Δευτέρα, 11 Ιουλίου 2016

Ο δόκτωρ Ζιβάγκο κι εγώ



Το «Δόκτωρ Ζιβάγκο» του Μπόρις Πάστερνακ το διάβασα μόλις πριν μερικά χρόνια, στην μετάφραση της Μαρίας Τσαντσάνογλου, από τις εκδόσεις Ποταμός. Μια παλιά οφειλή σε ένα μύθο που με ακολουθούσε για χρόνια και που παρά το ότι υπήρχε κάποια μετάφραση στα ελληνικά δεν το αναζήτησα ποτέ, θα έλεγα το απέφευγα για χρόνια μέχρι να ξανασυναντηθούμε με αφορμή την έκδοση. Υπάρχει λόγος. 
Πρέπει να ήταν στη δεκαετία του 70, δεν μπορώ να θυμηθώ όμως πότε ακριβώς, σίγουρα ακόμα δικτατορία, που άκουσα τη μουσική στο πικάπ, από το δίσκο με το Σάουντρακ της ταινίας. Κοιτώντας τις φωτογραφίες και τις μικρές λεζάντες στο εξώφυλλο του δίσκου είχα ανασυνθέσει την ιστορία χωρις να έχω δει την ταινία – εννοείται μου άρεσε πάρα πολύ η μουσική, τον άκουγα και τον ξαναάκουγα.
Η Τζεραλντίν Τσάπλιν στο ρόλο της συζύγου του γιατρού, γλυκειά αλλά όχι τόσο λαμπερή αφού εκείνος είχε γοητευτεί από την άλλη, τη Λάρα – και τα πρόσωπα διανοουμένων και στρατηγών του Σοβιετικού Στρατού, τα επιβλητικά εμβατήρια αλλά και το αξέχαστο θέμα της Λάρας στη μουσική του Μωρίς Ζαρ. Την παράσταση έκλεβε ο αξέχαστος Γιούρι Αντρέγεβιτς – με αυτό το όνομα θα τον γνώριζα καλά από το βιβλίο. Στο εξώφυλλο του δίσκου ήταν το αρχέτυπο του ανδρικού χαρακτήρα – του ήρωα - που είχε όλη μου την εύνοια, με το μουστάκι που σου ενέπνεε εμπιστοσύνη, άκακος, γόης και φυσικά γιατρός.
Αυτό ήταν μια από τις αναμνησεις της παιδικής ηλικίας που καταχωνιάστηκε με τόσες άλλες μετά που ήρθαμε στην πρωτεύουσα. .

Λίγα χρόνια αργότερα, στην Αθήνα, στριμωγμένη στο λεωφορείο που με έφερνε σπίτι από το μάθημα των γαλλικών, μόλις μετά την μεταπολίτευση και όταν η πολιτικοποίηση έφτανε στα ντουζένια της άκουσα να μιλάνε πάλι για αυτό. Κρυφάκουγα στη διαδρομή τη συζήτηση ανάμεσα στον νεαρό πολιτικοποιημένο συνεπιβάτη μου, αξύριστο και με στρατιωτικό αμπέχωνο και την κοπέλα του, ότι δεν θα πήγαινε να δει λέει την ταινία. Γιατί διαμαρτυρόταν η κοπέλα που φαίνεται του είχε προτείνει να πάνε να τη δουν. Γιατί διαστρεβλώνει την Ρώσικη επανάσταση, τον άκουσα να λέει, είναι ελεεινή προπαγάνδα. Τις εκφράσεις ακριβώς δεν τις θυμάμαι. Το μήνυμα ελήφθη όμως. Τον απαρνήθηκα κι εγώ με σπαραγμό τον Γιούρι Αντρέγεβιτς για χρόνια, ώσπου κάποια στιγμή γλύτωσα από το ξόρκι του νεαρού με το αμπέχωνο και είδα την ταινία. Ο Ομάρ Σαρίφ μου φάνηκε νεώτερος από ότι τον είχα στο μυαλό μου. Αλλά εξ ίσου γοητευτικός ή και περισσότερο.

Αργότερα, όπως είπα διάβασα το βιβλίο. Μια άλλη ιστορία, ένα αριστούργημα. Ενας άλλος κόσμος, τόσο βαθύς και γοητευτικός, με χιλιάδες πλοκάμια, διακλαδώσεις και θέματα που υπερβαίνουν το ρομάντζο, την ερωτική ιστορία και τα πάθη αυτού του γοητευτικού γιατρού που μπλέχτηκε στα γρανάζια της ιστορίας.

Μικρό κατευόδιο για ένα είδωλο που μας αποχαιρέτησε χτες. Και μια συνάντηση, πάλι με τα φαντάσματα, ίσως απελευθερωτική.

(γράφτηκε πριν ένα χρόνο, στις 11 Ιουλίου δηλαδή του 2015) 

Κυριακή, 10 Ιουλίου 2016

Οι Άγριοι Κύκνοι του Άντερσεν: υφαίνοντας το βιβλίο των χιτώνων, το βιβλίο της αγάπης



Και βέβαια οι Άγριοι Κύκνοι – τα έντεκα βασιλόπουλα που γίνονται κύκνοι – του Χανς Κρίστιαν Άντερσεν είναι μια ιστορία για την δύναμη της αγάπης, την αυτοθυσία και την αγνότητα που μπορεί όλα να τα μεταμορφώνει, ακόμα και τα μάγια…Η Ελίζα, η μικρότερη κόρη του βασιλιά με τους έντεκα γιους, γίνεται θύμα όπως και τα αδέλφια της, της μητριάς, της δεύτερης γυναίκας του πατέρα τους. Εκείνην την διώχνει από το παλάτι και τα αδέλφια της μεταμορφώνει σε κύκνους. Για να λυθούν τα μάγια, αποφασίζει, σύμφωνα με τις συμβουλές της σπουδαίας Μάγισσας Φάτα Μοργκάνα, να μαζεύει τσουκνίδες από το νεκροταφείο, να φτιάξει νήμα πληγώνοντας τα χέρια της, και να υφάνει για το καθένα από τα αδέλφια της ένα πουκάμισο…Και όλα αυτά, τηρώντας έναν όρκο σιωπής, δένοντας τη φωνή της μια και σύμφωνα με τις οδηγίες της μάγισσας, αν μιλούσε την ώρα που ύφαινε, αν της ξέφευγε ένας λόγος, αυτό θα ισοδυναμούσε με μαχαιριά στο στήθος των αγαπημένων της αδελφών.
Η θεληματική – η αναγκαστική βωβότης της Ελίζας, της στοιχίζει την εμπιστοσύνη του συζύγου της, του βασιλιά, μια και δεν μπορεί να του εξηγήσει την αλλόκοτη συμπεριφορά της και τις προθέσεις της, και πέφτει θύμα συκοφαντιών που υποβάλλονται από τον αρχιεπίσκοπο – η νέα θρησκεία ίσως εναντίον των τελετουργιών της παλιάς – η Ελίζα θεωρείται μάγισσα, χωρίς να μπορεί να υπερασπιστεί τον εαυτό της.
Η σιωπή, η βωβότης, ίσως θυμίζουν την ιστορία της Μικρής Γοργόνας, αγαπημένη ιστορία και αυτή του Άντερσεν όπου το παραμυθένιο πλάσμα της θάλασσας δεν μπορεί επίσης να υπερασπιστεί τον εαυτό του, δεν μπορεί να αναγνωριστεί από τον αγαπημένο της.
Η βουβή Ελίζα όμως είναι υφάντρα αυτό που κάνει θυμίζει τα έργα μιας άλλης βουβή υφάντρα της Ελληνικής Μυθολογίας αυτή τη φορά, της Πρόκνης, που με κομμένη τη γλώσσα από τον σύζυγο, ύφαινε τα αποτρόπαια έργα του στο πανί της, στο μύθο της Πρόκνης και της Αηδόνας…
Λέγεται ότι η υφαντική είναι το συμβολικό αντίστοιχο της αφήγησης, να θυμίσουμε την ομοιότητα την ετυμολογική text – textus για το ύφασμα και το κείμενο, το ύφος (της γραφής) το υφάδι…Αυτή η παρατήρηση παρακινεί στον να δούμε πόσο το θέμα της ύφανσης και του κειμένου – του βιβλίου είναι σημαίνοντα στην ιστορία. 

Η βουβή Ελίζα υφαίνει, γιατί έχει να πει μια ιστορία αγάπης… Για τον κάθε αδελφό χωριστά, μια ιστορία που θα τους ενώσει όλους μαζί, θα τους δικαιώσει. Να θυμίσουμε επίσης μια σκηνή τη νύχτα στον βράχο- κάθε βράδυ οι κύκνοι μεταμορφώνονταν σε ανθρώπους και έπρεπε απεγνωσμένα να ανακαλύψουν μια στεριά, όσο μικρή και να ήταν για να ακουμπήσουν και να περάσουν τη νύχτα – όπου σε μια τόσο δα μικρή επιφάνεια, σαν κουβάρι πλεγμένοι, χέρι χέρι, σφιχτά σφιχτά, κρατιούνταν υπομονετικά περιμένοντας να ξημερώσει. Η βουβή Ελίζα υφαίνει για να ανταποδώσει το δίχτυ που ύφαναν τα αδέλφια της, από κλαδιά ιτιάς και βούρλα, για να την μεταφέρουν μαζί τους.
Η ύφανση, το πλέξιμο, το δέσιμο και η αγάπη…αλλά και το βιβλίο, η αλήθεια…
Αυτό που το ψεύδος και η συκοφαντία έχουν εξαφανίσει και πρέπει να υπάρξει η αφήγηση – η ύφανση για να αποκαλυφθεί.
Το πόσο σημαντικό είναι το βιβλίο για το παραμύθι, το διαβάζουμε από την αρχή της ιστορίας, στην αγγλική μετάφραση της έκδοσης του 1838 (*) όπου περιγράφονται τα βασιλόπουλα, «όμορφα, με ένα αστέρι στο στήθος και ένα σπαθί στο πλευρό τους. Έγραφαν με διαμαντένια μολύβια και χρυσές πλάκες και μάθαιναν τόσο καλά τα μαθήματά τους που όλοι καταλάβαιναν ότι ήταν πρίγκιπες»
Ίσως διδακτικό για τα παιδιά της εποχής αυτό το παράθεμα, αλλά δεν παύει να προβάλει την αξία της ανάγνωσης και της γραφής, του βιβλίου. Η ίδια η Ελίζα έχει ένα βιβλίο με ζωγραφιές: «Η αδελφή τους η Ελίζα καθόταν σε ένα σκαμνί από καθαρό γυαλί και είχε ένα βιβλίο με εικόνες που στοίχιζε όσο το μισό βασίλειο»
Όπως και στην ιστορία με το αηδόνι του αυτοκράτορα, το βιβλίο έχει μεγάλη αξία, είναι αυτοκρατορικό δώρο, εδώ το βιβλίο με εικόνες της Ελίζας έχει τόση αξία, όσο το μισό βασίλειο.
Και αυτό δεν σταματά εδώ. Να θυμίσουμε το όνειρο με το βιβλίο που βλέπει η Ελίζα στο δάσος, όταν αναζητά τα ίχνη από τα αδέλφια της. Τους βλέπει όπως όταν ήταν μικροί να στέκονται με το μολύβι τους και την πλάκα τους και να γράφουν. Αλλά αυτά που έγραφαν, δεν ήταν γράμματα και λέξεις, αλλά τα όμορφα κατορθώματά τους. Και όλα τα μέρη στα οποία είχαν περιηγηθεί και τα είχαν δει.
Και το βιβλίο των εικόνων ήταν εκεί και είχε ζωντανέψει και τα πουλιά κελαηδούσαν, και εικόνες έβγαιναν έξω από το βιβλίο και άνθρωποι που μιλούσαν στην Ελίζα – στο όνειρο – και μετά έκλεινε το βιβλίο και όλα γίνονταν όπως πριν.



Δεν μπορεί λοιπόν κανείς να παραβλέψει αυτή τη σκηνή, αυτή την αναφορά στο βιβλίο, στην αφήγηση. Τα αδέλφια έχουν παραγνωριστεί από τη μητριά, τα αδέλφια έχουν αξία, τα αδέλφια έχουν την ιστορία τους να αφηγηθούν και δεν το μπορούν ως κύκνοι. Αυτό θα το κάνει η αδελφή τους, που θα υφάνει το βιβλίο των χιτώνων, το βιβλίο της τσουκνίδας, το βιβλίο της αγάπης. Το ζωντανό βιβλίο που μιλά και που του χαρίζει τη φωνή της όσο υφαίνει, επειδή εκείνη κρατά με υπομονή και μαρτυρική αγάπη την υπόσχεση της σιωπής.


Η ιστορία του ζωντανού βιβλίου, χωρίς γράμματα, χωρίς λέξεις, μετασχηματίζεται χάρη στη βωβότητα - θυσιάζοντας δηλαδή την ομιλία -  σε κείμενο, σε αφήγηση στη μνημείωση που επιτελεί ο γραπτός λόγος.

Πόλυ Χατζημανωλάκη
Μάρτιος 2013

Δημοσιεύτηκε στο ηλεκτρονικό περιοδικό Διαδρομές, καλοκαίρι 2013, τεύχος 110 μαζί με άλλα δυο κείμενά μου σχετικά με δυο άλλα παραμύθια του Άντερσεν: "Η μακρά επώαση του κύκνου στο ασχημόπαπο" και "Τα βιβλία του Αηδονιού στο παραμύθι το αηδόνι του αυτοκράτορα"
Στις σελίδες 74 - 81 εδώ: https://issuu.com/psichogiosbooks/docs/t.110_print/1?e=0


(*) εδώ: http://hca.gilead.org.il/wild_swa.html
Εικόνες: το ημερολόγιο – πλεκτή φωλιά της Liza Jurist, από εδώ:Οι Άγριοι Κύκνοι του Άντερσεν: υφαίνοντας το βιβλίο των χιτώνων, το βιβλίο της αγάπης
Κολλάζ με φτερά σε βιβλίο της ιδίας:http://lisasarsfield.blogspot.gr/2009_09_01_archive.html

Δευτέρα, 20 Ιουνίου 2016

Αυτές τις μέρες βλέπω τον πατέρα μου στο δρόμο


Αυτές τις μέρες βλέπω τον πατέρα μου στο δρόμο. Προχτές ερχόταν από μακριά προς το σπίτι μου με τον χαρακτηριστικό του βήμα – όσοι τον ήξεραν μου λένε πως περπατώ κι εγώ κάπως με τον ίδιο τρόπο – μου φάνηκε ότι φορούσε τη μπλε ζακέτα που του είχαμε πάρει για τη γιορτή του, το ίδιο γκρι παντελόνι – όλα τα παντελόνια του ήταν γκρι ούτως ή άλλως, και συνέχιζε να έρχεται προς το μέρος μου…
Είπα μέσα μου εκείνη τη στιγμή, πώς γίνεται, όλα είναι μια ψευδαίσθηση, δεκατρία τόσα χρόνια που νομίζω ότι πέθανε ήταν λάθος…Όσα συνέβησαν στο διάστημα αυτό δεν συνέβησαν.
Ο θάνατος δεν συνέβη…
Τώρα θα τα πούμε, θα μου εξηγήσει τι έγινε, ποιος μας έπαιξε αυτό το παιχνίδι…

Όσο πλησίαζε όλο και περισσότερο βεβαιωνόμουν. Τα μαλλιά, το χτένισμα, το μουστάκι, οι κινήσεις των χεριών. Η καρδιά μου άρχισε να χτυπά δυνατά και περίμενα να πλησιάσει. Φτάσαμε πολύ κοντά και τον κοίταξα επίμονα, ανυπόμονα. Εκείνος κοιτούσε μπροστά, σαν να μη με ξέρει και έκανα πίσω γιατί υπήρχε κάτι στην ομοιότητα που με διέψευδε. Το πρόσωπό του ήταν όμοιο αλλά σαν να το έχει φτιάξει κάποιος με τα ίδια υλικά, με τα ίδια χαρακτηριστικά, την ίδια έκφραση αλλά κάπως αλλιώς…Σαν να είχε βάλει το χέρι του ένας γλύπτης και να τέντωσε, να τράβηξε λίγο τα χαρακτηριστικά έτσι που να είναι αλλά και να μην είναι αυτά που θυμόμουν…Είχαν πάνω τους μια ξενότητα, που με έκαναν να μην του μιλήσω. Πέρασε από μπροστά μου, με κοίταξε, έριξε μια ματιά στο σπίτι και μετά τράβηξε το βήμα του και χάθηκε από το δρόμο…

Την άλλη φορά τον είδα την ώρα που έβγαινα από το σουπερμάρκετ. Κεραυνοβολήθηκα! Ήταν όπως φαντάζομαι θα πρέπει να είναι τώρα ο πατέρας μου από την τελευταία φορά που τον είδα ζωντανό. Φορούσε ένα μπερέ – κάτι που δεν συνήθιζε ποτέ – και το πρόσωπό του ήταν κάπως πρησμένο. Καταβεβλημένος από τα χρόνια, χλωμός...Τα μαλλιά του είχαν ασπρίσει περισσότερο και φορούσε γυαλιά…Τον κοίταζα και αναρωτιόμουν αν θα με αναγνωρίσει αυτή τη φορά..
Μια γυναίκα στην ηλικία μου τον έπιασε από το χέρι και μπήκαν μαζί σε ένα αυτοκίνητο…

Την επόμενη φορά θα τον δω να κάθεται απέναντί μου στο μετρό και θα είναι νεότερος. Όπως τότε που πηγαίναμε οι δυο μας στις πρωινές παραστάσεις του σινεάκ και έβγαινε τρέχοντας στα διαλείμματα για να καπνίσει και μου έλεγε πως πρέπει να περιμένω να πήξει το μυαλό μου για να διαβάσω Ιούλιο Βερν και για χρόνια κουνούσα το κεφάλι μου απότομα δεξιά αριστερά για να βεβαιωθώ αν έπηξε…
Αυτή τη φορά δεν θα μου ξεφύγει. Θα μιλήσουμε. Θα έχω περισσότερο θάρρος. Ούτως ή άλλως τώρα τον έχω ξεπεράσει στα χρόνια και θα μιλήσουμε πολύ μέχρι να κατέβει στην επόμενη στάση…

Πόλυ Χατζημανωλάκη
14.04 2011

Φωτό: Louise Weinberg, Haunting tribute to Joseph Cornell

Aναδημοσίευση από τις Πινακίδες από κερί: http://waxtablets.blogspot.gr/2011/04/blog-post.html


Δευτέρα, 6 Ιουνίου 2016

Η βωβότητα των εικόνων. Αφορισμοί



1.      Να τη στη γωνία η σιωπή. Καθιστή σε μια καρέκλα.  Ένα ποτήρι νερό για τη δίψα της και υπομονή που θα την προσφέρεις σαν ψωμί. 







2.      Το κέλυφος του ξερού σαλιγκαριού, η μικρή τρύπια μεμβράνη που ξεκολλά από το κλαδί  μια μελαγχολική αμφιβολία για την μετά θάνατον ζωή. Αποκλείει και ταυτόχρονα υποβάλλει την αλληγορία.






3.      Η υπόσχεση ενός σφριγηλού καρπού, σαν γροθιά εκεί που τελειώνει η ζωή ενός κρίνου.  Eυαγγελισμός.


..





4.      Ένα ποίημα με την πλάτη στον τοίχο. Μαγική επωδός στο σκοτάδι.






5.      Το ημιτελές μαγικό κτίσμα του Κάφκα – ένα πλεκτό κουκούλι – από τη στιγμή που αποσύρεσαι συναινείς στην μεταμόρφωση και αυτά που θα συμβούν μετά το όριο. Η εμφάνιση του νυμφίου. Απών ή παρών αλλιώς για τον καθένα. Μια γαμήλια πτήση κάποτε.





6.      Οι επάλληλοι κύκλοι του νερού, μια εικόνα που απλώνεται και έξω από τη λίμνη.  Επ’  άπειρον. Όσο αναπνέεις ρυθμικά συντηρείται.


..





7.      Το συμβολικό νόημα στην εικόνα. Μια στιγμιαία αναχώρηση που σου χαρίζεται. Φεύγεις, ξεχνάς και αναζητάς από την αρχή κάτι νέο. Ίσως αυτή τη φορά. Κάθε φορά. Στιγμιότυπα ξενότητας.




8.      Ο φωτογράφος συλλέκτης ιδανικών στιγμών. Μια μέλισσα. Συντονίζεται βαθμιαία στο 1 προς 24. Δεν μπορεί να δει πια κινηματογράφο.





9.      Υπερηχητική  ταχύτητα διαφράγματος. Ο καταρράκτης είναι ένα γλυπτό από σταγόνες. Πίσω από την αυλαία. Η επίγνωση της σκηνοθεσίας.


..




10.  Μέσα από το φακό μαθαίνω την μαγική τέχνη της κωφότητας.






11. Kεφαλή του λιονταριού ένα ρόπτρο. Κρούετε και ανοιγήσεται υμίν.    Ο ήλιος ανατέλλει για όλους έξω από τις εξώπορτες.




12.  Η σαγηνευτική απλότητα των αγκαθιών.




13. Το θαύμα της μεγέθυνσης όταν κόβεις με το ψαλίδι φύλλα  διφυοσυλλαβών. Αόρατοι βλαστοί στον κήπο των θαυμάτων. Τριαντάφυλλα στο σπήλαιο των ιδεών.





14.   Η ιδεογραμματική γραφή στην καρδιά του άγριου σκόρδου.





15.   Η έλικα, η σταγόνα, η διακλάδωση, η αναδίπλωση, η περιέλιξη. Mε σχήματα το άγνωστο διαφεύγει





16.  Οι δυνατότητες των μορφών ή ο μέλλων χρόνος όταν περιέχεται στο παρόν. Μια παρτιτούρα για τα κουαρτέτα του Έλιοτ βλασταίνει εκεί που περπατώ.



17. Νεαρός ανθός και ανθοφόροι οφθαλμοί της ροδοδάφνης. Εκτυφλωτική τροπή της πόρευσης της φύσης. Τα ισοδύναμα στα νέφη. Η αισιοδοξία της μεταφοράς.










18, Μαργαρίτα: η αιωνιότητα του σχήματος του πυρήνα ενώ επέρχεται ο κύκλος της φθοράς. Αναγνωρίζοντας την ακολουθία Φιμπονάτσι αναπτύσσεις την  ροπή προς το μυστικισμό που σου αναλογεί.


..



 19.Στην καρδιά της άγριας τριανταφυλλιάς ένα μυρμηγκάκι. Πιάστηκα κι εγώ να την ακούω να χτυπά.





Πόλυ Χατζημανωλάκη, Ioύνιος 2016

Τρίτη, 31 Μαΐου 2016

Το αόρατο νήμα του Chesterton, το λευκό ρόδο του Δάντη, η αιωνιότητα κι εγώ.

"To λευκό ρόδο του Δάντη" του William Blake
Θυμάμαι πώς αποκαταστάθηκε στα νιάτα μου η εκτίμηση προς τον Chesterton, που μου ήταν γνωστός τότε από τις περιπέτειες του πατρός Μπράουν. Δεν τις είχα εκτιμήσει, φανατική λάτρης του Σέρλοκ Χολμς και της χειραφέτησης από το μυστήριο που ενέπνεε η μελέτη των «σημείων». Η λάσπη στην αριστερή πλευρά του παντελονιού, η κιτρινίλα στο μουστάκι, μια σκλήρυνση του δέρματος στα δάχτυλα και να πώς αποκαλυπτόταν μια ολόκληρη ζωή και οι συνήθειές της, οι εμμονές της σε βάθος χρόνου να οδηγούν εν τέλει τον χαρισματικό κοκαϊνομανή ντετέκτιβ σε ταχυδακτυλουργικές αποκαλύψεις. Πού να σταθεί μπροστά του ο αδέξιος πατήρ Μπράουν, που δεν μπορούσε καλά καλά να κρατήσει τη χιλιομπαλωμένη ομπρέλα του αγνοώντας τα στοιχεία που ήταν μπροστά του και επιστρατεύοντας τους ιδιόμορφους συνειρμούς του, αυτογελιοποιούμενος ίσως προς στιγμήν, ταπεινός κατά μίμησιν του Κυρίου του, αλλά νικηφόρος στο τέλος. Ωστόσο, ίσως επειδή τον είχα πρωτοδιαβάσει σε ελληνική μετάφραση – δεν φταίει μόνο αυτό αλλά σίγουρα κάπως χαλάρωνε μερικά κλικ στυλιστικά το κείμενο  ενώ αυτό δεν συνέβαινε με τον Κόναν Ντόιλ – πάντως τον θεωρούσα κάπως λιγότερο. Έτσι, χρειάστηκε η μεταστροφή του Evelyn Waugh στον καθολικισμό και η συζήτηση του Τσαρλς Ράιντερ κατά την Επιστοφή στο Μπράιτσχεντ με ένα από τα μέλη της οικογένειας Μάρτσμαιην, νομίζω τη λαίδη Μάρτσμαιην αλλά ίσως ήταν και με την νεαρή τότε Κορτντήλια για να συναντήσω ξανά ένα παράθεμα από τον Chesterton, οι σημειώσεις λένε ότι πρόκειται για τον The queer feet, τα αλλόκοτα πόδια ίσως σε μετάφραση όπου γίνεται η αναφορά στο αόρατο νήμα που εν τέλει τον κρατά και μπορεί με ένα τράβηγμα να τον φέρει – για τον άσωτο υιό η μεταφορά – πίσω σαν την πετονιά του ψαρέματος φαντάζομαι αλλά εδώ μιλάμε για την άκρη του κόσμου και φυσικά  για την θρησκευτική πίστη. 

Δεν χρειαζόμουν και πολύ περισσότερο για να γοητευτώ με αυτήν την λόγια φιλοξενία των λόγων ενός συγγραφέα αστυνομικών κατά την άποψή μου μυθιστορημάτων στις σελίδες ενός άλλου που με είχε μαγέψει τότε. Είναι ματαιόδοξο που το αναφέρω, αλλά τη σκηνή με το αόρατο νήμα του Τσέστερτον το αναφέρω με συγγραφικό γλυκασμό στις Μέλισσες του Κάλβου (μου) και αυτό ημερολογιακά βεβαιώνει το χρονικό μιας γοητείας.  Ωστόσο, δεν είναι αυτός ο λόγος αυτού του  μικρού εξομολογητικού κειμένου.  Ούτε πιστεύω πως είμαι σε θέση να αποκαταστήσω – σε ποιον άλλωστε; - ήδη εδώ και δέκα χρόνια οι μεταφράσεις του Τσέστερτον κυκλοφορούσαν «σκοτωμένες» στις προσφορές δεν έχω κοιτάξει αν έχει γίνει κάποια επανέκδοση. Τι να πρωτοπρολάβεις. Ωστόσο ο Chesterton ήταν προσωπικός φίλος του Όσκαρ Γουάιλντ και του Μπέρναντ Σω και έπαιζε με την παράδοση του Ντίκενς δημοσιογραφώντας, γράφοντας δοκίμια για την ποίηση και την θρησκευτική (του) πίστη και φυσικά τις περιπέτειες του Πατρός Μπράουν, αστυνομικές, αλληγορικές ίσως αλλά παραγνωρισμένες, το εφήμερο απέναντι στην αιωνιότητα, μια κερδισμένη αιωνιότητα είναι ωστόσο το αόρατο νήμα του μου γάντζωσε στις σελίδες άλλου συγγραφέα ακόμα κι εμένα τόσα χρόνια μετά. 
Τα σκέφτηκα όλα αυτά αυτό τον καιρό που περπατώ με τη μικρή μου φωτογραφική στην τσέπη, σε επάλληλους κύκλους στην ίδια γειτονιά,  δεν σκέφτηκα είναι αλήθεια κανένα νήμα, ούτε μίτο, ούτε φοβάμαι πως θα χαθώ, παρατηρώντας τα άνθη  και τους κήπους των άλλων, φωτογραφίζοντας σπάνια ρόδα να γερνούν, πικρούς ολέανδρους στην ακμή τους, άρρωστες τριανταφυλλιές ακόμα, μαθαίνοντας για τον κήπο της Καλυψώς και τις μυρωδάτες θούγιες και τον ανθό τους. Σήμερα μια χελώνα μου κρυβόταν σε μια δεξαμενή ενός κήπου – δεν έβγαζε το κεφάλι  να αναπνεύσει – για να μην την απεικονίσω έφυγα και την άφησα στην ησυχία της. Η μαγική serendipity χτες το βράδυ με έκανε πάλι να θυμηθώ τον Chesterton και τα μπουμπούκια των ρόδων που συναντούν στο δρόμο τους  οι λυπημένοι άνθρωποι.  Κάπου έγραφε για τη φιλοσοφία του Carpe diem, και ότι αυτή αφορά τους λυπημένους ανθρώπους που κοιτούν τα άνθη και τα μικρά ρόδα της στιγμής – όπως προτείνει ο Όσκαρ Γουάιλντ. Ο ίδιος προτείνει το λευκό ρόδο της αθανασίας που είδε ο Δάντης στον Παράδεισο.  Το έψαξα και αυτό και ευτυχώς βρήκα στη βιβλιοθήκη μου τη μετάφραση – δεν έχω καλύτερη – του Καζαντζάκη της Θείας Κωμωδίας που με δυσκολεύει να την παρακολουθήσω, πολύ ιδιοσυγκρασική αλλά είπαμε.  Βρήκα ωστόσο στο Κάντο 31 τη σκηνή με το όραμα του λευκού ρόδου και γύρω σαν μέλισσες οι άγγελοι πετούν. Ένα όραμα της αιωνιότητας.  

Και κάπου κατάλαβα τι να σημαίνουν όλα αυτά. Πώς από εκεί που είναι – πού να είναι άραγε; - ένας άνθρωπος, πόσα χρόνια μετά το θάνατό του κρατά ένα αόρατο νήμα, με κρατά, με σκουντά, με βλέπει. Και γύρισα και τον κοίταξα και δάκρυσα, τον ένιωσα πιστέψτε με. 

Δευτέρα, 30 Μαΐου 2016

Μια Μεταμόρφωση



Ένα απόγευμα, βγαίνοντας από το μπάνιο βιαστικά, συνειδητοποίησα ότι είχα χάσει την ακοή μου. Δεν έμοιαζε με το θόλωμα, αυτό που μπορεί να συμβεί στον καθένα να μην ακούει το τέλος μιας φράσης, ή δεν γυρίζει όταν τον φωνάζουν κάποτε κάποτε.
Ένα ολοκληρωτικό κενό, μια απώλεια της αίσθησης ολοσχερής.
Δεν πίστεψα αυτό που μου συνέβη, προσπάθησα να το αρνηθώ και οδήγησα όπως πάντα μέχρι το μετρό. Είχα να πάω σε μια ποιητική βραδιά στο κέντρο. Προσεκτικά και κοιτώντας επανειλημμένα γύρω για τον απρόβλεπτο κίνδυνο συνειδητοποίησα πως είχα χάσει την αίσθηση του χώρου που μου ήταν απαραίτητη για να περπατώ. Εχετε προσέξει πως όταν βαδίζετε, ακούτε τον ήχο του ποδιού στο έδαφος για να πατήσετε; Κάθε βήμα ήταν μια αγωνιώδης προσπάθεια να πατήσω, να ισορροπήσω μόνο από την αίσθηση του βάρους και της πίεσης. Σαν να βυθίζομαι στο κενό, σαν να έχω ξεχάσει πώς περπατούν, ένας αποπροσανατολισμός, σαν να είναι όλα από βαμβάκι. Διέσχισα την Πανεπιστημίου κρατώντας την αναπνοή μου. Χωρίς όρια με το περιβάλλον, η ατμόσφαιρα αραιή, άηχη, ένας πανικός τα πάντα.
Ελεγα, όταν θα επανελθει η ακοή, γιατί μου ήταν αδιανόητο να φανταστώ ότι αυτή η αλλαγή θα ήταν μόνιμη, θα έχω να λέω για την παράλληλη αίσθηση του χώρου, ένα διαρκές ηχόγραμμα, μια τρισδιάστατη αίσθηση του περιβάλλοντος που δημιουργούν οι ήχοι γύρω και που δεν της αποδίδεται ωστόσο η πρέπουσα σημασία. Πολλοί πιστεύουν ότι αυτό το παρέχει μόνο η όραση. Θα μπορούσα, επιστρέφοντας από το βασίλειο της σιωπής, να πω πως οι ήχοι του κόσμου, είναι παράξενες εικόνες, χάρτες για να πορεύεται το σώμα μας.
Σκεφτόμουν επίσης, ένα διήγημα που θα έγραφα, μια παραλλαγή της Μεταμόρφωσης του Κάφκα, μια νουβέλα μάλλον, γιατί πώς θα έβαζα τώρα μια ολόκληρη οικογένεια να με παρατηρεί να μην βγαίνω από το δωμάτιό μου, τον εργοδότη μου να έρχεται και να με επιπλήττει για τη χαμηλή μου απόδοση – χρόνια έχουν περάσει από τότε που έφυγα από τη δουλειά και ακόμα ξυπνώ με άγχος – και φυσικά θα είχε την αυξανόμενη δυσφορία των άλλων για την αναπηρία μου μέχρι έναν οριστικό θάνατο.
Είχα δηλαδή την υπόθεση της νουβέλας έτοιμη. Επρεπε να μεταφέρω τις αλλαγές στο σώμα μου από την απώλεια της ακοής, τον αποτροπιασμό των άλλων, και ίσως και την αλλαγή στη φωνή μου, αν λάβει κανείς υπ’ όψιν του ότι την άκουγα ήδη διαφορετικά και δεν ήξερα πού να κεντράρω την ένταση. Πολύ δυνατά – αυτό που με βόλευε – ή σκόπιμα χαμηλά για να μην διαφέρω.
Και στην επικοινωνία, τι σήμα δίνεις όταν δεν ακούς όταν είσαι ανάμεσα σε αγνώστους;. Ζήτησα ένα συνηθισμένο καπουτσίνο, υποθέτοντας ότι αυτό με ρώτησε ο νεαρός στην εκδήλωση που με πλησίασε – αφού τα κατάφερα να φτάσω εκεί. Για τα υπόλοιπα, δεν άκουσα τι μου είπε. Χαιρέτησα από μακριά ανθρώπους μου με ήξεραν, αποφεύγοντας να συζητήσω μαζί τους και κάποιος φίλος, ο Τ. που άρχισε να μου μιλά, θα με θεώρησε απροσάρμοστη γιατί άρχισα να του λέω κάτι που είχα θυμηθεί για το βιβλίο του και τον κοίταζα προσεκτικά, νιώθοντας ότι δεν είμαι τελείως εκτός νοήματος κάτι αλλόκοτο, αλλά θέλω να εξαφανιστώ.
Αυτό θα γίνει τώρα. Η ακοή δεν επανήλθε. Οι γιατροί σηκώνουν τα χέρια ψηλά. Το εσωτερικό του αυτιού έχει αποτιτανωθεί, δεν υπάρχει καν ακουστικό νεύρο. Απορούν πώς δεν είχα καταλάβει τίποτε τόσον καιρό.
Κλείστηκα στο δωμάτιό μου και γράφω κείμενα στον υπολογιστή. Επικοινωνώ πια μόνο με γραπτά μηνύματα. Δεν ξαναπήγα σε εκδήλωση. Οι δικοί μου δεν μου χτυπούν την πόρτα γιατί δεν θα άνοιγα ούτως ή άλλως. Κάποιες φορές στον ύπνο μου, μου φαίνεται πως είμαι σε μια συναυλία. Το κοντσέρτο νούμερο 4 του Μπετόβεν, που είχα ακούσει λίγο πριν συμβούν όλα αυτά.

Πόλυ Χατζημανωλάκη
Αναρτήθηκε πέρσι το Μάιο του 2015 στο facebook
Το χαρακτικό είναι του Francisco Goya, "?De Que Mal Morira"  (από ποια ασθένεια θα πεθάνω;) 

Τρίτη, 24 Μαΐου 2016

Από την αμείλικτη σκηρότητα της διαπόμπευσης στις δοκιμασίες της εφηβείας. Δημιουργικές φαντασιώσεις αναγνώστη/τριας με αφορμή τη "Μελανθώ" του Χρίστου Δάλκου

Ο απαγχονισμός των δώδεκα δμωών στην Οδύσσεια - Dame Elisabeth Fink


Καλησπέρα σας. Ευχαριστώ πολύ τον πολιτιστικό σύλλογο «Ιερά Οδός» Αιγάλεω για την πρόσκληση  και ιδιαιτέρως τον Χρίστο Δάλκο τον συγγραφέα της Μελανθώς για την τιμή να με περιλάβει στο εκλεκτό πάνελ των ομιλητών στην παρουσίαση – .  Οφείλω την γνωριμία μου με τον Χρίστο Δάλκο, πολύ σύντομη και πολύ πρόσφατη ομολογώ, δεν έχουμε συναντηθεί και ούτε καν δυο φορές, στην κοινή μας αγάπη για τον Παπαδιαμάντη. Έχουμε μιλήσει ελάχιστα, μόνο με επιστολές και κείμενα στο διαδίκτυο, στο  ηλεκτρονικό ταχυδρομείο, όπου προλάβαμε να ανταλλάξουμε φιλοφρονήσεις εμπιστοσύνης του τύπου – «αναγνωρίζω σε σας άδολη αγάπη για τον Παπαδιαμάντη» – εκ μέρους του, - «αναγνωρίζω στα κείμενά σας μια παλιά αριστεία των γραμμάτων, είμαι ευτυχής που υπάρχετε»  από τη δική μου πλευρά. Θα ήθελα ωστόσο να αναφερθώ στις περιστάσεις της γνωριμίας μαζί του, της πνευματικής συνάντησης  όχι μόνο γιατί έχει σημασία για μένα προσωπικά – αλλά γιατί έχει σημασία για τη σχέση μου με το βιβλίο για το οποίο συζητάμε σήμερα. Για τη συνάντηση έχω ήδη γράψει σε ένα κείμενο στα «Ημερολόγια Αναγνώσεων»  στην εφημερίδα Αυγή. Επαναλαμβάνω λοιπόν, διαβάζοντας από εκεί πως: (ημερομηνία 16  Φεβρουαρίου τρέχοντος έτους) 

«Δεν έχει περάσει και πολύς καιρός
 που, σαρώνοντας στο Ίντερνετ τα πρακτικά του Γ' Διεθνούς Παπαδιαμαντικού Συνεδρίου, συνάντησα μια εισήγηση αγνώστου σε μένα συγγραφέως, μια και δεν ανήκω στον φιλολογικό κύκλο, που με εντυπωσίασε για την πληρότητα και την πρωτοτυπία της: Λανθάνουσες (ἀκόμη καὶ τὸν ἴδιο τὸν Παπαδιαμάντη) μνῆμες «μητρωνυμικοῦ» δικαίου στὸ διήγημα «Θάνατος κόρης».

Πώς η Σοφούλα, μια φιλάνθρωπη και καλόγνωμη γυναίκα, ενώ κατά τα φαινόμενα προσπαθεί να ισορροπήσει αντιδικίες κόρης και νύφης που συγκατοικούν στο πατρικό σπίτι, υπερβαίνει τα όρια, «σκληρύνεται» παραδόξως απέναντι στην κόρη της και την καταριέται. Αυτό οδηγεί -μια και οι κατάρες λειτουργούν για όποιον τις πιστεύει στις παραδοσιακές κοινωνίες- στον θάνατο της κόρης. Ο εισηγητής πρότεινε ένα πολύ ενδιαφέρον ερμηνευτικό σχήμα, βασισμένο σε παρατηρήσεις εθνογραφικές από αιγαιοπελαγίτικες κοινωνίες σχετικές με το μητρωνυμικό δίκαιο, την προίκα, τη ζωτική σημασία της, την αντίθεση ανάμεσα σε μάνα και κόρη που αυτό συνεπάγεται. Τούτο εξηγεί περιπτώσεις αντιπαλότητας, εκδικητικής συμπεριφοράς  σε διηγήματα, λαϊκές αφηγήσεις και παραδοσιακές κοινωνίες.

Γιατί αδικήθηκε η Φραγκογιαννού από τη μάνα της στη "Φόνισσα"; Γιατί έμεινε έγκλειστη η Σταχτοπούτα; Εξηγεί και πάμπολλες περιπτώσεις εγκλεισμού και καθυστέρησης της ενηλικίωσης στα κορίτσια - έως και την κλειτοριδεκτομή σε κάποιες κοινωνίες, μια αντίθεση που συντηρείται από τον κύκλο των πρεσβύτερων γυναικών.

Σημείωσα λοιπόν το όνομά του εισηγητή αυτού του εντυπωσιακού κειμένου για να τον ξαναβρώ: Χρίστος Δάλκος, φιλόλογος, διδάκτωρ του τμήματος ΜΜΕ του Παντείου Πανεπιστημίου με θέμα τις μεταμορφώσεις του εξιλαστήριου θύματος στους Καλικάντζαρους, τις Νεράιδες και τον Καραγκιόζη.

Και να που η μαγική serendipity φέρνει να έχει κυκλοφορήσει από τις εκδόσεις Μελάνι η νουβέλα του «Μελανθώ» - που προκαλεί άλλη μια αλυσίδα συνειρμών. Τούτο γιατί έχω διαβάσει παλιά, πολύ παλιά αυτή τη φορά, τον "Μαύρο Κυνηγό" του Vidal Naquet, την ανεπανάληπτη μελέτη για την Αθηναϊκή εφηβεία, τα όρια, τη σχέση με τη Σπαρτιατική Κρυπτεία, τις περιπόλους, την αγριότητα, την Απάτη ως μυητική άσκηση. Στον απόηχο του μύθου εκείνου του άνδρα που στη Λυσιστράτη (ένα μύθο θα σας πω) που έφυγε στα βουνά, υπήρχε ένας Μελάνθιος που μονομάχησε με κάποιον Ξάνθο, υπήρχε το μαύρο και το άσπρο και τα πανιά του καραβιού του Θησέα. Υπήρχε και μια αναφορά στην Μελανθώ του Ομήρου και τον Δολίο τον πατέρα της, την κατ' εξοχήν Απάτη, στο όνομα που τη συνέδεαν και αυτήν και τη γενιά της με την εφηβεία και το πέρασμα στην ενηλικίωση.»
Ο απαγχονισμός των 12 δμωών. Πίνακας του Πέτρου Κουφοβασίλη, 2015

Σταματώ εδώ την ανάγνωση του αποσπάσματος από το άρθρο στην εφημερίδα. Αυτό που έγραψα στη συνέχεια – δεν θα σας κρατήσω σε αγωνία είναι ότι πράγματι εκπληρώθηκαν οι αναγνωστικές προσδοκίες μου. Ο συγγραφέας έστησε μια μυθοπλασία με τα υλικά της επιστήμης του, της φιλολογίας, της ανθρωπολογίας, των Παπαδιαμαντικών σπουδών, έγραψε μια νουβέλα που διαβάζεται απνευστί – πιστεύω πως είναι το αντίστοιχο αυτού που γράφτηκε από τον Δοξιάδη  για τον Θείο Πέτρο και την εικασία του Γκόλντμπαχ. Οι Ομηρικές σπουδές ξανά στο προσκήνιο για να αποκαλυφθεί μια καλά καλυμμένη ιστορία εξιλαστήριου θύματος, στα βάθη ενός αρχέγονου μυθολογικού πυρήνα και τούτο μέσα από τις σελίδες ενός μυθιστορήματος,  μέσα από τις σελίδες της εισήγησης σε ένα Ομηρικό συνέδριο που γίνεται στην Ιθάκη.
Η μυθοπλασία είναι το πρόσχημα.
Το διακύβευμα είναι η σκοτεινή υπόθεση της Μελανθώς, της αγαπημένης δούλας της Πηνελόπης που ενώ η βασιλίσσα της έκανε δώρα και της έδειχνε ιδιαίτερη εύνοια, εκείνη έκανε φιλίες με τους μνηστήρες και μάλιστα μοιραζόταν το κρεβάτι ενός από αυτούς.
«Ευρυμάχω μισγέσκετο και φιλέεσκε.» 
Εκτός από τη Μελανθώ είναι και ο αδελφός της, ο  γιδοβοσκός Μελάνθιος ή Μελανθεύς – που και αυτός «φιλέεσκε»  με τους μνηστήρες.
Ο Μελάνθιος και η Μελανθώ και οι δυο παιδιά του Δολίου, του κηπουρού της Πηνελόπης, και οι δυο εκτός από την φιλία τους με τους μνηστήρες, κακομιλούν, μιλούν προσβλητικά στον Οδυσσέα, όταν ακόμα έχει τη μορφή του ζητιάνου και δεν είναι γνωστή  η ταυτότητά του. Στην περίπτωση μάλιστα της Μελανθώς, ο Οδυσσέας την απειλεί ότι θα την καταγγείλει στην κυρά της και θα τιμωρηθεί – τη δεύτερη φορά, όταν η Μελανθώ μιλά άσχημα στον Οδυσσέα – ζητιάνο από τον οποίο η Πηνελόπη θέλει να μάθει τα νέα του ξενιτεμένου ανδρός της,  η ίδια η Πηνελόπη είναι που της βάζει τις φωνές – με αρκετή αυστηρότητα  και οργή – σκύλα  αδιάντροπη, ξετσίπωτη-  «θαρσαλέη, κύον αδεές»  - ραψ Τ 91 
Στο τέλος αυτός που τιμωρείται – λυντσάρεται με τον πιο σκληρό τρόπο – είναι ο Μελάνθιος ο οποίος προσπαθεί να βοηθήσει τους μνηστήρες εκεί που τους έχει στριμώξει ο Οδυσσέας, εξοπλίζοντάς τους, μεταφέροντας  τις πανοπλίες τους.  Παραμένει πρόβλημα πώς τα καταφέρνει μόνος του να μεταφέρει δώδεκα πανοπλίες, πώς ξέρει τόσο καλά τα κατατόπια στο παλάτι.  
«Μες΄ την αυλή πόρτες γερές και δύσκολη η μπασιά της/κι ενας μπορεί να τους κρατεί αν είναι παλλικάρι/ μα ελάτε τώρα απ΄τον οντά τάρματα θα σας φέρω/γιατί θαρρώ πως μέσα εκεί, κιόχι αλλού πως τάχει/φυλάξει ο Δυσέας μαζί με το λαμπρό το γιο του» Ραψ Χ (136 – 141)  (μετάφραση Ζήσιμου Σίδερη)
Τιμωρούνται επίσης και οι δώδεκα δμώες, οι δώδεκα δούλες που ήταν φιλικές προς τους μνηστήρες με ατιμωτικό θάνατο, με απαγχονισμό. Ο αφηγητής υπαινίσσεται ότι αυτές τον βοήθησαν – την βοήθησαν (;) να κάνει τη δουλειά της μεταφοράς   Ενώ ο Οδυσσέας, δίνει εντολή, μετά την μνηστηροκτονία, να μαζέψουν τα πτώματα και να καθαρίσουν το αίμα από την αίθουσα του παλατιού, να τις συγκεντρώσουν και να τους τρυπήσουν τα σώματα με ξίφος, ο Τηλέμαχος αποφασίζει αλλιώς και έτσι διαβάζουμε - δεν τους χαλαλίζει δηλαδή τιμητικό θάνατο με ξίφος -  την συγκλονιστική σκηνή του απαγχονισμού των δώδεκα.
Πώς τσίχλες ή περιστερές μαυροφτερουγιασμένες/πέφτουν σε δίχτυ δολερό, στημένο με’ στα θάμνα/κι ενώ γυρεύουνε φωλιά, μαύρη φωλιά τις βρίσκει,/έτσι είχαν τα κεφάλια τους, το ένα πίσω απ’ τ’ άλλο,/ και γύρω απ’ τους λαιμούς θηλιές, να κακοθανατίσουν./τα πόδια τους σπαρτάρησαν, μα όχι πολύ. Για λίγο (μετ. Χρίστου Δάλκου Ραψ Χ 468 – 473)
Η σύγχιση ανάμεσα στις ταυτότητες των δυο παιδιών του Δολίου είναι μήπως  μεταγενέστερη επέμβαση των ραψωδών στους Ομηρικούς στίχους ώστε να εξαλειφθούν  τα ίχνη της Μελανθώς, μια και αποδίδονται σε άνδρα αυτά που κανονικά θα έκανε η γυναίκα, ακουμε το ονομα του αγοριού εκεί που περιμένουμε το όνομα του κοριτσιού:

«Καμιά γυναίκα πόλεμο, Τηλέμαχε, εδώ μέσα/μας άνοιξε έτσι τρομερό. Μπορεί κι ο Μελανθέας» Χ – 151- 152
Ή
«Μον΄Εύμαιε τρέχα γρήγορα την πόρτα να σφαλίσεις/και μάθε αυτά αν τάκανε καμιά απ΄τις παρακόρες/ ή μήπως ο Μελάνθιος καθώς τον βάζει ο νους μου» (Χ 157 – 159)

«ή υιός Δολίοιο Μελανθεύς, τον περ οίω» / με τις παρακόρες περιμένουμε να ακούσουμε το όνομα της ευνοούμενης – Μελανθώ, ακούμε όμως αντ΄αυτού Μελανθεύς -   ο αφηγητής της Νουβέλας – εισηγητής  στο Ομηρικό συνέδριο – μετράει τις συλλαβές με τον ακριβή κανόνα, ψάχνει τα ανάλογα, τα δακτυλικά αποτυπώματα δηλαδή της επέμβασης σαν ένας Πουαρώ, για να υποστηρίξει το επιχείρημά του. Ένα επιχείρημα που το θεμελιώνει με θαυμαστή επάρκεια και που το πλαισιώνει με όλα τα παραφερνάλια της μυθοπλασίας, τα παρεπόμενα των συνεδρίων, τις πύλες του χρόνου και την φασματική φιγούρα της Μελανθώς που ζητά δικαίωση. Υπάρχει και ένας βαρκάρης – ένας πορθμέας – πορθμέας ήταν σε κάποια σχόλια της Οδύσσειας και ο γιδοβοσκός Μελάνθιος  που την ονειρεύεται , αλαφροΐσκιωτος και αυτός όπως γινόμαστε όλοι οι αναγνώστες.
Το επιχείρημα της σύγκρουσης – το μητρωνυμικό δίκαιο, εκείνο «το λανθάνον και τον ίδιο τον Παπαδιαμάντη», εναντίον του άλλου του πατρωνυμικού που λυσσαλέα προσπαθεί να επιβληθεί και να εξαλείψει τα ίχνη και τη βία αυτής της σύγκρουσης.

Τρεις μήνες μετά την πρώτη ανάγνωση του βιβλίου και μετά την συγγραφή του πρώτου σημειώματος στην Αυγή, οφείλω στον συγγραφέα και στον εαυτό μου, μια απάντηση για τη σχέση της Μελανθώς – Μελανθίου με τις τελετές ενηλικίωσης, τις διαβατικές τελετές του περάσματος που ανέφερα στην αρχή.  Ο Βιντάλ Νακέ – το βιβλίο του οποίου ο Μαύρος Κυνηγός  για τις παραδόσεις της Αθηναϊκής εφηβείας ανάμεσα σε άλλα είναι αυτό που συμβουλεύομαι. Κατά τα άλλα – δεν έχω τις σπουδές του κυρίου Δάλκου, είμαι αυτοδίδακτη – όπως ο Φήμιος – που το επεκαλείτο – το επικαλέστηκε μάλιστα κατά τη μνηστηροκτονία. Θα  προσπαθήσω να ολοκληρώσω μια σκέψη, που θα ήθελα να θεωρηθεί σαν μια μικρή συμβολή σε εκείνο το Ομηρικό συνέδριο στο οποίο αναφέρεται ο αφηγητής της Μελανθώς στο βιβλίο, όπου μετά την εισήγησή του δεν υπήρχαν σχόλια σχετικά αλλά άλλα αντ’ ‘άλλων, όπως γίνεται αρκετές φορές  στα συνέδρια.  Θα ήθελε πολύ μεγάλη τέχνη και μακάρι να μπορούσα να το διατύπωνα με τέτοιο τρόπο, σαν να είχα μπει στο βιβλίο και να τοποθετούσα εκεί την μικρή μου παρέμβαση μετά την εισήγηση εκείνου του άλλου Χρίστου, του αφηγητή. 
Θα αρκεστώ λοιπόν σε μια εν τάχει εξήγηση, μια έκθεση των σκέψεων και των συνειρμών μου και ελπίζω ο Χρίστος ο αφηγητής να δείξει κατανόηση.   
  Έχουμε λοιπόν τις τελετές της εγγραφής στο ληξιαρχικό γραμματείο της πόλης, την Κουρεώτιδα μέρα, τη τρίτη μέρα των Απατουρίων κατά τον μήνα Πυανεψιώνα (Οκτώβριος)  εκεί που οι έφηβοι κόβουν τελετουργικά τα μαλλιά τους όταν επιστρέφουν από τους αγρούς και τις δοκιμασίες που έχουν υποβληθεί στις εσχατιές και τα όρια.
Αντιστοίχως για τα κορίτσια η προστάτις θεά είναι η κουροτρόφος Άρτεμις, τα κορίτσια οι αρκουδίτσες στη Βραυρώνα.
Αναφέρει λοιπόν ο Βιντάλ  Νακέ στο βιβλίο του το θεμελιώδη ρόλο της απάτης στις δοκιμασίες των νέων, τις πληροφορίες που μπορούμε να πάρουμε από την Κρυπτεία παρά τις διαφορές από την Αθήνα, την πρακτική στη Σπάρτης, την αντίφαση φυσικά ανάμεσα στον όρκο για εντιμότητα που παίρνουν οι έφηβοι και την πρακτική της απάτης στην οποία υποβάλλονται και φυσικά αναφέρει ως αιτιολογικό μύθο της απάτης την ιστορία του Μελάνθου και του Ξάνθου, μια ιστορία μονομαχίας στα σύνορα με τη Βοιωτία, όπου ο Μελάνθιος εκπροσωπούσε την Αθήνα, τον τελευταίο μυθικό βασιλιά Κόδρο.
Εκεί που πρόκειται να μονομαχήσουν, ο Μέλανθος  λέει Ξάνθο δεν σέβεσαι τους κανόνες, είναι κάποιος δίπλα σου. Ο Ξάνθος γυρίζει και ο Μέλανθος τον σκοτώνει.
Το ξανθό και το μαύρο και η απάτη, το άσπρο και το μαύρο στα μαύρα πανιά και τα άσπρα πανιά του πλοίου του Θησέα και ο Βιντάλ Νακε επισημαίνει ότι το κοινό που συμμετείχε σε αυτές τις τελετές,  το ακροατήριο αυτών των μύθων είχε ακούσει για τον Μελάνθιο και τη Μελανθώ και τον Δολίο που το όνομά του σημαίνει απάτη στον Όμηρο.
Σε ένα τέτοιο αιτιολογικό μύθο ανάμεσα σε άλλους φυσικά βασίζονται οι τελετές ενηλικίωσης στην αρχαία Αθήνα αλλά και σε άλλες αρχαϊκές κοινωνίες όπως τις έχει συνοψίσει ο Βαν Γκενέπ. Συμμετρική αντιστροφή των φύλων – μεταμφίεση των δυο νέων σε κορίτσια στα ωσχοφόρια εις ανάμνησιν των αγοριών που είχαν ντυθεί κορίτσια  στο καράβι του Θησέα – τελετουργικός εγκλεισμός των κοριτσιών -  δοκιμασίες στις εσχατιές των αγοριών, κουρά – περιτομή σε άλλους πολιτισμούς…

Τι σχέση μπορεί να έχουν όλα αυτά με τη Μελανθώ  και το Μελάνθιο του Ομήρου;
Ας μου επιτραπεί να βασιστώ στην αρχική μελέτη του Χρίστου Δάλκου για τον Παπαδιαμάντη – για τις επιβιώσεις του μητρωνυμικού δικαίου και την αποκάλυψη ενός αρχέγονου μυθολογικού πυρήνα μεγάλης και σκληρής μέχρις εξοντώσεως σύγκρουσης μεταξύ γονέων και παιδιών. Δίας – Κρόνος – Κρόνος – Ουρανός – Οιδίποδας – Λάιος.
Αυτός ο πυρήνας επιβιώνει σε αφηγήσεις όπως ο Κοντορεβυθούλης – οι γονείς θέλουν να ξεφορτωθούν τα παιδιά μόλις φτάσουν σε κάποια ηλικία. Ο εγκλεισμός των κοριτσιών για να μην παντρευτούν μια και αυτό θα σημαίνει ότι οι γονείς θα πρέπει να τα προικίσουν και να ξεσπιτωθούν – η περίπτωση του Λαέρτη που δεν ζούσε στο ανάκτορο.
Αυτός ο πυρήνας της σύγκρουσης μέχρι θανάτου- μεταλλάσσεται και μετριάζεται  στις τελετές ενηλικίωσης – και μετατρέπεται σε δοκιμασίες  δύσκολες αλλά ελεγχόμενες. Ο εγκλεισμός έχει χρονικό ορίζοντα και αποτελεί ένα στάδιο, η απάτη απαραίτητη, κάποτε και ΄ενας φόνος είλωτα στη Σπάρτη. Ο ευνουχισμός και απειλή του γίνονται σε κάποιους πολιτισμούς περιτομή, και φυσικά η θυσία ή ο αποκεφαλισμός – ακόμα και η κουρά της διαπόμπευσης γίνονται τελετουργική κουρά.

Τι σύμπτωση να αρχίζει η μυθοπλασία της Μελανθώς  με το κουρίξ, το επίρρημα για την διαπομπευτική κουρά σαν θέμα εισήγησης.
Αυτό είναι ένα πολύ γλαφυρό παράδειγμα πώς μια τελετή εξιλαστήριου θύματος μετατρέπεται σε διαβατική, κρατώντας τα ονόματα και τον απόηχο του αιτιολογικού μύθου.
Οι συγκρούσεις έπαψαν, η κοινωνία θα αποδεχτεί τους νέους με κάποιους όρους βέβαια, οι δοκιμασίες θυμίζουν ίσως κάτι αποτρόπαιο, ίσως δεν το θυμίζουν πια.
Η σύγχυση των φύλων είναι ίσως σύμπτωση, ίσως είναι σκόπιμη – αυτός ο «αϊδηλος ανήρ» στο Χ 165 που ήταν γιδοβοσκός και ήξερε ωστόσο όλα τα κατατόπια του παλατιού, που αναφέρεται με το αρσενικό άρθρο εκεί που περιμένεις να ακούσεις για  μια γυναίκα όπως είπαμε πριν και που σύμφωνα με τον συγγραφέα η παρουσία του είναι αποτέλεσμα επέμβασης, συγκάλυψης, λαθροχειρίας. 
Η σύγχυση γύρω από την ταυτότητα του Μελάνθιου – Μελανθώς  επιβιώνει και εμπλουτίζεται με πλήθος μυθολογικές και ανθρωπολογικές επιβιώσεις – ήθος ανδρικόν της Φραγκογιανούς στον Παπαδιαμάντη – το μουστάκι στο πάνω χείλος -  ως εγκλεισμό της Φραγκογιαννούς στην εφηβεία -  ως αντιστροφή φύλων, μεταμφίεση στα ωσχοφόρια, στα εκδύσια στην Κρήτη, στον μεταμφιεσμένο  Αχιλλέα σε κορίτσι  στη Σκύρο, στο αντρικό ξύρισμα του κεφαλιού των κοριτσιών από την νυμφεύτρια στη Σπάρτη τις παραμονές του γάμου τους. Α

Τελειώνω την εισήγηση καταθέτοντας μια βαθειά συγκίνηση για την συναισθηματική έκθεση του αφηγητή – που δεν χαρίζεται σε κανέναν, δεν διστάζει όμως να εξομολογηθεί τα δάκρυά του  μετά την αποκατάσταση της Μελανθώς.

Μια ευγνωμοσύνη από όλους εμάς για τον άνθρωπο που έστησε αυτό το σκηνικό, που επεχείρησε να δικαιώσει την Μελανθώ, που έγραψε με πάθος για το Ομηρικό ζήτημα, που τόλμησε να φανταστεί δημιουργικά και να συνδέσει   ερωτικά το παρόν και το παρελθόν: ένας έρως ειλικρινής που σκαρώνει μύθους συνέδρια, παράθυρα να χτυπούν στοιχειωμένα, αλαφροΐσκιωτους ζωγράφους στα νησιά, αριθμοσοφίες και άλλες επινοήσεις του ανθρώπινου μυαλού για να του ανοίξουν τον δρόμο.


Πόλυ Χατζημανωλάκη
Εισήγηση στην παρουσίαση του βιβλίου, στον πολιτιστικό σύλλογο Ιερά Οδός (Αιγάλεω)
23 Μαίου 2016