Κυριακή, 15 Μαρτίου 2009

Ταξίδια στο δωμάτιο της γραφής: Όταν ο Πεσσόα συνάντησε τον Πωλ Ώστερ

Μια νύχτα του Μαρτίου του 2011, ο Πωλ Μπένγιαμιν Ώστερ, ο συγγραφέας που υπήρξε και ποιητής, ονειρεύτηκε πως ξύπνησε σε ένα διαφορετικό δωμάτιο από αυτό του σπιτιού του στο Βερμόντ. Στην αρχή του φάνηκε πως ήταν δωμάτιο κλινικής με σφραγισμένα παράθυρα και λευκά σκεπάσματα. Πήρε το μάτι του μάλιστα ένα μικρό τραπέζι με μια στοίβα χαρτιά στη γωνία που ήξερε ότι τον περίμεναν για να γράψει την απολογία του. Μετά κατάλαβε ότι το κρεβάτι του ήταν κουκέτα πλοίου και από το παράθυρο που ήταν τώρα ανοιχτό, γιατί είχε ξημερώσει, μπορούσε να δει έξω το λιμάνι.
«Πάνω σε εφτά λόφους, από όπου μπορεί κανείς να στήσει ένα παρατηρητήριο και να απολαύσει ένα υπέροχο πανόραμα, είναι απλωμένη η ευρύχωρη ακανόνιστη πολύχρωμη μάζα από τα σπιτάκια που αποτελούν τη Λισσαβόνα…»
Αναρωτήθηκε αν αυτό πρέπει να το γράψει, τώρα.
Κάθισε στην άκρη του κρεβατιού κρατώντας το κεφάλι του ανάμεσα στα χέρια του. Έτσι δεν είδε το κάστρο του Μπελέμ και το Φάρο την ώρα που το πλοίο έκανε τη μανούβρα. Έμεινε λίγο ακόμα και μετά σηκώθηκε, ντύθηκε όπως πάντα με το τζιν παντελόνι και το ραφ πουλόβερ, μόνο που φόρεσε από πάνω ένα ναυτικό πανωφόρι και ένα λευκό κασκέτο.
«Υπήρξα όντως ναυτικός», μουρμούρισε και πήγε να μαζέψει τα χαρτιά του από το τραπέζι.
Με το ναυτικό σάκο στον ώμο να τον βαραίνει, κουβαλούσε βλέπετε όπου πήγαινε τη γραφομηχανή του, είδε τις γραμμές του τραμ 29 που έφταναν μέχρι το λιμάνι. Προσπέρασε τους αχθοφόρους που φώναζαν μεταξύ τους συνθηματικά παραγγέλματα για να ανασηκώσουν, τρεις μαζί, ένα μεγάλο μπαούλο. Κανείς δεν του έδωσε σημασία όταν βγήκε από το πλοίο και ανέβηκε στο τραμ, κρατώντας στα πόδια του το σάκο που ήταν τώρα το χαρτόκουτο που του είχε δώσει ο θείος του πριν τριάντα χρόνια. Ένα χαρτόκουτο γεμάτο βιβλία που τα είχε διαβάσει όλα. Τη στιγμή που έκλεινε η πόρτα του τραμ, ένας σκύλος του λιμανιού πρόλαβε και πήδησε μέσα. Μια κυρία γύρω στα πενήντα απέναντί του διάβαζε ένα δικό του βιβλίο και εκείνος έβαλε το χέρι ασυναίσθητα στην τσέπη για να δει αν έχει μολύβι - «ίσως μου ζητήσει αυτόγραφο». Ψηλάφησε τις οδηγίες του παιχνιδιού με τις κάρτες - τις είχε πάντα μαζί του για να τις πουλήσει σε μια δύσκολη στιγμή - και μετά, όπως το τραμ έστριβε για να πάρει την ανηφόρα, εκείνου του φάνηκε πως ήταν στο Παρίσι.

Το τραμ διέσχιζε τη Μονμάρτρη και ήταν νύχτα, ίδια και απαράλλαχτη όπως όταν ήταν τότε εκείνος εκεί, είδε τα σκαλιά της Σακρέ Κερ, και έσκυψε στο χαρτόκουτο περιμένοντας τι θα συμβεί. Ωστόσο η εικόνα του Παρισιού διαλύθηκε και το τραμ περνούσε τώρα μπροστά από τη Ρούα Αρσενάλ και το Δημαρχείο για να κατευθυνθεί στη Πλατεία Εμπορίου. Μετά ήταν βέβαιος, όσο μπορείς να είσαι στο όνειρο, ότι κατέληγαν στην Ρούα ντε Όουρο και από εκεί στη Ρούα ντος Ντουραδόρες.

«Ξυπνάει η πόλη της Λισαβόνας, αργότερα από τις άλλες,
ξυπνάει στη Ρούα ντο ΄Οουρο,
ξυπνάει στο Ροσίο, στις πόρτες των καφενείων ξυπνάει,
κι ανάμεσά τους ο σταθμός που ποτέ δεν κοιμάται,
σαν καρδιά που χτυπάει το ίδιο στην αγρυπνία και στον ύπνο»
Το τραμ σταμάτησε ακριβώς έξω από το ευρύχωρο γραφείο της Ρούα ντος Ντουραδόρες και ο Πωλ ΄Ωστερ κατέβηκε. Ήξερε ήδη ότι το αφεντικό εδώ λέγονταν Βάσκες, ο ταμίας Μπόρχες και ο λογιστής Μορέιρα.
«Αλλά ξαφνικά, και μέσα στο ίδιο μου το όνειρο που έφτιαχνα σε ένα καφενείο την ώρα της ταπεινής μου μεσημεριανής διακοπής, μια αίσθηση στεναχώριας κατέκλυσε την φαντασία μου: ένιωσα πως θα λυπόμουν»
Ανέβηκε στον πρώτο όροφο. Ο λογιστής Σοάρες τον περίμενε στο γραφείο του που ήταν και καφενείο. Του πρότεινε να καθίσει σε στρογγυλό τραπεζάκι όπως στο καφέ Μπραζιλέιρο και όταν του έδωσε το χέρι του είπε:

«Fernando Pessoa, en personnes»(*)
Ο Πωλ Ώστερ τον περίμενε ακριβώς έτσι, με τα γυαλιά του, με το καπέλο του – που το φορούσε και μέσα στο γραφείο και όπως κάθισε κοίταξε απέναντι μέσα από το παράθυρο.

Ο λογιστής Σοάρες σέρβιρε καφέ και είπε:
«La tabaccaria», το καπνοπωλείο. Αυτό κάθομαι και κοιτάζω όλη μέρα από το γραφείο μου.
«Αν ο μαγαζάτορας φάνηκε στην πόρτα και στάθηκε στο κατώφλι…»
Ο Πωλ Ώστερ είδε τον Ώγκυ Ρεν να προβάλλει από την πόρτα του καπνοπωλείου και να κοιτά γύρω του. Ήταν επτά και πέντε το πρωί. Η ώρα που θα έβγαζε τον τρίποδα για να φωτογραφίσει τη τη γωνία Ατλάντικ Άβενιου και Κλίντον Στρητ.

« Η Ρούα ντος Ντουρατόρες είναι το Μπρούκλιν.
Θα αφήσει πίσω του την ταμπέλα του κι εγώ τους στίχους μου»
Κοίταξε τον λογιστή Σοάρες με απορία.

«ένας άντρας μπήκε στο ψιλικατζίδικο για ν’ αγοράσει καπνό»
«Κάποτε κάλεσε τον Πεσσόα ο δάσκαλός του ο Καέιρου», είπε ο Σοάρες. «Τον κάλεσε για να του πει ότι σ’ αυτόν θα αναγνωρίζει το βαθύτερο τμήμα του εαυτού του. Το πιο σκοτεινό του κομμάτι. Και από τότε ο Πεσσόα διαιρούμενος εσαεί δημιουργεί γύρω του μια αδελφότητα ετερωνύμων για να υπάρξει ως ποιητής».

«Fernando Pessoa, en personnes»

«Το γνωρίζω, είπε ο Πωλ ‘Ωστερ. Αναγνωρίζω ακόμα και το ότι έχω κι εγώ σχέση με αυτό. Το ποίημά σας για το καπνοπωλείο και η δική μου Χριστουγεννιάτικη Ιστορία του Ώγκυ Ρεν…»

«Το ποίημα του Άλβαρο ντε Κάμπος και η δική μου θέση απέναντι από το κατάστημα του καπνού, να το παρατηρώ, μέχρι και το θάνατο του καπνοπώλη που Θα αφήσει πίσω του την ταμπέλα του κι εγώ τους στίχους μου, δεν είναι το μόνο που μας συνδέει και θα ήθελα, αν δεν έχετε αντίρρηση, να σας το επισημάνω»

«Ας ανάψουμε ένα τσιγάρο», είπε ο Πωλ Ώστερ
«και ας γευτούμε στο τσιγάρο την απελευθέρωση από όλες τις σκέψεις… την απελευθέρωση από όλους τους συλλογισμούς»


«Εσείς απαθανατίζετε τη ροή του χρόνου μέσα από την φωτογραφική μηχανή του ήρωά σας, που είναι ο καπνοπώλης και παρατηρεί τον κόσμο έξω. Εγώ έγκλειστος στο γραφείο της Ρούα Ντουρατόρες παρατηρώ την πινακίδα του Καπνοπωλείου και τη δυσφορία της ψυχής του καπνοπώλη…Ο πραγματικός κόσμος έξω και ο ποιητής στο παράθυρο…»

«Ενδιαφέρουσα σύμπτωση», είπε ο Πωλ ΄Ωστερ. «Η φωτογραφική μηχανή του Ώγκυ Ρεν είναι το παράθυρο στον κόσμο».

«Εσείς ζήσατε διαδοχικά το βίο του φοιτητή, του τυχοδιώκτη, του ναυτικού, του μάγειρα, του ποιητή, του μεταφραστή, του συγγραφέα, του σεναριογράφου, του σκηνοθέτη.
Εγώ, διαιρούμαι για να ζήσουν οι ετερώνυμοί μου το βίο του αισθησιακού μηχανικού, του βοσκού, του μοναρχικού γιατρού, του κατασκευαστή γρίφων…

Κομμάτια του εαυτού μου αποσχίζονται από μένα και κάποτε συνομιλούν ή αλληλογραφούν μεταξύ τους ή και με μένα, γιατί δεν μπορώ να υπάρξω σαν ποιητής μόνο με ένα πρόσωπο.
Έχω ήδη εξηγήσει και εσείς το έχετε διαβάσει πως η γέννηση των ετερωνύμων μου οφείλεται στην προσωποποίηση και την προσποίηση αλλά και στην ανάγκη που είχα μικρός να περιστοιχίζομαι από φανταστικά πρόσωπα. Μια ζωή που διαιρείται σε πολλές ζωές. Ενώ εσείς…»

Ο Πωλ ΄Ωστερ είχε καταλάβει.

«Εσείς» συνέχισε ο Πεσσόα, «όχι μόνο ζήσατε τις ζωές αλλά απορροφάτε στους χαρακτήρες σας και τελικά στον εαυτό σας όλες τις ζωές και όλες τις ιδιότητες. Είστε ο αφηγητής Αίσωπος, είστε και ο σερ Γουώλτερ Ράλει, είστε ο ψυχασθενής ποιητής που αναζητά το δάσκαλό του, είστε ο ντετέκτιβ και ο εξαφανισμένος ηθοποιός. Είστε η εικόνα σας στο μέλλον στο «travels in the scriptorium»…

«Ακόμα και το μπαούλο…»

Ο Πωλ Ώστερ έσκυψε πάνω στο χαρτόκουτο με τα βιβλία που του είχε αφήσει ο θείος του όταν ήταν δεκαοχτώ χρονών.

«Το μπαούλο αυτό, με έργα άλλων το λάβατε ως δωρεά στην αρχή του λογοτεχνικού βίου σας. Και το ανοίξατε και διαβάσατε και δημιουργήσατε. Ήταν η αρχή και η αφορμή της δημιουργίας. Για μένα ήταν το τέλος. Ένα μπαούλο κλειστό όπου κατέληγαν τα δικά μου κείμενα για να μείνουν εκεί ως έργα άλλων, για την αιωνιότητα.»

Ο Πωλ ΄Ωστερ σηκώθηκε και κοίταξε από το παράθυρο. Ο ΄Ωγκυ Ρεν του χαμογελούσε από απέναντι. Το τραμ τον περίμενε για να τον πάει από το Ροσίο στην Πράσα ντε λα Φιγκουέιρα. Ήθελε να περιπλανηθεί ακόμα πριν ξυπνήσει. Με το ναυτικό σακάκι και το κασκέτο έμοιαζε με τον Κόρτο Μαλτέζε.


(*) Φερνάντο Πεσσόα, αυτοπροσώπως – με τα πρόσωπά του.


Συνεισφορά της justme :

Η κυρία στα πενήντα, στη γραμμή 29, ήμουν εγώ∙ δεν του ζήτησα αυτόγραφο, ντράπηκα μεγάλη γυναίκα, κι έτσι δεν έχω καμιά απόδειξη ότι συνταξίδεψα μαζί του στο ίδιο όνειρο _παρεκτός κι αν ο "φακός" σου (που, αντίστροφα με τον φακό του 'Ωγκυ, αποτυπώνει το φευγαλέο και αλλιώτικο για να συλλάβει το αιώνιο και απαράλλακτο) αποτύπωσε θολά την εικόνα μου (και τη μουσούδα του σκύλου να τρίβεται στο μανίκι μου) πίσω από το παράθυρο του τραμ, που μπορεί και να ήταν απλώς η οθόνη μου. Κανείς δεν θα πιστέψει πως τα βιβλία (πλην του πρώτου) των Αναφορών της ανάρτησής σου βρίσκονται δίπλα δίπλα, μαζί με δυο τρία άλλα, στο ίδιο ράφι της βιβλιοθήκης μου, ίδια ακατάστατο με χαρτόκουτο.
«Λέτε πως αυτό είναι αδύνατο. Μα γι’ αυτό και μου συνέβη.»

Justme

http://kakosbelas.blogspot.com/

Συνεισφορά του Βαγγέλη Ιντζίδη:
ME TH ΣΕΙΡΑ ΜΟΥ ΠΑΡΑΚΟΛΟΥΘΩΝΤΑΣ ΤΟ ΝΗΜΑ ΣΤΟ ΛΑΒΥΡΙΝΘΟ ΤΩΝ ΕΓΚΙΒΩΤΙΣΜΕΝΩΝ ΓΡΑΦΩΝ - ΑΠΟΔΕΛΤΙΩΝΟΝΤΑΣ ΤΑ ΣΗΜΑΤΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΞΟΔΟ ΣΗΜΕΙΩΣΑ ΤΟ ΑΚΟΛΟΥΘΟ ΠΟΙΗΜΑ:
Βέβαιος, όσο μπορείς να είσαι στο όνειρο,
μια καρδιά που χτυπά αδιάφορα σε αγρυπνία και ύπνο,
βέβαιος για τα διαφορετικά πρωϊνά
στον ίδιο πάντα θάνατο.

Τα όνειρα αγρυπνούν όπως το απέναντι καπνοπωλείο
στην εμμονή της παρατήρησης
έως ότου απομείνει μια ταμπέλα
ή και οι στίχοι μου
αυτά τα παράθυρα του κόσμου
που μιλά ζωή σε όλες τις ζωές
ανώνυμα, επώνυμα, ετερώνυμα.

Ταξίδια - έργα των άλλων -
ο τελικός απόπλους
εγκατελείποντας στα λιμάνια που περάσαμε
το άχθος έργων από δικό μας τέλος

΄Εως ότου εγώ άλλος γίνω
του επόμενου ταξιδευτή ο χαρτογράφος
Τα ταξίδια πάλι - έργα κι άλλων, κι άλλων, κι άλλων -
και φτύνουν οι αχθοφόροι των λιμανιών τις παλάμες τους
να αντέξουν το έγκλειστο βάρος από επανάληψη αιωνιότητας

Μα αν ήταν όλα ίδια και απεριόριστα
κανείς δεν θα έψαχνε νέα πέρατα
να βρει κόσμου πεπερασμένου.

Λοιπόν αγαπητή Πόλυ
από γραφή σε άλλη γραφή
το όριο δεν ψάχνουμε να διευρύνουμε;

Να πούμε - α όχι ο χάρτης δεν τελειώνει εδώ -
υπάρχουν κι άλλα λιμάνια που δεν είδαμε
κι άλλες ταμπέλες που δεν διαβάσαμε σωστά
΄Η κι ακόμη να πούμε
ξέρετε δεν είδατε καλά αυτό το δρόμο
και η ίδια λέξη δε σημαίνει μόνο αυτό
και το πραγματικό δεν ήταν μόνον έξω
μα και μέσα στο δωμάτιο εκείνου που βλέπει
και εκείνου που κινείται στο δρόμο

Να πούμε πως η γραφή αν κλειστεί
σε ένα μπαούλο του Πεσσόα
ή σε ένα συρτάρι της Ντίκινσον
ή σε ένα λάκκο που βαθύς ανοίγεται και κλει τον γιγαντά μου
(όπως γράφει ο Σολωμός)
πάντα θα ανοιχτούν τα μπαούλα, τα συρτάρια και τα φέρετρα
και κάποιος άλλος με τέτοια σχέδια
θα θελήσει να κάνει το ταξίδι
αποζητώντας κάτι πέρα από το τέλος του προηγούμενο
΄Ενα διαφορετικό τέλος.

Ειδάλλως η ζωή και η γραφή
θα ασφυκτιά από το συγκεκριμένο σχήμα
και χώρο και χρόνο της αιωνιότητας.

Κι αν ο Φερνάντο εγκλώβισε όλα τα ετερώνυμά του
- έργα άλλων έγιναν κι αυτά -
για να ξεκινήσει εκ νέου ο ΄Οστερ το ίδιο ταξίδι
μα τελικά ένα άλλο ταξίδι από άλλη αιωνιότητα.

Βλέπεις τίποτα δε θα μείνει ίδιο
ακόμη κι η ταμπέλα
πολύ δε περισσότερο οι νέοι αναγνώστες που θα τη διαβάσουν


Βαγγέλης Ιντζίδης

metissage substratum


Αναφορές:

(1) F. Pessoa: Lisbon, what the Tourist should see (Τουριστικός οδηγός της Λισσαβόνας που έγραψε ο Πεσσόα στα Αγγλικά το 1925)
(2) Άλβαρο ντε Κάμπος «Η Θαλασσινή ωδή» και άλλα ποιήματα, Μετάφραση Μαρία Παπαδήμα, Εκδ. Εξάντας
(3) Φερνάντο Πεσσόα, «Το βιβλίο της Ανησυχίας», επιλογή κειμένων, Πρόλογος Μετάφραση, Άννυ Σπυράκου, Εκδόσεις Αλεξάνδρεια
(4) Antonio Tabucchi, Όνειρα Ονείρων, Μετάφραση Ανταίος Χρυσοστομίδης, Εκδ. Άγρα
(5) Antonio Tabucchi, Η νοσταλγία του πιθανού, Γραπτά για τον Φερνάντο Πεσσόα, Μετάφραση Ανταίος Χρυσοστομίδης, Εκδ. Άγρα

Πηγές φωτογραφιών:

http://www.laulem.net/images/voyages/lisbonne2006/lisbonne2006-16.jpg
http://farm4.static.flickr.com/3326/3237878488_890a183342.jpg
http://img127.exs.cx/img127/6338/b4-tabacaria.jpg
http://farm1.static.flickr.com/160/358602380_7d6016e6c7.jpg?v=0
http://lesxianagnosisfyodordostoyevsky.files.wordpress.com/2008/06/bernando_soares20.jpg
http://img115.imageshack.us/img115/2227/cortomaltese7rp.jpg
http://www.albany.edu/writers-inst/graphics/auster_paul.gif
http://www.shearsman.com/images/photos/pessoa1.jpg


17 σχόλια:

just me είπε...

Η κυρία στα πενήντα, στη γραμμή 29, ήμουν εγώ∙ δεν του ζήτησα αυτόγραφο, ντράπηκα μεγάλη γυναίκα, κι έτσι δεν έχω καμιά απόδειξη ότι συνταξίδεψα μαζί του στο ίδιο όνειρο _παρεκτός κι αν ο "φακός" σου (που, αντίστροφα με τον φακό του 'Ωγκυ, αποτυπώνει το φευγαλέο και αλλιώτικο για να συλλάβει το αιώνιο και απαράλλακτο) αποτύπωσε θολά την εικόνα μου (και τη μουσούδα του σκύλου να τρίβεται στο μανίκι μου) πίσω από το παράθυρο του τραμ, που μπορεί και να ήταν απλώς η οθόνη μου.

Κανείς δεν θα πιστέψει πως τα βιβλία (πλην του πρώτου) των Αναφορών της ανάρτησής σου βρίσκονται δίπλα δίπλα, μαζί με δυο τρία άλλα, στο ίδιο ράφι της βιβλιοθήκης μου, ίδια ακατάστατο με χαρτόκουτο.

Λέτε πως αυτό είναι αδύνατο. Μα γι’ αυτό και μου συνέβη.

«’Ονειρο» (και) το σημερινό σου.
Καλή σου εβδομάδα!

βαγγελης ιντζιδης είπε...

ME TH ΣΕΙΡΑ ΜΟΥ ΠΑΡΑΚΟΛΟΥΘΩΝΤΑΣ ΤΟ ΝΗΜΑ ΣΤΟ ΛΑΒΥΡΙΝΘΟ ΤΩΝ ΕΓΚΙΒΩΤΙΣΜΕΝΩΝ ΓΡΑΦΩΝ - ΑΠΟΔΕΛΤΙΩΝΟΝΤΑΣ ΤΑ ΣΗΜΑΤΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΞΟΔΟ ΣΗΜΕΙΩΣΑ ΤΟ ΑΚΟΛΟΥΘΟ ΠΟΙΗΜΑ:

Βέβαιος, όσο μπορείς να είσαι στο όνειρο,
μια καρδιά που χτυπά αδιάφορα σε αγρυπνία και ύπνο,
βέβαιος για τα διαφορετικά πρωϊνά
στον ίδιο πάντα θάνατο.

Τα όνειρα αγρυπνούν
όπως το απέναντι καπνοπωλείο στην εμμονή της παρατήρησης
έως ότου απομείνει μια ταμπέλα
ή και
οι στίχοι μου
αυτά τα παράθυρα του κόσμου που μιλά ζωή σε όλες τις ζωές
ανώνυμα, επώνυμα, ετερώνυμα.

Ταξίδια - έργα των άλλων -
ο τελικός απόπλους
εγκατελείποντας στα λιμάνια που περάσαμε
το άχθος έργων από δικό μας τέλος
΄Εως ότου εγώ άλλος γίνω
του επόμενου ταξιδευτή ο χαρτογράφος

Τα ταξίδια πάλι - έργα κι άλλων, κι άλλων, κι άλλων -
και φτύνουν οι αχθοφόροι των λιμανιών τις παλάμες τους να αντέξουν το έγκλειστο βάρος από επανάληψη αιωνιότητας

Μα ήταν όλα ίδια και απεριόριστα κανείς δεν θα έψαχνε νέα πέρατα να βρει κόσμου πεπερασμένου.

Λοιπόν αγαπητή Πόλυ
από γραφή σε άλλη γραφή το όριο δεν ψάχνουμε να διευρύνουμε;
Να πούμε - α όχι ο χάρτης δεν τελειώνει εδώ -
υπάρχουν κι άλλα λιμάνια που δεν είδαμε
κι άλλες ταμπέλες που δεν διαβάσαμε σωστά
΄Η κι ακόμη να πούμε
ξέρετε δεν είδατε καλά αυτό το δρόμο και η ίδια λέξη δε σημαίνει μόνο αυτό
και το πραγματικό δεν ήταν μόνον έξω μα και μέσα στο δωμάτιο εκείνου που βλέπει
και εκείνου που κινείται στο δρόμο

Να πούμε πως η γραφή αν κλειστεί σε ένα μπαούλο του Πεσσόα ή σε ένα συρτάρι της Ντίκινσον ή σε ένα λάκκο που βαθύς ανοίγεται και κλει τον γιγαντά μου (όπως γράφει ο Σολωμός)πάντα θα ανοιχτούν τα μπαούλα, τα συρτάρια και τα φέρετρα και κάποιος άλλος με τέτοια σχέδια θα θελήσει να κάνει το ταξίδι αποζητώντας κάτι πέρα από το τέλος του προηγούμενο
΄Ενα διαφορετικό τέλος.
Ειδάλλως η ζωή και η γραφή θα ασφυκτιά από το συγκεκριμένο σχήμα και χώρο και χρόνο της αιωνιότητας.
Κι αν ο Φερνάντο εγκλώβισε όλα τα ετερώνυμά του - έργα άλλων έγιναν κι αυτά - για να ξεκινήσει εκ νέου ο ΄Οστερ το ίδιο ταξίδι μα τελικά ένα άλλο ταξίδι από άλλη αιωνιότητα.
Βλέπεις τίποτα δε θα μείνει ίδιο
ακόμη κι η ταμπέλα
πολύ δε περισσότερο οι νέοι αναγνώστες που θα τη διαβάσουν

βαγγελης ιντζιδης είπε...

Διορθώνω: Μα αν ήταν όλα ίδια και απεριόριστα κανείς δεν θα έψαχνε νέα πέρατα να βρει κόσμου πεπερασμένου.
(πριν έλειπε το αν)
Και νομίζω πως αυτό το δίστιχο - ως αναγνώστης της έξοχης ανάρτησής σου - είναι το νόημα
΄Οχι;
:)

βαγγελης ιντζιδης είπε...

Κοίτα τώρα δυο διαφορετικές εκδοχές του ίδιου (πώς διάβασε η φίλη justme κι εγώ την ανάρτησή σου)
Είναι λοιπόν να μην ετοιμάζει ο καθείς νέα ταξίδια εκκινώντας από τους δικούς σου χάρτες Πόλυ για να εντοπίσει νέα σύνορα στους δικούς του χάρτες έπειτα;
:)
΄Εξοχη και εξοχή Πόλυ

βαγγελης ιντζιδης είπε...

Και στην ανάρτησή σου ο Πωλ συναντά όλα τα ετερώνυμα του Πεσσόα (με τη σειρά που τα αναφέρεις στην ανάρτησή σου)
Αλλά ο ΄Οστερ συναντιέται με τα ετερώνυμα του Πεσσόα ως ήρωας έργων του.
΄Ετσι για μένα η ανάρτηση αποκτά και έναν άλλο τίτλο: ΤΑΞΙΔΙΑ ΣΤΟ ΔΩΜΑΤΙΟ ΤΗΣ ΓΡΑΦΗΣ: ΟΤΑΝ ΟΙ ΗΡΩΕΣ ΠΟΥ ΑΠΟΡΡΟΦΗΘΗΚΑΝ ΑΠΟ ΤΟΝ ΠΟΛ ΟΣΤΕΡ ΣΤΗ ΓΡΑΦΗ ΤΟΥ ΣΥΝΑΝΤΗΣΑΝ ΤΟΥΣ ΕΓΓΕΓΡΑΜΜΕΝΟΥΣ ΔΙΑΜΟΙΡΑΣΜΕΝΟΥΣ ΕΤΕΡΩΝΥΜΟΥΣ ΤΟΥ ΠΕΣΣΟΑ" 'Η
όταν η φυγόκεντρος λογοτεχνική εαυτότητα (Πεσσόα) συνάντησε την κεντρομόλο (Οστερ)
ΕΞΟΧΗ κι εξοχή
Πόλυ
ΤΙ ΙΔΕΕΣ ΜΑΣ ΔΙΝΕΙ
ΤΙ ΕΚΠΛΗΚΤΙΚΕΣ ΙΔΕΕΣ ΣΥΜΒΑΛΛΕΙΣ ΤΟΣΟ ΝΑ ΔΗΜΙΟΥΡΓΗΣΟΥΜΕ
ΣΕ ΕΥΧΑΡΙΣΤΟΥΜΕ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΦΟΡΜΗΣΗ
ΕΜΠΡΟΣ
ΑΣ ΤΑΞΙΔΕΨΟΥΜΕ
Β.Ι.

Πόλυ Χατζημανωλάκη είπε...

Justme, συνταξιδιώτισσα,

Επισυνάπτοντας το σχόλιο –συνεισφορά σου στο ονειρικό μας ταξίδι στη Λισσαβόνα στο σώμα της ανάρτησης, έχω την τιμή να συμπληρώσω:


«Οι ρόδες του τραμ στρίγγλισαν καθώς έστριβε για την Πράσα ντε Φιγκουέιρο. Ο Πωλ Ώστερ κοιτούσε έξω από το παράθυρο.

Λισσαβόνα, Νέα Υόρκη, Παρίσι… «όλα τα μέρη είναι το ίδιο μέρος, όλες οι χώρες είναι η ίδια χώρα»

Κοίταξε με ενδιαφέρον την κυρία που καθόταν απέναντί του. Είχε την τάση να εξαφανίζεται όταν έβλεπε κάποιον να διαβάζει βιβλίο του. Τώρα όμως ένιωθε άνετα γιατί την είχε πάρει ό ο ύπνος. Όπως κρατούσε ακόμα το βιβλίο, στην επόμενη στροφή θα της έπεφτε και θα την ξυπνούσε. Της πήρε το βιβλίο απαλά από τα χέρια.

Λισσαβόνα, Νέα Υόρκη, Παρίσι, Αθήνα… «όλα τα μέρη είναι το ίδιο μέρος, όλες οι χώρες είναι η ίδια χώρα, όταν γίνεται πρωί».

Κοίταξε το βιβλίο της.

«Το πρώτο βιβλίο που διάβασα από το χαρτόκουτο του θείου μου ήταν σύγχρονοι Έλληνες ποιητές», σκέφτηκε. «Καβάφης, Σεφέρης, Ελύτης…»

΄Εβγαλε το μολύβι από τη τσέπη του και έγραψε βιαστικά στην πρώτη σελίδα:

«I am no longer here. I have never said what you say I have said.»

Ακούμπησε το βιβλίο στο διπλανό κάθισμα και κατέβηκε βιαστικά μόλις άνοιξε η πόρτα του τραμ.»

Πόλυ Χατζημανωλάκη είπε...

Βαγγέλη μου, συνταξιδιώτη και συγχαρτογράφε,

σε ευχαριστώ από καρδιάς για το ποίημα.

Από ότι φαίνεται δεν ήταν μόνο η Justme στο 29.

Είμαστε κι εμείς πιασμένοι από τις πόρτες όρθιοι -έτσι μας αρέσει -και κρατιόμαστε καλά στις στροφές να μην μας παρασύρουν οι... φυγόκεντροι...

just me είπε...

Καλή μου Πόλυ, συνταξιδιώτισσα και πλοηγέ,
το να σ΄ευχαριστήσω άλλη μια φορά γιατί μου έδωσες (άλλη μια φορά) την ευκαιρία να ταξιδέψω ονειρικά είναι πλεονασμός. Σ΄ ευχαριστώ απλώς για την τιμή να επισυνάψεις το μικρό μου «ταξίδι» στο σώμα της ανάρτησής σου. Μόνο, θα μου συγχωρήσεις μια μικρή παρέμβαση (και παρέκβαση) πραγματικότητας: Επειδή, δυστυχώς, και στα όνειρα παρεισφρέει (κι από την παραμικρή «χαραμάδα» τους), η πραγματικότητα, κι επίσης από λόγους επαγγελματικής διαστροφής (όπως ήταν το «εσωτερικό» αστείο μας με τους λίγους πρώτους και αξιομνημόνευτους _η μνήμη, πάντα_ μπλογκοφίλους), θα σου ζητήσω να βάλεις εισαγωγικά και στο απόσπασμα «Λέτε πως είναι αδύνατον…» για να είναι απολύτως καθαρό ότι δεν οικειοποιούμαι τα λόγια του Πεσόα _όσο κι αν μου είναι, από την πρώτη στιγμή που τον διάβασα, τόσο οικεία.
Καλή συνέχεια στα ταξίδια σου (μας).

Πόλυ Χατζημανωλάκη είπε...

Justme,

στο δικό μου επεξεργαστή - και στην οθόνη του υπολογιστή μου και τώρα ακόμα- τα λόγια του Πεσσόα στο σχόλιό σου είναι πράσινα ενώ στο κυρίως κείμενο οι χαρακτήρες είναι μαύροι.
Για να μην ανησυχείς, σπεύδω να προσθέσω παρενθέσεις.

Αν βέβαια δεν φαίνονται τα πράσινα, τότε όλες οι διακειμενικές αναφορές που έχω και στο υπόλοιπο κείμενο - πράσινες - δεν θα φαίνονται.

Αν υποψιαστώ ότι έγινα λογοκλόπος...
:):):)

βαγγελης ιντζιδης είπε...

Ξαναγυρίζω στην ανάρτησή σου
Μια απαρηγόρητη παρηγοριά
και ένα καταφύγιο της εξαφάνισης από τις φροντίδες της καθημερινότητας σε μια κατάσταση ολοκληρωτικής ηλιθιότητας
Να σαι καλά βρε Πόλυ
Από καρδιάς
Βαγγέλης Ι.

ναυτίλος είπε...

Πόλυ σ'ευχαριστώ που μου θύμισες ένα από τα ωραιότερα ταξίδια μου, στην πόλη της Λισαβόνας αλλά και στον πολυπρόσωπο κόσμο του Πεσσόα - αυτό το δεύτερο βαστάει ακόμη κι ούτε ξέρω πότε κι αν θα τελειώσει.

Πόλυ Χατζημανωλάκη είπε...

Ναουτίλιο ντι Νεμάο και Οφηλία των Χρυσανθέμων θα ήθελα κι εγώ να σας ευχαριστήσω για τις αναρτήσεις σας για τον Πεσσόα και τις βιογραφίες των ετερωνύμων, τη Λισσαβόνα (τόποι στο Ναυτίλο) και τις «συναντήσεις» Πεσσόα – Ταμπούκι στη νοσταλγία του πιθανού που παρουσιάσατε.

Δεν ξέρω πού να πρωτοπαραπέμψω στο μπλογκ σου. Ας ξαναδιαβάσουμε λοιπόν στο Ναυτίλο τις αναρτήσεις για τον Πεσσόα αλλά και για τον Ταμπούκι που συνομιλεί καλύτερα από όλους μαζί του.

Να επισημάνω μια ακόμα από τις αυτές τις συμπτώσεις με νόημα που μας αφήνουν στην αρχή έκπληκτους και μετά κλείνουμε ο ένας στον άλλο το μάτι έχοντας καταλάβει. Η αρχική σκηνή στην ανάρτησή μου – σαφής διακειμενική αναφορά στον Μίστερ Μπλάνκ (Πωλ ΄Ωστερ σε μεγάλη ηλικία που πρόκειται να κάνει απολογισμό/απολογία για τη ζωή του) που προέρχεται από το Travels in the Scriptorium (ταξίδια στο δωμάτιο της γραφής) μου θύμισε έντονα –τώρα το διάβασα –τη συνάντηση του Ταμπούκι με τον πατέρα του στη Λισαβόνα, στο απόσπασμα που παραθέτεις από το Ρέκβιεμ του Ταμπούκι. Αυτό που με εντυπωσίασε είναι ότι ο πατέρας του Ταμπούκι, που του μιλά πορτογαλικά, είναι ντυμένος –για έναν ανεξήγητο λόγο – ναυτικά. Όπως ακριβώς ο Πωλ ΄Ωστερ, που υπήρξε όμως στ΄ αλήθεια ναυτικός.
Ο πατέρας του Ταμπούκι του μιλά πορτογαλικά, μια γλώσσα που δεν γνώριζε όσο ήταν εν ζωή. Εγώ φαντάζομαι τον Πωλ Ώστερ και τον Πεσσόα να συνομιλούν αγγλικά. Στα αγγλικά άλλωστε έγραψε ο Πεσσόα τον περίφημο τουριστικό οδηγό της Λισσαβόνας – εκεί που ως cicerone την παρομοιάζει με την άλλη πόλη με τους εφτά λόφους.

Studiolum είπε...

Dear Poli, I want to congratulate to and say thanks for this beautiful blog which I have just found by chance and which I feel so close to how I like to look at things and shape them. I will regularly follow it in the future. And also thank you very much for having linked my own blog. How did you find it, exactly some days after I found yours?

Sorry for writing in English. I perfectly understand Greek, both Modern and Classical, but have no practice in writing in it.

Τις καλύτερες ευχές μου
Tamás, Budapest

Πόλυ Χατζημανωλάκη είπε...

Dear Tamás

I am thankful to the meaningful and «happy» coincidences and to the «elective affinities» that have brought us in contact!

I was thinking exactly the same way about your blog, which I have discovered the day before yesterday. It was only today that I managed to find the English version and was able to indulge for more than one hour in your excellent posts.

I would like to congratulate you too for these excellent creations, which I intend to read in more detail in the future. I have discovered a more profound and sophisticated version of my blog in Budapest. ΠΙΝΑΚΙΔΕΣ ΑΠΟ ΚΕΡΙ now appear amateurish to me.

I have enjoyed the music selection as well.

Χάρηκα τόσο πολύ που σας γνώρισα.

Hortus Carmeli είπε...

You put me in shame by exalting so much my blog and belittling your own, was my first thought, but then I realized that amateurish – in the original sense of dilettante – is in fact the greatest praise one can tell about something born from amour and created for delectation. Like your emotionally deep, visually beautiful and intellectually so open-minded blog.

Thank you again for having created it and for enlarging it for the delectation and utility of us all. And hope to see you sometimes on my one, too.

με αγάπη
Tamás

Studiolum είπε...

(sorry, just now I see that by chance I've posted my previous comment from the account of Kata, my wife. But once we are here, perhaps you will also like to have a look at her photos here.)

Πόλυ Χατζημανωλάκη είπε...

Dear friends,

I have linked Kata’s site (The Garden) to my blog. The Garden – a space so full of symbolism- the space where one cultivates flowers and plants, the imaginative realm of literary creation and, last but not least, the Garden of Eden.

Kata’s photos make this ideal space – Paradise – a hospitable place of encounter.

I am so thankful for this precious gift.