Τετάρτη, 21 Νοεμβρίου 2018

Ο Χαφέζ από το Σιράζ και η Δύση: γράφοντας σαν εκείνον, πίνοντας σαν εκείνον, συνομιλώντας μαζί του. Ιστορίες πνευματικών οφειλών (Ομιλία της Πόλυς Χατζημανωλάκη στο Μορφωτικό Κέντρο της Πρεσβείας Ι.Δ. του Ιράν)


Αγαπητή κυρία Πρέσβειρα, κύριε Μορφωτικέ Ακόλουθε, Σεβασμιώτατε, αγαπητοί προσκεκλημένοι

 Είναι για μένα μεγάλη τιμή η πρόσκληση σε αυτή η συνάντηση στο χώρο μελέτης και διάδοσης της γλώσσας, του πολιτισμού, της ποίησης του Ιράν,  μιας χώρας με τεράστια πολιτιστική παράδοση  από βαθιά στην ιστορία – μιλάμε για χιλιετίες -  τόπο ανθοφορίας  και συνάντησης τόσων σπουδαίων πολιτισμών.  Ελπίζω και σήμερα η εκδήλωση για τον Πέρση ποιητή Χαφέζ από το Σιράζ  να κάνει γνωστό το έργο του και την ακτινοβολία του και στην Ελλάδα – ένα πολύτιμο κεφάλαιο για τον παγκόσμιο πολιτισμό, μια κληρονομιά που έχετε την ευκαιρία εσείς που ζείτε  και μιλάτε τη γλώσσα να απολαμβάνετε μια ποίηση και ένα ποιητή τον οποίο θαύμασαν και με τον οποίο συνομίλησαν πνευματικά σπουδαίοι λογοτέχνες της Δύσης που τον προσέγγισαν από τις μεταφράσεις των ποιημάτων του στη γλώσσα τους. 



Συγκεντρωθήκαμε λοιπόν απόψε εδώ άλλοι περισσότερο εξοικειωμένοι, άλλοι λιγότερο με την ποίηση του Χαφέζ ή με την ποίηση γενικότερα και φυσικά με την Περσική γλώσσα, άλλοι με εφόδια στο επιστημονικό πεδίο, άλλοι με διαδρομές στην μελέτη και την έρευνα στη λογοτεχνία με σκοπό να μιλήσουμε για την κληρονομιά του Χαφέζ. Ενός ποιητή που έζησε 700  χρόνια πριν από μας . Ο Χαφέζ γεννήθηκε περίπου το 1320 στο Σιράζ μετά την πρώτη επέλαση των Μογγόλων υπό τον Τσέγκις Χαν και έζησε μέχρι το τέλος του δέκατου τέταρτου αιώνα.  Παρά το ότι το Σιράζ δεν έμεινε ανεπηρέαστο από τις αναταράξεις εκείνης της εποχής, παρέμεινε ειρηνικό υπό κατοχήν  εκείνη την περίοδο και ο ποιητής βρέθηκε κάτω από την προστασία διαφόρων ηγεμόνων.  Είναι σημαντικό να γνωρίζουμε – όπως λέει και το ποιητικό του ψευδώνυμο, το Ταξαλός,  ότι Χαφέζ σημαίνει «φύλακας», αυτός που έχει απομνημονεύσει το Κοράνι, αυτός που το είχε ολόκληρο αποστηθίσει και είχε λάβει μια κλασική θρησκευτική εκπαίδευση. Βέβαια πιστεύεται αν και πολλά δεν είναι γνωστά για τη ζωή του ότι είχε ακολουθήσει τη μυστική διδασκαλία του Σουφισμού. 
Η ποίησή του διακατέχεται από τα θέματα της αγάπης, του έρωτα, της νοσταλγίας, της προσωρινότητας της ζωής. Το έργο του κατοικείται από χαρακτήρες όπως ο εραστής και ο αγαπημένος σε διάφορες προσωποποιήσεις , έρωτας προς την όμορφη κοπέλα έως το πιο αφηρημένο των συμβόλων – το αηδόνι και το τριαντάφυλλο (ο ακατάδεκτος, όμορφος και σκληρός εραστής  - έχει και αγκάθια και ο ποιητής το αηδόνι που προσπαθεί να τον προσεγγίσει που αφήνει αρκετούς να υπονοήσουν ότι εννοεί τη μυστική αγάπη προς το Θεό. Υπάρχει ο ταβερνιάρης – αυτός που κερνάει  το κρασί, ο μεθυσμένος,  ο υποκριτής, ο ασκητής, ο άδικος δικαστής, το μυθικό πουλί ο φοίνικας. το λυγερό κυπαρίσι – το σώμα της αγαπημένης, τα βέλη από τις βλεφαρίδες της που τρυπούν την καρδιά οι μοσχομυριστές μπούκλες της. Μια ποίηση γεμάτη σύμβολα, σοφία, που ακόμα και σήμερα συγκινεί. Ίσως θα πρέπει να μιλάμε για την Περσική ποίηση γενικώς και όχι μόνο για το Χαφέζ μια και ο Χαφέζ ανήκει σε μια παράδοση που ήθελε τον ποιητή να εκλεπτύνει αυτό που του παραδόθηκε, να το φυλά στην καρδιά του, να το «αποστηθίζει». Λέγεται πως ένας καλός ποιητής έπρεπε να γνωρίζει από στήθους είκοσι χιλιάδες στίχους από το έργο των αρχαίων, δέκα χιλιάδες στίχους από το έργο των συγχρόνων και ταυτόχρονα να έχει επαφή με το Ντιβάν – το διβάνιο – το συλλογικό έργο των σπουδαίων ποιητών – των αρίστων της ποίησης. Οι ποιητές ήταν δηλαδή επαγγελματίες του είδους με μέγιστη τεχνική αρτιότητα με επιρροή στα υψηλά κλιμάκια της εξουσίας. Η έμπνευση ισοδύναμη σχεδόν με την προφητεία. Μπορεί μια εκστρατεία να είχε αίσιο τέλος χάρη στην ποιητική μαντεία που είχε προηγηθεί. Η ποίηση είχε δηλαδή και μαντικές ιδιότητες και η ποίηση του Χαφέζ έχω διαβάσει εχρησιμοποιείτο σαν πνευματικό βοήθημα, σαν προφητική στήριξη μια δύσκολη στιγμή που κάποιος άνθρωπος είχε ανάγκη από μια συμβουλή.
Αυτό που έκανε τον Χαφέζ να ξεχωρίζει είναι ότι  είχε τον τρόπο του να μιλάει σε όλους να μιλάει στο νου και στην καρδιά.  Για το θεολόγο ήταν εμπνευσμένος, για τον φιλοσοφο βαθύς και στοχαστικός. Για τον καθημερινό άνθρωπο του μετέφερε την παραδοσιακή σοφία. Η συχνότητα της ποίησής του έφτανε σε τέτοια λεπτότητα που μπορούσε – μπορεί – να εκφράσει το βασίλειο του αοράτου.  
Lesan al gayeb..  Και όλα αυτά με μια λαμπρή τεχνική συνωνύμων, αντιθέτων, ομοήχων, επαναλήψεων που φέρνουν στο νου – όπως γράφει ενας από τους μεταφραστές του, ο Peter Avery την αφηρημένη διακοσμητική και τα περίτεχνα αραβουργήματα στα αρχαία τζαμιά του Ιράν. Σαν η εικονοποιία και το αραβούργημα της ποίησης να είναι της ίδιας τάξεως με την ψυχική διάθεση του καλλιτέχνη που τεχνουργεί αυτά τα θαυμαστά γεωμετρικά σχήματα. Δεν μπορώ να το αντιληφθώ γιατί δεν γνωρίζω περσικά – ο  Peter Avery εμαθε Φαρσί για να μπορέσει να τον μεταφράσει. Στην  τέχνη του αραβουργήματος  είναι  εκεί που η ποίηση και η καλλιγραφία συνδέονται με την ανάγκη της ανθρώπινης ψυχής να τρυπήσει το κέλυφος που μας καλύπτει, να αναζητήσει την τάξη και την αρμονία στο χάος.
Θεώρησα απαραίτητο να κάνω αυτή την μακροσκελή εισαγωγή μελετώ και γράφω λογοτεχνία δεν είμαι φιλόλογος  - έχω γνωρίσει την ποίηση του Χαφέζ από τις μεταφράσεις στα Αγγλικά και τα Γαλλικά  αλλά τούτο εκ των υστέρων. Υπάρχουν διάβασα εκατό μεταφράσεις του στα Αγγλικά.  Η παλαιότερη, αυτή που σέβονται όλοι και εκεί βασίζονται είναι η μετάφραση  του 
Sir William Jones που μετέφρασε κάποια ποιήματα το 1771 ( Jones ήταν δικηγόρος και λόγιος και γνώριζε όπως λένε 28 γλώσσες) Του θύμισε τον Πετράρχη – έτσι είχε πει – και έκανε τρόπον τινά την αρχή, με τα θέματα του έρωτα όπως τα είχε καταλάβει δίνοντας αφορμή σε άλλους ποιητές την εποχή του ρομαντισμού – όπως ο λόρδος Μπάυρον να ανακαλύψουν μια εικόνα εξωτισμού, μια πραγμάτωση της εικόνας της ανατολής που υπήρχε διάχυτη στη δύση.
Λίγο μετά τον Jones έγινε και η μετάφραση του Χαφέζ στα Γερμανικά  από τον διακεκριμένο Αυστριακό οριενταλιστή σοφό τον Βαρώνο von Hammer-Purgstall  ο οποίος το 1812 παρέδωσε μια μετάφραση ολόκληρου του Ντιβάν στα Γερμανικά – μια κατά λέξη και πεζή μετάφραση. Το πώς πρέπει να μεταφράζεται ο Χαφέζ είναι συζητήσιμο. Η ποίηση είναι αυτό που χάνεται στη μετάφραση, αυτό είναι γεγονός. Πώς όμως να αποδοθεί ένας ποιητής με τόσο λεπτά νοήματα, με την τεχνική του αραβουργήματος, με την τέχνη του να κρύβει και εξαφανίζει τον εαυτό και την υπογραφή του μέσα στο ποίημα;
Ο τρόπος που θα μεταφράσεις το ποίημα εξαρτάται όχι μόνο από τη γνώση της γλώσσας, αλλά του πολιτισμού της εποχής, τα γεγονότα που συμβαίνουν, τα συμφραζόμενα – λένε πως ο Χαφέζ ήταν και πολιτικό ζώο  είχε υπόψιν του τι συνέβαινε στη χώρα του – από την ερμηνεία του τι γράφει, φερ’ ειπείν μιλά για κρασί συνεχώς, είναι αυτό συμβολικό; Είναι το κρασί όντως μια εμπειρία μέθης αληθινή που την επιτελεί για να λυτρωθεί από τα βάσανά του; Είναι έκσταση; Είναι η περίφημη «νηφάλιος μέθη» που αναφέρουν εδώ οι ορθόδοξοι καλόγεροι στο Άγιο Όρος,  η μέθη δηλαδή που συμβαίνει χωρίς κρασί; Είναι αδυναμία; Και ο ταβερνιάρης ποιος είναι; Για ποιο λόγο ο Χαφέζ τόσο σπουδαίος ποιητής δίνει τόση αξία σε αυτόν που έχει το χάνι, το πανδοχείο; Οι ερευνητές όσο έχω μελετήσει έχουν διαφορετικές απόψεις. Και όσο πιο βαθιά και κοντά στο πνεύμα του ποιητή και της εποχής του μπορεί να φτάσει ο μεταφραστής, τόσο αλλιώτικη θα είναι η μετάφραση. Κάποιοι μεταφραστές προτίμησαν την ουδετερότητα – θεωρώντας ότι λέξη προς λέξη θα φτάσουν στο πνεύμα του Χαφέζ. Άλλοι θεώρησαν ότι τον έχουν καταλάβει και μετέφρασαν έμμετρα μένοντας στο πνεύμα της δικής τους εποχής. Άλλοι προσπάθησαν να τον μιμηθούν και έγραψαν ποιήματα που μοιάζουν με τα δικά του θεωρώντα ότι μετάφραση δεν είναι δυνατόν να υπάρχει. Θυμίζω αυτό που έκανε ο Φιτζέραλντ για τον Ομάρ Καγιάμ που ξαναέγραψε τα ποιήματά του.   Επ’ ουδενί, έλεγε ο ίδιος,  δεν πρέπει να θεωρείται αυτό μετάφραση.
Και μετά έχουμε την περίπτωση του Γκαίτε που πήρε την μετάφραση του Purgstall την μελέτησε και ξεκίνησε έναν πνευματικό εσωτερικό διάλογο με τον Χαφέζ που τον οδήγησε στην συγγραφή ενός νέου Διβανίου, το «ανατολικοδυτικο Ντιβάνι» έτσι ονόμασε τη συλλογή του. Πρόκειται για μια συλλογή με περσικούς τίτλους, με εικονογράφηση στα γερμανικά και τα περσικά – για δώδεκα βιβλία που εχουν περσικούς τίτλους : 
Moqqani-Nameh το βιβλίο του τραγουδιστή, Hafiz-Nameh, το βιβλίο του Χαφέζ, Eshq-Nameh το βιβλίο του εραστή  και πάει λέγοντας. Στο ανατολιτικο δυτικό ντιβάνι, ο Γκαίτε προσπαθεί να συγκεράσει τον ανατολικό με τον δυτικό πολιτισμό, θεωρεί ότι Χαφέζ είναι αδελφός του, ο δίδυμός του και παράγει ένα μνημειώδες έργο αναγνωστικής ανταλλαγής εκφράζοντας μια λατρεία για τον Χαφέζ – άγιος Χαφέζ, ουράνιος φίλος έτσι τον αποκαλεί.

Παραδεχτείτε το!
 Οι ποιητές απ΄την Ανατολή
Είναι μεγαλύτεροι από εμάς, τους ποιητές της Δύσης
Είθε να εξαφανιστεί ο κόσμος όλος, Χαφέζ,
με σένα, και με σένα μόνο Θέλω να αναμετρηθώ!
 Έλα να μοιραστούμε Πόνο και ευχαρίστηση σα δίδυμα αδέρφια. Όπως εσύ να αγαπήσω, σαν κι εσένανε να πιω, Αυτή θα είναι η περηφάνεια κι η ζωή μου!

Για να  μείνουμε στη Γερμανία – ο Νίτσε που διάβασε τη μετάφραση του Purgstall και μελέτησε το Ανατολιτικοδυτικό Ντιβάνι του Γκαίτε θεωρούσε σπουδαίο τον Χαφίζ – και τον αναφέρει στην Χαρούμενη Γνώση. Αξίζει να επισημάνουμε τους προβληματισμούς του Νίτσε για την μέθη – είναι γνωστές οι μελέτες του για την τραγωδία, το Διόνυσο, τον ρόλο του κρασιού και φυσικά προβληματίστηκε στο συμβολικό ρόλο του κρασιού στον Χάφεζ, την μέθη ως έκσταση
Από τη Γερμανία περνάμε στην Αμερική – τη μετάφραση του Purstall  διάβασε ο  σπουδαίος Αμερικανός ποιητής Ραλφ Εμερσον - να πώς διαχέεται η ποίηση και οι ιδέες του Χαφέζ στον κόσμο – ο Έμερσον δηλώνει σαφώς ότι τον θαυμάζει  και προσπαθεί να τον μεταφράσει στα Αγγλικά από τα Γερμανικά – και η σπουδαία θαυμάστρια του Έμερσον  η Έμιλυ Ντίκινσον γράφει ένα ποίημα με το κρασί που δεν προέρχεται από ζύμωση – there is a wine that never brewed – μιλώντας για μια εκστατική κατάσταση που είναι ανώτερη από τη μέθη του κρασιού και που οι ερευνητές γράφουν ότι ίσως προσεγγίζει καλύτερα το πνεύμα του Χαφέζ από τον μέντορά της τον Έμερσον.

Την ίδια εποχή στην Ευρώπη, από τις αρχές του 19ου αιώνα, ο ρομαντισμός παίρνει στοιχεία από τον Χάφεζ – ο λόρδος Μπάυρον γράφει ποιήματα ς που βασίζονται στους ερωτικούς στίχους του Χάφεζ. Το θέμα του θαυμασμού προς την ανατολή, του παραμυθένιου πλούτου που οι δυτικοί συζητούν ότι έχει, της ομορφιάς και του εξωτισμού που προκαλεί τον θαυμασμό αλλά και την επιθυμία για κυριαρχία της Δύσης μπόλιασε τους στίχους των ποιητών της με εικόνες και συμβολισμούς από την ανατολή.  Κυκλοφορούν και άλλες μεταφράσεις του Χάφεζ – η πιο γνωστή εκείνη την εποχή είναι αυτή της Γερτρούδης Μπελ, μιας συνταγματάρχου του Βρετανικού στρατού, απόφοιτου ιστορίας της Οξφόρδης, μέλους των μυστικών υπηρεσιών της Μεγάλης Βρετανίας , χαρτογράφου – είναι γνωστοί οι χάρτες Μπελ, μια μυστήρια περίπτωση γυναίκας που κατάφερνε να την σέβονται και να την υπολογίζουν οι Άραβες φύλαρχοι  – λέγεται ότι αυτή ήταν πίσω από τη χαρτογράφηση της αραβικής ερήμου αλλά και την ίδρυση του κράτους του Ιράκ από τη Μεγάλη Βρετανία. Η Γερτρούδη Μπελ μετάφρασε το Ντιβάνι του Χάφεζ έμμετρα, σαν να μεταφράζει Σαίξπηρ. Έγραψε μια τεράστια εισαγωγή στο Ντιβάν , που βρισκόταν  σε κάθε Αγγλικό σπίτι στο τέλος του δέκατου ένατου αιώνα. Στην εισαγωγή της έγραψε για την ζωή του Χαφέζ και την ιστορία του Ιράν, τις κατακτήσεις από τους Μογγόλους και προσπάθησε να δώσει μια πολιτική ερμηνεία στην ποίησή του. Δεν έμεινε ευτυχώς μόνο στην  πολιτική.
Στο τέλος του βιβλίου  υπάρχουν εκτενείς σημειώσεις καλόπιστης και προσεκτικής ανάγνωσης που προσπαθεί να εξοικειώσει τον Δυτικό αναγνώστη με τον Χάφεζ.
Είναι αξιανάγνωστη  η μεταφραση της Γερτρούδης Μπελ. Παρά το ότι αντανακλά το πνεύμα του καιρού της και ακούγεται σαν σονέτο του Σαίξπηρ, ο αναγνώστης που δεν γνωρίζει περσικά διαβάζει ωστόσο ποίηση
Η πιο έγκριτη μετάφραση στα Αγγλικά θεωρείται ότι είναι αυτή του Peter Avery ο οποίος ήταν καθηγητής στο Καίμπριτζ και συνέβαλε στη διάδοση της Περσικής ιστορίας και του πολιτισμού στη Δύση. Ο Avery προτίμησε την πεζή κατά λέξη μετάφραση – θεωρώντας ότι έτσι προστατεύει τον αναγνώστη από τις αυθαιρεσίες κάποιας ενδεχόμενης ερμηνείας. Αυτό βέβαια που προκύπτει δεν είναι ποιητικό αλλά πεζό κείμενο, αλλά ο Avery προσπάθησε να «διαφυλάξει» το κείμενο όσο είναι δυνατόν, λέγοντας πως ο ίδιος για να μπορέσει να μελετήσει τον Χαφέζ έμαθε περσικά. Η ποίηση δηλαδή είναι αυτό που σώζει τις γλώσσες, γιατί δεν μεταφέρεται με τη μετάφραση και πρέπει να μάθεις τελικά την γλώσσα του άλλου για να την προσεγγίσεις.
Τελειώνω με μερικές μικρές ιστορίες που συνάντησα στην πορεία των δικών μου αναγνωστικών και λογοτεχνικών διαδρομών.
Δεν έχω πάει στο Ιράν και δεν έχω ιδίαν άποψη όπως έχουν ο Avery ή o Jason Elliot που γράφουν στα οδοιπορικά τους κείμενα μαρτυρίες από την πρόσληψη του Χαφέζ στην καθημερινή ζωή των ανθρώπων. Ένας ταξιτζής στην Τεχεράνη που ήταν από το Σιράζ,  γράφει ο Avery,  ακούει τον πρώτο στίχο από την «Τουρκοπούλα από το Σιράζ» το ποίημα και το  απαγγέλει ολοκληρο   και άλλα παρόμοια.  Η δική μου διαδρομή είναι αναγνωστική  και  έγινε πριν δέκα χρόνια γράφοντας στο ιστολόγιό μου – τις Πινακίδες από κερί – ένα μπλογκ για τη μνήμη – ένα κείμενο μετά την ανάγνωση ενός διηγήματος του Κοναν Ντόυλ με τίτλο «Υπόθεση ταυτότητας» - εκεί ο Σέρλοκ Χολμς, ο ντετέκτιβ λύνει μια υπόθεση όπου κάποιος προσπαθεί να προσποιηθεί ότι είναι κάποιος άλλος με την επαγωγική του μέθοδο αναλύοντας και αποκρυπτογραφώντας μια δακτυλογραφημένη επιστολή και ανακαλύπτοντας την ταυτότητα αυτού που την έγραψε από τον τρόπο που είναι δακτυλογραφημένα κάποια γράμματα, από δεκατέσσερα στοιχεία που είναι κρυμμένα εκεί, με τον τρόπο που ο Χαφέζ έκρυβε την υπογραφή του, το ταξκαλούς του στα ποιήματα.  Και βέβαια λύνοντας το μυστήριο  ο Σέρλοκ αναφέρει σαφώς τον Χαφέζ. «Θυμήσου το παλιό περσικό ρητό “ Υπάρχει κίνδυνος για αυτόν που αρπάζει το μικρό της τίγρης, υπάρχει κίνδυνος για αυτόν που αρπάζει την αυταπάτη από μια γυναίκα” Υπάρχει τόση σοφία στο Χαφίζ, όση και στον Οράτιο και τόση πολλή γνώση του κόσμου…»
Το Ντιβάνι του Χαφέζ βρίθει από περιπτώσεις τέτοιας απόκρυψης, πλεξίματος όπως στα αραβουργήματα της υπογραφής του ποιητή.
«Είμαι άγιος ή αμαρτωλός
Τι από τα δύο θα γίνω;
Ο Χαφέζ κρατά το μυστικό του μυστηρίου του…»
Μια παρόμοια περίπτωση κρυψίματος υπογραφής – μοιραία μου φαντάζει – που την ανακάλυψα διαβάζοντας τον Δούναβη του Κλαούντιο Μάγκρις και την ιστορία  για το πώς ο Γκαίτε έγραψε το ανατολιτικοδυτικό ντιβάνι. Εκεί διάβασα για πρώτη φορά  για το θαυμασμό του Γκαίτε για τον Χαφέζ. Ο Μάγκρις γράφει για τον Γκαίτε και τη Μαριάννας Βίλμερ – Γιουνγκ, μια νεαρή θεατρίνας παντρεμενη με τον φίλο του ποιητή, το δικαστή Βίλμερ που του ειχε παραχωρήσει το σπίτι του στο Λυντς για να συνθέσει το Ανατολιτικοδυτικό Ντιβάνι. 


Ο εξηνταπεντάχρονος Γκαίτε, ο οποίος έκανε περίπατο στους κήπους ντυμένος περσικά εμπνεύστηκε από την ομορφιά και τη χάρη της κοπέλας και δημιουργήθηκε μεταξύ τους μια πνευματική σχέση με αφορμή την ποίηση του Χάφεζ που οδήγησε στη σύνθεση δυο ποιημάτων από τη Μαριάννα – ως Ζουλέικα – που περιλαμβάνονται στο βιβλίο του Γκαίτε με το όνομά του.
Αργότερα έψαξα περισσότερο για αυτήν την ιστορία και βρήκα μια ερωτική επιστολή της Μαριάννας προς τον γέροντα σοφό ποιητή που αντί να έχει δικά της λόγια ήταν ολοκληροι στίχοι του . Η επιστολή ήταν ένας κατάλογος με αριθμούς, τον αριθμό του ποιήματος και τον αριθμό του στίχου που έφτιαχναν ένα κολάζ με το κείμενο που ήθελε να πει.  

Τα ποιήματά της που στην αλληλογραφία τους που η ίδια δημοσιοποίησε λίγο πριν πεθάνει σε ηλικία 76 ετών, φαίνεται ότι είναι δικά της δυο από τα ωραιότερα ποιήματα του βιβλίου του Γκαίτε, είναι όμως κρυμμένα στο βιβλίο του με το όνομα της Ζουλέικα. Ούτε ο Σούμπερτ που τα είχε μελοποιήσει δεν φαίνεται να το γνώριζε αυτό οτί δηλαδή τα ποιήματα αυτά δεν ήταν του Γκαίτε.
Μια περίπτωση δηλαδή κρυμμένης υπογραφής κρυμμένης ταυτότητας, όπως ακριβώς ο Χαφέζ έκρυβε την υπογραφή του ο Γκαίτε έκρυψε τα ποιήματα της αγαπημένης του. Νομίζω ήταν η πιο περίτεχνη μνημείωση μιας πνευματικής ερωτικης σχέσης –



Κλείνοντας εδώ την εισήγηση  θα ήθελα να διαβάσω μια στροφή από δυο ποιήματα του Χάφεζ  που μετέφρασε η ποιήτρια Ολβία Παπαηλίου – η μετάφραση έγινε από τα Αγγλικά, από το κείμενο της Γερτρούδης Μπελ:

Έχει το αηδόνι το αίμα χύσει, της ζωής του,
όταν, στου ανέμου τα φιλιά, το πρωινό,
του τριαντάφυλλου το κλέος ξεδιπλώνει
με το σκισμένο του το στήθος φθονερό:
τα ροδοπέταλα βάφει με χρώμα πορφυρό.
  
και το άλλο
  
Το αηδόνι με το αίμα της καρδιάς του
τ’ άλικο ρόδο έθρεψε, μετά αέρας ήρθε
κι απ΄τα κλαδιά επάνω αρπάχτηκε με φθόνο,
εκατό αγκάθια έμπλεξε τριγύρω στην καρδιά.
  
Το αηδόνι και το τριαντάφυλλο, ο ποιητής και ο αγαπημένος που
Και τούτο για να τελειώσω με δυο αράδες από τον αγαπημένο μου Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη από το Έρος – Θέρος. Ἡ Ματὴ ἔκοψε λευκὸν ρόδον κ᾽ ἐκόσμησε τὸ παρθενικὸν στῆθός της. Ἡ ἀηδών, ἡ λιγεῖα ψάλτρια, βλέπουσα τὸ ὡραῖον ἐκεῖνο ἄνθος ἐπὶ τοιαύτης γάστρας φυτευθέν, θὰ ἠρωτεύετο μὲ διπλοῦν ἔρωτα τὸ χαριτωμένον ἐκεῖνο ρόδον.

Ο έρωτας του αηδονιού με το τριαντάφυλλο. Από ποιους δρόμους, της μετάφρασης του 
Jones ή της Γερτρούδης Μπελ, από τους ρομαντικούς τον Μπάυρον ή τα υπέροχα παραμύθια του Όσκαρ Γουάιλντ ταξίδεψαν οι στίχοι και οι μεταφορές του Πέρση ποιητή και από τους ροδώνες του  Σιράζ και τα οροπέδια της χώρας του έφτασαν στο μικρό ταπεινό νησάκι του Αιγαίου, στις ιστορίες της Σκιάθου του Παπαδιαμάντη.

Μεγάλη οφειλή λοιπόν στον Πέρση ποιητή, που η ομορφιά της ποίησής του έχει εμπνεύσει και πιστεύω πως θα εξακολουθεί να εμπνέει αυτούς που συγκινούνται πάντα από την ποίηση από γλώσσα σε άλλη γλώσσα και να μεθούν με το κρασί που κερνά ο Χαφέζ τον Γκαίτε, τη Γερτρούδη, τον Νίτσε και την Έμιλυ Ντίκινσον.

Σας ευχαριστώ.


Αθήνα 21 Νοεμβρίου 2018


Σάββατο, 28 Ιουλίου 2018

Ημερολόγιο της στάχτης







Ο άνθρωπος στο παγκάκι σε ένα πάρκο, δεν θυμάμαι ποιο, στην Αργεντινή σε ένα βιβλίο του Ενρέστο Σάμπατο, ο άνθρωπος και οι σκέψεις του για το χαμένο παιδί του που έχασε τη ζωή του πιο πριν στο νοσοκομείο. Γιατί το δικό του το παιδί; Πώς θα είναι η ζωή του από δω και πέρα; Πώς κοιτά τα άλλα παιδιά που συνεχίζουν; Κάπως έτσι. Είδα ακόμα ένα  γλυπτό ο άνθρωπος σε ένα παγκάκι που το έφτιαξε κάποιος που έχασε το παιδί του, ένα γλυπτό περίγραμμα με τίτλο «κενότητα».  Γιατί ο συντετριμμένος κάθεται σε ένα παγκάκι; Γιατί είναι έξω από το σπίτι του, περαστικός – ανέστιος  για να αναλογιστεί – αλλά και έχει που να καθίσει. Ένας τόπος στοργής είναι το παγκάκι. Φροντίδα στον περαστικό, στον διαβάτη. 
       Στην Αγγλία έχω δει πινακίδες αφιέρωσης στη μνήμη αγαπημένων νεκρών.  Ένα στοργικό αποκούμπι για τη θλίψη το παγκάκι. Ο απελπισμένος στο χέρι του Θεού


·         Μετά το θάνατο υπάρχει θυμός. Νόμιζα πως αυτό που είχα ζήσει πριν τρεις μήνες ήταν η προσωπική μου περίπτωση. Καλλιεργείς μετά ένα χωράφι σκάβεις σκάβεις για να ξεχαστείς. Οι σχέσεις με τους γύρω οξύνονται – οι ενοχές και στην άλλη πλευρά οι ευθύνες. Εδώ και χρόνια δεν μιλώ. Σε τρεις κινήσεις  έχω απασφαλιστεί και μετά χάνω τον έλεγχο. Από τότε που το κατάλαβα αυτό στη δουλειά, ότι κάποιος μπορούσε να με φέρει εκτός εαυτού,  σταμάτησα να συγκρούομαι. Αυτό όμως σημαίνει ότι όλη αυτή η ενέργεια στρέφεται προς τα μέσα και με τρώει (τόσα χρόνια.)


·         Πόνος υπήρχε πάντα, θυμός υπήρχε πάντα, έχει χυθεί αίμα παλιά για τη γλώσσα, την καθαρεύουσα και τη μαλλιαρή, για τους Βενιζελικούς και τους Βασιλόφρονες, και στον άλλο εμφύλιο – που τον είπαν συμμοριτοπόλεμο – και που ακόμα δεν έχουμε από αυτό εξιλεωθεί. Και στην αριστερά με τη διάσπαση. Ποιος δεν θυμάται την έχθρα των πρώην συντρόφων.  Γιατί τώρα μου φαίνεται ότι είναι χειρότερο; Το διαδίκτυο μεγεθυντικός φακός, το διαδίκτυο αντηχείο, το διαδίκτυο αμόνι πρόσφορο για κάθε σπινθήρα από το σκοτάδι του καθενός εναντίον των εχθρών. Ο θυμός και η έχθρα, η φαινομενική ασφάλεια του σπιτιού, η χοντροκοπιά στη χρήση του νέου μέσου. Οι φινετσάτοι ποιητές ως καραγωγείς. Όπως τότε στο Τόκυο όταν λειτούργησε γι α πρώτη φορά το Μετρό που οι άνθρωποι παραδοσιακά ευγενείς  φέρνονταν με αγένεια γιατί δεν υπήρχαν ακόμα κανόνες. Λες και δεν είμαστε εμείς οι ίδιοι που βρισκόμαστε εδώ. Είναι λύση το να φύγει κανείς; Ναι είναι. Μοιάζει σαν αυτοχειρία, σαν νέκρωση αλλά ήδη προσπαθώ να νεκρώσω ένα κομμάτι μέσα μου για να μην υποφέρω επομένως έτσι θα είναι καλύτερα.  Επί οκτώ χρόνια είχα συνηθίσει έτσι – έχει αλλάξει  ο τρόπος σκέψης μου, ο τρόπος γραφής μου, σύντομα κείμενα – έχω ένα χώρο να μοιράζομαι τις φωτογραφίες μου, είδα τόσα πραγματα, έμαθα, γνώρισα ανθρώπους, έκανα φιλίες και σχέσεις. Τρόπον τινά υπάρχω εκεί ίσως περισσότερο από ότι αλλού.  (Κανείς άνθρωπος δεν είναι αυτάρκης μου λείπει η επικοινωνία)


·         Από χτες το βράδυ κοιτάζω το φέησμπουκ χωρίς να αντιδρώ. Τελείωσα στο μεταξύ το  "Λίγη ιστορία της ελληνικής λογοτεχνίας" του Βαγγέλη Ραπτόπουλου, συνεχίζω την ανάγνωση αλλά θα τη σταματήσω την "Ξεχασμένη φρουρά" του Μένη Κουμανταρέα, άφησα στη μέση το "Θησαυρό του χρόνου", παλεύω με το "Living mountain" της Ανν Σέφερντ, και κοιτάζω κοιτάζω με κλεφτές ματιές γιατί δεν έκλεισα το προφίλ μου τι λένε οι άλλοι. Η Χ μιλάει για μενα. Με δίνει, με εκθέτει. Διαστρεβλώνει αυτά που της έγραψα στο ινμποξ. Ετοιμάζομαι προς στιγμήν να απαντήσω. Μπορώ να καταρρίψω ένα προς ένα αυτά που λέει. Και λοιπόν; Άλλα θα καταλάβει και πάλι. Αυτό είναι το συμπέρασμα για την επικοινωνία των ανθρώπων.

·         Διαβάζω το ημερολόγιο για το πενθος του  Ρολάντ Μπαρτ . Δεν μπορώ να ταυτιστώ, δεν με συγκινεί. Μου ανοίγει όμως ένα δρόμο. Και δεν μπορώ τους αφορισμούς. Είμαι άνθρωπος – για πάντα – των θετικών επιστημών. Έχω δηλαδή την ψευδαίσθηση ότι πρέπει να μιλώ με αποδείξεις, υποθέσεις και συμπεράσματα.

·         Οι άνθρωποι που γράφουν ποιήματα την ώρα του πένθους και της καταστροφής. Να μην τους κατακρίνω. Δεν ξέρω αν είναι ο καλύτερος τρόπος τώρα να ξεχειλίζει το θυμικό και ο λοξός μας τρόπος. Αρκετή η συγκίνηση ήδη.  Αλλά έτσι είμαστε οι άνθρωποι. Αναζητούμε τη δάφνη στων Ψαρών την ολόμαυρη ράχη απ΄ανέκαθεν. Απαλύνει μήπως τον πόνο των ανθρώπων;  Ανακουφίζει σίγουρα αυτόν που γράφει. Θα δούμε μετά τι θα μείνει από αυτά τα ποιήματα. Δεν μπορώ να τα διαβάσω τώρα. Προτιμώ να διαβάσω για τη μάντρα του κυρίου Φ. ¨Η ποιος ήταν ο κύριος Φ.

·          Τι οφείλω στους άγνωστους νεκρούς που βλέπω τα πρόσωπά τους ως ζώντες να περνούν μπροστά από τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Τόσο μάταιος, άθλιος, φρικτός θάνατος. Ήταν αναπότρεπτος;  Ο νεκρός σεφ βιντεοσκόπησε το θάνατό του. Πώς αντέχεται αυτό το ξερίζωμα, αυτή η κρίση, η απανθρωποποίηση με τους ανθρώπους μέσα στον καπνό ή στην ακτή να περιμένουν απελπισμένοι να τους σώσουν. Οι αφηγήσεις των συγγενών , των διασωθέντων, οι απονενοημένες πράξεις – του 13 χρονου κοριτσιού και άλλες που δεν θα μάθουμε, οι αγκαλιασμένοι – εικόνες που περνούν και ξαναπερνούν από μπροστά μας , μια φορά μόνο άνοιξα την τηλεόραση για τη συνέντευξη τύπου, δεν υπάρχει δημόσιος διάλογος υπάρχει ο μονόλογος του καθενός που ο καθείς τον ερμηνεύει για απαντά. Με θυμό, με τρυφερότητα ή τον εγκαλεί. 
      Οφείλω να νιώσω αυτόν τον πόνο μαζί με τους συγγενείς τους, νιώθω την έλλειψη την απουσία , είμαι πολύ κοντά σε πένθος αλλά δεν είναι το ίδιο. Εδώ ο θυμός για τον καθένα πολλαπλασιάζεται  η απόδοση των ευθυνών. Να τιμωρηθούν οι ένοχοι – να δείξουμε με αποτροπιασμό τους ενόχους. Να λυντσάρουμε τους ενόχους. Να δολοφονήσουμε χαρακτήρες.  Ο ευτελισμός του πένθους.


Τι οφείλω στους άγνωστους νεκρούς, στην κοπέλα των 42 χρονών που υπέκυψε σήμερα, στην άγνωστη γιαγιά, στο βρέφος των έξι μηνών. Να δείξω σεβασμό στον παράλογο θάνατό τους. Να μην τον ευτελίσω. Να τους αποχαιρετίσω σαν συμπολίτες μου, σαρξ εκ της σαρκός μου.  Την μνήμη τους που δυστυχώς καθορίζεται από τον τρόπο του ομαδικού θανάτου. Οι εκατόμβες πόσο ατιμωτικές είναι για τους ανθρώπους! Στα αεροπλάνα, στα ναυάγια, στα στρατόπεδα συγκέντρωσης, στις εκτελέσεις… πώς πρέπει να ανασυσταθεί η μοναδικότητα του καθενός  - αυτό θαρρώ πως γίνεται στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Να ένα καλό, ένας ένας περνουν. Τα δίδυμα κοριτσάκια. Ο κόσμος νομίζω τους θρηνεί έναν έναν.


·         Να μην τελειώσει το πένθος. Να μην είναι ντροπή η χαρά. Χτες φωτογράφησα το ματωμένο φεγγάρι. Περπατούσα το βράδυ και προσευχόμουν  με αγαλλίαση που μπόρεσα να δω αυτό το φως στην άκρη . Κλαίγοντας από χαρά μα εκείνοι δεν θα το ξαναδούν.
Έτσι είναι όμως η ζωή. Έχει ένα τέλος, και ο άνθρωπος διαμαρτύρεται όταν βλέπει ΄πως κάποτε το τέλος εξαρτάται από μια κλωστή. Λίγο σεβασμός και στοργή στο διάστημα ανάμεσα, ας μας κάνουν λίγο καλύτερους αυτοί οι θανατοι. Θα προσπαθήσω να κάνουν εμένα.


Εικόνα, Anselm Kieffer, Order of the night

Τρίτη, 3 Ιουλίου 2018

Ο τελευταίος καουμπόυ και το «σημάδι» της Μαίριλυν Μονρόε (Μεγαλοφυείς Αταίριαστοι, σημειώσεις εν προόδω)




Εν αναμονή παραγγελιών από την Αμαζόνα  όπου περιμένω το ημερολόγιο με τα ποιήματα και άλλα αυτόγραφα κείμενα της Μαίριλυν καθώς και μια έγκυρη κατά το δυνατόν βιογραφία της, προσπαθώ να δουλέψω με  ό,τι έχω στη διάθεσή μου.
Ναι είναι αλήθεια ότι μου πέρασε από το μυαλό ότι ίσως θα έπρεπε να της διατεθεί μια θέση στο Λεύκωμα των μεγαλοφυών Αταίριαστων. Μα δεν ήταν ξανθιά ακριβώς – «Ξανθιά» - είναι ο τίτλος της μυθιστορηματικής βιογραφίας της από την Τζόυς Κάρολ Όουτς (εκδ. Καστανιώτη) που αυτή τη στιγμή διαβάζω και παρά το ότι θεωρείται από τη Guardian ανάμεσα στα δέκα καλυτερα βιβλία για τη ζωή της, τόσο καλογραμμένο μυθιστόρημα, έχω επιφυλάξεις για το αν μπορεί κανείς να στηριχθεί εκεί για να βγάλει συμπεράσματα. Και πάλι τι σημασία έχει; Τα ξανθά μαλλιά δεν ήταν αληθινά ήταν μέρος του μύθου και αυτή η ελιά; Αχ αυτή η ελιά στο μάγουλο. Υπάρχουν φωτογραφίες που τη δείχνουν στο πηγούνι, έκανε διάβασα κάποια εγχείρηση και τη μετακίνησε. Αλλά όλα αυτά είναι στα όρια του μύθου και τις πραγματικότητας μα αυτό είναι και οι Σημαδιακοί.  Λογοτεχνικοί ήρωες ή μυθικές προσωπικότητες. Αρχίζω να πιστεύω πως  η Μαίριλυν ήταν «Σημαδιακή», ήταν πανέμορφη όπως ο Σταμάτης στα Ρόδινα Ακρογιάλια, χρυσομιληγκάτη (ξανθιά), ήταν Αταίριαστη γιατί ηταν ξεχωριστή από τη χάρη και το ταλέντο αλλά και την αδυναμία να «σχετιστεί» να ταιριάξει σε μια ανθρώπινη σχέση. Από ανασφάλεια, από την τραυματική εμπειρία του παρελθόντος – τα λόγια είναι του πρώην συζύγου της του Άρθουρ Μίλλερ.

Χτες βράδυ είδα την τελευταία της ταινία τους «Αταίριαστους» - ω ναι με αυτό ακριβώς το όνομα και στα Αγγλικά “misfits” δεν χωρεί αμφιβολία ότι  ο τίτλος είναι πολύ ταιριαστός! Του Τζων Χιούστον η σκηνοθεσία και το σενάριο του Άρθουρ Μίλλερ, το κύκνειο άσμα της Μαίριλυν και του Κλαρκ Γκέημπλ στο ρόλο του τελευταίο καουμπόυ – που αναγκάζεται να παραδεχτεί ότι δεν έχει θέση πια σε αυτόν τον κόσμο – μα πώς θυμίζει την ιστορία με τον Σιούλα τον Ταμπάκο στο «Τέλος της μικρής μας πόλης» του Χατζή που αναγκάζεται στο τέλος να πουλήσει το κυνήγι του;  

Δευτέρα, 2 Ιουλίου 2018

Puella Aeterna (Τατιάνα, Χαδούλα, Πήτερ Παν, o Σουραυλής) και η αιώνια εφηβεία αγοριών και κοριτσιών (Μεγαλοφυείς Αταίριαστοι, σημειώσεις εν προόδω)





Παλαιότερα στο ιστολόγιό μου είχα ασχοληθεί δεν θυμάμαι αν ήταν μόνο με ένα ή περισσότερα κείμενα με το αγόρι που αποφάσισε να μην μεγαλώσει, τον Πήτερ Παν. Όχι μόνο λόγο του θανάτου του Μάικλ Τζάκσον που πολλοί απέδωσαν στον ψυχισμό του μια ιδιότητα που θα την έλεγες σύνδρομο του Πήτερ Παν, αλλά από πολύ νωρίτερα. Και όπως όλοι μας μια αδυναμία στον Μικρό Πρίγκιπα την έχω, το εξωτικό παιδί που εμφανίζεται στην έρημο δίπλα στο αεροπλάνο που έμεινε χωρίς βενζίνη και τον αγαπημένο πιλότο του και του βάζει δύσκολες ερωτήσεις. Η αιώνια εφηβεία αυτών των αγοριών, δεν πέρασε ωστόσο από το μυαλό μου καθόλου όταν πρόβαλα στη Φόνισσα του Παπαδιαμάντη μια ατέλειωτη εφηβεία της Φραγκογιαννούς . Οι φίλοι που έχουν διαβάσει το «Βωβόν ξύλον» , το βιβλίο μου,  ξέρουν για τι μιλώ και πώς είχα ερμηνεύσει το «ήθος ανδρικόν» που είχε η Χαδούλα σε έναν εγκλωβισμό στην εφηβεία και σε όλες τις ιδιότητες αυτής της διάβασης που βλέπουν οι ανθρωπολόγοι όπως τις περιγράφει στα διαβατικά του έθιμα ο Van Gennep. Τελετές που υπάρχουν στις αρχαϊκές κοινωνίες από όπου είχα τις πηγές μου χρησιμοποιώντας ευρετικά το υλικό των Γάλλων ανθρωπολόγων. Το κείμενο αυτό για τη Φόνισσα το είχα αναρτήσει στις Πινακίδες από κερί και μπορεί κανείς που δεν έχει το βιβλίο (μου) να το βρει και να καταλάβει για τι μιλάμε.
Εκεί βεβαίως υπάρχει και η περίφημη περιπλάνηση στην αγριότητα – από κήπου εις κήπον – που θεωρώ ότι υπάρχει αντιστικτικά σε άλλους γυναικείους χαρακτήρες εξημερωμένους, ενήλικες, που έχουν κάνει τη μετάβαση στην ωριμότητα όπως η Γυφτοπούλα -. Είχα αναφέρει φυσικά όλα τα σχετικά με τους κήπους, τους κηπουρούς και την Εμιλυ Ντίκινσον στον κήπο της, στον αντίποδα της άγρας που κάνει η Φραγκογιαννού.
Γι αυτό με εξέπληξε και με τάραξε  προχτές ο στίχος με τα λόγια της Τατιάνας στον πρίγκιπα Ονιέγκιν του Πούσκιν,  ότι δεν θέλει να παντρευτεί, δεν θέλει να ζει στην πρωτεύουσα και το μόνο που ζητά είναι ένα ράφι με βιβλία και έναν άγριο κήπο (sic). Φυσικά και οι δύο γυναικείοι  χαρακτήρες (Τατιάνα και Χαδούλα)  έχουν παντρευτεί αλλά το φέρουν βαρέως όπως φαίνεται.  Η συνάντησή μου  με την Τατιάνα και ο άγριος κήπος, με κάνουν να επιστρέψω στην (αταίριαστη) Χαδούλα εγκλωβισμένη στην εφηβεία όπως έχω θεωρήσει να μην κοιτάξω κατά πρόσωπο το φονικό των μικρών κοριτσιών αλλά τα άλλα στοιχεία στο περιθώριο που πιστεύω ότι είναι εξ ίσου σημαντικό να τα παρατηρούμε γιατί ενίοτε τα μυστικά είναι εκεί, στα μικρά και τα ασήμαντα κρυμένα. Και φυσικά να θυμίσω στον αναγνώστη του Πρίγκιπα Ονιέγκιν ότι η Τατιάνα δεν ήθελε να παίζει με κούκλες σαν παιδί, δεν ήθελε να μιμηθεί ούτε σαν σε παιχνίδι το ρόλο της μητέρας, να αγκαλιάσει ένα ψεύτικο μωρό. Αχ τα μωρά, τα κοριτσάκια στο όνειρο της Χαδούλας που της ζητούσαν να τα χαϊδέψει, να τα πάρει στην αγκαλιά της…
Δεν ξέρω αν θα περιληφθεί η Χαδούλα στο Λεύκωμα των Αταίριαστων, αταίριαστη par excellence όμως είναι. Θα μπορούσε να την αντιστοιχίσει πάντως κανείς στον Peter Pan και τον Μικρό Πρίγκιπα το θηλυκό τους αντίστοιχο. Aν αυτοί οι δυο όπως έχει γράψει η Μαρί Λουίζ φον Φραντζ στο βιβλίο τους Puer Aeternus το αιώνιο παιδί (ευχαριστώ την Ολβία Παπαηλίου  που μου ανέφερε τον όρο από τις δικά της χωράφια) που προσκολλάται στην εφηβεία και δεν μεγαλώνει, σαν τον Ίακχο – τον Διόνυσο παιδί από την Ελληνική παράδοση, το αντίστοιχο για το κορίτσι είναι η Puella aeterna, που αντιστοιχεί στην Κόρη (την Περσεφόνη) σύμφονα με την Γιουγκιανή ψυχολογία, ή puer Animus, που περιγράφει την αρσενική πλευρά της γυναικείας ψυχής. Έτσι νομίζω κλείνει πιο καλά ο κύκλος ανθρωπολογία και ψυχανάλυση συμφωνούν σε αυτήν την τραγική γυναικεία μορφή με το μουστάκι, που τρέχει από κήπο σε κήπο, είναι πατέρας και μητέρα για τα παιδιά της και κλέβει από τους γονείς της τα «σκυλοδεμένα» νομίσματα όπως οι έφηβοι στην αρχαία Σπάρτη.   

Και πείτε μου τώρα, αυτός ο Σουραυλής, ο Σημαδιακός κι αταίριαστος που έπαιζει τις ανόσιες μελωδίες του σύμφωνα με τη γρια Λούκαινα, αυτός ο αυλητής του Χάμελιν ο παρδαλός που παρέσυρε τα παιδιά (και την Ακριβούλα) , δεν σας θυμίζει αυτό το παράξενο  με το αγόρι που αποφάσισε να μη μεγαλώσει;

Κυριακή, 1 Ιουλίου 2018

Οι μεγαλοφυείς Αταίριαστοι. Τα σημάδια στη βιβλιοθήκη του Ονιέγκιν (σημειώσεις εν προόδω)




Χτες βράδυ τελείωσα την περιδιάβαση στον πρίγκιπα Ονιέγκιν του Πούσκιν – δεύτερη κερδισμένη  νύχτα – αναζητώντας να βρω στο κείμενο τα ίχνη του «Σημαδιακού» του ιδιότυπου χαρακτήρα που αρχίζω να διακρίνω στη λογοτεχνία έχοντας αρχίσει από το έργο του Παπαδιαμάντη (Τζόυς, Αούστερλιτς του Ζέμπαλντ κ. ά)  Για τους Αταίριαστους και του Χρυσομηλιγγάτους και για το ρόλο που διαδραματίζουν  τα «σημάδια» στο σώμα του ήρωα σαν ελάττωμα ή αλλιώς. Ξανθός ή Σημαδεμένος. Έτσι λοιπόν τα βρήκα τα σημάδια, στην βιβλιοθήκη του Ονέγκιν, εκεί που η ερωτευμένη Τατιάνα ξεφύλλιζε τα βιβλία του για να ανακαλύψει όχι ότι είναι κενός όπως υπαινίχθηκε η Τσβετάγεβα στο βιβλίο της «Ο δικός μου Πούσκιν» που μου έδωσε την αφορμή, αλλά ότι είναι «Σημαδιακός». .

Παράξενοι οι δύο χαρακτήρες (Ονιέγκιν/Τατιάνα), διαφορετικοί από την εποχή τους – την κενότητα της εποχής τους – ο καθένας με τον τρόπο του Αταίριαστος. Θα τα παρουσιάσω όλα αυτά σε ένα αυτοτελές κείμενο. Άλλες δυο προσωπογραφίες Σημαδιακών που έρχονται να προστεθούν στο ιδιότυπο αυτό Λεύκωμά που αρχίζω να φτιάχνω.   

Πολλές σελίδες διατηρούσαν
Πολλές σελίδες διατηρούσαν

Σ η μ ά δ ι’ από κοφτερό νυχάκι
Προσεχτικά της κόρης τα μάτια παρατηρούσαν
Και το παραμικρό το σ η μ α δ ά κ ι.
[…] 
Στα περιθώρια αυτή διαβάζει
Με το μολύβι τη γραφή του•
Παντού ο Ονέγκιν την ψυχή του
Άθελά του καταθέτει, την εκφράζει
Πότε με μια μόνο λέξη, πότε με σταυρό,
Πότε με ένα μεγάλο ερωτηματικό..

(Καταθέτει την ψυχή του με σημάδια λοιπόν, ο Σημαδιακός ήρωας του Πούσκιν. Η  μετάφραση είναι της Κατερίνας Αγγελάκη – Ρουκ που κυκλοφορεί σε e-pub από τις εκδόσεις Καστανιώτη από όπου διάβασα το τελευταίο μέρος του βιβλίου και το χρησιμοποιώ για να παραθέτω)

Πολύ συγκινημένη και σε υπερδιέγερση πάλι που κάτι σημαίνει, κάπου βγάζει τελικά  αυτή η ερευνητική υπόθεση των Αταίριαστων στην λογοτεχνία.
Πάλι με βρήκε το πρωί να ονειροπολώ στους άγριους κήπους της Τατιάνας.

Περισσότερο όμως από τη διανοητική χαρά με συγκινεί ο χαιρετισμός του ποιητή, που τον ακούω με τη δική του φωνή σε άλλες γλώσσες να χαιρετώ μέσα από τις σελίδες. Η ρίμα δεν χωρά την αφήγηση  και είναι έτοιμος να ξεφύγει. Το έγραψε όμως έστω και έμμετρο το δικό του μυθιστόρημα.
Με έκανε να δακρύσω στο τέλος και δεν είναι η ταραχή από τα πάθη των ηρώων του, τους αγάπησα και τους δύο αλλά πιο πολύ αυτόν, τον Πούσκιν. Όπως νοιαζόταν για τον αναγνώστη που ξενυχτούσε απέναντι και παρακολουθούσε και μοιραζόταν μαζί του τις αμφιβολίες του, το πάθος της γραφής, της μορφής, της γλώσσας. Δεν μπορούσα να μην τον σκέπτομαι μετά το τέλος της μονομαχίας, το σώμα του ποιητή σαν άδειο σπίτι με ασβεστωμένα παράθυρα Θεέ μου και τέλος δάκρυσα όχι τότε αλλά στις τελευταίες σελίδες εκεί που μας (με) αποχαιρετά και νόμισα πως με αποχαιρετούσε προσωπικά ο δικός μου Πούσκιν, πώς με παρακολουθούσε όλες τις ώρες που διάβαζα τον Ονιέγκιν του με αγωνία

Ω, αναγνώστη, όποιος κι αν είσαι, ίσως
Εχθρός, ίσως όχι, θέλω μαζί σου
Να χωρίσω τώρα σαν φίλος.
Έχε γεια. Ό,τι κι αν μαζί μου
Έψαχνες εδώ στις ατημέλητες στροφές,
Αναμνήσεις από καταστροφές,
Ανάπαυση απ’ τους κόπους,
Ζωντανές εικόνες, καυστικούς λόγους,
Ή λάθη γραμματικής,
Να δώσει ο Θεός, σ’ αυτό το βιβλιαράκι
Για τα όνειρά σου, για να διασκεδάσεις λιγάκι,
Για την καρδιά σου, για τη μάχη τη δημοσιογραφική
Κάτι να μπορούσες να βρεις, έστω μια σταλιά!
Εδώ χωρίζουμε, έχε γεια!

1.     7. 2018
Eικόνα – Γυναίκα που διαβάζει Aaron Shikler



Τετάρτη, 20 Ιουνίου 2018

Η δηλητηριώδης ευφράδεια του Σατανά και οι Σημαδιακοί στη λογοτεχνία






Από παλιά, χωρίς να μπορώ να το δικαιολογήσω επαρκώς,  είχα την αίσθηση μιας "ομολογίας" ανάμεσα στον James Joyce και τον Παπαδιαμάντη.  Μια αναγνωστική διαίσθηση  που την έπαιρνα και δεν την έπαιρνα στα σοβαρά, αλλά την σημείωνα όποτε μου φαινόταν ότι κάτι τέτοιο εμφανιζόταν μπροστά μου. Έτσι πριν έξι χρόνια, είχα αναρτήσει ένα σχετικό σημείωμα στις Πινακίδες από Κερί, που δεν περιέλαβα βέβαια στο βιβλίο μου για τον Παπαδιαμάντη γιατί δεν μπορούσα να το στηρίξω τότε αλλά ωστόσο με είχε εντυπωσιάσει. Είχα λοιπόν είχα αντιστοιχίσει τα "σπινθηροβολουντα όμματα πίσω από τον φερετζέ" στο 11ο κεφάλαιο του Οδυσσέα του Joyce, το κεφάλαιο που αντιστοιχεί στις  Σειρήνες,  με τα μάτια της καντίνας,  της αρχοντικής Τουρκάλας που είχε δει η Γιάνναινα στη Χτυπημένη και έχασε τη φωνή της από το συγκλονισμό. Οι σκέψεις και οι συνειρμοί με το στόμα - βάραθρο της κολάσεως έχουν αναπτυχθεί επαρκώς στο βιβλίο, αλλά και στην τότε ανάρτηση που παραθέτω στο τέλος,  για κάποιον που θέλει να ακολουθησει το νήμα της σκέψης. 

Αργότερα είχα αναφέρει τον James Joyce σαν έναν από τους "Σημαδιακούς" της λογοτεχνίας, τους διαφορετικούς. Όποιος τον αγαπά και τον  διαβάζει γνωρίζει πως θεωρούσε από νεαρή ηλικία τον εαυτό του διαφορετικό από τους άλλους. Οι Σημαδιακοί αυτοί που τους βλέπω και έξω από το έργο του Παπαδιαμάντη και για αυτό μιλάμε τώρα, πρωτοεμφανίζονται στον Παπαδιαμάντη ωστόσο και όπως το έχει πρώτος επισημάνει ο Χριστόφορος Μηλιώνης είναι και Κσ' ομιληγκατοι, ξανθά μαλλιά και όμορφοι όπως ο Σταμάτης στα Ρόδινα Ακρογιάλια λέει ο Μηλιώνης. Όπως το  πολύλογο κορίτσι με τα ξανθά μαλλιά - λέω εγώ - το Μπραϊνάκι στο Σημαδιακό, όπως ο Αούστερλιτζ του Ζεμπαλντ ξανθός και με κάποιο πρόβλημα στο μάτι. Άλλοτε - αν τους ομοιάσουμε με τον Σημαδιακό του Παπαδιαμάντη έχουν μόνο  το σημάδι, ένα σωματικό ελάττωμα όπως το πρόβλημα στο μάτι του Μιχάλη του Προυσαλή, ή το γυάλινο μάτι του Γιάννη στο "θέλετε να χορεψομε Μαρία" της Μελπως Αξιώτη, το άρρωστο μάτι της μικρής Ελένης στο ποίημα της Άντειας Φραντζή, ο ίδιος ο  James Joyce κάποτε είχε  καλύπτρα στο μάτι - είχε ιρίτιδα και ήταν διαφορετικός θυμίζω μα και ο Van Gogh  ήταν ξεχωριστός, με το κομμένο αυτί...
Όλα αυτά, με τους σημαδιακούς στη λογοτεχνία τα έχω δημοσιεύσει για πρώτη φορά ένα κείμενο για την ομάδα Craft σε μια συλλογική έκδοση με θέμα τι άλλο; την Ετερότητα (έχει περιληφθεί στο "Βωβόν ξύλον')



Επανέρχομαι λοιπόν να συνοψίσω και να προσθέσω κάτι που βρήκα έτσι που προετοιμάζω ένα κείμενο για τον Giacomo Joyce του Άρη Μαραγκόπουλου και βαλθηκα να διαβάζω το Πορτρέτο του Καλλιτέχνη (μετάφραση Μ.Σ. εκδόσεις γράμματα) γιατί αισθάνομαι ότι μου χρειάζεται αυτό το ταξίδι στα κείμενα του Joyce. 
Έτσι λοιπόν, βρήκα κάτι που ενώνει κάποιες άκρες σε αυτήν την διαισθητική αναλογία που παρατήρησα. Στο Πορτρέτο του Καλλιτέχνη λοιπόν, στο κήρυγμα λ  του Ιησουίτη ιερέα στο κολλέγιο που φοιτούσε ο νεαρός Στήβεν Δαίδαλος, εκεί που αναφέρεται για πρώτη φορά στο Non Serviam (Δεν θα υπηρετησω ) την εξέγερση του Εωσφόρου και τη δημιουργία του Αδάμ και της Εύας για να τον αντικαταστήσουν, περιγράφεται και το προπατορικό αμάρτημα. Τούτο γίνεται  σαν να ρίχνει ο Σατανάς το " δηλητήριο της ευφράδειας" στο αυτί της Εύας με την υπόσχεση (βλασφημία υποσχέσεως) που της έδωσε. "Η δηλητηριασμένη γλώσσα του σατανά είχε κάνει το έργο της". Η Πτώση δηλαδή είναι αποτέλεσμα της αλαζονείας του λόγου, της ευφράδειας που τόσο απασχολούσε και τον Παπαδιαμάντη. Αυτό μας πάει στις πολύλογες γυναίκες που παίδευαν ανθρώπους όπως το μπάρμπα Γιαννιό στο " Έρωτας στα χιόνια " η το Μαθιός στη Νοσταλγό, τις ευφραδείς θυγατέρες της Εύας, όπως αποκαλεί αργότερα ο αφηγητής τη Μοσχούλα. Να θυμηθείτε την ευφράδεια - την στωμυλία της Χαδουλας στη Φόνισσα που είχε καταφέρει να κάνει προξενιό στο σπίτι του σκοτωμένου από το γιο της.

Το παλαιότερο κείμενο στις Πινακίδες από κερί εδω και ο πίνακας με την Πτώση είναι του William Blake. 

Κυριακή, 17 Ιουνίου 2018

«Το αμάρτημα της μητρός μου», λογοτεχνικό ημερολόγιο






Η μητέρα μου είχε έναν τρόπο να αποφεύγει τις  ερωτήσεις μου όταν ήμουν μικρή. Ήταν δασκάλα, ήθελε να περηφανεύεται για τις επιδόσεις μου στο σχολείο και της άρεσε να λέει στον κόσμο ότι δεν με βοηθά στο σπίτι. Που ήταν αλήθεια βέβαια αλλά και όταν δεν μας έβλεπε κανείς υπήρχε ένα αόρατο μάτι που δεν την άφηνε  να απαντήσει αν ρωτούσα κάτι. Μου είχε πάρει τον αέρα  δεν ξέρω πώς ξεκίνησε αυτό και παγιώθηκε αυτή η κατάσταση.  Κάποτε  έφερε σπίτι μια παιδική εγκυκλοπαίδεια. Θυμάμαι σαν τώρα να λέει στις φίλες της: της πήρα τον Θησαυρό των γνώσεων για να μη με ρωτάει. Επομένως είχα συνηθίσει να παραλείπω την ερώτηση που ενδεχομένως θα της έκανα ακόμα  και για θέματα που δεν θα εύρισκα εκεί.  Δεν μπορώ να θυμηθώ τώρα τι ερωτήσεις – καταιγισμός μου έρχονταν στο μυαλό που δεν μπορούσα στην ηλικία των οκτώ - εννιά χρονών να διατυπώσω με μορφή λήμματος για την εγκυκλοπαίδεια μου, που την ξεφύλλιζα ευτυχής ούτως ή άλλως – ή τις Χρυσές σελίδες  άλλη εγκυκλοπαίδεια θεματική από την οποία είχα διαβάσει σε περίληψη τις Μικρές Κυρίες και δεν ήξερα τι είναι η σκαρλατίνα από την οποία πέθανε η Ρουθ που την κόλλησε από ένα μωρά.  Ένα από τα θέματα που είχε πάρει αρχικά μυθικές διαστάσεις και μετά σιγά σιγά το απώθησα ήταν το «πλακώνω το παιδί μου» που είχα διαβάσει στο «Αμάρτημα της μητρός μου» του Γεωργίου Βιζυηνού. Πώς και γιατί το διάβασα το έχω ξαναπεί εδώ και αλλού. Περιλαμβανόταν στην ανθολογία παιδικών διηγημάτων που είχα από τον πατέρα μου. Εκεί ήταν και το στο «Χριστό στο Κάστρο» του Παπαδιαμάντη  και το «Θάνατος παλληκαριού» του Κωστή Παλαμά.  Το ότι αυτή η γυναίκα πλάκωσε το παιδί της  με είχε τρομάξει πολύ γιατί δεν καταλάβαινα πώς και γιατί οι άνθρωποι χάνουν τον έλεγχο και σκοτώνουν τα παιδιά τους αλλά και πώς ακριβώς τα «πλακώνουν». Να ρωτήσω τον πατέρα μου με τον οποίο μοιραζόμασταν την αγάπη για την ανάγνωση ήταν αδιανόητο. Κάτι μου έλεγε πως αυτό δεν είναι για μπαμπάδες – αν και αυτός μου είχε δώσει το βιβλίο με τα διηγήματα. Υπάρχει βέβαια και η άλλη πλευρά του νομίσματος. Εκείνοι μεν με είχαν κλείσει έξω αλλά  κι εγώ είχα βολευτεί στο να μην ρωτάω, είχα φτιάξει έναν απαγορευμένο για αυτούς φανταστικό κόσμο με ετερόκλητα υλικά – κάποια ακατανόητα, κάποια ακατανόμαστα -  και είχα την ησυχία μου να φαντάζομαι σε υπερβολικό βαθμό που δεν είχα καμία διάθεση να τους ανοίξω την πόρτα. Έμεινα λοιπόν με αυτήν και άλλες απορίες αλλά το αναφέρω εδώ γιατί κάποια στιγμή διέγραψα από το νου μου την ακατανόητη σκηνή του πλακώματος και όρισα ως αμάρτημα το προηγούμενο « άσε μου το κορίτσι και πάρε το άλλο μου παιδί» στην προσευχή της μάνας, που κρυφάκουσε ο Γιωργής. Αυτό το καταλάβαινα πλήρως και την είχα καταδικάσει την μητέρα του Γιωργή για αυτό το αμάρτημα οριστικά και αμετάκλητα, δεν χρειαζόταν κάτι άλλο.
Τα έγραψα αυτά γιατί θεωρώ ότι "Το αμάρτημα της μητρός μου" και η παρανάγνωσή του-  ίσως η προσαρμογή της ανάγνωσής του στα μέτρα μου, συνδέεται τόσο πολύ με την προσωπική μου μυθολογία και την διαμόρφωση που αξίζει να το γράψω. Δεν είμαι η πρώτη που το κάνει φυσικά αυτό με αφορμή τον κύριο Βιζυηνό που αρχίζω αυτή την εποχή να ξαναδιαβάζω μετά που βρήκα τα Άπαντά του στο σπίτι των γονιών μου, έκδοση Βίπερ του 1971. Είχα ακούσει τον Λάκη Παπαστάθη να λέει πώς έγραψε την πρώτη του συλλογή διηγημάτων στη Θράκη, στα γυρίσματα της ταινίας το «Μόνον της ζωής του ταξείδιον». Τα βράδια στο ξενοδοχείο μαζευόταν κι έγραφε τις δικές του ιστορίες της παιδικής ηλικίας με αφορμή τις αναμνήσεις και το ταξίδι του Γιωργή με τον παππού του, στη χώρα που ψήνει ο ήλιος το ψωμί.


Πόλυ Χατζημανωλάκη, 17 Ιουνίου 2018

Εικόνα από σελίδα χωρίς πρόσβαση: 
https://www.cambridge.org/core/books/cambridge-companion-to-the-literature-of-the-american-renaissance/rethinking-the-renaissance/805AD1002E302AE3BA97258D2C7B6659
Εικόνα από σελίδα χωρίς πρόσβαση: