στους άλλους μια εικόνα τους από τον κόσμο των σκιών.
Μια προτομή, μια ταφική στήλη, ένα επίγραμμα αλλά και  η φθορά, η φροντίδα, οι επισκέψεις των πιστών τους συντηρούν τη γεύση της αιωνιότητας. Στυλό και μολύβια στον τάφο της Σύλβια Πλαθ στο Χέπτονστωλ – ένα ξερό στεφάνι για την Αρετή των Ελλήνων υποθέτω – στον τάφο του Ανδρέα Κάλβου στο Λάουθ. Και οι δυο ποιητές μακριά από την πατρίδα τους. Το ίδιο και ο τάφος του Μπόρχες,  βρίσκεται μακριά από την Αργεντινή, στην Γενεύη όπου έζησε τα τελευταία χρόνια της ζωής του, προς το τέλος μάλιστα παντρεμένος με τη σύντροφό του – την αγάπη του – όπως ήθελε να το λέει εκείνη, την φοιτήτριά του και βοηθό του την Μαρία Κοντάμα. 

Το λέω αυτό γιατί σκεφτόμουν πόσο θα ζήλευε ο Μπόρχες την ιστορία του τάφου του Πόε – που τον σκέπασαν τα αγριόχορτα, τον γκρέμισε το τρένο, τον σημείωσαν με λάθος όνομα και το μόνο που μένει είναι ένα σχέδιο στο χαρτί- ο λογοτεχνικότερος όλων των τάφων – νομίζω φωτογραφήθηκε μπροστά του για να δείξει αυτόν τον θαυμασμό στην τύχη – εν τη ατυχία – του ποιητή, που μάζεψαν το κορμί του από ένα χαντάκι εκείνο το βράδυ των εκλογών στη Βαλτιμόρη, 7 του Οκτώβρη που είχε πουλήσει την ψήφο του…

Ωστόσο και ο δικός του τάφος, εκείνη η ταφική στήλη με την παράσταση των Βίκινγκς πολεμιστών στην μια πλευρά και το καράβι στην άλλη – κρύβει καλά ένα μυστικό…
Ετσι – πάνω από την παράσταση των πολεμιστών που κραδαίνουν τα σπαθιά τους, και που γρήγορα βρίσκεις στο διαδίκτυο ότι ο γλύπτης την έχει αντιγράψει από την ταφική στήλη του Lindisfarne στο Nothumberland της Αγγλίας, που παριστά την επιδρομή των Σκανδιναυών πολεμιστών γύρω στα 900 μ. Χ. τότε που είχαν επιδράμει οι Βίκιγκς στην Αγγλία και τον στίχο από παλιό αγγλικό ποίημα «Η μάχη του Μάλντον» “And ne forhtedon na που ο ίδιος ο Μπόρχες είχε μεταφράσει – «να μη φοβάσαι»  δηλαδή, παραίνεση προς τους πολεμιστές από τον ηγέτη τους, όπως περιμένουν την εχθρική επίθεση…
και πίσω, η φράση από τη Σάγκα του Volsunga, εκείνη με το ατσάλινο σπαθί που θα μπει ανάμεσά μας, στα αρχαία Νορβηγικά γραμμένο,  “Hann tekr sverthtt Gram ok leggri methal their abert εκεί όπου ο Ζίγκουρντ μεταμφιεσμένος σε σύζυγο της Βρουκχίλδης θα της προτείνει να ξαπλώσουν μαζί…


Και η Τρίτη φράση στα Ισπανικά, από την Ουλρίκα στον Χαβιέ Οταρόλα, η φράση που αποκαλύπτει ποιος αφιερώνει το μνημείο, η νεαρή Ουρλίκα στον ηλικιωμένο καθηγητή, όπως συνέβη εκείνο το βράδυ στην ιστορία της Ουλρίκα στο βιβλίο της Άμμου, εκεί που ηλικιωμένος κολομβιανός  καθηγητής στο πανεπιστήμιο της Μπογκοτά, συναντιέται στο Γιορκ με την νεαρή νορβηγή Ουλρίκα και μέσα σε ένα παιχνίδι καθρεφτισμάτων, αλληγοριών, μεταφορών – ενσαρκώνουν τον Ζίγκουρντ και την Βρουκχίλδη, αναφέρονται στην ιστορία των Νιμπελούγκεν και σε εκείνο το στίχο με το σπαθί ανάμεσά τους, το στίχο που αποτελεί το μότο εκείνου του διηγήματος.
Από την Ουλρίκα λοιπόν η αφιέρωση, από την Μαρία Κοντάμα δηλαδή, που υπήρξε μάλιστα φοιτήτριά του στο μάθημα της Ισλανδικής Λογοτεχνίας.
Εκείνη συνθέτει και επινοεί τα πάντα, εκείνη μνημειώνει το σμίξιμο του ηλικιωμένου καθηγητή με την εικόνα της, για την αιωνιότητα….


Πόλυ Χατζημανωλάκη
14 Ιουνίου 2015

Δευτέρα, 8 Ιουνίου 2015

H πόλη της Λευκωσίας και το ιδανικό του αρχιτέκτονα

Θυμάμαι που είχα δει, ξεφυλλίζοντας το βιβλίο του Κώστα Σερέζη, «Κύπρος άνωθεν», ένα εξωτικό λεύκωμα με αεροφωτογραφίες της Κύπρου, την αστεροειδή εικόνα της Λευκωσίας και των ενετικών τειχών της. Εντυπωσιακό το σχήμα, μοναδικό – το είδα και στο χάρτη της Λευκωσίας αργότερα όταν πήγα, ομολογώ δεν αναζήτησα την προέλευση, την αφορμή μιας τέτοιας αρχιτεκτονικής, ήμουν βεβαία ότι θα υπήρχε.
Και να που κατά τύχην, ακούω την ιστορία της πόλης από την Άννα Μαραγκού σε εκπομπή του Ρικ και το πώς ανετέθη τον δέκατο έκτο αιώνα – επί Ενετικής κυριαρχίας της Κύπρου – στον σπουδαίο Ενετό αρχιτέκτονα Giulio Savorgnano, να αναδομήσει τα τείχη της πόλεως, να τα συμπτύξει, καταστρέφοντας σπίτια και 85 περίπου εκκλησίες για να αποκτήσει ανθεκτικό πωρόλιθο και με βάση την Ιδεατή πόλη της Αναγέννησης, όπως περιγράφεται στην Ουτοπία του Τόμας Μορ.
Το αποτέλεσμα το να εξ – ιδανικεύσεις μια υπάρχουσα πόλη είναι αυτό που κατασκεύασε ο Savorgnano, συμπτύσσοντας την Λευκωσία και κατασκευάζοντας τα τείχη με τους έντεκα προμαχώνες. Χωρίς όμως τους απαραίτητους ακτινωτούς δρόμους, που να επιτρέπουν τον ανεφοδιασμό, πράγμα που στοίχισε την άλωσή της από τους Τούρκους. Μόνο τέσσερις μήνες κράτησε η πολιορκία.
Την ιδεατή πόλη, την αδελφή της Λευκωσίας, το ομοίωμά της ακριβώς με τους έντεκα προμαχώνες που είχαν τα ονόματα έντεκα επιφανών οικογενειών, το κατασκεύασε ο Savorgnano επιστρέφοντας στην Ιταλία. Στη βόρεια Ιταλία, κοντά στο Ούντινε, έκτισε την Palmanova – μια ιδανική Λευκωσία, με έντεκα προμαχώνες αλλά με ακτινωτούς δρόμους
Οι πρώτες τρεις φωτογραφίες αντιστοιχούν στη Λευκωσία - (αεροφωτογραφία και χάρτες) και οι άλλες τρεις στην όμοιά της, το ιδανικό του αρχιτέκτονα, την Palmanova












Κυριακή, 10 Μαΐου 2015

Έτσι ο Μιτσίο καθότανε στα σκοτεινά... (Νέος άνδρας με σκούπα ΙΙ ή ο χορευτής με τα φτερά)


Είχα κάποτε φανταστεί μια συνάντηση του Βαν Γκοχ με τον σκουπιστή του. Έναν νέο άντρα με σκούπα, σε σκίτσο που είχε εσωκλείσει σε μια από τις επιστολές στον αδελφό του τον Τεό. Το κείμενο στην επιστολή ήταν πολύ λιτό: «Σου στέλνω να δεις το μοντέλο μου» μόνο αυτό και ο τίτλος του σχεδίου ήταν ο σκουπιστήςαπό το Bezuidenhut στα νότια της Χάγης. Φαντάστηκα τον σκουπιστή να σαρώνει τα ανυπότακτα φύλλα, φαντάστηκα μια γυναίκα που έβλεπα εγώ στην οδό Πεντέλης με το γιλεκάκι του Δήμου, τους καθαριστές στο μετρό του Παρισιού. Ο σκουπιστής στο ποίημα που φαινόταν στην αρχή να τον παρατηρώ ήταν στην πραγματικότητα αυτός που είχε δει τον Βαν Γκοχ να τον κοιτά, από παρατηρούμενος έγινε παρατηρητής, ένας αυτόπτης μάρτυρας μιας σκηνής της ζωής του Βενσάν και μετά αναπότρεπτα και της δικής μου, παρασύροντάς με σε εξομολογήσεις από πρόσφατες και πιο απομακρυσμένες εποχές της ζωής μου. Ως η επαναλαμβανόμενη κίνηση της σάρωσης, εκείνο το σπρώξιμο του χρόνου με τα ξερά φύλλα, να απελευθέρωνε την συνείδηση με τον τρόπο μιας παράδοσης, της ίδιας παράδοσης που επιτρέπει στους μοναχούς κάθε θρησκείας να αποσπώνται σε άλλες σφαίρες συνείδησης, στις γυναίκες να σκέπτονται ό, τι θέλουν όταν πλέκουν. Ο ταπεινότερος των ταπεινών φορέας δηλαδή μιας ιδιότητας σχεδόν μεταφυσικής, έως απελευθερωτικής. Τα θυμήθηκα αυτά γιατί βρήκα κάπου μια όμορφη βιογραφία του Μιτσίο Ίτο, του Ιάπωνα χορευτή που τη ζωή του σχολίασε σε τρεις πυκνούς στίχους ο Έζρα Πάουντ αναφερόμενος στην πενία του. Ο Μιτσίο την εποχή του Α Παγκοσμίου Πολέμου είχε καταφύγει στην Αγγλία και ζούσε σε συνθήκες φοβερής ένδειας και χωρίς να ξέρει Αγγλικά. Είχε δώσει όλα του τα υπάρχοντα στο ενεχυροδανειστήριο και έφτιαχνε δικής του εμπνεύσεως σούπες με νερό, ψίχα ψωμιού και πιπέρι όποτε είχε ψωμί. Δεν είχε κάποτε ούτε μια πένα – το κέρμα που χρειαζόταν για να λειτουργήσει η παροχή του φυσικού αερίου σπίτι του. Σε αυτές της συνθήκες, χωρίς τα κατάλληλα ρούχα, βρέθηκε προσκαλεσμένος σε ένα αριστοκρατικό σπίτι – δεν γνώριζε ότι ήταν η πρωθυπουργική κατοικία – και μετά από μια εξαιρετική ιδιωτική παράσταση χορού κάποιος ασπρομάλλης κύριος ήθελε να συζητήσει μαζί του. Εκείνος τον ρώτησε μήπως μιλά γερμανικά για να μπορέσουν να συνεννοηθούν. Και ο συνομιλητής του, φιλοφρόνως, είπε ας πάει στα κομμάτια η πολιτική και άρχισαν να συζητούν γερμανικά όλο το βράδυ. Ήταν ο Άσκουιθ, ο πρωθυπουργός της Αγγλίας. Δεν ξέρω αν ήδη κάποιος έχει μεταφράσει το Canto 77 που λέει: «Έτσι ο Μιτσίο, καθότανε στα σκοτεινά αφού δεν είχε ούτε μια πέννα για να ρίξει για το φωταέριο και ξάφνου λέει “Μιλάτε γερμανικά;” στον Άσκουιθ στα 1914»
Αυτός ο Μιτσίο λοιπόν που έπαιξε σύμφωνα με τους κανόνες του θεάτρου Νο τον φύλακα του πηγαδιού, το γεράκι, στο ομώνυμο θεατρικό του Γέητς, επηρεάζοντας λένε τον ποιητή και στο πώς να το γράψει, μια και το σύνολο ήταν αναπόσπαστα λόγος και κίνηση και χορός και οι ιδέες της απλότητας για το θέατρο που είχε ο Γέητς ποιος θα ισχυριστεί ότι δεν έχουν σχέση με τους μυστικούς κανόνες του θεάτρου Νο για την εκδίπλωση του δράματος, αυτός ο Μιτσίο λοιπόν, υπήρξε κάποτε καθαριστής. Είδε από το παράθυρο της σοφίτας του στο Λονδίνο κάποιο ξημέρωμα τους καθαριστές που περνούσαν να σαρώσουν το δρόμο και κατάλαβε ότι αυτό είναι κάτι που μπορεί κι αυτός να κάνει χωρίς να ξέρει καλά Αγγλικά αλλά και χωρίς να τον πάρουν είδηση οι φίλοι του γιατί θεωρούσε εξευτελιστικό για την κοινωνική του θέση να κάνει αυτή τη δουλειά. Ετσι λοιπόν με τη βοήθεια του λεξικού έγραψε σε ένα χαρτί το ερώτημα πού παίρνουν κόσμο για αυτή την δουλειά; Οι καθαριστές του είπαν και άρχισε μια δεύτερη, μυστική ζωή, τα ξημερώματα που του εξασφάλιζε κάτι παραπάνω από τις συνηθισμένες του ψωμόσουπες. 


Ακόμα και αν κάποιος από τους φίλους του κοιτούσε αφηρημένα από το δικό του παράθυρο, τόσο νωρίς το πρωί τη σκυφτή συσπειρωμένη φιγούρα να σαρώνει, θα ήταν αδύνατο να διανοηθεί ότι ήταν ο ίδιος που σε στιγμές έμπνευσης, ξετύλιγε το σώμα του και σε συγκρατημένη έκσταση έκανε να ξεδιπλώνονται τελετουργικά τα φτερά του αυτά που αργότερα ο σχεδιαστής του κατασκεύασε για την παράσταση.
Τον Νιζίνσκι τον είχε δει παλαιότερα να παίζει στο Παρίσι και αυτό επηρρέασε οριστικά την απόφασή του να γίνει χορευτής.

Στη φωτογραφία είναι ο ίδιος  ο Μιτσίο, με το κοστούμι του γερακιού, ως φύλακας του πηγαδιού στην ομώνυμη παράσταση του Γέητς. Την εικόνα βρήκα σε ένα παλιό πρόγραμμα του θεάτρου Κυδωνίας που συνόδευε το ανέβασμα τεσσάρων μονόπρακτων του Ιρλανδού ποιητού. Το σκίτσο με το Σκουπιστή είναι του Van Gogh από ένα γράμμα στον αδελφό του που το έκανε στη Χάγη, το φθινόπωρο του 1882. 


Το ποίημα «Νέος άνδρας με σκούπα» έχει δημοσιευτεί στην ποιητική μου συλλογή το Αλφαβητάρι των πουλιών, εκδόσεις Εύμαρος, Απρίλιος 2014