Τετάρτη, 4 Οκτωβρίου 2017

Της ανάγνωσης

Της ανάγνωσης 

Κάποια βιβλία είναι σαν σπίτια που με καλούν να τα κατοικήσω. Να μπαίνω με την πρώτη ανάγνωση με δέος ακούγοντας τα σανίδια της σκάλας να τρίζουν στο βήμα μου, να ανοίγω τις πόρτες στα ξένα δωμάτια, να κοιτώ στους τοίχους, μέχρι και τα βαθουλώματα στο κρεβάτι να μπορώ να αγγίξω από αυτόν που κοιμήθηκε, μια ζέστη από την επαφή με το σώμα του που άφησε στα σεντόνια. 

Να βρίσκω μόνη μου τα μυστικά περάσματα, να μαζεύω τα φύλλα από το δάσος που έφερε μέσα ο αέρας, τη μυρωδιά από τα βρύα και την υγρασία – κάποτε και το θαλασσινό αέρα ακούω όταν το σπίτι είναι χτισμένο στις ακτές της Ιρλανδίας – μια γυναίκα με ένα μωρό στην αγκαλιά να εκλιπαρεί έξω από ένα πύργο – σαν το τραγούδι της Κυράς του Ωγκριμ που ακούει εκείνος πίσω από τη σκάλα στους Δουβλινέζους του Τζέημς Τζόυς…Ιστορίες έκθετων παιδιών, δάκρυα, θάνατος, έρωτας πόνος, όλα ανεξιλέωτα να σωριάζονται σαν πέτρες πάνω μου στην πρώτη ανάγνωση. Ξανά και ξανά να πρέπει να περάσω το δάχτυλό μου στη σκόνη, μια γραμμή στα σκεπασμένα έπιπλα, στους θολούς καθρέφτες – πού να τολμήσω να αντικρύσω εκεί αυτούς που με κοιτούν από μέσα.

Εξω τα χωράφια απλώνονται άλλα πράσινα, άλλα οργωμένα, όσο φτάνει το μάτι μου. Παρακολουθώ το υνί να βυθίζεται στο χώμα, σβώλους υγρούς να σκορπίζονται στη διαδρομή, χορταράκια, ζωύφια να χάνουν τις φωλιές τους, αισθάνομαι τις εγχαράξεις εντός, σαν να ανακατεύεται το μέσα με το έξω, φωλιές συγκινήσεων από το παρελθόν, άγνωστα κελαηδήματα, αόρατοι κοκκινολαίμηδες που ήρθαν κάποτε στο παράθυρο των ενοίκων και μια τριανταφυλλιά μια μικρή τρελή που είδα κάποτε στο δρόμο να έχει φυτρώσει στον κήπο και να απλώνει κλαδιά στο σπασμένο τζάμι, να θέλει να μπει.

Γυρίζω τις σελίδες, πάλι και πάλι – εδώ να μείνεις, μείνε ακόμα, ακούω – μια φωνή που γνέφει από βαθιά.. οι ρυτίδες της ξένης ψυχής στο πρόσωπο, οι φλέβες οι χτύποι της καρδιάς, φαντάσματα – μια χώρα των λωτοφάγων είναι κάθε βιβλίο.
Να μείνεις, να μείνεις…

Αρχίζω την ανάγνωση από την αρχή, έχει μπει φως, βλέπω τις ραφές. Τις λάμψεις στο χειρουργικό τραπέζι, τις νεκρές ψυχές που έρχονται να σε φτιάξουν Φρανκεστάιν.

Θα μείνω φυσικά, θα μείνω κι άλλο. Δεν έχω πού αλλού να πάω.

Αγαπημένε μου συγγραφέα, υποκριτή, όμοιέ μου, αδελφέ μου.

Πόλυ Χατζημανωλάκη
Δημοσιεύτηκε στο facebook, στις 4 Οκτωβρίου 2014

Εικόνα: Michele Meisster “Black Thoughts”

Πέμπτη, 28 Σεπτεμβρίου 2017

Χαιρετίσματα από τη Χαλκίδα






Πριν δυο χρόνια ήρθε μια καλησπέρα στο ίνμποξ από τη Χαλκίδα από μια φίλη που δεν έμενε πια εκεί – στη Χαλκίδα έχω πάει με το τραίνο δυο τρεις φορές. Μεγάλη εμμονή είχα με τα τραίνα γιατί είχα διαβάσει τόσα για αυτά στα μυθιστορήματα – αργότερα και στο Σιμενόν - αλλά εκεί που μεγάλωσα δεν είχε, δεν είχα δει. 

Πήγαινα λοιπόν στο Σταθμό Λαρίσης, ένα μικρό σκασιαρχείο στην Τετάρτη Γυμνασίου, έκοβα εισιτήριο και ταξίδευα με το τραίνο για Χαλκίδα. Την διάλεγα γιατί ήταν κοντινή διαδρομή και μπορούσα να επιστρέψω γρήγορα. Κατέβαινα για λίγο, κοίταζα γύρω και επιβιβαζόμουν στο επόμενο της επιστροφής. Τίποτε άλλο. Καμία δόξα, καμιά περιπλάνηση. Μόνο για το τρένο. Εγώ το παιδί της επαρχίας που μόλις είχε έρθει στην πρωτεύουσα, κατάφερνα να φύγω για λίγο από την Αθήνα, να ταξιδέψω μόνη μου και να επιστρέψω χωρίς να το ξέρει κανείς. Αργότερα έμαθα όλα τα άλλα, για τις φυλακές, το Βενετσάνικο Κάστρο, την κνήμη και το τσαρούχι του Γίγαντα – δεν θυμάμαι να είδα ποτέ κανένα Κάστρο.
Τα χαιρετίσματα από τη Χαλκίδα ήταν ένα τραγούδι με στίχους του Γιάννη Σκαρίμπα, ο γλάρος, που με συγκίνησε γιατί συνδεόταν με μια ανάμνηση ενός παππού που αποχαιρετά τη ζωή. Ο Σκαρίμπας μακρινός, απόμακρος. Ένα γεροντάκι που είχα δει στην τηλεόραση κάποτε με τα γυαλιά σαν μεγεθυντικούς φακούς με τίτλους έργων ανυπότακτους, θείο τραγί όχι δεν τον έχω διαβάσει.
Αργότερα διάβασα μια συναρπαστική ανάγνωση του Σάββα Παύλου για τον Μαριάμπα του, τα δέντρα που περπατούν, μια σύγκριση με την προφητεία και το κινούμενο δάσος στον Μακμπέθ και ούτε τότε αξιώθηκα. Είχα πολλά να κάνω φαίνεται δεν ήταν καιρός.

Προχτές ήρθαν στα χέρια μου δυο βιβλία. Δυο μπουκάλια με μηνύματα. Το «Φεύγω αλλά θα ξανάρθω» της Αρχοντούλας Διαβάτη, που ξεκινά με ένα δικό της ταξίδι με ένα πλοίο με γυάλινα πανιά – ένα στίχο του από τη Φαντασία του Γιάννη Σκαρίμπα και ένα τεύχος του Περιοδικού Οροπέδιο, του 2012, με ένα αφιέρωμα στον εξωτικό αυτό άνθρωπο. Το ξωτικό της Χαλκίδας.
Διάβασα κάπου, σε μια εξομολόγηση του Αλέξη Πανσέληνου, εκεί που ανοίγει το εργαστήρι του στον κόσμο, ότι αποφάσισε οριστικά ότι δεν θα διαβάσει τον Μόμπυ Ντικ. Το σκέφτηκα πολύ αυτό. Σαν προσομοίωση θανάτου μου φαίνεται. Να αποφασίσεις ότι δεν πρόκειται να διαβάσεις ποτέ ένα βιβλίο. Ή ένα συγγραφέα.
Δεν μπορώ να το αποδεχτώ αν και για μερικά βιβλία, νομίζω ότι και να μην το λέω έτσι θα γίνει.
Όμως δεν θέλω να μου συμβεί αυτό με τον Σκαρίμπα. Περνάει ο καιρός και όλο και νοιώθω ότι πρόκειται για κάποιον συγγραφέα σπουδαίο. Σαν τον Τζέημς Τζόυς, την Βιρτζίνια Γουλφ, τη Μέλπω Αξιώτη.

Δημοσιεύτηκε στο φέησμπουκ, 28 Σεπτεμβρίου 2014

Πέμπτη, 7 Σεπτεμβρίου 2017

Ο Χορός των Γερανών και ένα νεύμα από το παρελθόν…



Η Κάρεν Μπλίξεν στο "Πέρα από την Αφρική", το υπέροχο αυτό βιβλίο/ χρονικό/ ημερολόγιο, ανάμεσα σε όλα όσα έζησε και ιστορεί για την εποχή που είχε εκείνη τη φάρμα στην Κένυα, περιγράφει και τον χορό των Γερανών. Πώς έρχονται τα πουλιά από ψηλά και χορεύουν στον αέρα και μετά ζευγαρωτά εκτελούν φιγούρες «σαν να τους τραβά με μαγνήτη η γη», ένας υπέροχος χορός που σίγουρα σήμαινε πολλά για τη Δανή συγγραφέα μια και το ίδιο συμβαίνει στην Σκανδιναβική χερσόνησο, μαζεύονται τα πουλιά σε ένα οροπέδιο και εκεί και εκτελούν αυτόν τον τελετουργικό ερωτικό τους χορό, ανά ζεύγη. Και οι άνθρωποι στην Αφρική τον έχουν μιμηθεί αυτό το χορό. 


Είχα βρει μια φωτογραφία δυο γυναικών από την φυλή των Βατούσι, που εμιμούντο τους γερανούς μια και κούρευαν τα μαλλιά τους - τα ξύριζαν ακριβώς στο σχήμα που έχει το σκουφάκι στο κεφάλι του γερανού και με τα χέρια ανοικτά κινούνταν στον ερωτικό χορό του πουλιού για ποιο λόγο ακριβώς, στο πλαίσιο ποιας τελετουργίας δεν γνωρίζω, η αλήθεια είναι ότι τότε που τα έψαχνα αυτά, δεν αναρωτήθηκα γιατί ο νους μου ήταν στον άλλο χορό των γερανών, αυτόν που λέγεται ότι δίδαξε ο Δαίδαλος στους συντρόφους του Θησέα, κατά το μύθο, μπροστά στον Κερατώνα, το βωμό του Απόλλωνα στη Δήλο. Ήταν αυτός ένας χορός, που ακολουθούσε τις «περιελίξεις και τις ανελίξεις» του λαβυρίνθου, έτσι γράφει ο Πλούταρχος και που κάποια εποχή, όχι πολύ μακρινή με είχε απασχολήσει και είχα γράψει ένα άρθρο στο περιοδικό Καμίνι, της σχολικής κοινότητας περιοδικό που διηύθυνε ο Σταύρος Ζουμπουλάκης τότε και που θυμάμαι είχε επαινεθεί – το περιοδικό κυκλοφορούσε και στα βιβλιοπωλεία – από την Μάρω Θεοδοσοπούλου που με άρθρο της στην Εποχή, 4 Ιανουαρίου 199Χ και που υπερηφάνως είχα κρατήσει γιατί θεωρούσα σπουδαίο εκείνο τον έπαινο.


Εκεί λοιπόν και το «Γέρανοι λίθους φέρουσι» από τον Ευστάθιο για τον πώς βρίσκουν το δρόμο σαν Κοντορεβυθούληδες τα πουλιά, και άλλες αναφορές στο χορό του λαβυρίνθου –που ονομαζόταν αλλιώς " χορός των ναυτικών", μια και οι ναυτικκοί κατέβαιναν όταν περνούσαν με τα πλοία τους στη Δήλο, και χόρευαν μπροστά στο βωμό του Απόλλωνα με τον τρόπο που είχαν χορέψει οι σύντροφοι του Θησέα. «Κνώσια ορχήματα αυτοδαή..» επικαλείται ότι γνωρίζει, τον αυτοδίδακτο χορό της Κνωσού δηλαδή, ο ανδρικός χορός των ναυτών στην τραγωδία του Ευριπίδη Ρήσος, που σημαίνει ότι κάτι υπήρχε, μια παράδοση που επαναλαμβανόταν ακολουθώντας το ίχνος του μύθου, του Θησέα και των συντρόφων του.
Υπήρχε και μια φωτογραφία που είχα βρει, πολύτιμη, από ένα αγγείο στην Ιταλία, που αναπαριστούσε αυτον τον χορό των ναυτικών ή του Δαιδάλου, η φωτογραφία από το αγγείο Francois, που είχε την εξωτική ονομασία αυτού που το είχε μελετήσει πρώτος φαντάζομαι, και που την εποχή που δεν είχε διαδοθεί ακόμα το ίντερνετ,σ το βιβλιο της Φρανσουάζ Φροντιζί Ducroux για τον Δαίδαλο και το μύθο του είχα βρει και είχα φωτογραφήσει για το άρθρο μου.

Δεν διανοήθηκα ποτέ – τις μελέτες για το λαβύρινθο και τους χορούς του τις έχω αφήσει κατά μέρος, τώρα κοιτώ τις μεταφορές στις πόλεις, τις αναλογίες με τα σπλάχνα στο έργο του Σελίν και του Πωλ Ώστερ ακόμα και στο βιβλίο της δικής μας Ρέας Γαλανάκη το είχα συναντήσει, στην Άκρα ταπείνωση, οτι θα υπήρχε περίπτωση στη ζωή μου, να δω ποτέ το αγγείο Francois με τα μάτια μου, όχι δεν το περίμενα. Χτες τη νύχτα λοιπον, ξαγρυπνωντας στο φέησμπουκ και διαβάζοντας για την συναυλία του Σαββόπουλου και τι συνέβη στο Καλλιμάρμαρο, είδα ένα φιλμάκι με το άνοιγμα του κουτιού μπροστά στον κ. Σταμπολίδη, για την έκθεση αυτού του συγκεκριμένου αγγείου, του βασιλιά των αγγείων όπως έγραφε στο Μουσείο Κυκλαδικής Τέχνης. Δεν βρίσκω το κείμενο του άρθρου μου, αλλά τα βασικά σημεία τα θυμήθηκα χτες το βράδυ, ενεργοποιήθηκε η μνήμη σιγά σιγά σαν να έγνεφε η εικόνα των ζευγαριών πιασμένα από το χέρι που χόρευαν από το παρελθόν. Στις λήψεις για το βιντεάκι με τον κύριο Σταμπολίδη που παρακολουθεί το άνοιγμα και την τοποθέτηση του αγγείου σε προθήκη δεν φαινόταν η συγκεκριμένη σκηνή, το έβλεπα όμως με τη φαντασία μου και έχασα πάλι τον ύπνο μου. Φεύγουμε σπόψε για διακοπές και δεν προλαβαίνω να πάω σήμερα στο Μουσείο Κυκλαδικής τέχνης. Ελπίζω να το προλάβω επιστρέφοντας, και να επιτρέπεται να το φωτογραφίσω γιατί έχω πικράν πείρα από το Μουσείο της Ελεύθερνας που διευθύνει επίσης ο κύριος Σταμπολίδης και όπου δεν επιτρεπόταν η φωτογράφηση για όποιους λόγους που ούτε θυμάμαι ούτε αποδέχομαι…


Στο διαδίκτυο βρήκα μια φωτογραφία όπου κουρεύουν τα κορίτσια στη Ρουάντα, στο σχήμα του σκουφιού του γερανού, Αν βρω το Καμίνι, θα φωτογραφίσω την εικόνα του ίδιου του χορού, με τα χέρια τους ανοιχτα, σαν φτερά, αντικριστά…

Τετάρτη, 30 Αυγούστου 2017

Η μικρή μας πόλη, άλλη μια φορά: "κύριε Γουάιλντερ..."



Είχα μια απορία από παλιά: τι το τόσο ξεχωριστό είχε η Μικρή μας Πόλη του Θόρντον Γουάλντερ που έκανε τον Δημήτρη Χατζή όχι μόνο να παραπέμπει σε αυτήν με τον τίτλο της σχεδόν ομώνυμης συλλογής του - τι άλλο από πνευματική οφειλή στον Γουάιλντερ είναι η ονομασία το Τέλος της Μικρής μας Πόλης; Υπάρχουν και άλλες ευθείες αναφορές σε διηγήματα της συλλογής - σίγουρα στον Ντετέκτιβ - που φανερώνουν πως ο Χατζής συνομιλεί φανερά και κρυφά με τον Αμερικανό ομόλογό του, αντιπαραθέτοντας τις δύο πόλεις.
Γράφοντας σιγά σιγά αυτό το κείμενο, σκέπτομαι ότι χωρίς να γνωρίζω – να έχω διαβάσει ή να έχω δει μέχρι τώρα το έργο του Γουάιλντερ – είχα δημιουργήσει ένα περίγραμμα, από τις αναφορές του Χατζή, ένα χνάρι χωρίς συγκεκριμένο μύθο μιας πόλης πρότυπο, όμοιας και διαφορετικής με τη «Μικρή Πόλη».
Η μια ήταν κάπως σαν τα φανταστικά Γιάννενα την άλλη δεν την είχα ακόμα τοποθετήσει στη Νέα Αγγλία, κάπου στην Αμερική θα ήταν…
Ένα περίγραμμα κενό όμως, μια δική μου οφειλή που ήθελα κάποτε να εξοφληθεί.
Είχα λοιπόν την ευκαιρία σήμερα να παρακολουθήσω στο youtube το θεατρικό του Θόρντον Γουάιλντερ από το Θέατρο της Δευτέρας στην ΕΡΤ, σε μετάφραση του Μίνου Βολανάκη. Η παράσταση ήταν από πολύ παλιά, το 1978 και έτσι τελειώνει η μέρα μου – αρχίζει το βράδυ – με ένα αίσθημα μεγάλης ικανοποίησης και πληρότητας. Ίσως και ένα ερώτημα που σιγά σιγά θα απαντιέται για τη σχέση των δυο έργων – πιστεύω ότι πολλοί άλλοι θα έχουν ασχοληθεί και δεν είναι αυτό που με απασχολεί τώρα. Μια αίσθηση αιωνιότητας και μεταβολής, η εξαφάνιση του παλιού, το τέλος που έρχεται στην πόλη στο έργο του Χατζή, το εφήμερο στη ζωή των ανθρώπων σε σχέση με αυτό που μετρά, την αιωνιότητα στο έργο του Γουάιλντερ. Κάπως έτσι. Θέλω σε κάθε περίπτωση να μοιραστώ την ευωχία από την παρακολούθηση ενός έργου που προσπαθεί να περιλάβει την ολότητα μιας κοινότητας, τους ρυθμούς και τους ανθρώπους της, την ιστορία της, τα πάθη και τις ματαιώσεις τους σε μια κλίμακα καθημερινότητας και αιωνιότητας και αισθάνομαι ότι το πετυχαίνει.
Στις φωτογραφίες εικόνες του κοιμητηρίου από διάφορες παλαιότερες και νεότερες παραστάσεις του έργου
Για όποιον ενδιαφέρεται το λινκ του έργου: https://www.youtube.com/watch?v=r1JWLDnOfhE


Δημοσιεύτηκε στο φέησμπουκ, 30/8/2015

Παρασκευή, 7 Ιουλίου 2017

Survivor…διότι ὁ Φτίκας καὶ ὁ Σοροκᾶς εἶχον μπουλούκια, ἦσαν σχεδὸν πολεμάρχαι.




Κοίτα να δεις που έχω ψωνίσει από το φούρνο του Ντάνου και έβαζα βενζίνη από την ECO στον δρόμο που συνδέει την Σκιάθο με τις Κουκουναριές. Δυστυχώς δεν άντεξα να δω πάνω από δυο λεπτά κανένα επεισόδιο του Survivor γιατί ένιωθα μια φρικτή βαρεμάρα για τα τεκταινόμενα. Μια φορά μάλιστα που πέρασα από εκεί με το τελεκοντρόλ είδα να σηκώνει κάποιος το καπάκι ενός δίσκου και να δείχνει ένα χάμπουργκερ από τα Goodies, σαν να πρόκειται για τον πολυτιμότερο θησαυρό του κόσμου και συνειδητοποίησα ότι δεν έκανε κανείς πλάκα, ότι όλη αυτήν την ιστορία την έπαιρναν στα σοβαρά.
Οι εικόνες των ηλιοκαμένων, ρωμαλέων, αθλητικών ηρώων – η εμφάνιση πράγματι σε προδιέθετε για κάτι εξωτικό, ονειρεμένο – Χάρισον Φόρντ στα ίχνη της χαμένης κιβωτού και βάλε, το διακύβευμα όμως σε προσγείωνε  αναντίστοιχα, όχι βέβαια το έπαθλο από ότι κατάλαβα στο τέλος. Τα ριάλιτι σόου όμως και ο μεγάλος αδελφός είχαν μπει από δεκαετίες στη ζωή μας και από τις κλειστές βίλλες στα Μεσόγεια της Αττικής μεταφέρθηκαν ήταν καιρός φαίνεται και στις εξωτικές παραλίες του Άγιου Δομίνικου. Στο « Ο αριθμός 11» ο Jonathan Coe αφιερώνει πολλές σελίδες στα πάθη μιας ηρωίδας που μπλέκεται στα γρανάζια ενός τέτοιου ριάλιτι και την καταστροφή της ιδιωτικής της ζωής μετά. 


Τι πάθος, τι συγκίνηση, τι δάκρυ, τι αίσθημα για μια τυρόπιττα, τι μίσος, τι αγάπη, τι πλήθος οπαδών. Το συμπάθησα πολύ βέβαια  το παλικάρι που κέρδισε. Το έβλεπα σε ένα βιντεάκι με την τελετή λήξης και ξεχνούσα το διακύβευμα. Θρησκευτική πίστη, ομορφιά, παράστημα, απλότητα, και ήταν από την Σκιάθο – εκεί μπερδεύτηκα, χτύπημα κάτω από τη μέση.

Άκου Σκιάθο… και δάσκαλος Σκι και Τάε Κβον Ντο το χειμώνα. Με ποιον ήρωα Παπαδιαμαντικού διηγήματος να μοιάζει ο Ντάνος; Γιατί οπωσδήποτε κάποιος πρόγονός του, θα είχε εμπνεύσει τον κυρ Αλέξανδρο. Ο συνέταιρός του στο βενζινάδικο λέγεται Παναγιώτης Μυγδαλάκης και θα ήταν πιθανότατα συγγενής του Ιωάννη Μυγδαλάκη που παντρεύτηκε τη Μαρία το Πετρί στο Αγάπη στον κρεμνό. Φωτογραφίες τους είχα δει στο Μουσείο Παπαδιαμάντη. Τόσες αρετές που θυμίζει το Νίκο, τον ναυτικό στο Καμίνι, αυτόν που χάρισε το Κοχύλι με την θεσπέσια μουσική στην Τσούλα, την ηρωίδα και την έσωσε με μεταξωτή ανεμόσκαλα. Μοιάζει και με τον Μαθιό λίγο στην νοσταλγό, έτσι που τον περιγράφει το διήγημα να φαίνεται μεγαλύτερος από την ηλικία του μὲ τοὺς πυκνοὺς ἤδη
ἰούλους τοῦ καστανοῦ γενείου καὶ τοῦ μύστακος.
Και βέβαια όλη η κομπανία των μαχητών θυμίζει τις μάχες για το σταυρό στα Φώτα, τις συγκρούσεις και τα ατυχήματα όπως περιγράφονται στον Σημαδιακό με τις ομάδες των μαγκών.
Δύο ἦσαν οἱ ἥρωες τῆς ἡμέρας· ὁ Φτίκας καὶ ὁ Σοροκᾶς. Οὗτοι διηγωνίζοντο κατ᾽ ἔτος περὶ τοῦ γέρατος.
Καὶ ἔφερον πασίδηλα τὰ ἴχνη τῆς μακροετοῦς ταύτης πάλης. Ὁ μὲν Φτίκας εἶχεν ἑπτὰ δακτύλους εἰς τὰς δύο χεῖράς του, ὁ δὲ Σοροκᾶς ἕνα ὀφθαλμὸν ὀλιγώτερον τῶν πολλῶν ἀνθρώπων.
Δωδεκὰς λέμβων ἵστατο πλησίον τῆς ἀποβάθρας. Αὗται περιεῖχον τὸ πλήρωμα τῶν δύο μπουλουκίων· διότι ὁ Φτίκας καὶ ὁ Σοροκᾶς εἶχον μπουλούκια, ἦσαν σχεδὸν πολεμάρχαι.

Τρίτη, 4 Ιουλίου 2017

«Ἡ καρδιά μου εἶναι στὰ Ψηλώματα, ἡ καρδιά μου δὲν εἶν᾽ ἐδῶ

H Ναν Σέφερντ σε νεαρή ηλικία


                                                ...καὶ ἐνθυμούμην κάποτε τὸν στίχον τοῦ Σκώτου ἀοιδοῦ: 
«Ἡ καρδιά μου εἶναι στὰ Ψηλώματα, ἡ καρδιά μου δὲν εἶν᾽ ἐδῶ»
Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, "Αμαρτίας φάντασμα" 


Χτες το βράδυ έπαιξα λίγο με τη δυνατότητα να κατεβάσω δωρεάν – το pdf – από το πόνημα της σπουδαίας αλλά όχι τόσο γνωστής Σκωτζέζας ποιήτριας της Ναν Σέφερντ. Ούτε στην Μεγάλη Βρετανία είναι ιδιαίτερα γνωστή παρά το ότι δίδασκε σε ένα κολέγιο  του Αμπερντήν - είχε αποφοιτήσει από το Πανεπιστήμιο του Αμπερντήν  το οποίο αποφάσισε κάποια στιγμή να εκδώσει το 1977  το στοχαστικό της κείμενο – “the living mountain” –  εκατό σελιδούλες όλες κι όλες, σαράντα χρόνια μετά που το έγραψε και το κρατούσε στο συρτάρι της. Η Σέφερντ έζησε άλλα τέσσερα χρόνια, πέθανε δηλαδή το 1981 και ακόμα και τότε συνέχισε τις ορειβασίες στα όρη Cairngorms.
Το βιβλίο από την αφάνεια έγινε αίφνης διάσημο και τούτο όταν το ανακάλυψε ο Ρόμπερτ Μακφάρλαν εταίρος του Εμμάνιουελ Κόλετζ του Καίμπριτζ και της Βασιλικής Εταιρείας Λογοτεχνίας, πεζοπόρος, ορειβάτης ο ίδιος που τον βρήκα χάρη σε μια ομιλία του για τον Sebald και έκτοτε τον παρακολουθώ με προσοχή, σεβασμό και θαυμασμό σε κείμενα και παρεμβάσεις, ομιλίες στο youtube στην αρχή και κατόπιν στο twitter.
Ο Ρόμπερτ Μακ Φάρλαν στα ίχνη της Ναν Σέφερντ - στα Cairngorms
Ο Μακφάρλαν λοιπόν λέει πως το γεγονός ότι ανακάλυψε την Σέφερντ του άλλαξε τη ζωή. Ο τρόπος της να περιδιαβαίνει τα βουνά, χωρίς σκοπό, σαν το βουνό να είναι σύντροφος θα το έλεγα εγώ γυναικείος τρόπος, χωρίς στόχο να φτάσει στην κορυφή. Η Σέφερντ «ζούσε» στο βουνό και έγραφε για μια σωματική εμπειρία της ορειβασίας. Η διαφορά της από τους άλλους ήταν αυτό το σωματικό, το μη-  εγκεφαλικό που είχε στο πώς περιέγραφε την εμπειρία της αλλά και τους στοχασμούς της.


Αυτό που είναι βέβαιο είναι ότι από τη μια το φράγμα της γλώσσας, όχι επειδή πρόκειται για τα αγγλικά αλλά γιατί η εμπειρία του βουνού οδηγεί τη γλώσσα σε άλλα όρια που συνδέονται με αυτά τα ξεχωριστά που νιώθουν οι ορειβάτες, αυτοί που μοχθούν, που τους καίει ο ήλιος το πρόσωπο, που βγάζουν φουσκάλες και αντέχουν τον πόνο, που τους κόβεται η αναπνοή – πολλά από αυτά έχω οριακά νιώσει κυρίως όμως έχω  ακούσει τον Μακφάρλαν παλιά να αφηγείται και που ο ξένος με το βουνό αnaγνώστης μεταλαμβάνει, δεν ξέρω πόσο μπορεί να το καταφέρει όμως, αν δεν έχει την ανάλογη εμπειρία.
Ωστόσο αυτό  είναι ο εξανθρωπισμός. Να οικειωθούμε λίγο, έστω με τη φαντασία μας την εμπειρία του άλλου…

Ξέρω ότι στο τέλος θα το παραγγείλω το βιβλίο.




Απλά μέχρι τότε παρατείνω την προσμονή και σκέπτομαι άλλα, ανάλογα δικά μας που έχω διαβάσει, τις μακρές πεζοπορίες του Αλ. Παπαδιαμάντη για την Πεποικιλμένη, ή της Χαδούλας που έτρεχε άνω κάτω στα κατσάβραχα κυνηγημένη, ή άλλες εμπειρίες ποιητών δικών μας, προσφάτως στο Λιθοξόο του Μανόλη Πρατικάκη βρήκα ένα προσωπικό χρονικό εκπληκτικής σχέσης και απεικόνισης ενός κοσμικού οράματος στη νήσο Χρυσή, στο έρημο Γαϊδουρονήσι νότια της Κρήτης, ή η εμπειρία με τον αετό του Λουκά Κούσουλα στον Παρνασσό που θυμίζει τον αετό που είδε ο Μακφάρλαν στα Cairngorms. Αυτός ο κόσμος ο μικρός ο μέγας και αυτό που έχει σημασία είναι η ψυχή του ανθρώπου τελικά, με ποιους τρόπους βρίσκει το διπλό της έξω στην φύση στον κόσμο και πώς ασκείται η γλώσσα, πώς σμιλεύεται για να δίνει λέξεις, λέξεις ιδιαίτερες να αντηχούν αυτόν τον θαυμασμό της αναγνώρισης που είναι η ποίηση…  

Τρίτη, 13 Ιουνίου 2017

Ο ήχος του χορταριού που μεγαλώνει, η άλλη άκρη της σιωπής και ένας Sebald με χιούμορ (ποιος ήταν ο πιτσιρίκος με τα ξανθά μαλλιά στο εξώφυλλο του Άουστερλιτς)


Έχω ένα φάκελο στον υπολογιστή μου που κρατώ τα κείμενα του James Wood. Είχα διαβάσει κάποτε κάτι που έγραψε για τον Sebald και από τότε όποτε βρω κάτι δικό του αποθηκεύω για το μέλλον έχοντας εμπιστοσύνη στην κρίση του και προσδοκώντας τις ηδονές που ένα διαυγές πνεύμα κριτικού μπορεί να προσφέρει στον αναγνώστη, οδηγώντας τον σε νέους και γνωστούς δρόμους όταν πρόκειται για αγαπημένο συγγραφέα.
Δεν πρόσεξα ότι το πρόσφατο κείμενο που κυκλοφορούσε στο Νew Yorker ήταν δικό του, αυτό όπου εμφανίζεται υποτίθεται μια άλλη πλευρά του Sebald αυτή του “humorist”. Eγκατέλειψα μετά την πρώτη παράγραφο κάπως εκνευρισμένη μια και τραβούσε από τα μαλλιά την ιδέα του χιούμορ, του αυτονόητου κατά την άποψή μου ζεμπαλντικού φλέγματος, προσπαθώντας να βγάλει από τη μύγα ξίγκι… σήμερα αποφάσισα, επειδή είδα ότι ήταν ο James Wood αυτός που το έγραψε, μου το έστειλε και η καλή μου φίλη Χρύσα στο μέηλ μια και εκείνη είναι βαθιά χωμένη στις επιμέλειες – ανάμεσα σε αυτές και του δικού μου πονήματος – και δεν προλαβαίνει να το διαβάσω τουλάχιστον εγώ…
Αφού ξεπέρασα τις πρώτες παραγράφους που προσπαθούσαν να δικαιολογήσουν τον τίτλο, διαπίστωσα ότι το δοκίμιο εξελίχθηκε σε ένα αξιοπρεπέστατο κείμενο για τον Sebald και την ερημία όπως την προσλαμβάνει και την επιβάλλει με το βλέμμα του παντού, μια όμορφη αναφορά στον Ρολάν Μπάρτ και τις ιδέες του για τη φωτογραφία αλλά κυρίως ένα εύρημα για εμάς του Sebaldικούς, ποιος ήταν δηλαδή ο πιτσιρίκος με τα ξανθά μαλλιά, ο Άουστερλιτς σε παιδική ηλικία, που προβλημάτισε πολλούς μια και ο Άουστερλιτς είναι μυθιστορηματικός ήρωας και ο πιτσιρίκος πραγματικός. Μέχρι και την ιδέα ότι ο μικρούλης ήταν ο ίδιος ο Sebald είχε σκεφτεί η Ολβία όταν διάβασε το βιβλίο στα ελληνικά μετά από δική μου προτροπή να γνωρίσει το Sebald. Όχι λοιπόν, ο μικρούλης είναι «ο κανένας», μια καρτ ποστάλ που βρήκε ο Wood στο αρχείο του συγγραφέως, αποκαλύπτει το γεγονός. Stockbridge, 30p – «Μια τοποθεσία και μια τιμή και τίποτε άλλο», στο πίσω μέρος…
Πριν κλείσω αυτό το μικρό σημείωμα αναφέροντας τον εναλλακτικό τίτλο του άρθρου, δεν μπορώ να αποφύγω το συνειρμό για την σιωπή που κάνει ο Sebald αλλά και ο Wood: «Πρέπει να πάμε εκεί», γράφει ο Sebald, στο παρελθόν, να βρούμε τόπους και ανθρώπους που έχουν κάποια σχέση με μας, στην άλλη άκρη του χρόνου τρόπον τινα»
Και συμπληρώνει ο Wood ανακαλώντας ένα περίφημο απόσπασμα από το «Middlemarch» της George Eliot, όπου λέει ότι αν ήμασταν αλήθεια ανοιχτοί στον πόνο του κόσμου θα ήταν σαν να ακούγαμε το γρασίδι να μεγαλώνει και την καρδιά του σκίουρου να χτυπά και θα πεθαίναμε από αυτό το βουητό που ακούγεται στην άλλη άκρη της σιωπής. Και καταλήγει μιλώντας πάλι για τον Sebald που επισκέφτηκε την άλλη άκρη του χρόνου, την άλλη άκρη της σιωπής.
«Η άλλη άκρη της σιωπής» είναι ο τίτλος που επελέγη για την επανεμφάνιση του κειμένου στην εφημερίδα στις 12 Ιουνίου και δεν μπορεί να μην αναρωτηθεί ο καλοπροαίρετος αναγνώστης γιατί συνέβη το πρώτο ολίσθημα; Ποιος είχε την ιδέα; Ο συγγραφέας του άρθρου ή το περιοδικό; Υποθέτω ένας πιασάρικος Sebald θα τραβούσε περισσότερους αναγνώστες, αφού ο αυθεντικός Sebald εννοείται δεν πουλάει ως έχει παρά το ότι είναι διάσημος Θυμάμαι ότι τους Ξεριζωμένους, που κατά τον Wood και ίσως και τον Sebald είναι το καλύτερο βιβλίο του, τον είχα αγοράσει 4 ευρώ σκοτωμένο από τις προσφορές τις Πολιτείας.

ΥΓ Το "χαρχάλεμα" τον ήχο του χορταριού που μεγαλώνει τον έχει περιγράψει και ο Λέον Τολστόι στην Άννα Καρένινα:
“Σε στιγμές απόλυτης ησυχίας ακουγότανε το χαρχάλεμα των περσινών φύλλων που αναδεύονταν καθως έλιωνε το χώμα και φύτρωνε το χορτάρι...
Για δες εκεί! Μπορείς να ακούσεις και να δεις πώς φυτρώνει το χορτάρι! Ειπε μέσα του ο Λεβιν παρατηρώντας ένα υγρό φύλλο λεύκας που αναδεύτηκε σπρωγμένο από μια λόγχη χόρτου που ξεμυτισε εκείνη την ώρα...” 


Το κείμενο του Wood επίσης εδώ: http://www.newyorker.com/magazine/2017/06/05/w-g-sebald-humorist

δημοσιεύτηκε στο facebook στις 12 Ιουνίου 2016, εδώ:https://www.facebook.com/photo.php?fbid=10209421345906104&set=a.1034591020546.2006376.1098545765&type=3&theater