Τρίτη, 21 Φεβρουαρίου 2017

Φόρος τιμής στο έλασσον (διαδρομές με αφορμή μια επιγραφή και ένα μνημόσυνο)



Πρέπει να ψάξω βαθιά στη βιβλιοθήκη μου για να επιβεβαιώσω σε πιο από τα δυο – «στους γελοίους έρωτες» ή στο «βιβλίο του γέλιου και της λήθης» του Μίλαν Κούντερα αναφέρεται η περίπτωση του Τσέχου γιατρού – γυναικολόγου  μιας επαρχιακής πόλης που εφάρμοζε τέτοια μέτρα γονιμότητας στις ασθενείς του που δημιουργήθηκε συν τω χρόνω μια ολόκληρη γενιά παιδιών με την ίδια γαμψή μύτη – σήμα κατατεθέν της αποτελεσματικότητας των μεθόδων του γιατρού.

Μια παρόμοια ιστορία άκουσα να διηγείται ο γνωστός βιολόγος Rupert Sheldrake που οι ιδέες του για τα μορφικά πεδία και τη μνήμη του χώρου είχαν γοητεύσει τον Sebald  (και εμένα εννοείται). Έλεγε λοιπόν ο Sheldrake μια ιστορία  για τις ρηξικέλευθες ιδέες του Sir Julian Huxley για την ευγονική που έκαναν – υποτίθεται – εκατοντάδες νέους να στέλνουν επιστολές στο γιο του και να ισχυρίζονται συγγένεια πρώτου βαθμού μαζί του…



Τηρουμένων των αναλογιών,  είχα κι εγώ -  είχαμε δηλαδή με άλλους πολλούς  υπάρξει πνευματικά παιδιά ενός και μόνου ανθρώπου και μοιραζόμασταν γενιές επί γενεών τον ίδιο γραφικό χαρακτήρα στην αρχή της εφηβείας μας.
Τη δεκαετία του εξήντα στη Ρόδο, ήταν διευθυντής στο Πρότυπο Σχολείο που στεγαζόταν κάτω από την Παιδαγωγική Ακαδημία ο εξαιρετικός λόγιος και καλλιγράφος Φώτης Κυπριώτης, ο δάσκαλός μας, ιταλομαθής, που είχε ιδιοχείρως φιλοτεχνήσει και κορνιζώσει καλλιγραφημένα αποφθέγματα σοφών, του Πεσταλότζι, του Μοντεσκιέ (δεν θυμάμαι δυστυχώς άλλα ονόματα) με μια ιδιαίτερη γραμματοσειρά, που είχε φροντίσει να τη διδαχτούμε και στα γραπτά μας να την αναπαράγουμε.
Έτσι λοιπόν για ένα δυο χρόνια –  όταν ξέφευγες από την επίδρασή του έφευγε και η συνήθεια – επιμελώς κι εγώ και άλλοι, γράφαμε με αυτόν τον θαυμαστό τρόπο, με μελάνι φυσικά ποτέ δεν θα διαπράτταμε την ιεροσυλία του στυλό διαρκείας – συνδέοντας το ένα γράμμα με το άλλο, περίτεχνα, στρογγυλά, ομοιόμορφα, σαν τα παιδιά με τη γαμψή μύτη του Τσέχου γιατρού.

Θυμάμαι με νοσταλγία αυτήν την εποχή και ίσως έχω δείγματα αυτών των επιτεύξεων. Ωστόσο, πριν μερικές μέρες,  στα Χανιά, επισκεπτόμενη το σπίτι του Ελευθέριου Βενιζέλου, είδα έκπληκτη μια προσωπογραφία του, ένα πίνακα του Καλυμνίου ζωγράφου Μιχαήλ Αλαχούζου, όπου  αναπαρίσταται νέος. Η προσωπογραφία  συνοδευόμενη από ένα επίγραμμα που συνέθεσαν προς τιμήν του οι Καλύμνιοι,  μέλη του Αναγνωστηρίου  «Αι Μούσαι». Ημερομηνία Απρίλιος 1916.

Μπορώ να φανταστώ τι συνεπήρε τα μέλη του Αναγνωστηρίου στην προσφάτως Ιταλοκρατούμενη  Δωδεκάνησο – η Ιταλία είχε προσαρτήσει τα Δωδεκάνησα μόλις το 1911 – να γοητεύονται και να συνεπαίρνονται από τον νεαρό έλληνα πολιτικό. Ο Αλαχούζος ήταν ιδρυτικό μέλος του Αναγνωστηρίου το οποίο είχε συγκεντρώσει τον ανθό της διανόησης της Καλύμνου.


Αυτό που με συγκινεί όμως είναι το έλασσον, είναι η γραμματοσειρά του δασκάλου μου, στο  κάτω μέρος του πίνακα,  που από ότι φαίνεται ήταν συνήθεια όχι μόνο στη Ρόδο, αλλά και στους λογίους κύκλους της Καλύμνου ήδη από το 1916 και δεν ξέρω και παλαιότερα. Δεν ξέρω την καταγωγή της, δεν ξέρω αν ήταν συνήθεια που ήρθε με τους Ιταλούς που εκείνη την εποχή εθεωρούντο ελευθερωτές, μια και είχαν αποσπάσει τα νησιά από την Οθωμανική αυτοκρατορία, ποιου δασκάλου μαθητές είχαν υπάρξει τα μέλη του Αναγνωστηρίου και ο δάσκαλός μου αργότερα;

Με ποιο παράξενο τρόπο,  ποιο σύστημα εκπαίδευσης έφτασε πια στα σχολειά στα μέσα της δεκαετίας του 60 και την επέβαλε ο δάσκαλός μας, απαραίτητο στοιχείο ευπρέπειας και άσκησης στον τρόπο της γραφής, αλλά και διακριτικό σημάδι ότι υπήρξαμε μαθητές του, χρόνια μετά και τον θυμόμαστε με πολλή γλύκα…

Υστερόγραφο

Εψαξα στο διαδίκτυο για αναφορές στο δάσκαλό μου Φώτιο Κυπριώτη. Εμβληματική μορφή, διευθυντής του σχολείου, τον θυμάμαι με τα γυαλάκια του, αυστηρός στις ποινές, ευρηματικός στη διδασκαλία, πολύ αυστηρός αλλά αγαπητός. Θυμάμαι ότι είχε δύο κόρες και κάποτε ήρθαν να παρακολουθήσουν το μάθημα οι κόρες με τους αρραβωνιαστικούς τους.
Επιβεβαίωσα ότι είναι αυτός, από την αφιέρωση στη μνήμη του  που έκαναν οι κόρες του Δέσποινα και Ελένη στη μνήμη του στην εφημερίδα Ριζοσπάστης. Έχει πεθάνει από το 2002. Τον αναγνώρισα και από τη φωτογραφία.

Μέλος του ΚΚΕ και αγωνιστής της Εθνικής Αντίστασης.


Ο δάσκαλός μου είχε και μια άλλη ζωή που δεν την ήξερα(*).






(*) Ακούω τη φωνή του στο κείμενο του, πρόσκληση για την παρουσίαση του βιβλίου του και αφιέρωση σε μαθητή του,  που αναδημοσιεύεται εδώ:

http://rokar-rokar.blogspot.gr/2014/11/blog-post_54.html

Δευτέρα, 20 Φεβρουαρίου 2017

Η διαυγής φαντασμαγορική δημιουργικότητα της Σοφίας Φιλιππίδου: «Καθώς ψυχορραγώ» του Ουίλλιαμ Φώκνερ στο Θέατρο Κυκλάδων





Είχα συνοδεύσει πριν τα Χριστούγεννα τη Σοφία Φιλιππίδου στο Φάληρο, στο βιβλιοπωλείο Booktalks, όπου την είχαν προσκαλέσει για να διαβάσει ένα εορταστικό διήγημα του Αλ. Παπαδιαμάντη, το «Στο Χριστό στο Κάστρο».  Περίμενα με πολύ ενδιαφέρον να δω την δική της εκδοχή της μεγαλόφωνης ανάγνωσης, που ήμουν σίγουρη ότι δεν θα ήταν «ευσεβιστική» και μακρόσυρτη, σαν ψαλμωδία ή σχεδόν προσευχή όπως συνηθίζουν να τον αποδίδουν πολλοί συνάδελφοί της. Την έχω ακούσει να διαβάζει ποίηση και πραγματικά «διαβάζει» με ποιητική και όχι θεατρική ανάγνωση και είναι ένα όνειρο. Έτσι λοιπόν, μπορεί να μην υπάρχει τεκμήριο, βιντεάκι  ή μαγνητοφώνηση αυτής της ανάγνωσης, και δεν είμαι σίγουρη πως αν υπήρχε, θα απέδιδε αυτήν την εμπειρία. « Ένιωσα πως ανέβηκα με τα πόδια όλη τη διαδρομή στο βουνό  (μαζί με τους προσκυνητές του διηγήματος) μου είπε στο τέλος.» Είχε εξαντληθεί.
Της εξομολογήθηκα τότε, πως κάποια στιγμή, εκεί που περιέγραφε τα κύματα της θαλάσσης που ογκούντο κατάπρωρα του μικρού σκάφους που μετέφερε την συνοδεία και κάποια στιγμή η βάρκα και το πανάκι όπως αναπηδούσε έμοιαζε με «Ελληνοαλβανό χορεύοντα ηρωικούς χορούς»   με τον λευκό χιτώνα του να ανεμίζει… εκείνη τη στιγμή, όπως καθόμουν δίπλα της και κοίταζα πότε τη Σοφία πότε το κείμενο που είχε μπροστά της, είδα ανάμεσά μας ένα φουστανελλοφόρο με το χέρι ψηλά να χαιρετά και να στριφογυρίζει…
Μετά που φεύγαμε της το είπα. «Τον είδες κι εσύ;» σχολίασε.



Έχω μεγάλη εμπιστοσύνη στην ικανότητά της να ανασκάπτει κείμενα. Απόλυτη. Ανυπομονούσα λοιπόν, αφού είχα δει τι έκανε με τον Παπαδιαμάντη, να δω τι θα γίνει και με τον Φώκνερ – το δύσκολο και μη θεατρικό κείμενο του «Καθώς ψυχορραγώ» σε μετάφραση του Μένη Κουμανταρέα, που ανεβάζει – απόψε είναι η πρεμέρα – στο θέατρο της οδού Κυκλάδων του Λευτέρη Βογιατζή, σε έναν ιερό χώρο του θεάτρου. Μια εκπλήρωση για τη Σοφία, μια δυνατότητα να ξεδιπλώσει την ανασκαπτική της δύναμη επί του κειμένου αλλά και την σοφή οργάνωση, την διεύθυνση, την εξισορρόπηση, την ανάδειξη των δυνατοτήτων των άλλων, μια και έχει αναλάβει την διεύθυνση, την σκηνοθεσία του έργου και έχει να συντονίσει όλων τις αναπνοές ώστε να ακούγονται μια μια και όλες μαζί και να μην ακούγονται όταν πρέπει.
Είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω χτες το βράδυ την Γενική Πρόβα, με αρκετούς φίλους της που την αποθέωσαν. 

Η ιστορία της πεθαμένης μάνας – που επιβλέπει τις προετοιμασίες του θανάτου της και την κατασκευή του φέρετρου, την εκπλήρωση της υπόσχεσης από το σύζυγο να την μεταφέρει πίσω και να την θάψει στην πατρική της πόλη, τη σχέση της με τα παιδιά της, το μόχθο του ταξιδιού, τις δυσκολίες, τις αντιξοότητες, όλες οι εκδοχές μιας ιστορίας, ταυτότητες και τρόποι ύπαρξης  (η μάνα μου άλογο, η μάνα μου ένα ψάρι…)  από τους εναλλακτικούς  μονολόγους, οι μάσκες – πόσο θύμισαν τις Βάκχες της που είχε ανεβάσει στο Ίδρυμα Κακογιάννη πριν μερικά χρόνια…
Μια φαντασμαγορία, μια έξοχη εμ- ψύχωση του κειμένου – ενός τόσο δύσκολου κειμένου που κατάφερε να το κάνει να φουσκώσει σαν αερόστατο και να πετάξει – η ομάδα των ηθοποιών που θύμιζε κάποτε θίασο τσίρκου με ακροβατικά, σκηνή σκηνή και εύρημα ένα παραμύθι μαγικό, η αποθέωση της ανθρώπινης δημιουργικότητας ως την τελευταία λεπτομέρεια,  ώστε να γίνει διαυγής ο λόγος, το νόημα, η τελική απελευθέρωση, η αγάπη...
Ελπίζω να έχω την ευκαιρία να ξαναδώ την παράσταση, τόσο πολύ την χάρηκα.  Μια αισθητική απόλαυση, μια ανάταση, μια αποδοχή του μόχθου του καλλιτέχνη – τεχνίτη, ελπίζω και εύχομαι να αγαπηθεί αυτή η παράσταση από το κοινό.

Στοιχεία της παράστασης:
Μετάφραση: Μένης Κουμανταρέας
Ελεύθερη απόδοση- διασκευή: Χλόη Κολύρη
Σκηνοθεσία: Σοφία Φιλιππίδου
Σκηνογραφική επιμέλεια: Κυριακή Μαυρογεώργη
Επιμέλεια κοστουμιών- τραγουδιών -κίνησης: Σοφία Φιλιππίδου
Βοηθός ενδυματολογικού: Μάγδα Καλορίτη
Ηχητικά και μουσικά τοπία: Γεωργία Σπυροπούλου
Φωτισμοί: Νίκος Βλασόπουλος
Βοηθός σκηνοθέτη: Δανάη Γκουτκίδου, Μαρία Πολυχρόνη, Μιχαήλ Ταμπακάκης
Φωτογράφιση: Narkiss Holingberry
Παίζουν: Σοφία Φιλιππίδου, Κώστας Βασαρδάνης, Μιχάλης Καλιότσος, Έλενα Μεγγρέλη, Κωνσταντίνος Γεωργόπουλος, Μιχαήλ Ταμπακάκης και Μορφέας Παπουτσάκης
Ιnfo
Θέατρο της οδού Κυκλάδων – Λευτέρης Βογιατζής, Κεφαλληνίας & Κυκλάδων 11, Κυψέλη
Πρεμιέρα: Δευτέρα 20 Φεβρουαρίου 2017, στις 21:00.
Παραστάσεις: Δευτέρα και Τρίτη στις 21:00.
Πληροφορίες:  2108217877
Τιμές εισιτηρίων: 15€, 10€ μειωμένο


Κυριακή, 19 Φεβρουαρίου 2017

«4 λεπτά και 12 δευτερόλεπτα» είναι ο χρόνος ενός βίντεο στο διαδίκτυο: Για την παράσταση του Μιχάλη Βιρβιδάκη στο Θέατρο Κυδωνία στα Χανιά





Α) υπέρβαση των ορίων ανάμεσα στην μητρική αγάπη και τον ηθικό κώδικα
Μια μητέρα καταριέται τον γιο της, σύμφωνα με τη μια εκδοχή, επειδή έχει σκοτώσει σε μάχη τα αδέλφια της. Ζητά από τους χθόνιους θεούς το θάνατό του στο Ι της Ιλιάδας. Πρόκειται για την Αλθαία την μάνα του Μελέαγρου.
Σύμφωνα με μια άλλη εκδοχή, σκοτώνει η ίδια το γιο της, αφού ρίχνει το μαγικό δαυλό που συνδέεται με τη ζωή του στην πυρά, όταν μαθαίνει ότι σκότωσε τα αδέλφια της σε εμφύλια μάχη. Ο γιος πεθαίνει και  η μάνα αυτοκτονεί.
Η τραγική σύγκρουση δεν έχει κατά τη γνώμη μου ανάλογο στην τραγωδία – που να το έχω υπόψιν μου τουλάχιστον – και ίσως με τους δεσμούς συγγένειας και τις ταξινομήσεις των ανθρωπολόγων, το αίμα και το γένος του αδελφού να είναι σε εκείνη την αρχαία ιεραρχία ανώτερο από το αίμα του γιου. (γι΄αυτό και τόσο αποτρόπαια η πράξη της Μήδειας που προδίδει τον αδελφό της για το χατίρι του εραστή και αναπόφευκτη η θυσία της Αντιγόνης που επιδιώκει να αποδώσει τις πρέπουσες νεκρικές τιμές στον αδελφό)
Ωστόσο η υπέρβαση είναι συγκλονιστική για το ανθρώπινο μέτρο και η μάνα του Μελέαγρου μετανοεί και στις δυο εκδοχές. Στη δεύτερη αφαιρεί τη ζωή της.
Μια ανάλογη περίπτωση γνωρίζω στη σύγχρονη ελληνική λογοτεχνία, την ηρωίδα στο μυθιστόρημα «Τα σακκιά» της Ιωάννας Καρυστιάνη, όπου  καταδίδει το γιο της που έχει διαπράξει βιασμό και φόνο στην αστυνομία και ο αναγνώστης πρέπει να φέρει το ασήκωτο φορτίο αυτής της σύγκρουσης , της σχέσης μεταξύ τους, της αναψηλάφησης των τραυμάτων του παρελθόντος, της ενηλικίωσης και του παρόντος μιας ποινής, μιας φυλακής.

Β) ο πολιτισμός της εικόνας και η κοινωνική δικτύωση
Πόσο απαραίτητη είναι η δημοσιοποίηση της ιδιωτικής ζωής, η βίωσή της εκ παραλλήλου με τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, η ανάρτηση εικόνων του ιδιωτικού βίου, σέλφις, γυμνών φωτογραφιών μεταξύ εραστών και φίλων, η διαμεσολαβημένη με την «κοινοποίηση» ζωή, οι ζωντανές αναμεταδόσεις, το ανέβασμα βίντεο, η κινηματογράφηση της ερωτικής ζωής, η ανάρτηση εικόνων. Τι σημαίνει αυτός ο δημόσιος βίος – ένας νέος πολιτισμός που ακόμα δεν έχει εμπεδώσει τους κανόνες του, που θεωρεί ότι οι κανόνες είναι πια αλλιώς, ότι τα όρια του δικαίου είναι ρευστά, όπου παρά το ότι για άτομα κάτω των 18 (στη Μεγάλη Βρετανία τουλάχιστον ) δεν επιτρέπεται η αποστολή με μηνύματα ή με κινητά γυμνών φωτογραφιών αλλά όπου οι νέοι «εξαναγκάζονται»,  αν δεν το κάνουν θεωρούνται καθυστερημένοιαπό τους φίλους τους, όπου φωτογραφίες νεαρών κοριτσιών (γυμνών) προς τα αγόρια τους βρίσκονται στα σμάρτ φόουνς παντελώς άγνωστών τους των φαντάρων του Αφγανιστάν.

Γ) τι σημαίνει να εξαναγκάζεις κάποιον  για ερωτική συνεύρεση;
Που αρχίζει και που σταματά το ερωτικό παιχνίδι; Ποια είναι η καινούργια – ανομολόγητη – βία των διαπροσωπικών/ερωτικών σχέσεων;  Πόσοι έχουν αλήθεια παραδεχτεί ότι έχουν εξαναγκάσει κάποιον να κάνει μαζί τους έρωτα; Πόσοι έχουν εξαναγκαστεί ή έχουν συμμετάσχει σε εξαναγκασμό; Αυτό συμβαίνει, είναι τρόπος ζωής – ένα bullying τρόπον τινά, μια δυστοπία του έρωτα που στοιχειώνει τον κόσμο των ανθρώπινων σχέσεων.

Δ) Υπάρχει   διαφορά ανάμεσα στη μάνα και τον πατέρα –όταν μιλάμε για γονείς – στο πώς προσλαμβάνουν την ενηλικίωση του γιού τους;
Προκαλεί τα ίδια αισθήματα ο γιος που γίνεται άνδρας στη μάνα και στον πατέρα; Για τη μια σημαίνει αποξένωση και για τον άλλο μια νέα συντροφικότητα; Την ένταξη στο δικό του κύκλο; Ο «ανδρισμός»του γιου ακόμα και όταν είναι βίαιος στην έκφρασή του, ταπεινωτικός για τις γυναίκες προκαλεί κρυφή υπερηφάνεια στον πατέρα; Η μάνα ταυτίζεται με το γιο ή με την άλλη γυναίκα;

Ε) Οι κανόνες στον νέο κόσμο του διαδικτύου και των εικόνων είναι διαφορετικοί από αυτούς που ίσχυαν μέχρι τώρα στην μη εικονική ζωή;
Στις πληγές και στα τραύματα που προκαλεί η διαδικτυακή βία, ο διασυρμός, η έκθεση, η ανθρωποφαγία των εικόνων πώς αμύνεται  ο κοινωνικός άνθρωπος; Με ξυλοδαρμούς στη γωνία, στα κρυφά –έστω και εντός ορίων; – ή με τους ίδιους κανόνες που ισχύουν μέχρι τώρα;  Γιατί ο κοινωνικός άνθρωπος, θύμα ή παρατηρητής της κρίσης δεν έχει άλλο τρόπο να αντιδράσει παρά τη σιωπή ή την σωματική βία;


Σκέψεις σκέψεις μετά την εξαιρετική παράσταση «4 λεπτά και 12 δευτερόλεπτα»  του νέου Βρετανού θεατρικού συγγραφέα Τζέιμς Φριτς που είδα την περασμένη Κυριακή στο θέατρο Κυδωνία στα Χανιά, σε σκηνοθεσία Μιχάλη Βιρβιδάκη με την ομάδα του, της Εταιρείας Θεάτρου Μνήμη.  Το θέατρο του Μιχάλη Βιρβιδάκη  είναι αυτό που θα έπρεπε να είναι ένα ΔΗΠΕΘΕ, αυτό που θα έπρεπε να είναι ένα θέατρο Τέχνης.

"Στο πλαίσιο μιας καλλιτεχνικής αποκέντρωσης, που όλοι εύχονται, αλλά λίγοι εννοούν, ένα θέατρο της επαρχίας έχει να επιδείξει μια εκδοτική παραγωγή προγραμμάτων από παραγγελίες μεταφράσεων πρωτότυπων έργων των Μάμετ, Μπέκετ, Πέην, Πεσσόα, Μπάχμαν, Ταμπούκι αλλά και κείμενα των Χιόνη, Αντωνά, Μανουσάκη και Μαρινάκη. Εκδίδονται και διατίθενται από την Εταιρεία Θεάτρου Μνήμη, που από το 2001 μετέφερε τις καλλιτεχνικές της δραστηριότητες στα Χανιά, στο σπίτι της οδού Υψηλαντών. Και μόνο το μεταφραστικό και εκδοτικό έργο είναι μια παρακαταθήκη και για άλλους δημιουργούς, που ξεπερνά την τοπικότητα και την απόσταση. Ως σκηνοθέτης, ο Μιχάλης Βιρβιδάκης εργάζεται και δημιουργεί το κοινό του στην τοπική κοινωνία. Δημιουργεί υποκριτική παράδοση και φυτώριο νέων καλλιτεχνών με την ίδρυση και τη λειτουργία μιας δραματικής σχολής. Κάνει ότι θα έπρεπε να κάνει ένα ΔΗΠΕΘΕ. Η εμβέλεια των παραστάσεών του είναι πανελλήνια. Τον είδα στα αναλόγια του Θεάτρου Τέχνης με το κείμενό του «Περί φύσεως» τον Οκτώβριο του 2014 (*) "

Τον είδα και στο θέατρο της Οδού Κυκλάδων να ερμηνεύει τον μονόλογο, ο Ελ. Βενιζέλος στη Βουλή των Ελλήνων, τη χρονιά που μας πέρασε.
«4 λεπτά και 12 δευτερόλεπτα», ο τίτλος του έργου, είναι ο χρόνος ενός μικρού βίντεο που έχει ανέβει στο διαδίκτυο. Η παράσταση, με μικρές  λιτές βινιέτες, με κοφτούς και ζωντανούς διαλόγους,  είναι αν θέλετε ένα αστυνομικό θεατρικό έργο, όπου από ανατροπή σε ανατροπή ο πατέρας και η μητέρα του απόντος εφήβου Τζακ, προσπαθούν να συνειδητοποιήσουν τι έχει συμβεί. Ξυλοδαρμός (Bullying) του καλοανατεθραμμένου γιού από αλήτες ή απεγνωσμένη απόδοση δικαιοσύνης; Ποιος είναι ο θύτης ποιο το θύμα, τι θα πει γονική ευθύνη, μητρική αγάπη, πατρική υπερηφάνεια, έρωτας και διαδίκτυο όλα αυτά σε μια εξαιρετική παράσταση.

Συνεπαρμένη από τους ρυθμούς και τη δύναμη των ερμηνειών, τη σκηνοθεσία αλλά και την ανταπόκριση του κοινού - κόσμος ερχόταν και από άλλες πόλεις της Κρήτης, για να μην πω την αφεντιά μου που είχα έρθει από Αθήνα - που επέβαλε παράταση των παραστάσεων για δυο ακόμη εβδομάδες.  Τα Χανιά πρέπει να  υπερηφανεύονται που έχουν ένα τέτοιο θέατρο.   
Και αυτή  η παράσταση συνοδεύεται από πρόγραμμα - βιβλίο με τη μετάφραση του έργου, σημείωμα του συγγραφέα ειδικά για την παράσταση του θεάτρου Κυδωνία, εισαγωγικά στο έργο κείμενα, την εργοβιογραφία του συγγραφέα, και φωτογραφίες από την παράσταση.


Στοιχεία παράστασης:
4 λεπτά και 12 δεπτερόλεπτα» του ΤζέΙμς Φριτς
Μετάφραση Δημήτρη Κιούση,
Σκηνοθεσία Μιχάλη Βιρβιδάκη,
Εικαστική αντίληψη Μιχάλη Βιρβιδάκη και Μαρίας Μπατάνα,
Σύνθεση ήχων Δημήτρη Ιατρόπουλου,
Φωτισμοί Γαλάτειας Σαραντάκου,
Βοηθοί σκηνοθέτη: Αιμίλιο Καλογερής και  Εμμανουήλ Στεφανουδάκη,
Τους ρόλους του κειμένου ερμηνεύουν οι ηθοποιοί: Κατερίνα Μαντίλ, Ντία Κοσκινά, Γιώργος Γελαλής και Μιχάλης Τακτικάκης.
Πρόγραμμα παραστάσεων:
Παρασκευή 24 Φεβρουαρίου, ώρα έναρξης 9.30 μμ.
Σάββατο 25 Φεβρουαρίου, ώρα έναρξης 9.30 μμ.
Κυριακή 26 Φεβρουαρίου, (απογευματινή) ώρα έναρξης 8.00 μμ.
Παρασκευή 3 Μαρτίου, ώρα έναρξης 9.30 μμ.
Σάββατο 4 Μαρτίου, ώρα έναρξης 9.30 μμ.
Κυριακή 5 Μαρτίου, (απογευματινή) ώρα έναρξης 8.00 μμ.

(*) απόσπασμα από παλαιότερο κείμενό μου στην εφημερίδα Αυγή: Το στοιχειωμένο τοπίο της ανάγνωσης ως σκηνικό θεάτρου εδὠ: http://www.avgi.gr/article/10812/4893990/to-stoicheiomeno-topio-tes-anagnoses-os-skeniko-theatrou


Τετάρτη, 1 Φεβρουαρίου 2017

Η δύσκολη νήσος των θησαυρών σας

Αγαπητέ κύριε Κουσαθανά,

Ολοκλήρωσα την ανάγνωση του βιβλίου σας προχτές και άρχισα πάλι ένα δεύτερο γύρο. Σαν να δημιουργήθηκε ένας κόσμος, η Μύκονος της νεότητός σας, ένας  μη τόπος – αφού στην πραγματικότητα δεν είναι μόνο ο τόπος που έχει αλλάξει, είναι και το πέρασμα του χρόνου που μεταβάλλει το τοπίο και έτσι εσείς γράφετε ότι περπατάτε υπνοβατώντας ανάμεσα σε φίλους που έφυγαν, αντικείμενα που οι άλλοι δεν βλέπουν, συνομιλώντας με τα φιλικά καλόβολα φαντάσματα του παρελθόντος.



Αυτός ο μη τόπος – μου είναι γνωστός από το βάθος βάθος της καρδιάς μου γιατί έτσι νιώθω τώρα που επιστρέφω στο νησί που έχω μεγαλώσει, τη Ρόδο και δεν βρίσκω πια το σπίτι μου, έχουν αλλάξει οι δρόμοι, τα πάντα. Κάτι μένει ωστόσο και αυτό επιχειρείτε να ανασυστήσετε εσείς για τη Μύκονο, μια αλλιώτικη γεωγραφία  που να προσαρμόζεται στη δική σας βιογραφία, στα διαβάσματα, σε ανθολογήσεις, σε μουσικές και σε μια εκπληκτική σπουδή του τοπίου.

Άρχισα το δεύτερο γύρο (της ανάγνωσης) γιατί με τη μία μόνο που αχνοφαίνονται για τον ξένο τα μονοπάτια. Θέλω να το οικειωθώ το νησί σας, αυτό το νησί των θησαυρών το Αλλού, αυτό δεν μπορείτε να το αποφύγετε, να δίνετε χώρο στους αναγνώστες να κάνουν προβολές, να γεμίζουν τα κενά με τις φράσεις που λείπουν,  να γράφουν το δικό τους εσωτερικό κείμενο. Έτσι λοιπόν, αρχίζει το νησί αυτό το χάρτινο να παίρνει υπόσταση με την ανάγνωση. Ανοίγω παράλληλα και το βιβλίο της Μέλπως (μας), «Το σπίτι μου», ανοίγω και το χάρτη, το google map, τι μάταιος κόπος, καταλαβαίνω πως νιώθετε. Πρέπει να μάθω πώς ανοίγουν τα μέσα μάτια, τα μάτια της ψυχής και να τοποθετώ εκεί το μισοφέγγαρο του λιμανιού, τα δημόσια ουρητήρια που τα έβρεχε το κύμα , τους καφενέδες και απέναντι. Με πιάνει μια σύγχυση και λέω τότε ευτυχώς υπάρχει το βιβλίο σας με το οποίο θα μάθω να «περπατώ» σε άλλα οδοιπορικά.

Είχα σκοπό να πάω την περασμένη Πέμπτη, στην Πινακοθήκη Χατζηκυριάκου – Γκίκα, συνήθιζα να το κάνω αυτό και έχω δει τη φωτογραφική μηχανή της Νέλλυς, το περίστροφο με το οποίο αυτοκτόνησε ο Καρυωτάκης, τις πρώτες εκδόσεις της Μέλπως-  και πιστεύω πρέπει να έχει πάρει το μάτι μου το χαρακτικό του Κεφαλληνού, αλλά δεν το θυμάμαι και ήθελα να το εξακριβώσω κι εγώ όπως το γράφετε – και το περιγράφετε – «τα κοχυλάκια του αέρα» στην επιφάνεια της θάλασσας, τι  όμορφος τρόπος για να περιγραφεί αυτό το
ανατρίχιασμα… Τις Πέμπτες, χάρη σε μια χορηγία του ιδρύματος Νιάρχου ήταν δωρεάν η είσοδος. Ήξερα ότι αυτό έχει πια καταργηθεί  ήθελα να διατηρήσω τη συνήθεια της Πέμπτης. Ωστόσο, διαπίστωσα ότι η πολυόροφη Πινακοθήκη είναι δυο μέρες μόνο την εβδομάδα ανοιχτή.  Στενότης  οικονομική για τα λιγοστά μας  κληροδοτήματα,  τι πίκρα είναι αυτή για μια έκθεση τόσο πολύτιμη, τόσο άρτια – ένα μαυσωλείο χειρογράφων, αντικειμένων, πρώτων εκδόσεων – η λογοτεχνία μας και όχι μόνο. Θα πάω ωστόσο έστω και Σάββατο για να την ψάξω την ξυλογραφία του Κεφαλληνού με τα δυο δίδυμα εκκλησάκια και την Αγιά Σωτήρα, ένα τοπίο Παραδείσου χαμένου που εσείς φωτογραφήσατε αλλά και μελετήσατε.
Θα συνεχίσω τη δεύτερη ανάγνωση, να σταθεροποιηθεί το έδαφος που θα πατώ με τις ιστορίες, τις αναμνήσεις, τους μύθους,  την επαναμάγευση και του δικού μου κόσμου.
Και μια μικρή εξομολόγηση


Σήμερα το πρωί έπρεπε, για τις ανάγκες μιας ιατρικής εξέτασης, να μου χορηγηθεί αναισθησία. Μετά την προετοιμασία μου είπε η γιατρός, να φέρω μια εικόνα, στο νου μου, ένα τοπίο που μου αρέσει και τα υπόλοιπα τα αναλαμβάνει εκείνη. Εκείνο το τοπίο , τη Μύκονο του χαράκτη Κεφαλληνού  έφερα στο νου μου, ολόκληρο, παρά το ότι δεν μπορούσα να δω τη μελιά που θυμάστε εσείς στο προαύλιο της εκκλησίας,. Τα είδα όλα τα άλλα, τις  παραγκαιριές ψηλά, τα δυο εκκλησάκια και τη θάλασσα στο βάθος, εκεί χάθηκα στο ανατρίχιασμα του αέρα και μάλλον εκεί πρέπει να ήμουν όλη την ώρα γιατί  από εκεί μετά από ώρα επανήλθα.

Στέλνω την αγάπη μου, την εκτίμηση και τον σεβασμό μου

Πόλυ Χατζημανωλάκη

Πολύδροσο 1. 2. 2017

Σάββατο, 28 Ιανουαρίου 2017

«Παπαδιαμάντης» στο θέατρο – άλλη μια φορά χωρίς κανείς να τον υποδύεται. Ένα θεατρικό ντοκιμαντέρ από την ομάδα «Κύκλος»


Την Πέμπτη το βράδυ βρέθηκα στο υπόγειο θέατρο της Σχολής Καλών Τεχνών, στην οδό Πειραιώς για να παρακολουθήσω την παράσταση «Παπαδιαμάντης» - ένα Θεατρικό Ντοκιμαντέρ της Ομάδας Κύκλος. Έχοντας επίγνωση πως κάθε δημιουργός δρα στη σκιά και ενός διαφορετικού Παπαδιαμάντη, τον εμψυχώνει τον κάνει να ζει στην εποχή μας συνήθως και συνομιλεί μαζί του, τον ακολουθεί στις διαδρομές του και επιμόνως βυθίζεται στις σιωπηλές ελάχιστες – αινιγματικές φωτογραφίες του...
Αξίζουν τον κόπο όλα αυτά – απόδειξη πριν από όλα ότι ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης  είναι μύθος , μύθος συστατικός μιας συνείδησης που καθ’ υπερβολήν ο Οδυσσέας Ελύτης προτείνει να μνημονεύεται, μαζί με τον Διονύσιο Σολωμό, καταστατικό πνεύμα μιας συνείδησης που απειλείται, άγιος, αγιοποιημένος, η μνημόνευσή του να γίνει προσευχή. 

Με εξαίρεση  ελάχιστες  (από αυτές που έχω ακούσει φυσικά)  οι αναγνώσεις των κειμένων του Παπαδιαμάντη υποβάλλουν στους ανθρώπους της Τέχνης μια αργόσυρτη, κουρασμένη, περιπαθή ανάγνωση ως θρησκευτικό κείμενο – που γίνεται αποδεκτό όπως επίσης και ο χαρακτηρισμός Κοσμοκαλόγερος που έχει γίνει ισοδύναμος με το όνομα Παπαδιαμάντης. Τούτων δοθέντων και επειδή όλοι χωρούν και όλοι μπορούν και δικαιούνται μια θέση στη δημιουργία προσήλθα στην παράσταση αυτή με την απορία να δω πώς η λιτότητα του σκηνικού μέσου θα επέτρεπε στο είδος Ντοκιμαντέρ, που μπορεί να περιλαμβάνει εξαιρετική αφήγηση αλλά όχι απαραιτήτως συγκρούσεις χαρακτήρων όπως είθισται να παρακολουθούμε στο θέατρο, να αναδείξει ιδιότητες διακριτές και αξιοθέατες, νέες που δεν συγχέονται με αυτές του κινηματογράφου, παρά το ότι ο όρος από εκεί προέρχεται.
Η αλήθεια είναι ότι ανέμενα έναν Παπαδιαμάντη αυτο βιογραφούμενο, όπως στη συλλογή διηγημάτων του Παναγιώτη Μουλλά  ή από τον Κοσμοκαλόγερο του Περάνθη, στην εξαιρετική παράσταση της Μαίης Σεβαστοπούλου – που όμως είχε δώσει βάρος στον ερωτικό Παπαδιαμάντη (Ο κυρ Αλέξανδρος αγάπησε ματαίως).
Ήταν γνωστό ότι η σκηνοθέτης, η Μαριάννα Λαμπίρη είχε αποφασίσει να μην υποδύεται κανείς ηθοποιός τον Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη σε αντιδιαστολή με την Λένα Βουδούρη όπου στην ταινία – εκπομπή στο Παρασκήνιο «Εγώ ασχολούμαι με το ωραίον»,  ο «Παπαδιαμάντης» αυστηρός , θυμωμένος, διαφεύγει σε μια εσαεί συγκρουσιακή κατάσταση με την σημερινή εποχή που υπονοείται και θεωρείται αυτονόητη, εφ’ όσον εκείνος είναι παραδοσιακός, παλαιός και τα παρόντα εφήμερα και ευτελή, σύμφωνα με την άποψη της σκηνοθέτου.


Έτσι λοιπόν, η εκδοχή της Λαμπίρη ήταν «επιστημονική» με το χειρουργικό νυστέρι, βιογραφική βασισμένη σε έρευνα στη βιογραφία και κυρίως στις επιστολές προς τον πατέρα πάνω σε ένα καμβά, χρονολόγιο της ελληνικής ιστορίας που τοποθετούσε σε ένα ιστορικό πλαίσιο τα γεγονότα – την εκπαιδευτική μεταρρύθμιση, το κλείσιμο των ελληνικών σχολείων και την αργοπορία στις σπουδές του Αλ. Παπαδιαμάντη. Μια ανάγνωση της βιογραφίας που τοποθετούσε σε ένα «εξωτερικό» υπόβαθρο τη ζωή του και εκ παραλλήλου ανθολογούνταν με χρονολογική σειρά αποσπάσματα από μυθιστορήματα και διηγήματα και ένα εξαιρετικό, πρωτότυπο ντουέτο με ένα απόσπασμα μετάφρασης από τα γαλλικά της   Henriette του  François  Coppée..
Αξιοποίηση του σκηνικού στο έπακρο με έμφαση στη λιτότητα και το λόγο, σύγχρονη τεχνική
live filming, εναλλαγές θέσεων, ήχου φωνής, προβολή των ελάχιστων φωτογραφιών του Παπαδιαμάντη… σχόλια στα κείμενα και στις αφηγηματικές τεχνικές, μια μαγική ανάγνωση του Ομηρικού αποσπάσματος στη Μαυρομαντηλού από τον κύριο Στρατάκη, που συνόδευε σκηνές με το βιολί του.
Σαν ένα πολυφωνικό ηπειρώτικο συγκρότημα η ομάδα Κύκλος, ενωνόταν και εδιαιρείτο με το ίδιο πάθος και για την αφήγηση και για την δραματοποίηση.
Οι φωτοσκιάσεις δικές τους, οι επιλογές και τα συγχαρητήρια επίσης για την επίτευξη του στόχου.
Οι παραστάσεις είναι προς το τέλος και εύχομαι να δοθεί μια παράταση ώστε περισσότερος κόσμος να έχει τη δυνατότητα να δει το έργο.

Με συγκίνησε ιδιαιτέρως η σκηνή όπου γυναίκα ηθοποιός με βαλίτσα, η Σοφία Λιάκου, προς στιγμήν υποδύεται τον Κώστα Σταματάκη στον νεκρό ταξιδιώτη, μεταφορά για τον ίδιο τον Παπαδιαμάντη που επιστρέφει στη Σκιάθο, οριστικά το 1908. Ως νεκρό ταξιδιώτη τον είχε φανταστεί και ο Ν. Δ. Τριανταφυλλόπουλος σε διήγημα που περιγράφει το θάνατό του. Μου θύμισε την περιπλανώμενη Μέλπω, να επιστρέφει στην Ελλάδα και ο θάνατος τόσο κοντά. Νομίζω η ιδέα της σκηνοθέτιδος να αναμετρηθεί με το στερεότυπο του φύλου ήταν εξαιρετική.

Συγκινούμαι πάντα με το παράπονο του Σκιαθίτη σε επιστολή προς τον εκδότη του για τους ρευματισμούς στα δάχτυλα των χεριών του – τι πόνος, τι δυστυχία για ένα συγγραφέα να μην μπορεί να γράψει...


Πόλυ Χατζημανωλάκη
______
Συντελεστές  παράστασης :
Σύλληψη-Σκηνοθεσία : Μαριάννα  Λαμπίρη, Δραματουργία :  Ομάδα Κύκλος
Σκηνικά :                     Έλλη Σπάνια
Κοστούμια :                Ιωάννα Τιμοθεάδου
Φωτισμοί :                   Ελευθερία  Ντεκώ
Μουσική :                    Γιάννης Στρατάκης
Φωτογραφίες : Στέλιος Αγγελίδης
Β. σκηνοθέτη/video: Ελένη Κορακάκη
Επιστημονικοί συνεργάτες :
Δρ. Φ. Δημητρακόπουλος, Δρ. Β. Λαμπροπούλου
Ηθοποιοί :
Μαριάννα Λαμπίρη,  Σοφία Λιάκου,  Σοφία Νικολαΐδου, 
Βαγγέλης Παπαδάκης,  Μάριος Σουγιουτζόγλου, 
Γιάννης Στρατάκης,  Μαρία Τριανταφύλλη-Γλύκα

Info:
Διάρκεια παράστασης : 60΄
Κάθε Τετάρτη και Πέμπτη στις 21:00
Τιμές εισιτηρίων :
γενική είσοδος € 12, μειωμένο € 8,  ατέλειες / ανέργων € 5.
Θέατρο Ανωτάτης Σχολής Καλών Τεχνών (ΑΣΚΤ)
Πειραιώς 256  τηλ. Κρατήσεων: 6972717186


Πέμπτη, 29 Δεκεμβρίου 2016

H σιωπή του Αντρέι Ρουμπλιώφ





Αποτραβηγμένος στο μοναστήρι του Αντρόνικοφ, ο Αντρέι Ρουμπλιώφ θα μετρά κόμπο κόμπο τη μετάνοια τυλιγμένος σε ένα δίχτυ σιωπής. Αυτή η θέση δεν τον απάλλασσε από τις καθημερινές πειθαρχίες, τις αγγαρείες για την επιβίωση μέσα στη σκληροτράχηλη κοινότητα των αλαφροΐσκιωτων ρασοφόρων, ούτε από τους κινδύνους όταν ομάδες Τάταρων στρατοπέδευαν στον περίβολο. Σε τέτοιες επιδρομές, οι άλλοι καλόγεροι αποσύρονταν στα κελιά τους ενώ εκείνος συνέχιζε, αόρατος, να ανακατεύει τη φωτιά στο μεγάλο καζάνι της αυλής με το βλέμμα στραμμένο στην Ντουρόσκα, τη μουγγή…Την είχε έγνοια αν και οι Τάταροι δεν άγγιζαν τους σαλεμένους…
Το σώμα του το ένιωθε σαν σιδερένιο. Κάποτε ελαφρύ σαν των αγγέλων. Άλλες φορές να έρπει, να σέρνεται σαν φίδι…
Είχε οράματα. Το μυαλό του από την σκοτεινιά είχε διασταλεί. Νύχτα και μέρα τον ταξίδευε σε αλλόκοτους δρόμους, σε λεηλατημένες πολιτείες, με τις εκκλησιές τους ολόμαυρες από την πυρκαγιά, με ασπρισμένους τοίχους, εικόνες ασκητών στα τέμπλα με μαγική μονοχρωμία, ίσως να ήταν που ήταν ασπρόμαυρη η ταινία και οι ψαλμοί από το εκκλησίασμα των ψυχών έχτιζαν, έχτιζαν… σήκωναν καμπαναριά μέσα στη σιωπή του…
Συνομιλούσε με τον νεκρό δάσκαλό του τον Θεοφάνη και έβλεπε ότι είχε αποβάλει πια, τόσα χρόνια νεκρός την ελαφρότητα και τον κυνισμό που είχε διακρίνει στην αρχή της μαθητείας του μαζί του. Ο νεαρός του βοηθός, ο Φόμα, είχε πέσει νεκρός δίπλα στο ποταμάκι στο Βλαντιμίρ, εκεί που είχε πάει να πλύνει τα πινέλα…Από βέλος Ρώσου; Τάταρου; Δεν ήξερε να πει ο Αντρέι…Τον είχε χάσει νωρίτερα, όταν ο μικρός, ανυπόμονος τον άφησε για να βρει την τύχη του.
Ο Αντρέι τον αγαπούσε παρά την τεμπελιά του. Ήταν και λίγο ψεύτης. Όμως είχε βρει τον τρόπο να σταθεροποιεί το γαλάζιο. Αυτό είναι όλη η δυσκολία. Όλα λοιπόν γι’ αυτό και μόνο έπρεπε να του τα συγχωρεί. Αυτό έλεγε και ο Θεοφάνης, τότε που μαζί τοιχογραφούσαν την Μητρόπολη. Μια μαθητεία με νεκρούς η σιωπή του. Αυτοί ήταν η συντροφιά του. Πότε πότε ερχόταν και ο Ρώσος στρατιώτης, αυτός που έπεσε από το χτύπημα του τσεκουριού του, την ώρα που τραβούσε την τρελή στο γυναικωνίτη. Στεκόταν στην είσοδο και του ζητούσε νερό, και ο Αντρέι του έδινε να πιει στην κούπα του και όπως έσκυβε έβλεπε τα αίματα και τα μαλλιά του κολλημένα στο κεφάλι του, και έκλαιγε, έκλαιγε γεμάτος φρίκη για το όραμα…




Το τσεκούρι του στο κεφάλι ανθρώπου, και να μη με συγχωρήσει ούτε ο Θεός, έλεγε μέσα του και ο Θεοφάνης μέσα του ψιθύριζε, όχι – όχι ο Θεός συγχωρεί, εσύ να μην συγχωρήσεις τον εαυτό σου.
Και δεν καταλαβαίνω. Δεν θα καταλάβω ποτέ γιατί οι άνθρωποι φέρονται έτσι. Δεν θα καταλάβω τον κόσμο, όσο φιλοπερίεργος και αν είμαι…
Δεν έχω θέση εδώ, δεν έχω θέση στον κόσμο. Πρέπει να φύγω και είναι αμαρτία…
Η σιωπή δημιουργούσε μια μοναξιά, ή το αντίστροφο συνέβαινε δεν ξέρω, που τον έκανε έκτοτε να παίρνει μια απόσταση από όλες τις αθλιότητες γύρω του ή αντιστρόφως και να συγκινείται από το παραμικρό. Μια γριά που κουβαλούσε ξύλα φερ’ ειπείν, τον έκανε να παίρνει το φορτίο της στους ώμους του και να κλαίει…
Ένα μυρμηγκάκι στα πόδια του δασκάλου να έχει χάσει το δρόμο.
Ένα σκαθάρι να φορτώνεται ένα σβώλο χώμα, ακούραστο να τον μετακινεί…
Ένα φιδάκι στο δάσος, που άφηνε μια γραμμή από συριστικό ήχο στο πέρασμά του, τον έκανε να αγαλλιά…Φήμες είχαν διαδοθεί από τους περαστικούς ότι μαγνήτιζε με το βλέμμα του τα φίδια που τότε ξύπναγαν από τη χειμερία νάρκη με την αχνή ζέστη του Ιουνίου και τα έκανε να τυλίγονται στα χέρια του μαγεμένα χωρίς ούτε ένα συριγμό για να μην ταράξουν την προσευχή του.
Το ίδιο και για το αηδόνι που το άκουγε τη νύχτα – θυμόταν μάλλον ότι το είχε ακούσει – το τουκ τουκ τουκ που τα αηδόνια λεν, ό, τι και να συμβαίνει στον πάνω κόσμο τον έκανε να κλείνει τα μάτια λίγο πιο αλαφρύς…
Όση δυστυχία και να υπάρχει, θάνατος, αρρώστιες, πάθη, μίση και έχθρες…Το αηδόνι ήταν μια παρηγοριά για αυτόν. Η ανάμνηση του αηδονιού δηλαδή γιατί δεν κατάφερε να ξανακούσει.
Θα σας φανεί μελοδραματικό, αλλά αργότερα, όταν γέρασε και η σιωπή δεν ήταν πια ένα μαρτύριο, ένα κοτσύφι ερχόταν στο παράθυρο του νοσοκομείου και τον επισκεπτόταν κάθε πρωί. Καθόταν στην παλάμη του και τον κοίταγε στα μάτια. Ένα κοτσύφι που είχε διασχίσει το χρόνο, από το σκοτεινό μεσαίωνα στα βάθη της Ρωσίας, μέχρι το Κράτος των Σοβιέτ να συναντά τον Αντρέι Ταρκόφσκι κάθε πρωί, μερικές εβδομάδες πριν πεθάνει. 




Γιατί αυτή η σιωπή ήταν χώρος.
Ηταν το κενό που έφτιαχνε εκεί που δεν χωρούσε για να μπορέσει να σταθεί. Εκεί που δεν καταλάβαινε για να μπορέσει να ανασάνει. Κι ας μην κρίνει. Μυστηριώδες, όπως οι αγγελικές μορφές του, όπως η Τελική Κρίση που δεν άντεχε να ζωγραφίσει– δεν ήθελε να φοβίζει τους ανθρώπους – όπως η Αγία Τριάδα, η αγγελική μεταφορά των εικονογράφων της γενιάς του, όπως ο Παντοκράτορας…

Η σιωπή ήταν ο χώρος, μεταξύ ανθρωπίνης και θείας δικαιοσύνης….

Πόλυ Χατζημανωλάκη
 Αναρτήθηκε στο Facebook, Μάιος 2013

Τρίτη, 13 Δεκεμβρίου 2016

Η παραλία της Τρουβίλ του Boudin στην έκθεση του Ερμιτάζ και τα θανατερά τοπία της ανάγνωσης


 Την περασμένη εβδομάδα πέρασα από το Βυζαντινό Μουσείο.  Ήθελα να προλάβω και να δω τα φιλοξενούμενα έργα από το μεγάλο Μουσείο του Ερμιτάζ.  Ίλιγγος  και χαρά όταν περιδιαβαίνεις μια τέτοια συλλογή  -  η φορητή εκκλησία κάποιου Ρωμανώφ, ένα Έρως και Ψυχή του Ροντέν, Καραβάτζιο, Θεοτοκόπουλος – ακόμα και μέρος της «Σιβηρικής» συλλογής του Μεγάλου Πέτρου. Ωστόσο γράφω σήμερα με αφορμή ένα πίνακα ενός Γάλλου τοπιογράφου, του Eugène Louis Boudin  (1824 – 1898) με θέμα την Τρουβίλ, μια παραλία της Νορμανδίας που επέμενε όπως λέγεται να ζωγραφίζει.


Τρουβίλ – Ντωβίλ ανακαλούν τα Γκραντ Οτέλ τους, όχι μόνο καταλύματα διακοπών αλλά και μόνιμα – όσο γίνεται – ενδιαιτήματα καλλιτεχνών και διανοουμένων. Ο Ζέμπαλντ αναφέρει την Μαργκερίτ Ντυράς, μόνιμη  θαμώνα  αυτής της κοινόχρηστης πολυτέλειας.
Σε ένα από αυτά τα ξενοδοχεία θα έμενε με τη γιαγιά του ο νεαρός αφηγητής του «Αναζητώντας τον χαμένο χρόνο» αν επιχειρούσαν εκείνο το ταξίδι  για τις  φθινοπωρινές διακοπές που σχεδίαζαν.
Εκτός από τις δικές μου φωτογραφίες του πίνακα «Παραλία στην Τρουβίλ (1893)», όπου με το φακό μου προσπάθησα να απομονώσω και να μελετήσω με την ησυχία μου σκηνές και λεπτομέρειες αναζήτησα και άλλες εκδοχές της Τρουβίλ του ιδίου, όπου ο θεατής μπορεί να παρατηρήσει περισσότερο τα σύννεφα. Γιατί από ότι φαίνεται, για τον Προυστ, σημασία έχουν τα σύννεφα και όχι οι χαρακτήρες στην παραλία. Το είχα λησμονήσει εντελώς κατά την επίσκεψή μου στην έκθεση και δεν έστρεψα τον φακό ψηλά. Για τις αποχρώσεις και τα σχήματα των νεφών στην παραλία της Τρουβίλ, που μετατρέπουν όπως είχα γράψει τις σελίδες του βιβλίου σε θανατερό τοπίο της ανάγνωσης. 



Αναφέρομαι σε ένα κείμενο φέτος το καλοκαίρι στη Σκιάθο με αφορμή την ανάγνωση του Α’ τόμου – από τη μεριά του Σουάν, που παραθέτω εδώ:



«Έχω φέρει μαζί μου εδώ στη Σκιάθο, στη μικρή φορητή βιβλιοθήκη των διακοπών, και τον Προυστ. "Αναζητώντας τον χαμένο χρόνο" στη γνωστή μετάφραση του Παύλου Ζάννα. Από τα βιβλία που δεν θέλεις ποτέ να παραδεχτείς ότι δεν θα διαβάσεις στον προσωπικό σου κύκλο της (μιας) ζωής. Η παραδοχή αυτή - ότι δηλαδή δεν θα το διαβάσεις ποτέ - σε φέρνει τόσο κοντά – αμετάκλητα - στην παραδοχή της θνητότητας – που επίμονα αρνείσαι να διανοηθείς ως τη σύνταξη ενός καταλόγου βιβλίων που δεν θα διαβάσεις. Έτσι λοιπόν επιμένεις σε μέρες και νύχτες ανάγνωσης - από τη μεριά του Σουάν για αρχή - και ξαναδιαβάζω από παλιά υπογραμμισμένες παραγράφους – που ολοσχερώς δεν θυμάμαι από τότε που είχα εγκαταλείψει την ανάγνωση ( ποιος να ξέρει γιατί;) στις εκατόν πενήντα πρώτες σελίδες. Διαβάζω τώρα λοιπόν, στην ησυχία και στη δροσιά της Σκιάθου, και πάλι από την αρχή οι αναμνήσεις μεταξύ ύπνου και ξύπνιου του αφηγητή, οι επισκέψεις στις θείες του, η λαχτάρα για το φιλί της μητέρας του ώσπου φτάνω σε μια παράξενη αναφορά που είναι και η αιτία για αυτό το μικρό σημείωμα. Ο λόγος λοιπόν για ένα μυθικό τόπο διακοπών, το Μπαλμπέκ, τόσο μυθικό όσο και το Κομπραί της παιδικής ηλικίας. Υπάρχει δηλαδή μια και ο συγγραφέας το έχει πλάσει από υπαρκτά μέρη όπου έχει ζήσει ή τα έχει επισκεφτεί. Έτσι διαβάζει κανείς εκπληκτικές λογοτεχνικές περιγραφές του Μπαλμπέκ, μιας ομιχλώδους περιοχής μεταξύ Βρετάνης και Νορμανδίας όπου επρόκειτο να κάνει διακοπές με τη γιαγιά του ο αφηγητής και εσύ μαθαίνεις εκ των υστέρων, μια και δεν μπορεί να βρεις το Μπαλμπέκ σε κανένα χάρτη της γεωγραφίας πως πρόκειται για το Cabourg στην περιοχή της Μάγχης, κοντά στις Τρουβίλ και Ντωβίλ και τα ξενοδοχεία τους και για τις διαμονές των επωνύμων είχε γράψει ο Sebald… Έτσι και εδώ υπάρχει το Grand Hotel de Cabourg που στο δωμάτιο 414 συνήθιζε να μένει ο Προυστ και που οι ξενοδόχοι ισχυρίζονται ότι φιλοξένησε τη συγγραφή κάποιων σελίδων από το Αναζητώντας το χαμένο χρόνο. Από το Grand Hotel του φανταστικού Μπαλμπέκ ο αφηγητής έβλεπε την ακτή, την τεράστια αμμώδη παραλία και έγραψε με τον απαράμιλλο τρόπο που τα κείμενα που διαβάζω τώρα μετατρέπουν σε λεπταίσθητο στοχασμό την εμπειρία των αισθήσεων που είχα ή που θα μπορούσα ποτέ να έχω. Τις επιστρέφουν στον αναγνώστη σαν το πιο πολύτιμο λυρικό κείμενο που θα μπορούσε να διαβάσει ποτέ.
Έγραψε εκεί (λένε οι ξενοδόχοι) και για τα σύννεφα, τα πολύχρωμα σύννεφα, το διαρκώς μεταβαλλόμενο ομιχλώδες τοπίο της περιοχής – μια σπουδή στα σύννεφα – που δεν έχω προλάβει να διαβάσω ακόμα, δεν το έχω εντοπίσει στο πεντάτομο έργο, ούτως ή άλλως έχω μαζί μου μόνο τον πρώτο τόμο και δεν βιάζομαι να τον τελειώσω. Διαβάζω αργά. 



Να όμως και που εδώ, πριν ακόμα επισκεφτεί ο νεαρός αφηγητής το Μπαλμπέκ ακούει τον λογοτεχνίζοντα μηχανικό και οικογενειακό φίλο Λαγκραντέν να περιγράφει το περίεργο ρόδινο του ουρανού και την φρίκη ενός θανατερού τοπίου, αποτρέποντάς τον να το επισκεφτεί νέος. Ο συνομιλητής αναφέρεται στις περιγραφές του τοπίου που έκανε ο Ανατόλ Φρανς (πρόκειται για βιβλίο Pierre Nozieres του Ανατόλ Φρανς, διαβάζουμε στις σημειώσεις της Ελληνικής έκδοσης). Στις σελίδες του Ανατολ Φρανς ο αναγνώστης της εποχής ίσως έχει ήδη βρει τις φρικιαστικές περιγραφές του αρχαϊκού αυτού τοπίου που αποπνέει το θάνατο – από τα πολλά ναυάγια που συνέβησαν στην περιοχή. Ο Λαγκραντέν υπενθυμίζει στον συνομιλητή του, πως ο Ανατόλ Φρανς αντιστοιχίζει την περιοχή αυτή με την χώρα των Κιμμερίων στην Οδύσσεια. Την περιοχή δηλαδή στην άκρη του Ωκεανού που γινόταν το πέρασμα στον Κάτω Κόσμο, στον Άδη. 



Ομολογώ πως το μικρό αυτό απόσπασμα με έκανε να νιώσω μιαν ασυνήθιστη ταραχή. Δεν γνώριζα κανέναν μέχρι τώρα να αντιστοιχίζει περιοχή με την Χώρα των Κιμμερίων εκτός από … την αφεντιά μου, όταν είχα διαβάσει έτσι τα σημάδια, την ομίχλη κυρίως και το περίεργο φως το ήλιου που θάμβωνε την γρια Λούκαινα στο μυρολόγι της φώκιας του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη, εκεί που κατηφόριζε από το λόφο του Κοιμητηρίου με την αβασταγή με τα ρούχα, μοιρολογώντας. Είχα γράψει ένα κείμενο πριν μερικά χρόνια στις Πινακίδες από κερί, θεωρώντας ότι εκείνη η περιοχή είναι σημαδιακή. Εκεί γίνονται περίεργες ανταλλαγές ανάμεσα στους δύο κόσμους. (Το βάραθρο του θανάτου και αντηχείο του Κοχυλιού στο "Μυρολόγι της φώκιας" του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη, εδώ: http://waxtablets.blogspot.gr/2011/02/blog-post_08.html) Και να που οι μεταφορές και οι χάρτες της Οδύσσειας, άλλη μια φορά στοιχειώνουν τη λογοτεχνία και δημιουργούν περίεργα περάσματα και συνδέσεις ανάμεσα στους κόσμους και τα τοπία. Είχα πει λοιπόν ότι ο Παπαδιαμάντης μας δείχνει την Χώρα των Κιμμερίων και επιμένω ακόμα. Το κάνει βέβαια με όλα τα σημάδια και τις αντιστοιχίσεις. Όχι ευθέως. Με τη διαμεσολάβηση του αναγνώστη του που θα τα αναγνωρίσει κάτι που είχε επιχειρήσει να κάνει εκείνο το παλιό (μου) κείμενο.
Εν Σκιάθω λοιπόν, - τι όμορφο σημάδι - η ανάγνωση του Προυστ να υπενθυμίζει παλιές αναγνώσεις του εδώ, να αποκαλύπτει πάλι τις ιδιότητες των τόπων που αντιστοιχίζονται, αναδιπλώνονται, και νοηματοδοτούνται από τις ίδιες ή παρόμοιες ιδιότητες. Τα θανατερά τοπία. Ο Όμηρος. Ο θάνατος η θνητότητα, η εμμονή με τον Παπαδιαμάντη μια επιστροφή στο τοπίο της ανάγνωσης, ένας κύκλος που κλείνει.

Πόλυ Χατζημανωλάκη, Σκιάθος 11 Αυγούστου 2016»

______________________________________________________

Οι φωτογραφίες (μου)  του πίνακα του Boudin (παραλία της Τρουβίλ 1893) εδώ: