Πέμπτη, 21 Απριλίου 2016

Πώς θυμάμαι την 21 Απριλίου του 1967


Πριν 47 χρόνια, ο διευθυντής του σχολείου μας μάζεψε στη μεγάλη αίθουσα εκδηλώσεων, το σχολείο μου ήταν πρότυπο – συστεγαζόταν με την τότε Παιδαγωγική Ακαδημία Ρόδου– και είχε μια αρχοντιά που δεν ξαναείδα σε όσα σχολεία δημόσια ή ιδιωτικά και αν φοίτησα ή αν εργάστηκα ή ακόμα και αν επισκέφτηκα. Δεν μπορώ να θυμηθώ βέβαια – εκτός από ένα δίσκο του Νεύτωνος – να χρησιμοποιήσαμε ποτέ κάποιο από τα όργανα φυσικής. Πλησιέστερα θα έλεγα στα πένθιμα σχολεία των δυτικών που γράφει ο Καββαδίας έμοιαζε παρά τα πολύχρωμα σαν ουράνιο τόξο σχολειά της σύγχρονης παιδαγωγικής. Δεν θυμάμαι καθόλου θλίψη ωστόσο, γέλια και χαρές και παιχνίδι, σε πεντακάθαρους – γυαλιστερούς διαδρόμους – επιβλητικό γραφείο του διευθυντή που μύριζε βερνίκι που έμοιαζε όπως είδα στην τηλεόραση το γραφείο του σημερινού Υπουργού Εξωτερικών. Τη διαδρομή αίθουσα διδασκαλίας – γραφείο διευθυντή γινόταν μια φορά την ημέρα από κάποιο παιδί – που έπρεπε να μεταφέρει το συμπληρωμένο βιβλίο Ύλης ή το Απουσιολόγιο, κάποτε ήταν και δική μου σειρά, που μόλις απομακρυνόμουν από την οπτική επαφή που υποψιαζόμουν ότι είχε η δασκάλα μαζί μου, το άνοιγα και το ξεφύλλιζα και διάβαζα ονόματα πατρός και επαγγέλματα των τριανταπέντε συμμαθητών μου, τι χαρά να σκαλίζω το απαγορευμένο βιβλίο, ιδίως που έμαθα ότι η συμμαθήτριά μου η Χ. ήταν «ορφανή» έτσι έγραφε, το βιβλίο εκείνη βέβαια δεν το ήξερε ο πατέρας της ήταν ναυτικός, ήταν καπετάνιος. Πέρσι, στο νεκροταφείο της Σκιάθου, στα μνημούρια, είδα ένα τάφο του Πλοιάρχου Νικολάου Δ. και άρχισε να χτυπάει ακατάστατα η καρδιά μου – αυτός πρέπει να ήταν ο πατέρας της ήθελα να πιστεύω.

Μια μεταφορά πλοίου και καπετάνιου, η πολιτεία ως πλοίο, ήταν αυτή που έκανε ο διευθυντής που μας μάζεψε πριν μας στείλει σπίτια μας, ήμουν Τρίτη Δημοτικού. Που κινδυνεύει και ο καπετάνιος έχει φύγει και αναλαμβάνουν λέει οι αξιωματικοί. Αργότερα διάβασα το ποίημα του Longfellow- oh captain my captain, o καπετάνιος είναι νεκρός, μετά που είδα την ταινία με τον κύκλο των χαμένων ποιητών αλλά δεν θυμήθηκα καθόλου την εικόνα. Σαν ανταρσία του Μπάουντι περισσότερο μου έμοιασε αυτό με τους ναύτες – τους αξιωματικούς συγκεκριμένα – που αναλαμβάνουν την διοίκηση, καμία θλίψη για τον καπετάνιο. 
Και συνεχίζουμε με τέτοιες μεταφορές – θα ρίξετε τη χώρα στα βράχια και παρόμοια ενώ όσοι έχουν καρδιά στα νησιά περισυλλέγουν ναυαγούς και πνιγμένους από εμπόλεμες ζώνες. 
Για τη δημοκρατία και το πώς είναι το πολίτευμα μιας δημοκρατικής χώρας, δεν ξέρω τι θα έλεγε ο αγαπημένος μου δάσκαλος, που ήταν τότε διευθυντής. Ιταλοσπουδαγμένος και καλλιγράφος, που είχε γεμίσει το σχολείο με ρητά του Montaigne και του Pestalozzi. Βεβαίως και θα μαθαίναμε όλοι στη ζωή μας να κάνουμε συμβιβασμούς, δεν γίνεται αλλιώς, και πως δεν χρειάζεται να επιβληθεί δικτατορία όπως φαίνεται σε μια ευρωπαϊκή χώρα όταν αυτή χρωστάει. Πώς δεν μπορεί να νομοθετεί ένα κοινοβούλιο όταν δεν εγκρίνουν οι διάφορες ομάδες εργασίας, οι θεσμοί, οι επιτηρητές. Και φυσικά υπάρχουν και χειρότερα και απείρως προτιμότερο είναι αυτό που έχουμε από πριν. Απλά η δημοκρατία δεν είναι τόσο ασπιλη, δεν είναι τόσο αγνή δεν είναι αυτή που νομίζαμε, αυτή που περιμέναμε.

ΥΓ

Η ανάρτηση έγινε στο φέησμπουκ τον Απρίλιο του 2015 και οι φωτογραφἰες είναι από το δημοτικό σχολείο του Χαράδρου Αρκαδίας. Αρκαδία με όλη τη σημασία της λέξης. 

Δευτέρα, 18 Απριλίου 2016

Η βωβότητα της Άννας μακ Γκραθ: ένα σχόλιο για τα μαθήματα πιάνου



Μια υπόκωφη επίπλωση βυθού, ένα τεράστιο όστρακο, το Πιάνο βυθού του Γιάννη Βαρβέρη εκεί όπου ο ποιητής εν τέλει είναι καλά, εκπνέοντας νότες άσχετες μακριά από κάθε προοπτική πνιγμού μετά το κοινό τους ναυάγιο...
Αναπόφευκτος συνειρμός αυτή η εικόνα, στη σκηνή του τέλους της ταινίας της Τζαίην Κάμπιον «Μαθήματα πιάνου», που είδα ξανά χτες μετά από πολύν καιρό, όταν η ηρωίδα το αναπολεί, βυθισμένο στη σιωπή, στο βυθό της θάλασσας, κάπου στη Νέα Ζηλανδία, όπου η ίδια έχει αποφασίσει να το εγκαταλείψει κλείνοντας με αυτή την τελετουργική θυσία το κεφάλαιο εκείνο της ζωής της και βγαίνοντας – ίσως – από τη σιωπή της μαγικής της βωβότητας…
Ένα αριστούργημα που το θυμόμαστε πολύ συχνά σε αυτήν μας την κοινότητα, με την εξαιρετική μουσική του Michael Nyman, που ακούμε τόσο συχνά στους «τοίχους» μας…
Η ιστορία της βουβής εκείνης γυναίκας της πουριτανικής Αγγλίας που συνοδευόμενη από την μικρή της κόρη – την οποία υποδύεται το παιδί θαύμα Anne Packwin – ταξιδεύει στη Νέα Ζηλανδία μετά από ένα γάμο που έχει κανονίσει ο πατέρας της συναντά τον μέλλοντα σύζυγο, και παίρνει μαζί της το πιάνο της…

Η βωβότητα της Άντας Μακ Γκραθ (που την υποδύεται η Χόλυ Χάντερ), ως σκοτεινό χάρισμα, δημιουργεί ένα εσωτερικό βυθό όπου κατοικεί αυτή με την μικρή της κόρη – αυτήν που μιλά με τους άλλους και πλάθει ή μεταπλάθει τις αφηγήσεις της μητέρας της, ιστορίες που εκείνη της αφηγείται με την χορογραφία της νοηματικής – για το παρελθόν τους, τον έρωτα και το τραγούδι του πατέρα της…Ενας παραδεισένιος κόσμος για τις δυο τους, από όπου όλοι οι άλλοι – ακόμα και (ή κυρίως) ο σύζυγος – αποκλείονται.
Η μικρή κόρη «λόγος» είναι που στο τέλος ευθύνεται για τον φοβερό ακρωτηριασμό της από τον σύζυγο όταν αισθανόμενη ότι ο κόσμος απειλείται από την ύπαρξη του εραστή (Χάρβει Καϊτέλ) παραδίδει στον θετό πατέρα το μυστικό μήνυμα στο «πλήκτρο» που απευθυνόταν στον εραστή της, τον άνδρα που ήθελε να την αγαπήσει και ήθελε να την ακούει να παίζει, διεκδικώντας, ανταλλάσσοντας, εξαγοράζοντας την τρυφερότητα που έδειχνε εκείνη προς το πιάνο της.
Η σιωπή της μαγείας, του περίκλειστου κόσμου, η σιωπή του θανάτου εν τέλει, παραμένουν στο βυθό και η ηρωίδα επιτελεί την τραγική της ανάδυση μετά από πολλούς αποχωρισμούς (το πλήκτρο της , το δάχτυλό της , το πιάνο της ) την αναγέννησή της στον κόσμο των φθόγγων και της λαλιάς…

Πόλυ Χατζημανωλάκη

Αναρτήθηκε στο facebook στις 18. 04. 2012

"O τελευταίος Βαρλάμης": σημειώσεις πριν μια διάλεξη


Στις 27 Απριλίου του 2010 – εξηνταεννιά χρόνια μετά την αποφράδα εκείνη ημερομηνία της παράδοσης των Αθηνών στους Γερμανούς - μια καθόλου τυχαία ημερομηνία που έχει καρφωθεί έντονα στο νου του Θανάση Βαλτινού ώστε να προχρονολογήσει με αυτήν την επίσκεψη του Γιώργου Σεφέρη στην Αίγυπτο τότε που τον συνόδευε ο Νίκος Καββαδίας – ο εν λόγω συγγραφέας, ο Θανάσης Βαλτινός κατά σύμπτωσιν ίσως εκφωνούσε την ομιλία του προς τους Αθανάτους της Ακαδημίας Αθηνών, μια και ήταν η μέρα που τον υποδέχονταν ως νέο μέλος για την έδρα της ελληνικής πεζογραφίας.
Επέλεξε στην ομιλία του, να ασχοληθεί ένα σπάνιο και παράξενο δημοτικό τραγούδι, το Βαρλάμη. Η ομιλία του δηλαδή ήταν ένα δοκίμιο για την προέλευση και τις ερμηνευτικές μελέτες που έγιναν για το τραγούδι αυτό, τον βίο των μελετητών του αλλά και του ήρωα Βαρλάμη που βρίσκεται ξαπλωμένος κάτω από ένα πλάτανο- με παχύ ίσκιο, εκεί που τρία πλατάνια βρίσκονται – αράδα αράδα στους στίχους του τραγουδιού. Το δοκίμιο του Βαλτινού, ένας ποταμός φαντασίας, επινοημένων και αληθινών στοιχείων, στα όρια της ιστορίας, της λογοτεχνίας και της μελέτης τους – δημοσιεύτηκε μετέπειτα στο περιοδικό Νέα Εστία και κυκλοφόρησε εκείνη τη χρονιά από τις εκδόσεις Εστία. Έχουν περάσει δηλαδή πέντε χρόνια. Πέρασαν είκοσι λεπτά από τότε που το διάβασα, μια από τις πιο απολαυστικές αναγνώσεις που έχω κάνει ποτέ. Γελώντας, ζηλεύοντας, ρουφώντας σταγόνα σταγόνα τους υπαινιγμούς που κατάλαβα, υποψιαζόμενη μύριους όσους που δεν κατάλαβα αλλά έτσι συμβαίνει με τις αναγνώσεις.
Από το αστείο του Καββαδία προς τον Σεφέρη με την επίσκεψη του πρεσβευτικού αυτοκινήτου στα «σπίτια» που περίμεναν τον Καββαδία, τον «ωραίο λοχαγό» του Μένη Κουμανταρέα που γίνεται καφέ σαντάν στη Βηρυττό και την παλιά Αθήνα, την επαγγελματική αποκατάσταση των κλεφτών επί Καποδίστρια τις εξωφρενικά στοιχειοθετημένες μελέτες της λογίας Ρωξάννης – Ρέας Αβρολαίτη και χιλιάδες μικρά κλεισίματα του ματιού για την αφήγηση, τις λέξεις, την ιστορία – εν κατακλείδι τη λογοτεχνία
Απέκτησα το βιβλίο σε ένα ταξίδι αστραπή στο κέντρο απόψε. Αφορμή η αναφορά του Γιώργου Αριστηνού σε μια συγκριτική ανάγνωση που θα κάνει για το βιβλίο αυτό στο βιβλιοπωλείο Επί Λέξει την επόμενη Τετάρτη. Μια ομιλία πολλά υποσχόμενη μια και ήδη αναφέρθηκε στη λεπτή ισορροπία ανάμεσα σε ένα κλασικό και συνάμα μεταμοντέρνο συγγραφέα και που είχα σκοπό να παρακολουθήσω.
Παρά την κλειστή Πανεπιστημίου και το μποτιλιάρισμα άξιζε τον κόπο. Τα υπόλοιπα θα τα ακούσουμε την Τετάρτη 22/4.

Πόλυ Χατζημανωλάκη
Δημοσιεύτηκε στο facebook στις 18.04. 2015

Κυριακή, 3 Απριλίου 2016

«Χαρτογραφώντας τὴ Σκιάθο τοῦ Παπαδιαμάντη».

Στὸ πλαίσιο τῶν «Συναντήσεων τῆς Πέμπτης» στὸ βιβλιοπωλεῖο «ἐν Πλῷ» (Χαριλάου Τρικούπη 6-10, Ἐμπορικὸ Κέντρο Atrium) στὶς 7 Ἀπριλίου 2016, ὥρα 7.00 μ.μ., ὁ κ. Κίμων Παπαδημητρίου θὰ μιλήσει μὲ θέμα: «Χαρτογραφώντας τὴ Σκιάθο τοῦ Παπαδιαμάντη».

Ὁ Κίμων Παπαδημητρίου εἶναι διδάκτορας Ἀγρονόμος καὶ Τοπογράφος Μηχανικὸς καὶ ἀπὸ τὸ 2015 ἀνήκει στὸ Ἐργαστηριακὸ Διδακτικὸ Προσωπικὸ τοῦ ὁμώνυμου τμήματος στὸ ΑΠΘ. Τὰ ἐρευνητικά του ἐνδιαφέροντα περιλαμβάνουν τὴ χαρτογραφικὴ τεκμηρίωση, τὴ διαχρονικὴ παρακολούθηση καὶ τὴ γεωγραφικὴ ἀνάλυση. Ἀπὸ τὸ 2006, ὡς ἐνεργὸ μέλος τῆς Ἑλληνικῆς Ἑταιρείας Ἀκουστικῆς Οἰκολογίας, ἔχει ἐπικεντρωθεῖ στὴν συνδυασμένη μελέτη τῶν περιβαλλοντικῶν καὶ τῶν πολιτιστικῶν χαρακτηριστικῶν μέσω τοῦ Ἤχου. Παράλληλα, ζώντας ἀπὸ τὸ 2008 μέχρι τὸ 2015 μὲ τὴν οἰκογένειά του στὴ Σκιάθο ἀσχολήθηκε μὲ τὴν ἐνημέρωση καὶ τὴν εὐαισθητοποίηση τοῦ κοινοῦ σὲ περιβαλλοντικὰ ζητήματα κατὰ τὴ διάρκεια ἤπιων μορφῶν περιηγήσεων (περπάτημα, κολύμπι, κωπηλασία, ἱστιοπλοΐα καὶ καταδύσεις) στὴν εὐρύτερη περιοχὴ τῶν Β. Σποράδων καὶ τοῦ Πηλίου.

Εταιρεία Παπαδιαμαντικών Σπουδών: http://papadiamantis.net/

Δευτέρα, 7 Μαρτίου 2016

Γιωσέφ Ελιγιά: ο θάνατος του παλικαριού και οι Διγενήδες.















«Η ίδια η ζωή του ήταν το ωραιότερο ποίημα», γράφει ο γιατρός, λογοτέχνης και ερευνητής Σάββας Μιχαήλ στο κείμενο του «Το μείζον μέσα στο έλασσον», ένα εξαιρετικό δοκίμιο όπου παρουσιάζει τον ποιητή που γνωρίσαμε στις σελίδες του διηγήματος του Δημήτρη Χατζή Σαμπεθάι Καμπιλή (από το Τέλος της Μικρής μας Πόλης) και όπου με αριστουργηματικό τρόπο και θαυμαστή επάρκεια, προσπαθεί να αποκαταστήσει το μείζον μέσα στον χαμηλό τόνο της γραφής του. Απαρατήρητο πέρασε από τα μάτια των μελετητών το μάγμα του ηφαιστείου, της μελέτης, της λογιότητας, των κρυφών αναφορών στις γραφές και τις παραδόσεις. Επιμένω ότι και το δοκίμιο του Σάββα Μιχαήλ είναι κορυφαίο, ισάξιο με το διήγημα του Δημήτρη Χατζή στον χώρο της Ιστορίας και της κριτικής. Ανοίγει την κουρτίνα και μας αποκαλύπτει άγνωστες πλευρές της ποίησης και της ιστορίας μας, στο μεταίχμιο δύο πολιτισμών, δύο γλωσσών, του ελληνικού και του εβραϊκού. Το κείμενο υπάρχει στο διαδίκτυο, σε λινκ από το πολιτικό καφενείο, κυκλοφορεί βεβαίως στο βιβλίο του Σάββα Μιχαήλ από τις εκδόσεις Άγρα. (και στο Scribdd ολόκληρο το βιβλίο)

Σε αυτό το κείμενο λοιπόν, υπάρχει μια λεπτομερής περιγραφή του θανάτου του Γιωσέφ Ελιγιά στον Ευαγγελισμό, Παρασκευή βράδυ της 29ης Ιουλίου 1931. Ο ποιητής είχε φτάσει στην Αθήνα στις 15 Ιουλίου με εγκληματική καθυστέρηση, γιατί ενώ είχε αρρωστήσει με κοιλιακό τύφο, η θρησκευόμενη προϊσταμένη αρχή δεν του έδινε άδεια να νοσηλευτεί και του έλεγαν αν το κάνει στο τέλος της σχολικής χρονιάς. Έτσι, μπήκε κακήν κακώς μόλις έκλεισαν τα σχολεία (υπηρετούσε στο Κιλκίς) στον Ευαγγελισμό αλλά ήταν αργά. Η μάνα του φώναξε δυο ραββίνους για να διαβάσουν την Τορά. Την διάβαζαν όμως με τόσο άσχημα εβραϊκά, που ο ετοιμοθάνατος νεαρός σοφός οργίστηκε και τους διέκοψε. Τους είπε να σταθούν στη μια και στην άλλη πλευρά του κρεβατιού και να ανοίξουν από πάνω του το ρολό, το Σεφέρ Τορά. Ανασηκώθηκε, στηρίχτηκε στα μπράτσα των δυο ραβίνων και διάβασε μόνος του «με την ωραία άρθρωση και τη βροντώδη φωνή», το Καντίς, την ευχή των νεκρών και άφησε την πνοή του. 

Διφυείς (Ντυμπούκ) είναι τα τρομερά πνεύματα των εβραϊκών παραδόσεων, που ζουν στο μεταίχμιο ανάμεσα σε δυο κόσμους, στοιχειώνουν τους θρύλους - προκαλούσαν τον τρόμο στους Ναζί – γράφει ο Σάββας Μιχαήλ σε ένα άλλο κείμενο στο ίδιο βιβλίο. Διφυής (Ντυμπούκ) είναι και ο Γιωσέφ Ελιγιά, άνθρωπος ανάμεσα τον ελληνικό και τον εβραϊκό κόσμο, όπως Διφυής (Διγενής) ήταν και ο Αφεντοδήμος - ο Αντρειωμένος με την ουρά στο θάνατο του παλικαριού του Κωστή Παλαμά. Και οι δυο, ρυθμίζουν τις τελετουργικές λεπτομέρειες του δικού τους περάσματος ανάμεσα στους δυο κόσμους, αυτόν των ζωντανών και αυτόν των νεκρών. Να θυμηθούμε το μοιρολόγι που ζήτησε από τη μάνα του να ακούσει, ακόμα εν ζωή ο Δήμος.



Πόλυ Χατζημανωλάκη
Από παλαιότερη ανάρτηση στο facebook

Κυριακή, 6 Μαρτίου 2016

Κλωθώ, Λάχεσις και Άτροπος:Τρεις υφάντρες στο γκέττο του Λοτζ







Αναρωτιέμαι πώς να ήταν τα ονόματά τους – Ρόζα, Λουίζα και Λέα ή μήπως Κλωθώ, Λάχεσις και Άτροπος, οι κόρες της Νύχτας, με το αδράχτι, τη ρόκα και το ψαλίδι: Οι τρεις υφάντρες του Γκέττο του Λοτζ



To τέλος της τέταρτης ιστορίας στους "Ξεριζωμένους" του Sebald είναι αφιερωμένο στην περιγραφή μιας έκθεσης φωτογραφίας που έγινε γύρω στα 1987 στην Φραγκφρούρτη, με σκηνές από το γκέτο του Λιντσμαννσταντ στην πόλη Λοτζ της Πολωνίας, μια ιδιαίτερα "παραγωγική" πολιτεία, μια και οικειοθελώς οι έγκλειστοι προσπαθούσαν να "απελευθερωθούν" δια της εργασίας, αυξάνοντας διαρκώς την παραγωγικότητα αλλά και τις θέσεις εργασίας μια και εγνώριζαν - αυτά τα αναζήτησα και τα βρήκα αργότερα στο διαδίκτυο - ότι για όσους δεν ήταν παραγωγικοί η μοίρα που τους επιφύλασσαν οι Ναζί ήταν η θανάτωση, έτσι έγινε με 50,000 γέρους και παιδιά του γκέττο που μεταφέρθηκαν στο γειτονικό στρατόπεδο συγκέντρωσης του Τσέλμνο, το πρώτο χρονολογικά στρατόπεδο θανάτου που είχε ιδρυθεί.
Φρόντιζαν λοιπόν οι κατοικοι του Γκέττο να δημιουργούν θέσεις εργασίας για τα παιδιά, να τα εκπαιδεύουν ώστε να μπορούν να γίνουν παραγωγικά ώστε να σωθούν…


Για την περίπτωση του Γκέτο του Λοτζ, του μικρού πολωνικού Μάντσεστερ παραγωγικότητας, ο Sebald δεν χρησιμοποιεί καθόλου φωτογραφίες, μόνο περιγραφές. Έτσι κι αλλιώς οι φωτογραφίες του είναι μυθοπλαστικές τις αμφισβητεί και τις υπονομεύει κατηγορώντας τις ότι υποσκάπτουν την μνήμη, για να θυμίσουμε τις σκέψεις του ήρωά του του Ανρί Μπελ (του Σταντάλ) στο Αίσθημα Ιλίγγου, που συμβουλεύει τους ταξιδιώτες να μην αγοράζουν γκραβούρες από τα μέρη που επισκέπτονται γιατί αυτές κυριαρχούν και αλλιώνουν τα χαρακτηριστικά του χώρου όπου δικαιωματικά θα έπρεπε να λειτουργεί η μνήμη.
Διάβαζα πριν λίγον καιρό τα σχόλια της Ruth Franklin για μια συγκεκριμένη φωτογραφία με την οποία τελειώνει η τέταρτη ιστορία και το βιβλίο, την ιστορία με τις τρεις υφάντρες του Λοτζ, σε μια από τις οποίες προσπαθεί η ίδια να αναγνωρίσει τη γιαγιά της που επίσης πέθανε στο Ολοκαύτωμα και όλη τη συζήτηση για το αν η τέχνη συμπληρώνει τη μνήμη ή αν είναι προτιμώτερο το κενό.

Θα αντιγράψω εδώ το απόσπασμα από την ιστορία και το συνοδεύω αυθαίρετα με φωτογραφίες από το γκέττο του Λοτζ, που ανακάλυψα στο διαδίκτυο, φωτογραφίες με γυναίκες ή κορίτσια που εργάζονται σκληρά, στη ραπτομηχανή, σε φούρνους, στον αργαλειό, στα πλυντήρια - μια μόνο είναι από το γκέττο της Βοσνίας – με εντυπωσιάζει πόσο πολλές από αυτές περιλαμβάνουν τρεις κοπέλες μαζί να ποζάρουν αντί για μια ή δυο. Νομίζω το μια θα ήταν πολυτέλεια, ποιος ασχολείται να φτιάξει ένα πορτρέτο, το δυο συμβολίζει έναν ιδιαίτερο δεσμό ανάμεσα στις εικονιζόμενες που ίσως δεν έχει περιθώριο να ανθίσει ενώ το τρεις είναι ο μαγικός αριθμός της σταθερότητας, τρεις μοίρες, τρεις χάριτες, μια ανέμελη – δήθεν συντροφιά – τις μέρες εκείνες…
«Πίσω από το κατακόρυφο καφάσι του αργαλειού, κάθονται τρεις νεαρές πάνω κάτω εικοσάχρονες κοπέλες. Το χαλί που υφαίνουν έχει ένα ακανόνιστο γεωμετρικό σχέδιο, που ακόμα και τα χρώματα μου θυμίζουν την ταπετσαρία του καναπέ που έχουμε στο καθιστικό μας στο σπίτι. Δεν γνωρίζω ποιες είναι οι τρεις νεαρές γυναίκες. Το φως πέφτει πάνω τους από το παράθυρο στο φόντο και έτσι δεν μπορώ να διακρίνω καλά τα μάτια τους, καθώς στέκομαι βέβαια στο ίδιο σημείο, όπως και ο Γκένεβαϊν ο λογιστής, με τη φωτογραφική μηχανή του. Η κοπέλα στη μέση έχει ξανθά μαλλιά και κατά κάποιο τρόπο μοιάζει με νύφη. Η υφάντρια στα αριστερά της γέρνει ελαφρώς το κεφάλι προς το πλάι, ενώ η κοπέλα στη δεξιά άκρη με κοιτάζει τόσο επίμονα και ανελέητα, ώστε να αποστρέφω το πρόσωπό μου. Αναρωτιέμαι πώς να ήταν τα ονόματά τους – Ρόζα, Λουίζα και Λέα ή μήπως Κλωθώ, Λάχεσις και Άτροπος, οι κόρες της Νύχτας, με το αδράχτι, τη ρόκα και το ψαλίδι…»






















Ανάρτησή μου από το φέησμπουκ, 15 Αυγούστου 2015

"Μίμησις", ένα διήγημα



Ο Άγιος Χ. αποφάσισε σε νεαρή ηλικία να μονάσει. Οι φήμες λένε ότι έσκαψε μια σπηλιά στο όρος των Μελισσών και ανέθεσε στον αγαπημένο του Αγιογράφο  ιστορήσει τους τοίχους της με αγιογραφίες που ταίριαζαν στον πνευματικό του δρόμο.
Η φιλοξενία του Αβραάμ είναι ανάμεσα σε αυτές. Κάποιοι λένε πως φιλοξενήθηκε εκεί για ένα χρόνο ο Θεοφάνης ο Κρης, ο δάσκαλος του Αντρέι Ρουμπλιώφ και ότι κάποιες κινητές εικόνες που βρέθηκαν στο ερημητήριο και φυλάσσονται στο Μουσείο της Πρωτεύουσας  είναι δικές του. Η αγιογράφηση όμως του Ναού έγινε σχεδόν από κοινού από τον ασκητή και τον αγιογράφο, μια και ο ένας είχε τις ιδέες και τις αφηγήσεις και το τυπικό του πώς πρέπει να ιστορούνται οι σκηνές και ο άλλος προσπαθούσε να προσαρμόσει την τέχνη του στις οδηγίες του Αγίου.
Αυτός ο τρόπος κοινής άσκησης κράτησε περίπου τριάντα χρόνια και στο τέλος, ολοκληρώθηκε μέσα στο μικρό κοίλο της σπηλιάς σε μικρογραφία  όλη η Καινή Διαθήκη. Είχε υμνηθεί και απεικονιστεί συμβολικά η διδασκαλία, η ζωή και τα πάθη του Χριστού από την γέννηση και την φυγή στην Αίγυπτο, την Υπαπαντή, την είσοδο στο Ναό, την φυγή στην έρημο, τα θαύματα, τη σύλληψη στο όρος των Ελαιών, το Μυστικό Δείπνο και τον Νιπτήρα βεβαίως πριν από αυτό, την Σταύρωση έως και την ανάληψη.

Σε όλες αυτές τις εικόνες, ο αγιογράφος είχε φροντίσει να απεικονίζει και τον ασκητή. Να είναι ένας από τους τρεις Μάγους που επιστρέφουν στην Αίγυπτο, να αντικαθιστά τον Αβραάμ στη φιλοξενία του με τους Αγγέλους, να σηκώνει τον Σταυρό στη θέση του Σίμωνος Κυρηναίου στη σκηνή του Ελκομένου, να εικονίζεται ως μαθητής του Ιησού πίσω από τον Πέτρο στο Μυστικό Δείπνο και στο Νιπτήρα, να στέκεται δίπλα στο λίθο του Αγίου Τάφου στην Ανάσταση…

Αυτή την ιδέα αργότερα μιμήθηκαν και άλλοι δημιουργοί που εμφανίζονται φευγαλέα σε σκηνές του έργου τους, χωρίς όμως να τολμήσουν να παίξουν ενεργό ρόλο σε αυτό όπως έκανε ο Άγιος Χ ο οποίος με τον τρόπο αυτό πολλαπλασίαζε τον εαυτό του, καταργούσε τον χρόνο  και συμμετείχε συμβολικά σε όλες τις σκηνές του Θείου Δράματος όχι σαν απλός κομπάρσος αλλά τις περισσότερες φορές σαν πρωταγωνιστής.
O
Θεός έβαλε τον εαυτό του σε πολλές εικόνες σκεφτόταν. Και αυτός μια τέτοια μίμηση είχε κατά νουν…

Πόλυ Χατζημανωλάκη

Εικόνα: Η φιλοξενία του Αβραάμ, από κατακόμβη της  Via Latina 300  μ.X.