Τρίτη, 11 Αυγούστου 2020

Το σχοίνισμα του Ομήρου

 

Ανακάλυψα ενα εξαιρετικό αρχείο ηχογραφήσεων στο youtube, όπως αφήνω το χρόνο να δράσει στον σπασμένο μου ώμο. Το πιο πρόσφατο είναι η δημόσια ηχογράφηση της Ιλιάδας στο Εθνικό το 2011. Δεν ξέρω αν θα την ακούσω ολόκληρη, άρχισα από την Ραψωδία Ν, με τη Μάγια Λυμπεροπούλου, που διαβάζει τη μετάφραση του Δ. Μαρωνίτη. Δεν είναι η πρώτη φορά που επιβεβαιώνω ότι ο ήχος, η φωνή χτίζουν καμπαναριά, αποδίδουν με εκπληκτικό τρόπο τις τρεις διαστάσεις. Αφέθηκα στην απόλαυση και στο νοερο ταξίδι με τον Ποσειδώνα, από τη Σαμοθράκη με το ολόχρυσο άρμα του, με τα δελφίνια να χοροπηδούν γύρω του, τις σκηνές της μάχης όπου η ευγένεια και η χάρη της φωνής της σπουδαίας κυρίας Λυμπεροπούλου εξισορροπούσαν τη φρίκη των περιγραφών με τα κομμένα κεφάλια στη σκόνη και δεν θα ανέτρεχα, άρρωστη όπως είμαι στο πρωτότυπο παρά όταν άκουσα κάπου τη λέξη "φιλότιμο" αυτήν την σπουδαία ελληνική λεξη που χρησιμοποίησε ο πρόεδρος Ομπάμα όταν ήρθε στη χώρα μας, να λέγεται από τον Ποσειδώνα όταν είχε πάρει τη μορφή του μάντη Κάλχαντα για να εμψυχώσει τους Αργείους. Μα δεν είναι δυνατόν να μην θελήσω να εξακριβώσω τι μετέφρασε ως φιλότιμο ο Δημήτρης Μαρωνίτης. Πίσω στο πρωτότυπο λοιπον και ανευρέθη," αιδώς και νέμεσις " στο στ.ω120. Το σημειώνω λοιπόν εδώ και αναλογιζόμουν τη δύναμη της αυθεντίας και τη δημιουργικότητα που προεκτείνει τις έννοιες και τις αποχρώσεις μιας έννοιας από την αρχαϊκή εποχή ως σήμερα και πιστεύω καταφέρνει να την αποδώσει όπως θα διαμορφωνόταν στο μέλλον, τι κουμπιά πατούσε ο Κάλχας/Ποσειδών στην ψυχοσύνθεση των πολεμιστών που αργότερα πολύ αργότερα κάποιοι θα αναγνώριζαν σαν ψυχική ταυτότητα...

Και κάτι ακόμη κλείνοντας το θέμα των λέξεων, της απόδοσης της αναζήτησης ιχνών. Κάποια στιγμή, ο Ποσειδώνας/ Κάλχας, όταν τελειώνει αυτά που έχει να πει, μεταμορφώνεται σε γεράκι, στο στ.63 και εφορμά πετώντας, όπως όταν σηκώνεται από έναν απότομο ψηλό βράχο και πηδά στην πεδιάδα πάνω σε ένα άλλο πουλί. "αιγίλιπος πέτρης" είναι η γενική του απότομου βράχου, είχα πια το πρωτότυπο δίπλα μου, και τι παράξενη λέξη που θυμίζει αιγίδα, για το απότομος και πρόθυμοι οι σχολιαστές του 18ου αιώνα στη google, εξηγούν ότι ούτε οι κατσίκες δεν τον πλησιάζουν, τόσο απόκρημνος είναι. Τόσο σημαντικά δηλαδή τα πάθη του γιδοβοσκού, που έχασε την κατσίκα του γιατί τόλμησε να ανέβη στο βράχο εκείνο, και ναι το Όνειρο στο κύμα και η Γλυκοφιλούσα με τη σωτηρία ή το σχοίνισμα των αιγών είναι ακόμα "του Ομήρου" , ένας κόσμος που διεκδικεί το μερίδιό του στον Παπαδιαμάντη

Εικόνα: Γιδοβοσκός, 1862 Van Gogh

Πόλυ Χατζημανωλάκη


Αναρτήθηκε στο facebook στις 11/08/2017

Δευτέρα, 27 Απριλίου 2020

Αγαθέ παράδοξε Θρακιώτη αδελφέ μου... Μοσκώβ - Σελήμ ο Σημαδιακός

Εδώ και ενάμιση χρόνο, χωρίς έντονη προσπάθεια αλλά καταγράφοντας σχεδόν ημερολογιακά τις περιπτώσεις που συναντώ και αναρτώντας μικρά σημειώματα στο φεησμπουκ και κάποτε και στο μπλογκ μου Πινακίδες από κερί ακολουθώ δύο βασικές διαδρομές.

Η πρώτη, έχοντας ξεκινήσει από τον Σημαδιακό του Παπαδιαμάντη και κατασκευάζοντας Το λεύκωμα των Αταίριαστων και Χρυσομιληγγάτων (Μανώλης Προυσαλής, Σταμάτης στα Ρόδινα ακρογιάλια, Μαίριλιν Μονρόε, Αούστερλιτς του Ζέμπαλτ, Χάρι Πότερ, Η Τατιάνα και ο πριγκιπας Ονιέγκιν του Πούσκιν, η Σούλα της Τόνι Μόρισον και άλλοι και άλλοι) και η  δεύτερη επιχειρώντας μια πρωτότυπη ανάγνωση του έργου του Βιζυηνού και προσπαθώντας να δω κατά πόσον πρόκειται για μια αποστολή Μεγάλου Έργου. Μια ανάγνωση του προσωπικού μύθου του Βιζυηνού  την αλχημική αναζήτηση στη ζωή και το έργο του - που στην περίπτωσή αυτή ήταν ματαιωμένη και που αναγνωρίζεται φανερά με την επιχείρηση του ορυχείου σιδήρου στο Σαμάκοβο της Ανατολικής Θράκης.  

Κάθε φορά που γράφω κάτι σχετικά, κάνω μια εισαγωγή του τι ψάχνω για να είναι αυτοτελή τα κείμενα αν τύχει και τα διαβάσει κάποιος πρώτη φορά. Επαναλαμβάνομαι λοιπόν, αλλά θεωρώ ότι είναι απαραίτητο για την επικοινωνία εδώ. Και όταν/αν έλθει το πλήρωμα του χρόνο και βάλω κάποια στιγμή μια τελεία σε αυτές τις δουλειές, θα έλθει και  η ώρα της κοπτοραπτικής και ελπίζω να αποτελέσουν τα σημειώματα αυτά τη βάση για δυο χωριστά πονήματα.

Παρά το γεγονός ότι πρόκειται για δυο διαφορετικά μονοπάτια που το  καθένα έχει τη δική του δυναμική και στο μυαλό μου ήταν εντελώς διακριτά, πιστεύω πως χτες βρέθηκα σε μια περιοχή που αυτές οι δυο διαδρομές συγκλίνουν, συγκλίνουν συγκλονιστικά θα έλεγα. Πώς το σημάδι, αυτός ο χαρακτηρισμός του που κάνει τον ήρωα να ξεχωρίζει και τον τοποθετεί τραγικά στο περιθώριο, στα όρια της συνήθους κοινωνικής συνθήκης, να μην ταιριάζει αλλά και να λάμπει, να είναι χρυσός, ξανθός, χρυσομιληγγάτος, μπορεί να εμφανιστεί σαν να έχει χάσει τη δύναμή του ή σαν κάτι που ο ήρωας το διεκδικεί αλλά δεν το φτάνει ποτέ. Μπορεί δηλαδή το σημάδι να είναι παράσημο, να είναι χρίσμα, αλχημικό σύμβολο και ο ήρωας να μην το αξιώνεται ενώ τόσο το επιθυμεί και το αξίζει. 



Μια τέτοια σύγκλιση συνέβη με το Μοσκώβ - Σελήμ, το τελευταίο διήγημα του Γ. Βιζυηνού που βρέθηκε αδημοσίευτο στο φρενοκομείο από τους φίλους του στο φρενοκομείο όπου ήταν έγκλειστος ο συγγραφέας. Ένα ιστορικό γεγονός που αναφέρει το διήγημα, η πραξικοπηματική ανατροπή της δυναστείας των Battenberg στη Βουλγαρία το 1886, τοποθετεί τη συγγραφή του μετά από αυτήν την ημερομηνία, οπωσδήποτε. Αυτήν την εποχή της καραντίνας είχα την ευκαιρία να επαληθεύσω ότι ο Αλέξανδρος Battenberg ήταν ο αδελφός του Louis Battenberg πατρός, της πριγκίπισσας Αλίκης και του λόρδου Μαουνμπάτεν, μητέρας και θείου αντιστοίχως του σημερινού Δούκα του Εδιμβούργου Φίλιππου - που ιστορίες από τη ζωής τους και τις περιπέτειές τους είδα προσφάτως στην τηλεοπτική σειρά το Στέμμα. 

Ο Μοσκώβ Σελήμ λοιπόν είναι ένας σαλός κατά τον περίγυρό του Τούρκος, που κατοικεί στην Ανατολική Θράκη και που ο αφηγητής έφιππος και με συνοδεία συναντά κατά τη διάρκεια μιας επίσκεψης στην περιοχή. Η αφορμή της επίσκεψης στην πολίχνη Β. είναι η αναψυχή - ήθελον ενδιατρίψει χάριν αναψυχής και αναπαύσεως από εργασιών, αίτινες  από τινος είχον ενασχολήσει τόσω πολύ το πνεύμα μου, ώστε ούτε ύπνον ήσυχον δεν μ΄επέτρεπον"  Θαρρώ πως είναι προφανές ότι πρόκειται για τις εργασίες στο ορυχείο του σιδήρου στο Σαμάκοβο που βρίσκεται ούτως ή άλλως σε εκείνη την περιοχή. Μια συνάντηση με έναν "παράδοξον" Τούρκον του οποίου τα πάθη και τις περιπέτειες αναλαμβάνει να συγγράψει, με τέτοια θεατρικότητα, όπως ακριβώς εκείνος του τις αφηγείται.
Και γιατί να αποφασίσει να περιγράψει τις περιπέτειες και τις αρετές ενός Τούρκου και όχι ενός Χριστιανού; 

Στην αρχή του διηγήματος, ζητεί κατανόησιν, συγχώρεσιν,  από τον αναγνώστη του που προτιμά να μιλήσει για ένα Τούρκον και όχι για ένα Χριστιανό. Γιατί άραγε. Ο Τούρκος αυτός, υφίσταται τα πάνδεινα από ότι φαίνεται από τους ομοίους του, στερείται την πατρική αγάπη, τον κλείνει η μητέρα του για να καλύψει τα δικά της συναισθηματικά κενά στο χαρέμι και τον μεγαλώνει σαν κορίτσι, ανδραγαθεί χωρίς αναγνώριση τρεις φορές σε Τουρκορωσικούς πολέμους - ξεκινώντας από τον Κριμαικό πόλεμο - χάνει τη γυναίκα του και τα παιδιά του, αιχμαλωτίζεται από τον εχθρό και μόνο τότε τον αντιμετωπίζουν με αγάπη και καλοσύνη. Σε όλη του του ζωή αδικείται με τον πιο σκληρό τρόπο από τους ομοίους του, την οικογένεια και τον Σουλτάνο - και μόνο ως αιχμάλωτος του εχθρού έχει ανθρώπινη και τρυφερή μεταχείριση.
Ο εχθρός είναι δηλαδή καλύτερος από τον ομοεθνή, ο οποίος για τα παιδιά του επιφυλάσσει τη χειρότερη μοίρα, την αδικία, τα βάσανα, την πείνα και το θάνατο.
Πώς να το διηγηθεις αυτό για ένα Χριστιανό; 

Έχω την αίσθηση ότι αυτά που γράφονται στο διήγημα, γράφονται όπως λέει και η λαική παροιμία για τη νύφη για να τα ακούει η πεθερά. Ο Μοσκώβ - Σελήμ είναι το υποκατάστατο του Χριστιανού που δεν μπορεί να βρει χαϊρι στην πατρίδα του, είναι το alter ego του ίδιου του Βιζυηνού, που τον θεωρούν τρελό αλλά δεν είναι και με με μια μεγάλη αλληγορία αφηγείται τα πάθη του και το ότι δεν αναγνωρίστηκε από τοςυ ομοεθνείς του η αξία του, δεν βρήκε θέση στο πανεπιστήμιο ενώ είχε λαμπρές σπουδές στην Γερμανία, διδακτορική διατριβή και υφηγεσία.  Μια αφήγηση στον απόηχο μιας αλχημικής αποτυχίας που δεν τον αφήνει να κοιμηθεί. Ένας Τούρκος προδομένος από τους ομοεθνείς του και τον Σουλτάνο, κάτι πιο εύκολο να μιλήσεις γιαυτό από οτι ένας έλληνας προδομένος, όπως προσελάμβανε τον εαυτό του. 

Ο Μοσκώβ Σελήμ, λοιπόν, ένας άνθρωπος αταίριαστος στα όρια του έθνους του - και στα όρια του φύλου του όπως γράφει στο τέλος του διηγήματος ο συγγραφέας. Το γεγονός ότι η μητέρα του τον μεγάλωσε στο χαρέμι σαν κορίτσι, τον έκανε ευαίσθητο στο να καταλαβαίνει την άλλη πλευρά, να μπαίνει στη θέση του άλλου. Αυτό λοιπόν, το άλλο, το αλλόκοτο έως κωμικό για τους άλλους είναι που ενσαρκώνει ο Μοσκώβ Σελήμ. Ονειροπολεί πως είναι Ρώσος.  Θεωρεί ότι οι Ρώσοι είναι ο καλύτερος λαός.
Φτιάχνει μια κατοικία που μοιάζει με ρωσική ίζμπα, ζητά να του κατασκευάσουν ένα τενεκεδένιο σαμοβάρι για να κάνει πως πινει τσάι με τον ρωσικό τρόπο, έχει ένα τενεκεδένιο κουτί με θυμάρι, δυόσμο και αλιφασκιά που παριστάνει πως είναι τσάι.
Η ενδυμασία του είναι παράδοξος. Μπορεί να μην είναι τόσο αλλόκοτη όπως εκείνη του Μιχάλη του Προυσαλή, να μην φοράει τα ρούχα του σε διαφορετικές θέσεις και λειτουργίες, αλλά και πάλι ο συγγραφέας - αφηγητής θεωρεί "αρλεκινικό" τον τρόπο της ενδυμασίας του.
Ρώσικες μπότες, από τις δεκάδες χιλιάδες που πούλησαν στους κατοίκους οι Ρώσοι αποχωρώντας, κόκκινη ζώνη με εκατοντάδες πτυχές που τον τυλιγουν υπερβολικά από τη μέση μέχρι τους μαστούς, τούρκικο σκούφο χωρίς φούντα. Και φυσικά ρωσικό στρατιωτικό επενδύτη με μερικά καλογυαλισμένα ασημένια κουμπιά. Παράδοξε Τούρκε αδελφέ μου - τον αποκαλεί στην αρχή.
Χαρακτήρας στα όρια, με αλλόκοτη ενδυμασία - αρλεκινική -  με απόψεις που δεν μπορούν να γίνουν αποδεκτές από τον περίγυρο.
Δεν έχει κάποιο σημάδι στο μάτι ή στο πρόσωπο, αλλά ο συσχετισμός με τα σημάδια είναι έκδηλος όταν γίνεται αναφορά στις πληγές του. Στον πρώτο του τραυματισμό όταν ανδραγάθησε για να σώσει τη σημαία, αντιστοιχεί ένα "παράσημο" για την πληγή του από το σουλτάνο. Το παράσημο όμως δεν το παίρνει ποτέ γιατί το υπεξαιρεί δολίως ο χιλίαρχός του που είχε λιποτακτήσει. Ο ίδιος τον στέλνει στα καταναγκαστικά έργα, για να μην μπορεί να διαμαρτυρηθεί. 
Αναφορά στις πληγές - ως χάρτη από σημάδια - γίνεται από τον καλό γιατρό του νοσοκομείου τη δεύτερη φορά, ο οποίος αφού εμελέτησε τα ίχνη από τα σημάδια των πληγών στο σώμα του. κατέληξε σε ευμενές συμπέρασμα για το χαρακτήρα του. 
Ο ίδιος είναι ένα σημάδι για τη μητέρα του, όταν της δίνει μέσω του δεύτερου αδελφού του την ώρα που ετοιμάζεται αιφνιδίως να φύγει για τον πόλεμο στη θέση του λιποτάκτη  Χασάν, του μεγαλύτερου αδελφού του, ένα δακτυλίδι με διαμάντι. Η πέτρα του διαμαντιού θαμπώνει όταν είναι τραυματισμένος, το σημάδι που χάνει τη δύναμή του.  Η μητέρα του διαβάζει το σημάδι και ταλαιπωρείται, δεν αντέχει τη στεναχώρια και πεθαίνει. 

Αντιθέτως, ο περίγυρος, δεν μπορεί να διαβάσει το δικό του σημάδι, δεν μπορούν να διαβάσουν το κείμενο στο χαρτί που του έδωσαν όταν αποστρατεύτηκε Έτσι, οι συμπατριώτες του τον θεωρούν κατάσκοπο, κλέφτη, τον διώχνουν, τον κακοποιούν. Σαν να μην μπορεί γραφτεί πάνω του το σημάδι του Κάιν, το σημάδι που του έκανε ο άγγελος στο μέτωπο και  που θα τον έσωζε από το να τον σκοτώσουν οι άνθρωποι, μια  και ήταν περιπλανώμενος και  ύποπτος. 

Ο Σελήμ είναι σημαδιακός χωρίς στο σημάδι του. Μόνο με τα παράξενα ρούχα, ζηλεύοντας και ταυτιζόμενος με τους Ρώσους θα τολμούσα να πω με αυτούς που η λαϊκή φαντασία έχει ονομάσει ξανθό γένος. Χρυσομηλιγγάτος κατά φαντασίαν, αλλά αυτό ίσως είναι υπερβολή γιατί δεν αναφέρεται ποτέ αυτή η λέξη στο διήγημα. Μια σκάλα πιο κάτω. Για αυτόν τα ασημένια κουμπιά της στολής του, η ασημένια φορεσιά με την οποία θα ενδυθεί εθελοντικά για να πολεμήσει τον εχθρό.

Πόλυ Χατζημανωλάκη, 27 Απριλίου 2020  

Τετάρτη, 27 Μαρτίου 2019

Χνάρι






Τις προάλλες φωτογράφισα ένα σκακιστή στο Πανελλήνιο με ζουμ. Δύο κλικ. Η σκέψη πριν την κίνηση και το μετέωρο χέρι πάνω από την σκακιέρα. Στεκόμουν μπροστά στο Χημείο, έξω από τα κάγκελα, έξω από το χώρο που είχα περάσει τέσσερα χρόνια από τα πιο σημαντικά της νιότης μου, μεταπολίτευση, σπουδές στη Φυσική, πολιτική ένταξη και έξω από τα Αμφιθέατρα, στα σκαλάκια και στο παγκάκι που δεν υπάρχει πια. Στοχαζόμασταν για το μέλλον του κόσμου σαν να ήταν ζήτημα ζωής ή θανάτου. Μια αίσθηση παντοδυναμίας, αποχουντοποίησης, εκείνη η λέξη σήμαινε ότι οι καθηγητές που είχαν ενδεχομένως συνεργαστεί με τη δικτατορία είχαν απομακρυνθεί, προσωρινά από ότι φαίνεται αλλά εμείς δεν το ξέραμε. Είχαμε λοιπόν στρογγυλοκαθίσει στα γραφεία τους, ο όροφος της Πυρηνικής φιλοξενούσε συνεδριάσεις επιτροπών έτους, σαν μια φοιτητική λέσχη, ένα ρούχο μεγαλύτερο από το μπόι μας. Αναζητήσεις σε όλα τα επίπεδα, διαβάζαμε, συζητούσαμε, διαφωνούσαμε με πάθος αγαπούσαμε κάποια βιβλία, ζούσαμε σε μια διαρκή πολιτική συνεδρίαση όπου μεταξύ άλλων  είχαν θέση  και  τα φιλοσοφικά   θεμέλια της Φυσικής:  η Διαλεκτική της Φύσης, το Είναι και το γίγνεσθαι του Ευτύχη Μπιτσάκη αλλά και  η διαλεκτική του Συγκεκριμένου του Κάρελ Κόσικ δεν θυμάμαι εκδοτικό οίκο, το αστείο του Κούντερα, νομίζω Κάλβος,  το μηδέν και το άπειρο του Άρθουρ Καίσλερ μαύρο εξώφυλλο Ηριδανός, το κιβώτιο του Άρη Αλεξάνδρου, σχεδόν μαύρο Κέδρος,  το διπλό βιβλίο του Δημήτρη Χατζή  κεραμιδί δεν θυμάμαι τον εκδότη ίσως από το τυπογραφείο κείμενα,  ο Λένιν πόσα βήματα μπροστά πόσα πίσω ποιος ξέρει, η καταγωγή της οικογένειας που δεν διάβασα ποτέ, το δικαίωμα στην τεμπελιά του Λαφάργκ, ο Γκράμσι από τη φυλακή, οι σκέψεις του σοφού διανοούμενου για την ηγεμονία βεβαίως αλλά κυρίως το δικαίωμα στη χαρά της ζωής που τόσο εύκολα γινόταν παρανάλωμα μιας επανάστασης. 


Παιδί της επαρχίας, ήρθα στην πρωτεύουσα ένα χρόνο πριν τη μεταπολίτευση και πέρασα τις τρεις τελευταίες τάξεις του Γυμνασίου σε ένα ιδιωτικό σχολείο των βορείων προαστίων. Με υποτροφία. Τη Σόλωνος τη γνώρισα για πρώτη φορά με τη φίλη μου την Πόπη Μουπαγιατζή, αθηναία που την ήξερε σαν τη τσέπη της και που με πήγε για πρώτη φορά στα γραφεία της Νέας Εδα. Εκεί είδα τον Μίκη Θεοδωράκη και τον Αντρέα Λεντάκη να μπαίνουν και μας χαιρέτισαν. Η Πόπη που ήξερε πρόσωπα και πράγματα με πήγε για πρώτη φορά στο Χνάρι. Δεν έχει μεγάλο χώρο ούτε τα έχει όλα τα βιβλία μου είπε.  Θα σου φέρει όμως ότι του ζητήσεις. Η απόλυτη συμπύκνωση τα λίγα τετραγωνικά του πρώτου μου βιβλιοπωλείου στην πρωτεύουσα. Το θα σου φέρει ότι του ζητήσεις ήταν με άλλα μέτρα, σε άλλη κλίμακα από τη σημερινή. Δεν περίμενες μια εβδομάδα ή έστω τρεις μέρες να σε πάρουν τηλέφωνο ότι ήρθε η παραγγελία.  Ο Γιώργος σε άφηνε στο μαγαζί του, έφευγε και σε δέκα λεπτά ερχόταν με το βιβλίο που είχες ζητήσει. Μια μαγεία, να μπεις στον κόσμο αυτό - ήμουν δεκάξι χρονών και με έπαιρναν για πρώτη φορά στα σοβαρά - μια ενηλικίωση μια γητειά αυτή η συναλλαγή όπου δεν σε ρωτούσαν, δεν σε έκριναν σου έφερναν αυτό που ζήτησες, έμπαινες στον κόσμο των ενηλίκων, το κόκκινο βιβλιαράκι του Μάο και ένα άλλο κόκκινο για το ότι θέλετε να μάθετε για το σεξ. πώς μαθαίναμε για τα βιβλία τότε χωρίς ίντερνετ, χωρίς διαφήμιση, μια αγορά του δήμου ζωντανή, ένα αντηχείο να αναπαράγει ιδέες, η κριτική στα αναγνωστικά της Φραγκουδάκη, οι ήρωες του Ντίσνεϋ και οι περίεργες οικογενειακές τους σχέσεις - ανιψιά και θείοι μα πως αυτό συνδέεται με τον ιμπεριαλισμό, το έξοχο των Αλαίν Ζωμπέρ και Ζαν Μαρκ Λεβί Λεμπλόν για την αυτοκριτική της επιστήμης, εκ των ένδον δηλαδή, μια πεντάτομη κοινωνική ιστορία της τέχνης εκδόσεις Κάλβος τα ανασύρω από τη μνήμη τα βιβλία που με διαμόρφωσαν, δεν τα έχω πια τα περισσότερα. 



Όλα τα χρόνια, όχι μόνο στην αρχή, είχα μια δυσκολία να βρω την Κιάφας. Είναι τρυπωμένη ανάμεσα στην Ακαδημίας και τη Ζωοδόχου Πηγής. Από την κάτω πλευρά τη βρίσκεις αμέσως, ένας δρομάκος που ξεστρατίζει  από την Ακαδημίας και βιάζεται να συναντήσει τη Ζωοδόχου Πηγής την κάθετο. Αν κατεβαίνεις όμως από πάνω όμως, από τη Σόλωνος, και είσαι ζουλάπι όπως ήμουν εγώ μπορεί να την προσπεράσεις και να μην τη βρίσκεις. Έτσι έκανα κύκλους, γύρω γύρω το ίδιο αργότερα για να βρω τη Γραβιάς, όταν άνοιξε η πρωτοπορία το μεγάλο βιβλιοπωλείο, ο αντίποδας της φωτεινής άυλης συμπύκνωσης του χναριού. Βιβλία απλωμένα  να δουν τα μάτια σου.  Η Πολιτεία ακουγόταν ίσως, δεν θυμάμαι, αλλά δεν είχα πάει ποτέ ως τότε. 

Ένα θαύμα λοιπόν να το βρω, να βεβαιωθώ ότι δεν έφυγε από τη θέση του και ένα δεύτερο να επιβεβαιώσω ότι πάντα θα φύγω με αυτό που ζήτησα, το βιβλίο αίτημα και αποτέλεσμα των συλλογικών ζυμώσεων που μας διαμόρφωναν, που διαμορφώναμε ο ένας τον άλλο...


Και οι σελιδοδείκτες του άλλη καταπληκτική ιστορία.  μαζεύονταν μαζεύονταν στο σπίτι, και στις μετακομίσεις Παρίσι Βρυξέλλες και πάλι πίσω, ζαχαρί χαρτονάκια, οδοντωτό τελείωμα με φωτογραφίες λογοτεχνών και όμορφη γκρο κορδέλα. Κομψοτεχνήματα. Δεν σκέφτηκα ποτέ να τους μαζέψω, ούτε τους χρησιμοποιούσα είναι αλήθεια για να σημαδεύω τη σελίδα. Τους είχα σε συρτάρια, η ανάμεσα σε βιβλία, μικρά πνεύματα της ανάγνωσης που με άφηναν σιγά σιγά, χάνονταν ανεπαισθήτως. Τώρα δεν έχει μείνει κανείς και κόντευα να τους ξεχάσω. Ώσπου είδα έναν προχτές φωτογραφημένο στη σελίδα του Γιώργου στο φέησμπουκ και άρχισε να χτυπά η καρδιά μου. 



Με τον Γιώργο Τσιλδερίκη ανταμώσαμε ξανά, χρόνια μετά στο φέησμπουκ. Εκείνος φέρεται σαν να με θυμάται. Μου έκανε την μεγάλη τιμή να με καλέσει απόψε να πω κάτι για το Χνάρι. Το Χνάρι του, το Χνάρι μας. Εγώ τον ήξερα καλά. Νιώθω πολύ συγκίνηση κάθε φορά που τον βλέπω. Μόνο τα μαλλιά του έχουν ασπρίσει. Και τα δικά μου φυσικά.  Δεν είχαμε την ευκαιρία να μιλήσουμε να γνωριστούμε περισσότερο τότε, εκεί ήταν στέκι, είχε φίλους που σύχναζαν εκεί, που κουβέντιαζαν μαζί του. Εγώ δίσταζα, ντρεπόμουν ακόμη, κοίταζα τα ράφια με τα βιβλία, κρυφάκουγα ένιωθα μια θέρμη ότι κάτι σπουδαίο συντελείται εδώ κι εγώ που είμαι δίπλα σαν να με αγγίζει το θαύμα. Και μετά ο Γιώργος, ακούραστος έτρεχε να μου φέρει αυτό που ζήτησα. 

Εκείνη τη μέρα έξω από το Χημείο, εκεί που φωτογράφιζα τον σκακιστή, νοστάλγησα πάλι το Χνάρι. Νοστάλγησα το δύσκολο δρόμο, αυτόν που κρατάει πιο πολύ, αυτόν που χάνεσαι και δεν τον βρίσκεις από την πάνω μεριά, από τη Σόλωνος. Αυτό είναι το μόνο που σώθηκε από εκείνη την εποχή, με τα κτίρια που ερειπώνουν και κλείνουν,  το κέντρο της Αθήνας που μεταμορφώνεται. 
Το μόνο που μένει είναι η αίσθηση του να χάνεις το δρόμο , η χαρμόσυνη επανάληψη μιας τελετουργίας της νεότητας, να χάνεις τα ίχνη να τα βρίσκεις, (το χνάρι), να αγωνιάς με μια προσμονή που μετασχηματίζεται  στη  βεβαιότητα ότι θα το ξαναδείς , το Χνάρι στην Κιάφας, ανοιχτό γεμάτο βιβλία και ζωή σε όλη του τη δόξα. 




Διαβάστηκε στην τιμητική εκδήλωση για το Χνάρι, τη Δευτέρα 26/03/2019 στο Polis Art Cafe 

Πέμπτη, 7 Μαρτίου 2019

«Τα όρια της ερωτικής γλώσσας - δύο σχόλια και ένα ποίημα», της Πόλυς Χατζημανωλάκη


Ι. Τα όρια της ερωτικής γλώσσας (Πέρα από την Αφρική)

Από τις πιο ερωτικές σκηνές του κινηματογράφου είναι πιστεύω η σκηνή με τη Μέρυλ Στριπ την ώρα που τη λούζει ο Ρόμπερτ Ρέντφορντ στο Out of Africa. Περισσότερο και από την εξωτική ομορφιά της Αφρικής το σούρουπο στη Σαβάνα, τη λάμπα του αντίσκηνου, τα σερβίτσια τσαγιού από Φαγιάνς που κουβαλούν οι πιστοί Κικούγιου υπηρέτες, περισσότερο  και από  τις αφηγήσεις της Βαρόνης φον Μπλίξεν και -  αν θέλετε να το  πούμε - πέρα και από την αγωνία της αναμονής του εραστή της  τη νύχτα,  είναι καθηλωτική  η χειρονομία της εγκατάλειψης στα αγαπημένα (του) χέρια.  Αυτός θα  την φροντίσει, με μια κανάτα θα της βρέξει τα μαλλιά,  θα την ξεβγάλει μετά προσεκτικά. Μια αλλόκοτη μια ασυνήθιστη χειρονομία, μια αναπαράσταση της ερωτικής ένωσης στο φως της μέρας, όπως τα χιλιάδες υποκατάστατα που επινοούν οι εξόριστοι ερωτευμένοι για να σμίξουν, διευρύνοντας εν αγνοία τους τα όρια της ερωτικής γλώσσας. Το πρόσωπο της ήρεμο, χωρίς φτιασίδια, σχεδόν παιδικό, αυτό που μόνο ο εραστής μπορεί  να δει. Τα μαλλιά στην έσχατη ταπείνωση,  βρεγμένα σαν φύκια κολλημένα πάνω της δέχονται την φροντίδα του. Εκείνος βρίσκεται πλέον στη δική της πλευρά, με το μέρος της, συμπαραστέκεται στην μεταμόρφωση της, την βλέπει από μέσα, είναι οι δυο τους ένα. 
Μετά θα αποκολληθούν, θα φορέσουν τις αρματωσιές τους, τις χακί στολές του σαφάρι. Η γυναίκα, θα γίνει πάλι αυτή που είναι, η αρχόντισσα του άδειου της κρεβατιού και ο άνδρας θα ακολουθήσει τη μοίρα του πιλότου που θα πέσει με το αεροπλάνο του.     



ΙΙ (Θα σου μιλήσω για τους ανέμους – Ο Άγγλος ασθενής)

Πιλότος είναι και ο αμφιλεγόμενος Κόμης Λάζλο Αλμάσι στον «Άγγλο ασθενή». Σε αναζήτηση ενός ονείρου - τυχοδιώκτης κατά βάθος - αλλά που έχει γοητεύσει την Κάθριν της καρδιάς μας να τον ακολουθήσει στο αδιέξοδο όνειρο μιας υπερβατικής σχεδόν όασης. Σε μια εκδοχή του χρόνου - αυτού που έζησαν οι δυο τους -  το όνειρο κατεβαίνει στη γη και τα μάτια τους αντικρίζουν τις προϊστορικές  βραχογραφίες των μυθικών κολυμβητών. Αυτό είναι η κορύφωση, η δικαίωση της αποπλάνησης. Ωστόσο δεν είναι η αποπλάνηση της Κάθριν από τα ωραία μάτια του κόμη Λάζλο που θέλω να σχολιάσω, αλλά η παράταση της ερωτικής συνομιλίας εκεί που είναι αγκαλιά οι δύο τους και ο άνδρας ιχνηλατεί στο σώμα της τους ανέμους. Ένας χάρτης της τρυφερότητας, ένας  ανεμοδείκτης με τα ονόματα τα εξωτικά των ανέμων στην Αφρική, ο Αζέζ που οι  φελάχοι  προστατεύονται από αυτόν  με  μαχαίρια,  ο Χαρματάν που οι ναυτικοί ονομάζουν θάλασσα της σκοτεινιάς, και οπωσδήποτε ο Τυφώνας που όπως λέει ο Ηρόδοτος οι άνθρωποι κήρυξαν πόλεμο εναντίον του  φορώντας πλήρη στρατιωτική στολή και υψωμένα ξίφη. Ένα κορμί ανεμολόγιο, ονόματα και αισθήσεις, βουή ανέμων που θα το νιώθει να αντηχεί μέσα του για πολύν καιρό, ακόμα και όταν εκείνη θα έχει πεθάνει από το μοιραίο ατύχημα και αυτός αργότερα χωρίς πρόσωπο, χωρίς ταυτότητα  θα δέχεται τις φροντίδες της Γαλλίδας νοσοκόμας. Ονόματα ανέμων και το λακκάκι του λαιμού, η φλέβα η παλλόμενη της ζωής κάτω από τα δάχτυλά του, η κόκκινη σκόνη που ο άνεμος την φέρνει  ως την Αγγλία.  Γιατί ό, τι συνέβη δεν χάνεται ποτέ. Υπάρχει για πάντα σκορπισμένο σε όλα τα σημεία του ορίζοντα. 




ΙΙΙ  H Ada McGrath δίπλα στο πιάνο της, περιμένοντας την παλίρροια… (Το Πιάνο)

Στέκεται τώρα  η Ada McGrath
Στην παραλία της Νέας Ζηλανδίας
Αγέρωχη, αμίλητη με την κόρη της
Δίπλα στο σιωπηλό  και αμετακίνητο πιάνο
Έχει ακόμα όλα τα δάχτυλά της
Ο εραστής δεν φαίνεται στη σκηνή
Βηματίζει αμήχανος σε κύκλους μακριά της
Συλλογίζεται την παλίρροια  
Και σχεδιάζει σκηνές πάθους στο δωμάτιό του
Άναρθρες κινήσεις
Χειρονομίες
αγγίγματα
Ποιος νοιάζεται για τη μουσική
Το πιάνο στο τέλος στο βυθό θα καταλήξει
Και το τυφλό παιχνίδι των δακτύλων
Δεν  θα κινεί πια τα πλήκτρα

AdaMcWrath
Ο θυμός της

Η παλίρροια συντελείται τώρα εντός της
Βλέπει  το χαραγμένο μήνυμα στο πλήκτρο
το δάχτυλο που θα κοπεί  
για να πει το σ’ αγαπώ 

Από την ποιητική συλλογή "Το αλφαβητάρι των πουλιών", Εύμαρος 2014


Δημοσιεύτηκε στο 2ου τεύχος του περιοδικού ΑΠΙΚΟ για την Λογοτεχνία, την Τέχνη και την Εκπαίδευση που εκδίδεται και κυκλοφορεί στο Ηράκλειο της Κρήτης.
Το τεύχος αυτό είχε αφιέρωμα "Περί έρωτος" και κυκλοφορεί δωρεάν. Η online έκδοση εδώ:
https://apicomag.blogspot.com/2019/03/2.html?spref=fb





Τρίτη, 19 Φεβρουαρίου 2019

Το φεγγάρι στο πηγάδι (η μακρινή θέα των παιδικών μας χρόνων)

1. Οι αίθουσες που μυρίζουν κιμωλία




Πριν μερικά χρόνια έγραψα ένα γράμμα στον Αντρέι Ταρκόφσκι. Μια εικόνα από τον Καθρέφτη του με τα δυο παιδιά στον εξώπορτα να κοιτούν τον ήλιο κόντρα,  η εικόνα μιας μαγικής πυρκαγιάς -δεν θυμόμουν εκείνη τη στιγμή κάτι από την ταινία ωστόσο αυτό με πήγε στα μακρινά δικά μου τότε που με έπαιρνε μαζί της  η μητέρα μου στο σχολείο που δούλευε, όταν το απόγευμα είχαν οι δάσκαλοι συνεδρίαση - εγώ είχα σχολάσει από τις πρώτες τάξεις του δημοτικού και αλώνιζα στις αίθουσες που μύριζαν κιμωλία, με την κλεμμένη ελευθερία να γράφω στον πίνακα και να σβήνω, γνωρίζοντας ότι δεν επιτρέπεται απολύτως και ακόμα χειρότερα να ανοίγω τα ντουλάπια με το εργαστήριο φυσικής και να κατεβάζω - καρφωτή και μόνο αυτό - ένα βαζάκι πλαστικό με υδράργυρο. Μια κρούστα σαν ουράνιο τόξο είχε δημιουργηθεί στην επιφάνεια και εγώ βουτούσα επιμόνως το δάχτυλο κάτω από αυτήν προσπαθώντας να πιάσω το άπιαστο. Κανείς δεν είχε σκεφτεί πως αυτό είναι δηλητηριώδες να το γράψει απ΄έξω, κανείς δεν υποψιαζόταν ότι μπορεί ένα φαινομενικά αθώο κοριτσάκι θα βουτούσε το δάχτυλο στο βαζάκι με το μέλι μα πιο ωραίο μέλι από αυτές τις άπιαστες ασημί σταγόνες που πλημμύριζαν το θρανίο που είχα ανεβεί και μόλις τις πήγαινα να τις πιάσω γινόντουσαν χίλια κομμάτια και έτρεχαν να ξεφύγουν και πάλι καινούργια δόση από το βαζάκι που δεν ξέρω αν είχε αρχίσει να κατεβαίνει η επιφάνεια του προς τα κάτω κανείς δεν είχε πάρει είδηση ότι λιγοστεύει. Μια φορά ακόμα θυμάμαι τέτοια επαφή με υδράργυρο όταν έσπασε ένα τεράστιο θερμόμετρο σε ένα εργαστήριο φυσικής που δούλευα και τρέξαμε τότε να ρίξουμε πριονίδι να μην πειράξει τα παιδιά. Με κόπο προσπαθούσα να κρατηθώ να μην ορμήξω να πιάσω με τα χέρια μου τον υδράργυρο - ξύπνησε η παλιά επιθυμία  αλλά ήταν κόσμος μπροστά και ήθελα να φανώ - έπρεπε - σοβαρή και η καθηγήτρια να πιάνει τον υδράργυρο δεν ήταν το καλύτερο παράδειγμα. 

Αυτές οι εικόνες αργότερα με το δικό τους κρυφό τρόπο πέρασαν στο ποίημα - δεν ξέρω πώς γίνεται αλλά το φεγγάρι στο πηγάδι στην Παιδική ηλικία του Ιβάν ήταν αυτό που αντικατάστησε την δική μου ηδονική και ματαιωμένη εικόνα με το κυνήγι του Υδραργύρου στο ποίημα.
Όταν έγραψα το ποίημα το είχα αναρτήσει αμέσως - έτσι κάνουμε σήμερα - στο διαδίκτυο με τη φωτογραφία του Καθρέφτη με τον ήλιο. Σήμερα βρήκα επί τέλους τη σκηνή με το φεγγάρι στο πηγάδι. Και το παγόνι το ασημένιο του ποιήματος υπάρχει, τότε κάτω από το κρεβάτι μου, απογυμνωμένο από όλους τους συμβολισμούς που μπαίνω στον πειρασμό να του δώσω.
"Αποχρωματισμένο με σοφία" είχα γράψει. 



2. Επιστολή στον Αντρέι Ταρκόφσκι

ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΣΤΟΝ ΑΝΤΡΕΪ ΤΑΡΚΟΦΣΚΙ

Αγαπητέ μου Αντρέι Ταρκόφσκι
σε ευχαριστώ που φώτισες με μια μεγάλη πυρκαγιά
τη μακρινή τη θέα των παιδικών μου χρόνων
ένα κουταλάκι μέλι – τη γλύκα του
ένα κοτσύφι που χοροπηδά στο πίσω μέρος της αυλής
το αριθμητήριο στις αίθουσες που μυρίζουν κιμωλία
και έτσι μπορώ κι εγώ και πιάνω με τα χέρια το φεγγάρι
στο πηγάδι
όταν κατεβαίνει.
Ναι, τώρα που μεγαλώνω και ξεχνώ όλο και λιγότερο
ξέρω πως την παιδική μου ηλικία
ποτέ δεν την αποχωρίστηκα
μαζί την κουβαλούσα πάντα
σαν ένα ασημένο παγόνι
αποχρωματισμένο με σοφία
κρυμμένο κάτω απ' το κρεβάτι μου

(Αλφαβητάρι των πουλιών, Εύμαρος 2014)



3. Ο Γεώργιος Βιζυηνός και η σελήνη




Από μιαν υποσημείωση στο βιβλίο των επιστολών του Γεωργίου Βιζυηνού που έχει επιμεληθεί ο καθηγητής Παπακώστας, ανακαλύπτω προ ημερών ότι ο κύριος Αλέξανδρος Σιδεράς, καθηγητής Βυζαντινολογίας στο Πανεπιστήμιο της Γοττίγγης, μιας από τις πόλεις δηλαδή όπου πέρασε αρκετά φοιτητικά χρόνια ο Γ. Β. έχει μεταφράσει τη διατριβή του για τη σπουδαιότητα του παιδικού παιχνιδιού στα ελληνικά. Σήμερα κατά σύμπτωσιν μου τηλεφώνησαν από τις εκδόσεις Κυριακίδη της Θεσσαλονίκης που το είχαν εκδώσει με άλλη εταιρική μορφή ότι δεν μπορούν να το μεταφέρουν ακόμα στο στοκ της εταιρείας τους για να το παραγγείλω. Λεπτομέρειες θα μου πείτε, ωστόσο με το ένα και άλλο βρέθηκα στο αναγνωστήριο του Χαροκοπείου πανεπιστημίου που διαθέτεί όπως είδα στο ίντερνετ ένα περιοδικό με δημοσιευμένο κείμενο του κ. Σιδερά με αυτοβιογραφικά στοιχεία του ποιητή - να τον λέω ποιητή; - από το διδακτορικό του. Στοιχεία από την παιδική του ηλικία που δεν έχουν μεταφερθεί στα διηγήματα ή τα ποιήματα και χρησιμοποιούνται στο κείμενο για να υπερασπιστούν τα επιχειρήματά του. 

Κάθισα λοιπόν σήμερα σε μια σχεδόν άδεια αίθουσα, με το περιοδικό Θρακικά, Σειρά Β΄τεύχος 11 που δεν μπορούσα να φωτοτυπήσω για να μη χαλάσει - δεν επιτρεπόταν - ούτε ακόμα περισσότερο να το πάρω μαζί μου και με το κινητό κουτσά στραβά ( στραβά κυριολεκτικά) προσπαθούσα να διαβάσω να φωτογραφήσω, να σημειώσω κάπου τις πολύτιμες εικόνες ανάμεσα στις γραμμές της διατριβής. 


Έτσι και πάλι το φεγγάρι, προσπαθούσε έγραφε να συντονίσει το βήμα του για να το φτάσει και αυτό όλο του ξέφευγε, ή του κρυβόταν στα σύννεφα. Είδα την ίδια εικόνα - το φεγγάρι άπιαστο στο πηγάδι - να ξεφεύγει και να μην πιάνεται. τον δικό μου υδράργυρο της σχολικής αίθουσας. Είχε ακόμα ένα ποίημα αντιγράψει ο κ. Σιδεράς, εμπνευσμένο όπως γράφει από εκείνη την εμπειρία. 


Η σοβαρή και χλωμιασμένη σου θωριά,
που αρμενίζει στ' αψηλά, Σελήνη,
δεν 'ξεύρεις τί αδελφική παρηγοριά,
τί παιδιακούς συλλογισμούς με δίνει!

Κανένα φίλον από σένα πιο παλιό,
και πιο πιστό, δεν έχω να ονομάσω.
Σ' εγνώρισα πριν πρωτοέμβω στο σχολειό,
κι αν 'μβω στον τάφο, δεν θα σε ξεχάσω.

Θυμάσ' ακόμα το μικρό παιδί, εμέ,
με τον μεγάλο πόθο στην καρδιά μου;
Με την λαχτάρα, να μου ήρχεσαι χαμαί,
να σ' έχω σαν παιχνίδι στην ποδιά μου;

Θυμάσαι πώς, εσύ στα ύψη, εγώ στη γη,
ετρέχαμε μαζί, ποιος να περάσει;
Συ έχεις μείνει πάντα νέα και γοργή,
και μόν' εγώ, εγώ έχω γεράσει!

Απόσπασμα από το ποίημα "Προς τη Σελήνη" από τη συλλογή "Ατθίδες αύραι"

και άλλα πολλά βρήκα στο περιοδικό. Μαρτυρίες για το ορυχείο στο Σαμάκοβο αλλά και την πρώτη κλίση του (κλήση;) να γίνει σιδηρουργός  όταν μικρός πήγαινε έξω από ένα σιδεράδικο και θαύμαζε εκστατικός το έργο του σιδηρουργού. Η μητέρα του μάλιστα θεώρησε πως αυτό είναι που θέλει να γίνει και τον έβαλε παραγιό στο σιδερά. Αυτό πριν τη μαθητεία στο ραφτάδικο. 

 Σε ηλικία δέκα ετών είχε φτιάξει για να παίξει, από αγνή δημιουργικότητα δηλαδή ένα φούρνο που αργότερα και για χρόνια το χρησιμοποιούσαν στο χωριό για να φτιάχνουν ψωμί. Η εικόνα του άπιαστου φεγγαριού  - μια ματαίωση παιδική που όλους μας ενώνει - το ασήμι το χρυσάφι, το σίδερο - το φούρνος  το καμίνι. 


3. Το μεγάλο έργο



Σήμερα, στο τραπεζάκι του αναγνωστηρίου, εκεί που διάβαζα για το φεγγάρι ένιωσα να εισπνέω τον αέρα ως βαθιά μέσα στα κόκκαλα. Ήξερα πως αν ήθελα μπορούσα να κάνω ένα τσαφ και να πετάξω ψηλά από χαρά.  Μετά θυμήθηκα το αποχρωματισμένο παγώνι και τη σοφία του και έσκυψα πάλι στις σημειώσεις μου.

Προχωρώ διστακτικά και άλλοτε παράτολμα σε αυτήν την έρευνα. Κήποι, σύμβολα, φωτιές, χρυσάφι, ο κήπος  - Χρυσή η γιαγιά του που δεν την έλεγαν όμως Χρυσή (πως την έλεγαν την Χατζαποστόλω;) Χρυσή (Ζλάτα) η μαγείρισα στο Σαμάκοβο και ένας προφανής πόθος για αναγνώριση, για επιτυχία, για πλουτισμό. Το μεταλλείο ο πειρασμός - που κάνει κάθε μεταφορά μεγάλου έργου και δημιουργικότητας να καταρρέει - να εξοκέλλει μπροστά στο θάμβος της αποκατάστασης - της τόσο κυριολεκτικής αποκατάστασης. Η αλχημεία με τόσο ωραίες προοπτικές στην τόσο ζοφερή της εφαρμογή.  





Πόλυ Χατζημανωλάκη 19.02.2019


Σάββατο, 26 Ιανουαρίου 2019

Η μετανάστις – εγώ: Μικρές αφηγήσεις για την ξενότητα και την Πόλη



Ι. Η τσέπη μου – η Σόλωνος

Τα τέσσερα χρόνια των σπουδών μου στο Φυσικό τα πέρασα κυριολεκτικά στη Σόλωνος. Ή στα σκαλάκια του περιβόητου «Φυσικείου» ακούγοντας πώς λύνονται ή δένονται τα προβλήματα της ανθρωπότητας, ή σ'   ένα παγκάκι στο μικρό του  κήπο. Άλλοτε καφέ και χασομέρι  στο καφενείο του κυρ Ηλία. Μαθήματα γίνονταν και σε κάποια αμφιθέατρα που στεγάζονταν στη Νομική και πάλι όμως έπρεπε να περπατήσεις στη Σόλωνος για να πας. 
Αυτά όμως έγιναν μετά το 76. Την πρώτη φορά ωστόσο που βρέθηκα στη Σόλωνος,  ήταν αμέσως μετά τη Μεταπολίτευση, στην Πέμπτη Γυμνασίου και ο δρόμος αυτός  ήταν για μένα  terra incognita. Είχα ένα χρόνο μόνο στην πρωτεύουσα, παιδί της επαρχίας και δυσκολευόμουν πολύ με τις μετακινήσεις στο Κέντρο. Για την ακρίβεια δεν κατέβαινα εκεί ποτέ. Έπρεπε όμως να πάμε σε ένα κτίριο στη Μαυρομιχάλη,  με τη φίλη μου την Πόπη από το Τοσίτσειο,  που ήταν στα μέσα και στα έξω σε διαβάσματα και γνωριμίες και με είχε ξεσηκώσει  να πάω μαζί της σε μια εκδήλωση της Νέας ΕΔΑ και δεν ήθελα να δείξω τέτοια αδυναμία και άγχος μπροστά σε αυτά τα κοσμογονικά για την εποχή γεγονότα. Εκεί είδα για πρώτη φορά το Μίκη Θεοδωράκη και τον Αντρέα Λεντάκη να τον συνοδεύει και μας χαιρέτησαν. Δεν θυμάμαι κάτι  άλλο από την εκδήλωση παρά το ότι δεν ήξερα τα κατατόπια,  είχα αγχωθεί ότι θα χαθούμε γιατί είχα ζοριστεί από τη Νέα Χαλκηδόνα που μέναμε τότε να βρω τη Σόλωνος. "Μην ανησυχείς, τη Σόλωνος την ξέρω σαν τη τσέπη μου", μου είχε πει τότε η Πόπη,  ένα χρόνο μεγαλύτερη. Η  φράση αυτή, χωρίς εκείνη να το μάθει ποτέ, αποτέλεσε  το όριο  της αυτάρκειας, της ασφάλειας στην περιήγηση στις μελλοντικές γειτονιές που κατοίκησα  είτε στην Αθήνα είτε μακριά από αυτήν. Ήταν ο στόχος που έβαζα στον εαυτό μου. Η μικρή μου τσέπη ως χάρτης ομολογώ πως έκρυβε πάντα ένα θαύμα, πρόθυμη  να συμμορφωθεί στην ανάγνωση του ανοίκειου,  να υπερθεματίσει, να το αποδεχτεί. Αποδείχτηκε ανεξάντλητη. Έβρισκα  κάθε φορά ένα κέρμα, ένα εισιτήριο, ένα κλειδί... τεκμήρια  της εσαεί επιθυμίας να βρω μια γλώσσα να αντιστοιχίσω το μέσα με το έξω, να  οικειωθώ  τον άλλο τόπο. 

ΙΙ. Η θάλασσα  μου έλειπε πολύ

Μια πόλη χωρίς θάλασσα δεν μπορούσα να την αντέξω. Υπήρχε ένας δρόμος, πάντα σκοτεινό θα τον θυμάμαι, αλωνιστικές μηχανές, τρακτέρ στην άκρη, ένα βουλκανιζατέρ με τα φώτα ανοιχτά και ένα τρανζίστορ – με λένε Γιώργο – τον έπαιρνα σχεδόν τρέχοντας, ροβολώντας γιατί νόμιζα πως εκεί στο τέλος του ήταν η παραλία. Στην μικρή πόλη της Βοιωτίας που φτάσαμε το καλοκαίρι, ένας σταθμός πριν την Αθήνα στην προσωπική μου διαδρομή.  Εκεί θα πάω, έλεγα, στη θάλασσα, στην παραλία.  Και ποτέ δεν τραγουδάω, έφτανα έξω από την πόλη, στα χωράφια, μια μυρωδιά ξερής καβαλίνας, όχι δεν ήταν η θάλασσα. Μετά γυρνούσα πίσω με μια αίσθηση ότι έχω βυθιστεί στις πέτρες. Επιχωμάτωση. Αργότερα που ήρθε το ίντερνετ είδα μια γυναίκα που τη λιθοβολούσαν, φωτογραφία που έκανε το γύρω του κόσμου και είπα ήταν αυτό. Όχι ο πόνος. Το βάρος της πέτρας που σε θάβει και δεν μπορείς να κινηθείς.
Λίγο έναστρο ουρανό λοιπόν, τους σκοτεινούς στροβίλους του και ένα κυπαρίσσι σου ζητώ. Κυρίως όμως τις αντανακλάσεις του σε εκείνο το ποτάμι. Ο ποταμός Χαλιμάς του Μάρκου Μέσκου. Το παραμύθι μου. Η παιδική μας ηλικία. Ένα ποτάμι έστω ας είχε τότε και για μένα. 

(Από την άλλη πλευρά του καθρέφτη ο Βενσάν, ανέκδοτο)




ΙII. Αθήνα. μια αμετακίνητη γραμμή του ορίζοντος

Έφτασα από τη Ρόδο στην Αθήνα στην Τετάρτη Γυμνασίου, λίγο πριν τη Μεταπολίτευση. Το Πολυτεχνείο το πρόλαβα από το παράθυρο του σπιτιού μας στη Νέα Χαλκηδόνα από όπου σκύβαμε με τη γιαγιά μου που είχε έλθει να μας δει και ακούγαμε  πυροβολισμούς και μια απροσδιόριστη βοή από φωνές που υψώνονταν και έσβηναν σαν φωτιές μετακινούμενες. Τότε είχα σχηματίσει μια αλλόκοτη, ελλιπή  εικόνα για πόλη. Όπως οι πρόσφυγες που  εγκαθίσταντο στο παρελθόν σταδιακά στις παρυφές της Αθήνας του Πειραιά ή της Θεσσαλονίκης, έτσι κι εμείς βρήκαμε ένα σπίτι στη Νέα Χαλκηδόνα και ο καθένας τραβούσε για αλλού. Στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα. Γιατί όμως Νέα Χαλκηδόνα; Δεν ξέρω. Ίσως ένας συνάδελφος του πατέρα μου έμενε εκεί κοντά, ήταν μια σχέση με τον τόπο.  Εκείνος με τον Ηλεκτρικό στον  Πειραιά, η μητέρα μου δασκάλα στην Αγία Βαρβάρα με τρεις συγκοινωνίες, τρόμαζα να το διανοηθώ αυτό της το ταξίδι – ο αδελφός τελείωσε εκεί το δημοτικό και εγώ έπαιρνα από τη Δεκελείας το σχολικό  για το Τοσίτσειο στην Εκάλη, με υποτροφία.  Σαν να καρφιτσώθηκε η ζωή μου εκεί για τρία τουλάχιστον χρόνια. Εκτός των τειχών. Από την Αθήνα  ήξερα μόνο την Πατησίων μέχρι  τη στάση Καλιφρονά που ήταν το παράρτημα της Γαλλικής  Ακαδημίας  και πήγαινα εκεί κάποια απογεύματα με το λεωφορείο. Για την  ακρίβεια είχα περπατήσει καθέτως και την οδό Κύπρου  μέχρι κάτω το σταθμό  του Αγίου  Νικολάου που ήταν το σπίτι  της φίλης  μου της Ερμίνας. Αυτό ήταν όλο κι όλο.  Ο κύκλος  έκλεινε με τη γραμμή του ηλεκτρικού   μέχρι το σταθμό Άνω Πατήσια. Εκεί στα  Άνω Πατήσια κάποιες  φορές. όταν έχανα το σχολικό, έφτανα τρέχοντας με  την ψυχή στο στόμα  από τη Δεκελείας, για να πάρω  τον Ηλεκτρικό προς Κηφισιά.  Είχα άγχος βέβαια, ότι θα αργήσω για το σχολείο αλλά με ηρεμούσε η επαφή με τους αγνώστους που πήγαιναν στις δουλειές τους, μια βαριασιόν της δικής μας αγουροξυπνημένης μουντάδας στο σχολικό.  Μου άρεσε πολύ ο καθησυχαστικός ήχος του τραίνου, τα ονόματα των σταθμών  από το παράθυρο που  περνούσαν χωρίς να σημαίνουν κάτι, ήμουν σε μια  no mans land μέχρι το τέρμα. Τροχάδην πάλι μέχρι τη στάση του λεωφορείου αν ήμουν τυχερή το προλάβαινα αλλιώς ταξί για τη Δροσιά.  
Τρία χρόνια έλεγα στον εαυτό μου ότι είμαι πια στην  Αθήνα αλλά ήμουν μακριά σε ένα αυτοκίνητο με αγουροξυπνημένα κορίτσια που έμπαιναν χωρίς να μιλούν, αόρατες ιεραρχίες, στην εμπειρία και την επαφή με τον έξω κόσμο, μπορεί να μάθαινες για τις συλλήψεις στη Χιλή ή τα παράνομα  τραγούδια του αγώνα, στο τελευταίο κάθισμα ήταν η Κατερίνα Σχινά που όταν έκλαιγε ήξερα ότι κάτι πάει στραβά με την αντίσταση  κατά της δικτατορίας εκεί έξω και η Πόπη Μουπαγιατζή μου μιλούσε για την "ανανεωτική "αριστερά που δεν ήξερα ακόμα καλά  να ξεχωρίζω από την άλλη τη "συνεπή".
Μια ιδιόμορφη Αρκτεία στο σχολικό που διέσχιζε το λεκανοπέδιο κάθε πρωί και επέστρεφε αργά το μεσημέρι, η εφηβεία των κοριτσιών και η Πόλις μακριά, μια σταθερή, αμετακίνητη γραμμή ορίζοντος. 

Αργότερα, μετά που έφυγα  από την Ελλάδα και που γύρισα -  γιατί τα τέσσερα χρόνια των σπουδών δεν λογίζονται ήταν παγίδευση στη Σόλωνος - έμαθα σιγά σιγά να την περπατώ την Αθήνα και να την αγαπώ. 

IV. ΑΘΗΝΑΪΚΗ ΣΥΝΟΙΚΙΑ 

Έμαθα πια τα κατατόπια της ξένης γειτονιάς 
εκεί προτιμώ να βρίσκομαι 
ζω στους δρόμους μεταξύ αγνώστων κι εγώ 
με συνήθισαν 
τον σκύλο που κλαίει στο μπαλκόνι απαρηγόρητος να ακούω όπως περνά η μέρα 
και τους περαστικούς να τον καθησυχάζουν με γλυκόλογα, από μακριά· 
ένα παιδάκι που ξέφυγε από το χέρι του παππού και χάθηκε 
το βρήκαμε και το ρωτούσαμε να ξεχαστεί, 
να μην κλαίει μέχρι να βρεθούν οι δικοί του. 
οι γυναίκες που συνομιλούν με τα καρότσια της λαϊκής αδειανά στο πλευρό τους 
πάντα μου θυμίζουν κάτι άλλο 
κι εγώ εκεί που τα βλέπω 
δεν είμαι.  

Αλφαβητάρι των πουλιών, Εύμαρος 2014  



Πόλυ Χατζημανωλάκη

Διαβάστηκε στο πλαίσιο της εκδήλωσης "Τα ποιήματα της πόλης", στις 25 Ιανουαρίου 2019, στο Κέντρο Τεχνών Μετς, Ευγενίου Βουλγάρεως 11636






Τετάρτη, 26 Δεκεμβρίου 2018

Δίπτυχα, παράφοροι φόνοι και το ασήμαντο βήμα του χρόνου (για την παράσταση Κοριολανός – Ιούλιος Καίσαρας του Σαίξπηρ στο θέατρο της οδού Κυκλάδων)





Κοριολανός – Ιούλιος Καίσαρας μια παράσταση δίπτυχο που είχα την μεγάλη τύχη να παρακολουθήσω χτες Χριστούγεννα  στο Θέατρο της Οδού Κυκλάδων του Λευτέρη Βογιατζή σε σκηνοθεσία Κωνσταντίνου Χατζή. Μια διασκευή μια αντίστιξη των δύο  Σαιξπηρικών έργων, διασκευή οπωσδήποτε ώστε να διαφανούν «οι μηχανισμοί της εξουσίας». Δυο υποθέσεις τυραννοκτονίας σε μια τόσο μακρινή και δύσκολη εποχή που  είναι όλο και λιγότερο αυτονόητο να ζυγίσει ο θεατής τα διακυβεύματα, την τιμή και το καθήκον, την αγάπη και την αφοσίωση, την παράφορη φιλία – τα λεπτά νήματα των σχέσεων όπως μεταφέρονται σε κείμενα όλων των εποχών.

Στην παράσταση πήγα εκ των προτέρων συγκινημένη, γιατί δεν είχα δει ποτέ επί σκηνής Ιούλιο Καίσαρα – το κείμενο το είχα διαβάσει θυμάμαι σε τρυφερή ηλικία – το είχα διδαχτεί για την ακρίβεια και θυμάμαι ακόμα το ύφος του Ολλανδού δασκάλου μου των Αγγλικών στη Ρόδο, που απάγγελε με στόμφο τον επικήδειο του Μάρκου Αντώνιου – but Brutus is an honourable man. Πήγα με αγωνία και έφυγα ενθουσιασμένη. Από την δραματουργική συρραφή των δυο κειμένων – ένας ολοζώντανος Κοριολανός επί σκηνής στο πρώτο μέρος, αριστοκρατικός, σφριγηλός από μια συνέργεια του θιάσου που καθήλωνε το κοινό – που αποφάσισε να περάσει εκεί Χριστούγεννα Η μια πλευρά της τυραννοκτονίας και μετά η άλλη, στο δεύτερο μέρος, με ένα θίασο γυναικών – μια εξαιρετική ιδέα με τέσσερις γυναίκες στο ρόλο του Βρούτου, του Κάσιου, του Κάσκα και του Μάρκου Αντώνιου. Οι μηχανισμοί της εξουσίας από τη μια, η ανθρώπινη συνείδηση και η αναποφασιστικότητα από την άλλη. Συναρπαστικός ο Μάρκος Αντώνιος έως σπαρακτικός στον επικήδειο (η Αγλαία Παππά) θυμόμουν τους χαμηλόφωνους υπαινιγμούς του δασκάλου – an honourable man – και πήγαινα στο παρελθόν, στο κείμενο που το έβλεπα να ζωντανεύει μπροστά σε ένα σεντονι, στο μανδύα – σώμα του νεκρού Καίσαρα

Με συγκλόνισε όμως η αμφιβολία του Βρούτου. Χαμηλόφωνη, στοχαστική- ο αναποφάσιστος προπομπός του Άμλετ. Η Σοφία Φιλιππίδου τον ερμήνευσε ανασκάπτοντας στο εσωτερικό της ψυχής του,  στην ιστορία, στον Πλούταρχο, στις ίδιες τις πηγές του Σαίξπηρ, δημιουργώντας ένα χαρακτήρα ανθρώπινο ακροβατώντας ανάμεσα στην αγάπη και την τιμή – τόσο δύσκολο να μεταφερθεί να αγκιστρώσει στην εποχή μας.
Τόσοι υπαινιγμοί, το φάντασμα του Καίσαρα, προάγγελοι άλλων συγκρούσεων, παράφορων, εσωτερικών, συντριπτικών.  Και πάντα το θέατρο.

Και η ερμηνεία της Κωνσταντίνας Τακάλου η μεταμόρφωση από μητέρα του Κοριολανού σε ανδρόγυνο Κάσιο – διεκδικεί αριστεία και για τους δύο χαρακτήρες που εμψύχωσε.


Η παράσταση, ένας αναστοχασμός για τέτοια περάσματα, από μέσα στο έξω, με έντονες φωτοσκιάσεις από άλλα Σαιξπηρικά κείμενα – δεν μπορώ να συγκρατήσω τώρα αλλά αντηχούσαν πολλές φορές τα λόγια σε κάτι γνωστό , σε κάτι βαθύ διαχρονικό από άλλα έργα, μέχρι το τελικό Το Αύριο και το αύριο και το ασήμαντο βήμα του χρόνου οι αράδες από τον Μάκβεθ μετά που  η Σοφία Φιλιππίδου ως Βρούτος έχει αυτοκτονήσει, και υποκλίνεται στο κοινό όρθια κλείνοντας το έργο, ένα γαϊτανάκι μέσα στο χρόνο, η Χριστουγεννιάτικη ιστορία του Πωλ Ώστερ με τα ίδια λόγια, ο χρόνος ο αληθινός, που σέρνει το βήμα του και εμείς παιδευόμαστε και αγαλλιούμε με ποίηση και Σαίξπηρ και θέατρο.

Μια παράσταση που θα χαρείτε και με το μυαλό και με την καρδιά που θα σας κάνει να πετάξετε.

Στο θέατρο της οδού Κυκλάδων Λευτέρης Βογιατζής
Στοιχεία παράστασης εδώ: https://www.ert.gr/xorigies/koriolanos-ioylios-kaisaras-sto-theatro-odoy-kykladon-leyteris-vogiatzis/
  

https://www.ert.gr/xorigies/koriolanos-ioylios-kaisaras-sto-theatro-odoy-kykladon-leyteris-vogiatzis/

οι φωτογραφίες από τον πιο πάνω σύνδεσμο και από το
https://www.culturenow.gr/koriolanos-kai-ioylios-kaisaras-toy-oyilliam-saixpir-sto-theatro-tis-odoy-kykladon/