Κυριακή, 25 Φεβρουαρίου 2018

"H παράξενη ασθένεια των γραφιάδων" ένα διήγημα

Θέλω να κερδίσω την ψυχή μου
Θέλω να μη χάσω την ψυχή μου
Τι ωφελήσει άνθρωπον
Τι ωφελήσει άνθρωπον…
Τον κόσμον όλον
………..


Αυτοί οι στίχοι βρέθηκαν γραμμένοι σε ένα χαρτί, πεσμένο δίπλα στο κρεβάτι του Αδάμ Κεϊρόζ, του ποιητή την ημέρα που πέθανε. Τους βρήκε η σπιτονοικοκυρά του και έδωσε το χαρτί στον αδελφό του τον Άβελ, που ήλθε για να μαζέψει τα προσωπικά αντικείμενα του νεκρού.
Ο Άβελ χωρίς να φέρει πολλές αντιρρήσεις, πλήρωσε τα χρεωστούμενα νοίκια, συμφώνησε ότι καλώς είχε ειδοποιηθεί ένα γραφείο κηδειών της περιοχής για τα περαιτέρω, δίπλωσε το χαρτί, το έβαλε στην τσέπη του σακακιού του και έριξε στην ξεχαρβαλωμένη βαλίτσα που του φέρανε τα δυο πουκάμισα και τα λιγοστά βιβλία που είχε ο νεκρός – συνήθιζε σιγά σιγά τη λέξη… ο νεκρός για τον Αδάμ. Είχε καιρό να τον δει, στο δωμάτιο εκείνο δεν είχε πατήσει ποτέ, στην πραγματικότητα δεν ήξερε καθόλου πώς ζούσε ο αδελφός του.
Κάτω από το στρώμα βρέθηκε ένα παλιό τετράδιο, φθαρμένο, κάποιες παραγγελίες του νεκρού για πρακτικά πράγματα, λογαριασμούς ποσά που χρωστούσε και που είχε να λαβαίνει, τηλέφωνα δίπλα σε άγνωστα ονόματα, αποδείξεις από καθαριστήριο, ένα εισιτήριο τραίνου για τη Μ., αποκόμματα εφημερίδων όλα σχετικά με την μυστηριώδη ασθένεια που έβρισκε τους συγγραφείς και τους ποιητές στην πόλη τους…Κάποια άτεχνα ποιήματα σαν αυτό που του είχε πέσει κάτω όταν πέθανε και ένα κείμενο γραμμένο με κόκκινο στυλό που πάνω έγραφε υπογραμμισμένα «Εις προσοχήν Άβελ ΚεΪρόζ – η ομολογία μου». Ο τίτλος παραξένεψε τον Άβελ και κάθισε στην άκρη του κρεβατιού, θα το διαβάσω εδώ που ξεψύχησε ο αδελφός μου είπε μέσα του, δεν θα χάσω λεπτό, τι διάβολο μπορεί να είναι αυτή η ομολογία…Γιατί ο Αδάμ την άφησε έτσι, που να ήταν τόσο εύκολο να βρεθεί και ακόμα και ένας ξένος να μπορεί να τη διαβάσει.
Ο Αδάμ, ούτε λίγο ούτε πολύ ομολογούσε, ότι δεν είχε έμπνευση, ότι είχε στερέψει εδώ και καιρό, δεν μπορούσε να γράψει και εξαπατούσε τον εκδότη του παραδίδοντας διηγήματα που είχε αντιγράψει από αλλού. Είχε γίνει λογοκλόπος από ανάγκη και σημείωνε ότι είχε παραδώσει για δικό του ένα διήγημα που είχε βρει σε μια ανθολογία ελασσόνων συγγραφέων – που ήξερε αυτός πώς να ρετουσάρει – οι επίμαχες σελίδες εξαφανίστηκαν μυστηριωδώς και κανείς δεν κατάλαβε τίποτε στη δημοτική βιβλιοθήκη…
Με τον ίδιο τρόπο, έγραφε, είχε ξεπατικώσει κάτι ποιήματα ενός νεαρού που είχε πεθάνει από φυματίωση και που ο πατέρας του είχε πληρώσει για να εκδοθούν, σε έναν εκδότη όπου κρυφά από τον δικό του έκανε επιμέλειες και μεταφράσεις για να ζει. Τα ποιήματα αυτά, αφαιρέθηκαν από το χειρόγραφο, και ούτως ή άλλως παραλλάχτηκαν έτσι που ίσως και ο ίδιος ο νεκρός δεν θα τα αναγνώριζε. Έμπνευση είπαμε δεν είχε. Τεχνίτης του λόγου όμως, εξακολουθούσε να είναι.
Από ότι φαίνεται, εξακολουθούσε με επιμέλεια αυτήν την δουλειά, να υπεξαιρεί και να εκδίδει, και αυτό για αρκετά χρόνια, φροντίζοντας να σβήνει τα ίχνη του. Στο τετράδιο ομολογούσε διαρρήξεις και εισβολές τη νύχτα σε βιβλιοπωλεία, σε αποθήκες εκδοτικών οίκων για να εξαφανίσει τα λιγοστά αντίτυπα των βιβλίων που είχε βάλει στόχο. Φρόντιζε να επισημαίνει κείμενα ελασσόνων, που δεν είχαν τη δυνατότητα να απευθυνθούν σε μεγάλο εκδότη και μετά κάλυπτε τα ίχνη του. Στο κάτω κάτω τα βιβλία θα πήγαιναν για πολτοποίηση, οι εκδότες δεν διαμαρτύρονταν. Χάρη τους έκανε αυτός ο φαντομάς του τυπωμένου χαρτιού που εξαφάνιζε ολόκληρα αποθέματα από ποιητικές συλλογές διηγήματα ή και μυθιστορήματα πρωτοεμφανιζόμενων και σχεδόν αγνώστων…
Οι ξένες λέξεις αναβαπτίζονται στην ψυχή μου έγραφε. Οι ιστορίες και τα νοήματα παίρνουν από μένα, από το δικό μου ύφος, όλα ξαναγεννιούνται σαν έτσι να έπρεπε να συμβούν. Μια δεύτερη κυοφορία επιτελείται. Οι δότες πρέπει να μου χρωστούν ευγνωμοσύνη για αυτό που κάνω. Οι ιδέες τους, ό, τι καλό από αυτές τέλος πάντων, αποκτούν καινούργια λάμψη και οικουμενικότητα, έκφραση και στυλ που ούτε στον ύπνο τους δεν θα μπορούσαν να έχουν. Το ασθενικό πνεύμα απορροφάται από το ισχυρό, το ικανό, και μνημειώνεται. Πιστεύω ότι αυτό που κάνω θα μείνει στην αιωνιότητα.
Σιγά σιγά ο Αδάμ, προχωρούσε με κείμενα κάπως γνωστότερων συγγραφέων που είχαν εξαντληθεί ή ξεχαστεί και φρόντιζε να τα αλλάζει, αφαιρώντας τα μοναδικά αντίτυπα που βρίσκονταν στις δημόσιες βιβλιοθήκες. Αφαιρώντας είναι μια κουβέντα. Όπως ρουφούσε το μεδούλι, την ψυχή του ξένου κειμένου για να γράψει το δικό του, έσκιζε τις τυπωμένες σελίδες, το εσωτερικό του βιβλίου, και το παραγέμιζε με στοίβες από λευκές. Αυτό φρόντιζε να το κάνει, παίρνοντας δήθεν τυχαία τα βιβλία από τα ράφια όσο ήταν στη σκοτεινιά του αναγνωστήριου, με κοφτές κινήσεις, χωρίς θόρυβο και ξαναβάζοντας το βιβλίο στη θέση του. Άλλες φορές είχε αντικαταστήσει τυπωμένα φύλλα χωρίς νόημα στο εσωτερικό των σελίδων που έσκαβε με ένα κοφτερό εργαλείο αυτό στην ησυχία του σπιτιού του, έτσι που η υπάλληλος, αδιάφορη ούτως ή άλλως δεν είχε μπει στον κόπο να ανοίξει για να ελέγξει σε τι κατάσταση είχαν επιστρέψει τα βιβλία.
Μετά προχώρησε, σε μεγαλύτερης εμβέλειας λογοκλοπές, κλέβοντας κείμενα από γνωστούς συγγραφείς, αλλά τα πρώτα τους, που δεν ήταν ακόμη γνωστά και που ούτως ή άλλως αυτός τα άλλαζε, τους έκανε το μέσα έξω…Και είχε βρει τρόπους να εξαφανίζονται τα αποθέματα…
Σιγά σιγά εξαφανίζονταν όλο και περισσότερα βιβλία. Πυρκαγιές σε αποθήκες χαρτιού, δήθεν επιθέσεις φανατικών. Πλημμύρες σε γραφεία εκδοτικών οίκων, ασθένειες του χαρτιού από σαράκια που δεν υπήρχαν μέχρι πρότινος στη χώρα τους, δημιουργούσαν μια έλλειψη στα αποθέματα για ανάγνωση που θα ήταν αισθητή, αν το κοινό προτιμούσε την λογοτεχνία που αγαπούσε και αυτός. Ευτυχώς για εκείνον, τα ευπώλητα παρέμεναν στην πρώτη ζήτηση και εκείνον δεν τον απασχολούσαν, δεν τα έθιγε. Ο καθένας στον τομέα του έλεγε. Δεν είχε ζηλέψει τις πωλήσεις, ούτε λαχταρούσε τα βιβλία με τις αποχρώσεις του ροζ…
Δεν τα εξέδιδε όλα αυτά που απορροφούσε, έγραφε στο τετράδιο του. Ήταν ολιγογράφος. Δεν άλλαξε το ρυθμό που έγραφε, τον διατήρησε σταθερό, πάντα άριστος τεχνίτης του λόγου με ανανεωμένη έμπνευση. Μεγάλο μέρος του χρόνου του ήταν αφιερωμένο στην τέχνη των υπεξαιρέσεων, που είχε επεκτείνει και βελτιώσει, δημιουργώντας μια παρακαταθήκη, μια μοναδική εργογραφία για το μέλλον.
Αυτό που είχε συμβεί όμως, όπως έγραφε ο ίδιος, και είχε κολλήσει αποκόμματα από εφημερίδες και λογοτεχνικά περιοδικά που το επιβεβαίωναν, δεν ήταν ότι διαμαρτυρήθηκε κανείς από τους συγγραφείς που είχαν απορροφηθεί. Αυτό που συνέβαινε, αυτό ούτως ή άλλως είχε πέσει στην αντίληψη του Αβελ και απορούσε με το ότι ο αδελφός του είχε μείνει ανέγγιχτος, ήταν ότι είχε εκλείψει η έμπνευση από τους περισσότερους γραφιάδες της πόλης και σιγά σιγά και της χώρας. Οι εκδόσεις ήταν ελάχιστες, οι συγγραφείς παραπονιούνταν ότι είχαν χάσει την ψυχή τους.
Γνωστοί συγγραφείς της γενιάς του δήλωναν ότι εγκατέλειπαν το επάγγελμα…Ότι εγκατέλειπαν το γράψιμο για να ασχοληθούν με άλλες τέχνες, το θέατρο τον κινηματογράφο ίσως. Κάποιοι, που ήταν καθηγητές σε σχολεία, έλεγαν ότι θα δίδασκαν ίσως δημιουργική γραφή, κάτι που το ήξεραν καλά, μήπως και με τη γνώση του πώς και της τέχνης, ξεπηδούσε από τα φρέσκα μυαλά των μαθητών τους, που ίσως δεν τους είχαν οι ίδιοι καταλάβει αρκετά κάτι καινούργιο…
¨Άλλοι ομότεχνοί του, έκαναν αποχαιρετιστήρια πάρτι για να πουν ότι το γράψιμο ήταν μια παιδική αρρώστια που την εγκατέλειπαν οριστικά, και τα στρέφονταν στην πραγματική ζωή και στις ανθρώπινες σχέσεις. Κυρίως στον έρωτα που ήθελαν να γνωρίσουν και που ομολογούσαν ότι μέχρι τώρα τον ήξεραν μόνο στη χάρτινή του εκδοχή.
Δεν έλειψαν αυτή που δήλωσαν ότι θα έφευγαν στην επαρχία, να ζήσουν μια ζωή αυτάρκειας και ανυπακοής στο σύστημα, καλλιεργώντας τον κήπο τους, όσοι είχαν καταγωγή από χωριό και κάποια ιδιοκτησία φυσικά, γυρνώντας στην πλάτη στη ζωή του γραφιά, στο χαρτί και το μολύβι. Στην πραγματικότητα αυτή η ζωή τους είχε κλείσει την πόρτα, όλοι το ήξεραν…
Κάποιοι, δεν είχαν την δύναμη να κάνουν δηλώσεις, ήταν πιο αλαφροΐσκιωτοι ίσως… Αυτοί τριγυρνούσαν στην πόλη σαν χαμένοι, μονολογώντας ακατανόητα λόγια…Άναρθρες κουβέντες. Στην αρχή ο κόσμος τρόμαξε, έτσι που έλεγαν ότι είχαν αδειάσει, ότι τους έφευγε η ψυχή, ότι δεν είχε νόημα η ζωή τους…μετά τους συνήθισαν και τους έδιναν πότε πότε κάτι για να πιούν μια μπύρα να ξεχαστούν. Μεθυσμένοι ήταν κάπως πιο ήσυχοι, ευθυμούσαν λίγο και αυτό ανακούφιζε τους υπόλοιπους.
Οι τελευταίες σελίδες του Άβελ, ήταν γραμμένες με πολλή ταραχή.
Εγώ είμαι που έχω απορροφήσει την ψυχή τους έγραφε. Δεν ήξερα ότι η ψυχή των συγγραφέων είναι το τυπωμένο χαρτί, δεν ήξερα. Δημιούργησα με την ιδέα μου μια μεγάλη συμφορά. Νιώθω ότι η Νέμεσις θα είναι σκληρή…
Πρέπει να γράψω, να γράψω να εκδώσω ώστε να επιστρέψει το θεϊκό πνεύμα που με διακατέχει στην κυκλοφορία…
Το μέλι δεν πρέπει να το κρατήσω για τον εαυτό μου...
Πρέπει πρέπει πρέπει…
Σήμερα αυτοκτόνησαν δύο φίλοι μου. Είχαν έλθει να με βρουν πριν μερικές μέρες. . Τα μάτια τους άδεια, Σε απόγνωση. Έχουμε στερέψει., μου είπαν. Η ζωή δεν έχει νόημα. Κάτι λείπει και δεν μπορούμε να το καταλάβουμε. Δεν μπορούμε να γράψουμε. Η γραφή μας είναι άναρθρη. Οι αράδες μας χωρίς προοπτική, χωρίς βάθος. Γραμμές μονοδιάστατες χωρίς σκιά. Σαν να λείπει από μέσα μας το παρελθόν…Σαν κάποιος να αφαίρεσε κάτι αόρατο πάνω στο οποίο όλα στηρίζονται. Τράβηξε τον πύρο από τον πάτο της βάρκας. Σαν ότι λέμε να λέγεται για πρώτη φορά και να σχίζει με σκληρότητα το κενό… Δεν αντέχεται έτσι η μοναξιά της γραφής. .
Ακατανόητο…Νοιώθουμε να μας κυριεύει μια πνευματική παράλυση…
Το τετράδιο τελείωνε εκεί. Ο Αβελ δεν ήξερε πού ήταν τα χειρόγραφα του αδελφού του… Δεν ήξερε ποια από τα έργα του ήταν «δεύτερες κυοφορίες» έργων άλλων. Δεν ήξερε καν ποια ήταν τα έργα του. ΄
Ήταν δυο μήνες που είχαν γραφτεί οι τελευταίες αράδες, μετά την αυτοκτονία των φίλων του.
Στεκόταν ζαλισμένος με την «ομολογία» στα χέρια, ξέροντας ότι ο αδελφός του, το μόνο που έκανε είναι να πεθάνει και να τον αφήσει εκείνον πάλι να καθαρίσει για λογαριασμό του. Δυο μήνες την είχε γράψει και ο Άβελ ήταν βέβαιος ότι δεν είχε κάνει τίποτα…
Έφυγε από το νοικιασμένο δωμάτιο, αποχαιρέτησε την σπιτονοικοκυρά. Βγαίνοντας πέταξε κάπου τη βαλίτσα με τα πουκάμισα και τα βιβλία. Κράτησε το τετράδιο.
Δεν πήγε σπίτι του. Τράβηξε στα γραφεία της εφημερίδας της πόλης τους, ο Κήρυκας του Π. και ζήτησε να δει το διευθυντή. Ήταν παλιός του συμμαθητής, έδωσε να του πάνε την κάρτα του. Για την υπόθεση των συγγραφέων που τρελαίνονται, είπε. Ο Διευθυντής τον κάλεσε αμέσων και κλείστηκαν στο γραφείο του.
Φεύγοντας δεν είχε μαζί του το τετράδιο.
Θα γράψουμε έναν εξαιρετικό επικήδειο για τον αδελφό σου. Τον διαβεβαίωσε ο διευθυντής.
Δεν με απασχολεί αυτό, είπε ο Αβελ. Ούτε και εκείνον. Ξέρετε τη δουλειά σας…
Κατεβαίνοντας τα σκαλιά, ένας από τους τρελούς γραφιάδες τον πλησίασε. Του ζήτησε χρήματα. Για μια μπύρα του είπε….
Πάμε να πιούμε μαζί φίλε μου, πάμε…, αποκρίθηκε

Πόλυ Χατζημανωλάκη
Δημοσιεύτηκε στο facebook τον Φεβρουάριος 2013

Παρασκευή, 5 Ιανουαρίου 2018

Ο Άγγελος της Μεγάλης Βουλής


Πήραμε σήμερα το καράβι για το νησί της Παμβώτιδας. Έβρεχε, αύριο θα χιονίσει και ίσως η πρόσβαση απέναντι και οι περίπατοι να μην είναι πολύ εύκολοι.
Η λίμνη, οι χρωματισμοί της, οι αναμνήσεις των ανθρώπων, φωτογραφίες από παλιά ταμπάκικα, ταξίδια από και προς τη λίμνη. Η λίμνη φαίνεται είναι πιο έξω κι από το Κάστρο. Έξω από το Κάστρο οι απόβλητοι και στη λίμνη οι εξόριστοι. Μια παλιά μοναστηριακή πολιτεία μετά την άλωση της Πόλης κατά την τέταρτη σταυροφορία. Έχει μόνιμους κατοίκους, τουριστικά, εστιατόρια, μου θύμισε λίγο τους Λειψούς αλλά και πάλι σε μικρογραφία.
Έτσι λοιπόν, κάποιος καλός Άγγελος βρήκε τον τρόπο και μπήκαμε στη Μονή των Φιλανθρωπινών και μας έκανε μια ξενάγηση που δεν θα ξεχάσω.Θαυμασμός για το πάθος και τη γνώση της καινούργιας φίλη Α. Λ. που η γιαγιά της μένει μόνιμα στο νησί της λίμνης και γνωριστήκαμε τυχαία στο καραβάκι.
(Θα προσπαθήσω να τα σημειώσω, για να μην ξεχαστούν διάφορα σημερινά)
Στη φωτογραφία  είναι  ο Άγγελος της Μεγάλης Βουλής, τοιχογραφία στη θέση της εικόνας του Παντοκράτορα στον τρούλλο («Άγγελος της Μεγάλης Βουλής» είναι έκφραση του προφήτη Ησαΐα).
Ο Χριστός δηλαδή ως Άγγελος, χωρίς γενειάδα, να εικονίζει τον άσαρκο (μη ενσαρκωμένο) Λόγο. Την εικόνα του δευτέρου προσώπου της Αγίας Τριάδας όπως τον έβλεπαν οι Προφήτες της Π. Δ.
Πρώτη φορά βλέπω τέτοια απεικόνιση (αγένειο Ιησού έχω δει στον Καραβάτζο. Εκείνος όμως είναι ενσαρκωμένος) Εδώ πρόκειται για ιδιαίτερη, σπάνια απεικόνιση του άσαρκου λόγο, εφ΄ όσον υπήρχε από πάντα και είχε εμφανιστεί στους προφήτες.
Αγγελικός γιατί είναι πρόσωπο, άφυλο ή σαν την εβραϊκή Σεκινά, τη θηλυκή όψη του Θεού της Βίβλου.
Θέματα που ενδεχομένως απασχολούν λίγους με την ένταση που συνέβαινε αυτό στις καλογερικές συνάξεις. Σημάδια μιας πορείας του ανθρώπινου πνεύματος που είναι λιγότερο γνωστά, που προορίζονταν για άλλες κοινωνίες πιο πνευματικές και που στο δρόμο ατόνησαν.
Με συναρπάζει ωστόσο ο αγιογράφος που επιμελώς απεικονίζει τα δύσκολα, τα σύμβολα. Είδα ακροστιχίδες από τους χαιρετισμούς, στίχους από τους ψαλμούς, τα πάθη του Χριστού, τον σπερματικό λόγο με τους αγίους φιλοσόφους.
Αλλά ο Άγγελος της Μεγάλης Βουλής είναι τόσο αλλόκοτος, τόσο απόκοσμος. Δείχνει πως όλα αυτά, ο κόσμος ο Αλλού, ο εσωτερικός κόσμος, ο κόσμος των πνευματικών μορφών κάποτε είχε μεγάλες δόξες.
Τώρα δεν έχει εκπέσει. Κατοικεί σε μια ευγενή ερημία και είμαι ευτυχής που την επισκέφτηκα.

Αναρτήθηκε στο facebook 5/1/2017, πριν ένα χρόνο









Τετάρτη, 4 Οκτωβρίου 2017

Της ανάγνωσης

Της ανάγνωσης 

Κάποια βιβλία είναι σαν σπίτια που με καλούν να τα κατοικήσω. Να μπαίνω με την πρώτη ανάγνωση με δέος ακούγοντας τα σανίδια της σκάλας να τρίζουν στο βήμα μου, να ανοίγω τις πόρτες στα ξένα δωμάτια, να κοιτώ στους τοίχους, μέχρι και τα βαθουλώματα στο κρεβάτι να μπορώ να αγγίξω από αυτόν που κοιμήθηκε, μια ζέστη από την επαφή με το σώμα του που άφησε στα σεντόνια. 

Να βρίσκω μόνη μου τα μυστικά περάσματα, να μαζεύω τα φύλλα από το δάσος που έφερε μέσα ο αέρας, τη μυρωδιά από τα βρύα και την υγρασία – κάποτε και το θαλασσινό αέρα ακούω όταν το σπίτι είναι χτισμένο στις ακτές της Ιρλανδίας – μια γυναίκα με ένα μωρό στην αγκαλιά να εκλιπαρεί έξω από ένα πύργο – σαν το τραγούδι της Κυράς του Ωγκριμ που ακούει εκείνος πίσω από τη σκάλα στους Δουβλινέζους του Τζέημς Τζόυς…Ιστορίες έκθετων παιδιών, δάκρυα, θάνατος, έρωτας πόνος, όλα ανεξιλέωτα να σωριάζονται σαν πέτρες πάνω μου στην πρώτη ανάγνωση. Ξανά και ξανά να πρέπει να περάσω το δάχτυλό μου στη σκόνη, μια γραμμή στα σκεπασμένα έπιπλα, στους θολούς καθρέφτες – πού να τολμήσω να αντικρύσω εκεί αυτούς που με κοιτούν από μέσα.

Εξω τα χωράφια απλώνονται άλλα πράσινα, άλλα οργωμένα, όσο φτάνει το μάτι μου. Παρακολουθώ το υνί να βυθίζεται στο χώμα, σβώλους υγρούς να σκορπίζονται στη διαδρομή, χορταράκια, ζωύφια να χάνουν τις φωλιές τους, αισθάνομαι τις εγχαράξεις εντός, σαν να ανακατεύεται το μέσα με το έξω, φωλιές συγκινήσεων από το παρελθόν, άγνωστα κελαηδήματα, αόρατοι κοκκινολαίμηδες που ήρθαν κάποτε στο παράθυρο των ενοίκων και μια τριανταφυλλιά μια μικρή τρελή που είδα κάποτε στο δρόμο να έχει φυτρώσει στον κήπο και να απλώνει κλαδιά στο σπασμένο τζάμι, να θέλει να μπει.

Γυρίζω τις σελίδες, πάλι και πάλι – εδώ να μείνεις, μείνε ακόμα, ακούω – μια φωνή που γνέφει από βαθιά.. οι ρυτίδες της ξένης ψυχής στο πρόσωπο, οι φλέβες οι χτύποι της καρδιάς, φαντάσματα – μια χώρα των λωτοφάγων είναι κάθε βιβλίο.
Να μείνεις, να μείνεις…

Αρχίζω την ανάγνωση από την αρχή, έχει μπει φως, βλέπω τις ραφές. Τις λάμψεις στο χειρουργικό τραπέζι, τις νεκρές ψυχές που έρχονται να σε φτιάξουν Φρανκεστάιν.

Θα μείνω φυσικά, θα μείνω κι άλλο. Δεν έχω πού αλλού να πάω.

Αγαπημένε μου συγγραφέα, υποκριτή, όμοιέ μου, αδελφέ μου.

Πόλυ Χατζημανωλάκη
Δημοσιεύτηκε στο facebook, στις 4 Οκτωβρίου 2014

Εικόνα: Michele Meisster “Black Thoughts”

Πέμπτη, 28 Σεπτεμβρίου 2017

Χαιρετίσματα από τη Χαλκίδα






Πριν δυο χρόνια ήρθε μια καλησπέρα στο ίνμποξ από τη Χαλκίδα από μια φίλη που δεν έμενε πια εκεί – στη Χαλκίδα έχω πάει με το τραίνο δυο τρεις φορές. Μεγάλη εμμονή είχα με τα τραίνα γιατί είχα διαβάσει τόσα για αυτά στα μυθιστορήματα – αργότερα και στο Σιμενόν - αλλά εκεί που μεγάλωσα δεν είχε, δεν είχα δει. 

Πήγαινα λοιπόν στο Σταθμό Λαρίσης, ένα μικρό σκασιαρχείο στην Τετάρτη Γυμνασίου, έκοβα εισιτήριο και ταξίδευα με το τραίνο για Χαλκίδα. Την διάλεγα γιατί ήταν κοντινή διαδρομή και μπορούσα να επιστρέψω γρήγορα. Κατέβαινα για λίγο, κοίταζα γύρω και επιβιβαζόμουν στο επόμενο της επιστροφής. Τίποτε άλλο. Καμία δόξα, καμιά περιπλάνηση. Μόνο για το τρένο. Εγώ το παιδί της επαρχίας που μόλις είχε έρθει στην πρωτεύουσα, κατάφερνα να φύγω για λίγο από την Αθήνα, να ταξιδέψω μόνη μου και να επιστρέψω χωρίς να το ξέρει κανείς. Αργότερα έμαθα όλα τα άλλα, για τις φυλακές, το Βενετσάνικο Κάστρο, την κνήμη και το τσαρούχι του Γίγαντα – δεν θυμάμαι να είδα ποτέ κανένα Κάστρο.
Τα χαιρετίσματα από τη Χαλκίδα ήταν ένα τραγούδι με στίχους του Γιάννη Σκαρίμπα, ο γλάρος, που με συγκίνησε γιατί συνδεόταν με μια ανάμνηση ενός παππού που αποχαιρετά τη ζωή. Ο Σκαρίμπας μακρινός, απόμακρος. Ένα γεροντάκι που είχα δει στην τηλεόραση κάποτε με τα γυαλιά σαν μεγεθυντικούς φακούς με τίτλους έργων ανυπότακτους, θείο τραγί όχι δεν τον έχω διαβάσει.
Αργότερα διάβασα μια συναρπαστική ανάγνωση του Σάββα Παύλου για τον Μαριάμπα του, τα δέντρα που περπατούν, μια σύγκριση με την προφητεία και το κινούμενο δάσος στον Μακμπέθ και ούτε τότε αξιώθηκα. Είχα πολλά να κάνω φαίνεται δεν ήταν καιρός.

Προχτές ήρθαν στα χέρια μου δυο βιβλία. Δυο μπουκάλια με μηνύματα. Το «Φεύγω αλλά θα ξανάρθω» της Αρχοντούλας Διαβάτη, που ξεκινά με ένα δικό της ταξίδι με ένα πλοίο με γυάλινα πανιά – ένα στίχο του από τη Φαντασία του Γιάννη Σκαρίμπα και ένα τεύχος του Περιοδικού Οροπέδιο, του 2012, με ένα αφιέρωμα στον εξωτικό αυτό άνθρωπο. Το ξωτικό της Χαλκίδας.
Διάβασα κάπου, σε μια εξομολόγηση του Αλέξη Πανσέληνου, εκεί που ανοίγει το εργαστήρι του στον κόσμο, ότι αποφάσισε οριστικά ότι δεν θα διαβάσει τον Μόμπυ Ντικ. Το σκέφτηκα πολύ αυτό. Σαν προσομοίωση θανάτου μου φαίνεται. Να αποφασίσεις ότι δεν πρόκειται να διαβάσεις ποτέ ένα βιβλίο. Ή ένα συγγραφέα.
Δεν μπορώ να το αποδεχτώ αν και για μερικά βιβλία, νομίζω ότι και να μην το λέω έτσι θα γίνει.
Όμως δεν θέλω να μου συμβεί αυτό με τον Σκαρίμπα. Περνάει ο καιρός και όλο και νοιώθω ότι πρόκειται για κάποιον συγγραφέα σπουδαίο. Σαν τον Τζέημς Τζόυς, την Βιρτζίνια Γουλφ, τη Μέλπω Αξιώτη.

Δημοσιεύτηκε στο φέησμπουκ, 28 Σεπτεμβρίου 2014

Πέμπτη, 7 Σεπτεμβρίου 2017

Ο Χορός των Γερανών και ένα νεύμα από το παρελθόν…



Η Κάρεν Μπλίξεν στο "Πέρα από την Αφρική", το υπέροχο αυτό βιβλίο/ χρονικό/ ημερολόγιο, ανάμεσα σε όλα όσα έζησε και ιστορεί για την εποχή που είχε εκείνη τη φάρμα στην Κένυα, περιγράφει και τον χορό των Γερανών. Πώς έρχονται τα πουλιά από ψηλά και χορεύουν στον αέρα και μετά ζευγαρωτά εκτελούν φιγούρες «σαν να τους τραβά με μαγνήτη η γη», ένας υπέροχος χορός που σίγουρα σήμαινε πολλά για τη Δανή συγγραφέα μια και το ίδιο συμβαίνει στην Σκανδιναβική χερσόνησο, μαζεύονται τα πουλιά σε ένα οροπέδιο και εκεί και εκτελούν αυτόν τον τελετουργικό ερωτικό τους χορό, ανά ζεύγη. Και οι άνθρωποι στην Αφρική τον έχουν μιμηθεί αυτό το χορό. 


Είχα βρει μια φωτογραφία δυο γυναικών από την φυλή των Βατούσι, που εμιμούντο τους γερανούς μια και κούρευαν τα μαλλιά τους - τα ξύριζαν ακριβώς στο σχήμα που έχει το σκουφάκι στο κεφάλι του γερανού και με τα χέρια ανοικτά κινούνταν στον ερωτικό χορό του πουλιού για ποιο λόγο ακριβώς, στο πλαίσιο ποιας τελετουργίας δεν γνωρίζω, η αλήθεια είναι ότι τότε που τα έψαχνα αυτά, δεν αναρωτήθηκα γιατί ο νους μου ήταν στον άλλο χορό των γερανών, αυτόν που λέγεται ότι δίδαξε ο Δαίδαλος στους συντρόφους του Θησέα, κατά το μύθο, μπροστά στον Κερατώνα, το βωμό του Απόλλωνα στη Δήλο. Ήταν αυτός ένας χορός, που ακολουθούσε τις «περιελίξεις και τις ανελίξεις» του λαβυρίνθου, έτσι γράφει ο Πλούταρχος και που κάποια εποχή, όχι πολύ μακρινή με είχε απασχολήσει και είχα γράψει ένα άρθρο στο περιοδικό Καμίνι, της σχολικής κοινότητας περιοδικό που διηύθυνε ο Σταύρος Ζουμπουλάκης τότε και που θυμάμαι είχε επαινεθεί – το περιοδικό κυκλοφορούσε και στα βιβλιοπωλεία – από την Μάρω Θεοδοσοπούλου που με άρθρο της στην Εποχή, 4 Ιανουαρίου 199Χ και που υπερηφάνως είχα κρατήσει γιατί θεωρούσα σπουδαίο εκείνο τον έπαινο.


Εκεί λοιπόν και το «Γέρανοι λίθους φέρουσι» από τον Ευστάθιο για τον πώς βρίσκουν το δρόμο σαν Κοντορεβυθούληδες τα πουλιά, και άλλες αναφορές στο χορό του λαβυρίνθου –που ονομαζόταν αλλιώς " χορός των ναυτικών", μια και οι ναυτικκοί κατέβαιναν όταν περνούσαν με τα πλοία τους στη Δήλο, και χόρευαν μπροστά στο βωμό του Απόλλωνα με τον τρόπο που είχαν χορέψει οι σύντροφοι του Θησέα. «Κνώσια ορχήματα αυτοδαή..» επικαλείται ότι γνωρίζει, τον αυτοδίδακτο χορό της Κνωσού δηλαδή, ο ανδρικός χορός των ναυτών στην τραγωδία του Ευριπίδη Ρήσος, που σημαίνει ότι κάτι υπήρχε, μια παράδοση που επαναλαμβανόταν ακολουθώντας το ίχνος του μύθου, του Θησέα και των συντρόφων του.
Υπήρχε και μια φωτογραφία που είχα βρει, πολύτιμη, από ένα αγγείο στην Ιταλία, που αναπαριστούσε αυτον τον χορό των ναυτικών ή του Δαιδάλου, η φωτογραφία από το αγγείο Francois, που είχε την εξωτική ονομασία αυτού που το είχε μελετήσει πρώτος φαντάζομαι, και που την εποχή που δεν είχε διαδοθεί ακόμα το ίντερνετ,σ το βιβλιο της Φρανσουάζ Φροντιζί Ducroux για τον Δαίδαλο και το μύθο του είχα βρει και είχα φωτογραφήσει για το άρθρο μου.

Δεν διανοήθηκα ποτέ – τις μελέτες για το λαβύρινθο και τους χορούς του τις έχω αφήσει κατά μέρος, τώρα κοιτώ τις μεταφορές στις πόλεις, τις αναλογίες με τα σπλάχνα στο έργο του Σελίν και του Πωλ Ώστερ ακόμα και στο βιβλίο της δικής μας Ρέας Γαλανάκη το είχα συναντήσει, στην Άκρα ταπείνωση, οτι θα υπήρχε περίπτωση στη ζωή μου, να δω ποτέ το αγγείο Francois με τα μάτια μου, όχι δεν το περίμενα. Χτες τη νύχτα λοιπον, ξαγρυπνωντας στο φέησμπουκ και διαβάζοντας για την συναυλία του Σαββόπουλου και τι συνέβη στο Καλλιμάρμαρο, είδα ένα φιλμάκι με το άνοιγμα του κουτιού μπροστά στον κ. Σταμπολίδη, για την έκθεση αυτού του συγκεκριμένου αγγείου, του βασιλιά των αγγείων όπως έγραφε στο Μουσείο Κυκλαδικής Τέχνης. Δεν βρίσκω το κείμενο του άρθρου μου, αλλά τα βασικά σημεία τα θυμήθηκα χτες το βράδυ, ενεργοποιήθηκε η μνήμη σιγά σιγά σαν να έγνεφε η εικόνα των ζευγαριών πιασμένα από το χέρι που χόρευαν από το παρελθόν. Στις λήψεις για το βιντεάκι με τον κύριο Σταμπολίδη που παρακολουθεί το άνοιγμα και την τοποθέτηση του αγγείου σε προθήκη δεν φαινόταν η συγκεκριμένη σκηνή, το έβλεπα όμως με τη φαντασία μου και έχασα πάλι τον ύπνο μου. Φεύγουμε σπόψε για διακοπές και δεν προλαβαίνω να πάω σήμερα στο Μουσείο Κυκλαδικής τέχνης. Ελπίζω να το προλάβω επιστρέφοντας, και να επιτρέπεται να το φωτογραφίσω γιατί έχω πικράν πείρα από το Μουσείο της Ελεύθερνας που διευθύνει επίσης ο κύριος Σταμπολίδης και όπου δεν επιτρεπόταν η φωτογράφηση για όποιους λόγους που ούτε θυμάμαι ούτε αποδέχομαι…


Στο διαδίκτυο βρήκα μια φωτογραφία όπου κουρεύουν τα κορίτσια στη Ρουάντα, στο σχήμα του σκουφιού του γερανού, Αν βρω το Καμίνι, θα φωτογραφίσω την εικόνα του ίδιου του χορού, με τα χέρια τους ανοιχτα, σαν φτερά, αντικριστά…

Τετάρτη, 30 Αυγούστου 2017

Η μικρή μας πόλη, άλλη μια φορά: "κύριε Γουάιλντερ..."



Είχα μια απορία από παλιά: τι το τόσο ξεχωριστό είχε η Μικρή μας Πόλη του Θόρντον Γουάλντερ που έκανε τον Δημήτρη Χατζή όχι μόνο να παραπέμπει σε αυτήν με τον τίτλο της σχεδόν ομώνυμης συλλογής του - τι άλλο από πνευματική οφειλή στον Γουάιλντερ είναι η ονομασία το Τέλος της Μικρής μας Πόλης; Υπάρχουν και άλλες ευθείες αναφορές σε διηγήματα της συλλογής - σίγουρα στον Ντετέκτιβ - που φανερώνουν πως ο Χατζής συνομιλεί φανερά και κρυφά με τον Αμερικανό ομόλογό του, αντιπαραθέτοντας τις δύο πόλεις.
Γράφοντας σιγά σιγά αυτό το κείμενο, σκέπτομαι ότι χωρίς να γνωρίζω – να έχω διαβάσει ή να έχω δει μέχρι τώρα το έργο του Γουάιλντερ – είχα δημιουργήσει ένα περίγραμμα, από τις αναφορές του Χατζή, ένα χνάρι χωρίς συγκεκριμένο μύθο μιας πόλης πρότυπο, όμοιας και διαφορετικής με τη «Μικρή Πόλη».
Η μια ήταν κάπως σαν τα φανταστικά Γιάννενα την άλλη δεν την είχα ακόμα τοποθετήσει στη Νέα Αγγλία, κάπου στην Αμερική θα ήταν…
Ένα περίγραμμα κενό όμως, μια δική μου οφειλή που ήθελα κάποτε να εξοφληθεί.
Είχα λοιπόν την ευκαιρία σήμερα να παρακολουθήσω στο youtube το θεατρικό του Θόρντον Γουάιλντερ από το Θέατρο της Δευτέρας στην ΕΡΤ, σε μετάφραση του Μίνου Βολανάκη. Η παράσταση ήταν από πολύ παλιά, το 1978 και έτσι τελειώνει η μέρα μου – αρχίζει το βράδυ – με ένα αίσθημα μεγάλης ικανοποίησης και πληρότητας. Ίσως και ένα ερώτημα που σιγά σιγά θα απαντιέται για τη σχέση των δυο έργων – πιστεύω ότι πολλοί άλλοι θα έχουν ασχοληθεί και δεν είναι αυτό που με απασχολεί τώρα. Μια αίσθηση αιωνιότητας και μεταβολής, η εξαφάνιση του παλιού, το τέλος που έρχεται στην πόλη στο έργο του Χατζή, το εφήμερο στη ζωή των ανθρώπων σε σχέση με αυτό που μετρά, την αιωνιότητα στο έργο του Γουάιλντερ. Κάπως έτσι. Θέλω σε κάθε περίπτωση να μοιραστώ την ευωχία από την παρακολούθηση ενός έργου που προσπαθεί να περιλάβει την ολότητα μιας κοινότητας, τους ρυθμούς και τους ανθρώπους της, την ιστορία της, τα πάθη και τις ματαιώσεις τους σε μια κλίμακα καθημερινότητας και αιωνιότητας και αισθάνομαι ότι το πετυχαίνει.
Στις φωτογραφίες εικόνες του κοιμητηρίου από διάφορες παλαιότερες και νεότερες παραστάσεις του έργου
Για όποιον ενδιαφέρεται το λινκ του έργου: https://www.youtube.com/watch?v=r1JWLDnOfhE


Δημοσιεύτηκε στο φέησμπουκ, 30/8/2015

Παρασκευή, 7 Ιουλίου 2017

Survivor…διότι ὁ Φτίκας καὶ ὁ Σοροκᾶς εἶχον μπουλούκια, ἦσαν σχεδὸν πολεμάρχαι.




Κοίτα να δεις που έχω ψωνίσει από το φούρνο του Ντάνου και έβαζα βενζίνη από την ECO στον δρόμο που συνδέει την Σκιάθο με τις Κουκουναριές. Δυστυχώς δεν άντεξα να δω πάνω από δυο λεπτά κανένα επεισόδιο του Survivor γιατί ένιωθα μια φρικτή βαρεμάρα για τα τεκταινόμενα. Μια φορά μάλιστα που πέρασα από εκεί με το τελεκοντρόλ είδα να σηκώνει κάποιος το καπάκι ενός δίσκου και να δείχνει ένα χάμπουργκερ από τα Goodies, σαν να πρόκειται για τον πολυτιμότερο θησαυρό του κόσμου και συνειδητοποίησα ότι δεν έκανε κανείς πλάκα, ότι όλη αυτήν την ιστορία την έπαιρναν στα σοβαρά.
Οι εικόνες των ηλιοκαμένων, ρωμαλέων, αθλητικών ηρώων – η εμφάνιση πράγματι σε προδιέθετε για κάτι εξωτικό, ονειρεμένο – Χάρισον Φόρντ στα ίχνη της χαμένης κιβωτού και βάλε, το διακύβευμα όμως σε προσγείωνε  αναντίστοιχα, όχι βέβαια το έπαθλο από ότι κατάλαβα στο τέλος. Τα ριάλιτι σόου όμως και ο μεγάλος αδελφός είχαν μπει από δεκαετίες στη ζωή μας και από τις κλειστές βίλλες στα Μεσόγεια της Αττικής μεταφέρθηκαν ήταν καιρός φαίνεται και στις εξωτικές παραλίες του Άγιου Δομίνικου. Στο « Ο αριθμός 11» ο Jonathan Coe αφιερώνει πολλές σελίδες στα πάθη μιας ηρωίδας που μπλέκεται στα γρανάζια ενός τέτοιου ριάλιτι και την καταστροφή της ιδιωτικής της ζωής μετά. 


Τι πάθος, τι συγκίνηση, τι δάκρυ, τι αίσθημα για μια τυρόπιττα, τι μίσος, τι αγάπη, τι πλήθος οπαδών. Το συμπάθησα πολύ βέβαια  το παλικάρι που κέρδισε. Το έβλεπα σε ένα βιντεάκι με την τελετή λήξης και ξεχνούσα το διακύβευμα. Θρησκευτική πίστη, ομορφιά, παράστημα, απλότητα, και ήταν από την Σκιάθο – εκεί μπερδεύτηκα, χτύπημα κάτω από τη μέση.

Άκου Σκιάθο… και δάσκαλος Σκι και Τάε Κβον Ντο το χειμώνα. Με ποιον ήρωα Παπαδιαμαντικού διηγήματος να μοιάζει ο Ντάνος; Γιατί οπωσδήποτε κάποιος πρόγονός του, θα είχε εμπνεύσει τον κυρ Αλέξανδρο. Ο συνέταιρός του στο βενζινάδικο λέγεται Παναγιώτης Μυγδαλάκης και θα ήταν πιθανότατα συγγενής του Ιωάννη Μυγδαλάκη που παντρεύτηκε τη Μαρία το Πετρί στο Αγάπη στον κρεμνό. Φωτογραφίες τους είχα δει στο Μουσείο Παπαδιαμάντη. Τόσες αρετές που θυμίζει το Νίκο, τον ναυτικό στο Καμίνι, αυτόν που χάρισε το Κοχύλι με την θεσπέσια μουσική στην Τσούλα, την ηρωίδα και την έσωσε με μεταξωτή ανεμόσκαλα. Μοιάζει και με τον Μαθιό λίγο στην νοσταλγό, έτσι που τον περιγράφει το διήγημα να φαίνεται μεγαλύτερος από την ηλικία του μὲ τοὺς πυκνοὺς ἤδη
ἰούλους τοῦ καστανοῦ γενείου καὶ τοῦ μύστακος.
Και βέβαια όλη η κομπανία των μαχητών θυμίζει τις μάχες για το σταυρό στα Φώτα, τις συγκρούσεις και τα ατυχήματα όπως περιγράφονται στον Σημαδιακό με τις ομάδες των μαγκών.
Δύο ἦσαν οἱ ἥρωες τῆς ἡμέρας· ὁ Φτίκας καὶ ὁ Σοροκᾶς. Οὗτοι διηγωνίζοντο κατ᾽ ἔτος περὶ τοῦ γέρατος.
Καὶ ἔφερον πασίδηλα τὰ ἴχνη τῆς μακροετοῦς ταύτης πάλης. Ὁ μὲν Φτίκας εἶχεν ἑπτὰ δακτύλους εἰς τὰς δύο χεῖράς του, ὁ δὲ Σοροκᾶς ἕνα ὀφθαλμὸν ὀλιγώτερον τῶν πολλῶν ἀνθρώπων.
Δωδεκὰς λέμβων ἵστατο πλησίον τῆς ἀποβάθρας. Αὗται περιεῖχον τὸ πλήρωμα τῶν δύο μπουλουκίων· διότι ὁ Φτίκας καὶ ὁ Σοροκᾶς εἶχον μπουλούκια, ἦσαν σχεδὸν πολεμάρχαι.