Παρασκευή, 27 Μαρτίου 2009

«…και δεν είχε αρχίσει καλά καλά το τσάι του*…»



Εννιά χρόνια μετά την τελευταία βαρκάδα με την Αλίκη ο Λιούις Κάρολ – ο Τσάρλς Ντόγκσον – την είχε δει σε ένα πίνακα στο μουσείο μα δεν του φάνηκε καθόλου φυσική.
« Πολύ όμορφη, όχι όμως ιδιαίτερα φυσική».
Προτιμούσε να την σκέφτεται όπως ήταν τότε στον Τάμεση, με τη φρεσκάδα της παιδικής ηλικίας. Τότε που είχε ποζάρει στο φακό της φωτογραφικής του μηχανής.
Ας αφήσουμε όμως τον Λιουις Κάρολ στις μελαγχολικές του σκέψεις και ας φανταστούμε την Αλίκη όπως την είχε εικονογραφήσει ο Σερ Τζόν Τένιελ, την εικονογράφηση πρότυπο όλων των μετέπειτα εκδόσεων της Αλίκης. Λέγεται πως όλοι οι άλλοι εικονογράφοι είχαν βρει τον μπελά τους με την επιμονή του Λιούις Κάρολ να μετρά τις γραμμές τους στα σκίτσα που έφτιαχναν για την Αλίκη και να τα συγκρίνει με αυτά του Τένιελ.



Αυτή τη μορφή της Αλίκης, τη στιγμή που πρόκειται να καταθέσει στο δικαστήριο, εξ ίσου ανεξιχνίαστη και έκπληκτη όπως οι άλλες αναπαραστάσεις της στο βιβλίο, αλλά βέβαια λιγότερο αθώα μια και έχει αναποδογυρίσει το τραπέζι με τους ενόρκους, μεταξύ των οποίων και η Μπίλια η Σαύρα, – της άρπαξε μάλιστα και το κοντύλι ώστε να μην μπορεί να γράφει – είναι που συναντάμε λίγο πριν το τέλος του βιβλίου.
Η δίκη είναι η δίκη του βαλέ κούπα , που κατηγορείται για την κλοπή – «έκλεψε τις τάρτες» είναι η κατηγορία – και αποτελεί τη σκηνή της τελευταίας πράξης/σταθμού του ταξιδιού στη χώρα των θαυμάτων. Θα σταθούμε λίγο εδώ, όχι γιατί αυτή η δίκη, όπως και όλο το μυθιστόρημα είναι α- νόητη (nonsense), όχι γιατί η κατάθεση της Αλίκης είναι α – νόητη και άσχετη με την υπόθεση και ξεσηκώνει την οργή των δικαστών, δηλαδή του βασιλιά και της βασίλισσας που την καταδιώκουν, όπως και τους άλλους καλεσμένους προστάζοντας τον αποκεφαλισμό τους, όσο γιατί στη δίκη αυτή επανεμφανίζεται ως μάρτυρας μια χαρακτηριστική φιγούρα της ιστορίας. Θυμηθείτε τον καπελά, που παρουσιάζεται στο δικαστήριο κρατώντας ένα φλιτζάνι τσάι.
Αρκετά κεφάλαια πριν, τον έχουμε συναντήσει με τον Μαρτιάτικο Λαγό, ένα τυφλοπόντικα και την Αλίκη να κάθονται σε ένα τραπέζι σε « ένα τρελό τσάι πάρτι», να πίνουν το τσάι τους, να τραγουδούν και να λύνουν αλλοπρόσαλλα – α- νόητα – αινίγματα.

Ο καπελάς εμφανίζεται λοιπόν στη δίκη με το φλιτζάνι το τσάι του, το χαρακτηριστικό καπέλο του – «που δεν είναι δικό του» - για να μπερδέψει ακόμα περισσότερο τους δικαστές κρατώντας στα χέρια του συγχυσμένος ένα κομμάτι ψωμί με βούτυρο.

Ο καπελάς μπερδεύεται από αυτή την ιστορία της δίκης που δεν καταλαβαίνει καθώς έχει το νου του στην προσπάθεια να αρχίσει το τσάι του εδώ και μια βδομάδα, δαγκώνει κατά λάθος το φλιτζάνι αντί για το ψωμί.
"...και δεν είχε αρχίσει καλά καλά το τσάι του..."
Οι ερωτήσεις και τα γεγονότα έχουν ξεφύγει προ πολλού από την αρχική υπόθεση της δίκης του βαλέ κούπα. Ας συγκεντρώσουμε πάλι την προσοχή μας στη φιγούρα του καπελά και την ανάκληση - αλλόκοτη επανάληψη - της σκηνής εκείνου του τσαγιού στο δικαστήριο.
Μια παράξενη μορφή που την διέκοψαν από ένα τσάι και που παραπονιέται ότι δεν κατάφερε τελικά να το πιει και που το σκέφτεται και το ξανασκέφτεται απορημένος, ξεχωρίζει από τις υπόλοιπες φιγούρες της δίκης αυτής – σαύρες, ινδικά χοιρίδια, τυφλοπόντικες, ενόρκους, μάρτυρες, στρατιώτες και δικαστές σε αυτό τον ενορχηστρωμένο χορό του παραλόγου.
Το τσάι και η συζήτηση για αυτό, ως ρόφημα που καταφέρνεις ή δεν καταφέρνεις να πιεις την ώρα μιας δίκης.
Αν αντί για τσάι το ρόφημα ήταν καφές με γάλα, αν η συζήτηση στο δικαστήριο ήταν για έναν καφέ που ήπιε κάποιος ενώ δεν έπρεπε να πιει, και η δίκη ήταν για ένα φόνο που διέπραξε ο κατηγορούμενος, αν όμως η ακροαματική διαδικασία στρεφόταν κυρίως γύρω από το ότι δεν πένθησε αρκετά τη μητέρα του – και αυτό γιατί ανάμεσα σε άλλα τόλμησε να πιει καφέ με γάλα το βράδυ πριν την κηδεία της - τότε δεν συζητάμε πλέον για τη δίκη του βαλέ κούπα στην Αλίκη στη χώρα των θαυμάτων αλλά για τη δίκη του Μερσώ στον Ξένο του Αλμπέρ Καμύ.
Στην περίφημη δίκη όπου δικάζεται φαινομενικά για το φόνο που χωρίς λόγο διέπραξε, αλλά στην πραγματικότητα καλείται να απολογηθεί για τη χωρίς νόημα και συναισθήματα ζωή του. Σύμφωνα με το κατηγορητήριο λοιπόν, κεντρική θέση έχει η συζήτηση για το ρόφημα που έχει ήδη πιει και του άρεσε, δηλαδή τον καφέ με γάλα.



Αν πάλι το ρόφημα δεν το έχει ήδη πιει, ώστε να γίνεται συζήτηση για αυτό στη δίκη αλλά το πίνει τη στιγμή που τον συλλαμβάνουν για να τον δικάσουν – καφτό καφέ που μόλις αντέχει να τον φέρει στα χείλη του - και το ψωμί με τη μαρμελάδα από το πρωινό του αντί για αυτόν το τρώνε οι διώκτες του μέσα στο ίδιο του το σπίτι, τότε ο κατηγορούμενος είναι ο Γιόζεφ Κ. στη Δίκη του Κάφκα.

Τα ροφήματα αυτά - τσάι και καφές - που όχι μόνο δεν μεθούν αλλά ενισχύουν τη νηφαλιότητα και τη διαύγεια του πότη, εμφανίζονται συμπτωματικά (;) σε τρεις ιδιαιτέρως παράλογες δίκες, τονίζοντας σε χαμηλούς τόνους το ακατανόητο - α –διανόητο α- νόητο και των τριών αυτών διαδικασιών.
Σκέψεις, στοχασμοί και αινίγματα στο τραπέζι του τσαγιού, ανακούφιση μετά από ένα θλιβερό ξενύχτι με ένα φλιτζάνι καφέ με γάλα, ζοφερά προμηνύματα για τις ακατανόητες κατηγορίες μη έχοντας πιει έναν καφέ που καίει.
Είναι δυνατόν η νηφαλιότητα και η διαύγεια του ροφήματος να ηττάται κατά κράτος από τον παραλογισμό μιας δίκης που μόνο ως πρόσχημα επιζητεί την αλήθεια, ενώ στην πραγματικότητα προσπαθεί να πλέξει έναν ιστό για να παγιδεύσει τον εκάστοτε κατηγορούμενο;




Το ρόφημα που με τη συνοδεία των βουτημάτων της επαρχίας – τις περίφημες μαντλέν – οδηγεί σε μια ονειρική αναδημιουργία της πραγματικότητας όταν αναζητάς το χαμένο χρόνο, έχει τη θέση του και στην ανεξέλεγκτη πορεία του ονείρου - στην εφιαλτική εκδοχή μιας εξω - πραγματικής πραγματικότητας.

Σηματοδοτεί δηλαδή συμβολικά την είσοδο σε μια άλλη διάσταση της ροής του χρόνου και των γεγονότων: ονειρική η εφιαλτική κατά περίπτωση. Ο στοχασμός πάνω από το αχνιστό ρόφημα, προϊόν του πολιτισμού για την ευχαρίστηση και τη συναναστροφή, μακριά από το βασίλειο της ανάγκης είναι το όριο ανάμεσα σε δύο κόσμους και ανατρέπει την ισορροπία δημιουργώντας περάσματα ανάμεσα στον κόσμο της καθημερινής λογικής και τον κόσμο των θαυμάτων.



Αυτό λειτουργεί και αντίστροφα, μια και το ρόφημα και η τελετουργία του καταλύει και την έξοδο από τον κόσμο των ονείρων προς τον κόσμο της πραγματικότητας:
Η Αλίκη ξεφεύγει από την καταδίωξη της χώρας των θαυμάτων, κυνηγημένη από τους ήχους του κουδουνίσματος των φλιτζανιών του τσαγιού που μετατρέπονται σταδιακά στους ήχους από τα κουδούνια των προβάτων όταν βγαίνει από το όνειρο.
* Λιούις Κάρρολ, «Η Αλίκη στη χώρα των θαυμάτων»


Πηγές εικόνων:


http://aaronpanagos.files.wordpress.com/2009/03/alice-hatter.jpg
http://myweb.tiscali.co.uk/greavesandthomas/images-alice/Hatter.gif
http://2.bp.blogspot.com/_gkaKRmT76r0/R6oMcmW3h9I/AAAAAAAAAAU/gB-lbTFXnnQ/s1600-h/traduced.jpg
http://www.cbc.ca/gfx/images/arts/photos/2008/07/09/franz-kafka-cp-1259121.jpg
http://abeonaforum.files.wordpress.com/2008/10/l_etranger_albert_camus.jpg
http://www.agoravox.fr/IMG/camus_2.gif
http://popartmachine.com/machine/daily/120508/silhouette-compositions/Silhouette-of-man-drinking-a-cup-of-coffee-pop-art-poster-print-5_wallpaper.jpg
http://images.broadwayworld.com/upload/37458/alice_in_wonderland_2.jpg
http://www.nlm.nih.gov/hmd/breath/Faces_asthma/VIIA30.html
http://www.victorianweb.org/art/illustration/tenniel/alice/12.1.html
http://www.z-amber.com/alice.jpg

12 σχόλια:

βαγγελης ιντζιδης είπε...

Πόλυ και πολύτιμη, τι θαυμάσιο κείμενο σχόλιο επί κειμένων!
Κυρίως τι θαυμάσιος μίτος – να ακολουθήσεις τους ήχους, τις οσμές, τις γεύσεις, τις αφές (καταχρηστικός πληθυντικός για το δάγκωμα του φλυτζανιού αντί της φρυγανιάς ή το ακούμπισμα των χειλιών στα «χείλη» της κούπας, κ.λπ.). Τι ακολουθεί κανείς στο μίτο που μας προτείνεις «παμπόνηρη» - που το χρησιμοποιώ στην περίπτωσή σου αντί του «πάνσοφη» [ναι, ναι όπως το ακούς] - Πόλυ ;
Και από ποιο λαβύρινθο επιδιώκει να εξέλθει; Και ποιος είναι ο Μινώταυρος; (εσύ Αριάδνη του ύπνου στη Νάξο αλλά και Αριάδνη του έρωτα ως διαφυγή από τη χώρα του λαβύρινθου);
Ακολουθεί τις αισθήσεις του, ΑΥΤΟΣ ΕΙΝΑΙ Ο ΜΙΤΟΣ.
Αλλά κάνοντας αυτό βρίσκεται αντιμέτωπος με το σώμα του ως ανάγκη και ως επιθυμία. Αλλά όταν η ανάγκη εγκιβωτίζεται μέσα σε μια κοινωνική πρακτική, σε μια πολιτισμική πρακτική – σήμα της κοινωνικής μας τάξης, των κοσμοπολιτιμικών κόσμων ζωής μας, λόγου χάρη το να «παίρνουμε το πρωϊνό μας ή να τρώμε κάτι το πρωϊ» - τότε και η επιθυμία, αυτή η άγνωστη- α-συνείδητη επεξεργασία των αναγκών (ίσως και για αυτό φαινομενικά α-νόητη) έρχεται ως κάτι πέρα από την κάλυψη των αναγκών. Η επιθυμία έρχεται ως ένας κώδικας των διαδρόμων που χαράχτηκαν μέσα μας όταν οι αισθήσεις μας επιζητούσαν τροφή για να αισθανθούν και να δημιουργήσουν σώμα και μετά ταυτότητα και μετά επιλογές-προσανατολισμούς. Η επιθυμία είναι τα συναισθήματα όταν καλύφθηκαν ή δεν καλήφθηκαν οι ανάγκες μας και είναι μια απόπειρα μέσα από (παράδοξους ή/και α-νόητους κώδικες) να ξαναγραφτούν τα όρια και οι λαβυρινθώδεις διεργασίες της ανθρώπινης ψυχής. Η επιθυμία ΑΥΤΟΣ ΕΙΝΑΙ Ο ΛΑΒΥΡΙΝΘΟΣ.
Η δίκη καταργείται όταν δεν μπορεί να υπάρξει το τεκμήριο της γραφής. Ο Νόμος πάντα γραπτός χαραγμένος στις ψυχές δια των κηρυγμάτων και χαραγμένος στο μάρμαρο, στην πέτρα, στον πάπυρο, στο χαρτί. Ο χαραγμένος νόμος είναι και το χαραγμένο όνομά μας στην πέτρα του θανάτου (Ντίκινσον). Η μνήμη και τα σήματά της. Και η γλυπτική όπως και τα σκίτσα του βιβλίου της «Αλίκης στη χώρα των θαυμάτων» είναι και αυτά ένα είδος χαράγματος. Μια πολυτροπική γραφή. Και αυτά τα χαράγματα προσπαθούν αναδρομικά να ορίσουν τα επιτρεπτά όρια της επιθυμίας, τα αποσιωπήσουν τα «ανεπίτρεπτα» κοινωνικά συναισθήματα που γεννήθηκαν από την εποχή που αποζητούσαν οι αισθήσεις, οι ανάγκες, την κάλυψή τους για να συγκροτήσουν σώμα και ταυτότητα (το μεγάλωμα των βρεφών).Ναι ο νόμος ΑΥΤΟ ΕΙΝΑΙ Ο ΛΑΒΥΡΙΝΘΟΣ. ΚΑΙ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙ ΩΣ ΠΑΝΙΣΧΥΡΟΣ ΚΑΙ ΕΝΟΧΟΠΟΙΗΤΙΚΟΣ ΕΠΕΙΔΗ ΜΑΣ ΚΑΝΕΙ ΝΑ ΞΕΧΝΑΜΕ ΤΗΝ «ΑΦΥΣΙΚΗ»-«ΑΝΟΗΤΗ» ΠΡΟΕΛΕΥΣΗ ΤΟΥ ΚΑΙ ΜΑΣ ΦΑΝΤΑΖΕΙ ΔΙΑΧΡΟΝΙΚΟΣ ΑΣΑΛΕΥΤΟΣ. ΚΑΙ Ο ΝΟΜΟΣ ΔΕΝ ΕΧΕΙ ΣΧΕΣΗ ΜΕ ΤΗΝ ΗΘΙΚΗ ΑΛΛΑ ΜΕ ΕΚΕΙΝΗ ΤΗΝ ΠΡΟΘΕΣΗ ΓΙΑ ΕΛΕΓΧΟ ΚΑΙ ΔΥΝΑΜΗ.
Μην ξεχνάμε πως ο Μινώταυρος είναι το παιδί της κτηνοβασίας της βασίλισσας με τον λευκό ταύρο του Ποσειδώνα. Είναι το ξεπέρασμα των ορίων. Και μη ξεχνάμε πως ο Μινώταυρος είναι ο νόμος που μας κατασπαράσσει σε μια ανεξήγητη μη ανθρωπιστική κυριαρχία του απόλυτου (ο βασιλιάς Μίνωας που επιζητεί τον νόμο ως σύμβολο κυριαρχίας στους Αθηναίους- έτσι δεν είναι;).
Αλλά τι είναι αυτά τα κείμενα που παράγονται δίχως νόημα (ανόητες προφορικές αφηγήσεις, ανόητα αινίγματα, κ.ο.κ.); Και γιατί ο Μερσώ είναι υπόλογος σε μια δίχως νόημα ζωή – στον Ξένο του Καμύ – όταν από την άλλη βρίσκει νόημα μέσω της απόλαυσης στην ολονυχτία για τη νεκρό σωρό της μητέρας του; Και ποια απόλαυση στερείται κάποιος από τους φύλακες του νόμου στη Δίκη του Γιόζεφ Κ., όταν του τρώνε το πρωϊνό εκεί που ετοιμαζόταν ο ίδιος να το απολαύσει; Ενοχές όταν απολαμβάνουμε στην πρώτη περίπτωση – και μάλιστα όταν απολαμβάνουμε γεύσεις μπροστά στην νεκρή παιδαγωγό της γεύσης, την τροφό μητέρα- τιμωρία του Νόμου για κάθε απόλαυση όταν ξυπνούμε από τα όνειρα και τις ονειρώξεις μας (επιθυμίες).

Τα κείμενα αυτά γεννιούνται από την αμφισημία της απόλαυσης, της επιθυμίας. Αμφισημία πάντα παρούσα. Από τη μια η επιθυμία – μπορεί ως ενοχή – να σε παγιδεύει σε έναν κόσμο δίχως νόημα και από την άλλη η επιθυμία ως απόλαυση σε φέρνει στον κόσμο του νοήματος από το οποίο μια χειρονομία πρέπει να διατηρήσει την απόλαυση άνευ ενοχής (Προυστ – ονειροπόληση, αφύπνιση από τους ήχους των υλικών σκευών για το πρωϊνό της Αλίκης, στον Λουίς Κάρολ).
Να επιθυμούμε και όχι να χρειαζόμαστε. Ο Νόμος αυτό το Υπερ-εγώ που μας κρίνει, αυτός ο Παρατηρητής που μας συγκρατεί μεν από την τρέλα αλλά και δεν μας προστατεύει – τελικά – από την ματαίωση.
βαγγέλης ι.

βαγγελης ιντζιδης είπε...

Πόλυ τώρα που το ξαναδιαβάζω και προς αποφυγή παρεξηγήσεων από πιθανόν κακόβουλους - το "παμπόνηρη" που χρησιμοποιώ αντί "πάνσοφη" - εννοώ πως στην περίπτωσή σου είναι συνώνυμα και με τη βαρύτητα που και ο Σεφέρης έκανε το ίδιο όταν μιλούσε για τον Καβάφη. Σε κάθε περίπτωση η ανάρτησή σου είναι σοφία (προς αποφυγή παρερμηνειών)
Βαγγέλης ι.
υγ Αυτή η ανάρτηση είναι μιας πρώτης τάξεως ανάρτηση για να μετασχηματιστεί σε θεατρικό διακειμενικό δρώμενο
β.ι.

Πόλυ Χατζημανωλάκη είπε...

Bαγγέλη σε ευχαριστώ πολύ για το σχολιασμό σου.

Η ψυχαναλυτική διάσταση που προτείνεις, να ένας νέος κώδικας για την ερμηνεία αυτής της «φαινομενολογίας» των ροφημάτων που συνυπάρχουν και καταλύουν (με την χημική έννοια του όρου: είναι απαραίτητα αλλά δεν αποτελούν τη γενεσιουργό αιτία) όχι την μνημονική αναδημιουργία όπως στον Προυστ, αλλά τη συσκότιση και την παραπλάνηση σε μυθιστορηματικές δίκες .

΄Ετσι λοιπόν θα διαβάσουμε αλλιώς την πληροφορία στην εισαγωγή της ανάρτησης που γράφτηκε μόνο και μόνο για να μπω κι εγώ μαζί με τους υποθετικούς αναγνώστες αυτής της ανάρτησης στην «βικτωριανή» ατμόσφαιρα των εικονογραφημένων βιβλίων για παιδιά. Η «δυσοίωνη» φιγούρα της Αλίκης που ανατρέπει τον πάγκο των ενόρκων με έκανε να αναφέρω την κανονιστική μέτρηση των γραμμών κάθε εικονογράφου – των γραμμών που μετρούσε ο Λ. Κάρολ ώστε να «συμπίπτουν» με τις εγχαράξεις του Τένιελ. Και να που α σ υ ν ε ί δ η τ α ακολουθούσα ένα μίτο, ψηλαφώντας τα ίχνη του γραπτού νόμου – του ενός σχήματος υποδείγματος με το οποίο και τα υπόλοιπα πρέπει να ταυτίζονται.

Ξαναδιαβάζω τώρα, συνεχίζοντας την περιδιάβαση στις λογοτεχνικές δίκες που ξεκίνησε με αυτή την ανάρτηση, το κιβώτιο του Άρη Αλεξάνδρου.
Εκτός από τη λαβυρινθώδη διαδρομή της μεταφοράς του κιβωτίου από την πόλη Ν στην πόλη Κ για την οποία συνθέτει και ανασυνθέτει την απολογία του προς το σύντροφο ανακριτή συσκοτίζοντας αναιρώντας επαναλαμβάνοντας – μια γριφώδης κυριολεκτικά απολογία με σκόπιμα ψέματα κλειδιά που εμφυτεύει για να προκαλέσει την αντίδραση του ανακριτή, η πορεία της ομάδας την οποία αφηγείται γράφοντας, καθορίζεται από μια σειρά κωδικοποιημένων εντολών από το «Αρχηγείο». Το κλειδί του κώδικα που αποτελείται από 4 ψηφία για κάθε γράμμα (τέσσερεις συντεταγμένες) βρίσκεται στις σελίδες ενός βιβλίου ( Το πρώτο ψηφίο για τη σελίδα, το δεύτερο για τη στήλη κλπ…)
Και το βιβλίο είναι πάλι ο ΝΟΜΟΣ!!! Είναι η Αγία Γραφή που κρατούν μαζί τους αυτοί οι περιπλανώμενοι αποσυνάγωγοι μαχητές του ελληνικού εμφυλίου.

Σε ευχαριστώ λοιπόν για αυτή την ανάγνωση που με κάνει να βλέπω πια τα λαγούμια που ακολούθησε η μικρή Αλίκη Λίντελ ακολουθώντας τον Λαγό που πήγαινε βιαστικός για να προλάβει, ως αναπαράσταση των διαδρόμων που χαράχτηκαν μέσας μας.

Ο λαβύρινθος λοιπόν, με τα μονοπάτια που διακλαδώνονται δημιουργώντας διλήμματα και συσκοτίζοντας και παγιδεύοντας και από την άλλη τα νόνσενς αινίγματα – οι διπλές εγγραφές του νοήματος – οι γρίφοι που σε παγιδεύουν σκόπιμα – το χρονικό ανάλογο θα λέγαμε του λαβυρίνθου όλα γύρω από ένα τραπέζι όπου μια παρέα επιθυμεί να πιει το τσάι της.

just me είπε...

Διαβάζοντας την ανάρτηση, σκεφτόμουν πόσο(πέρα από τις σύνθετες προθέσεις της) καταδείχνει με πρωτοτυπία, και φωτίζει, και το πρώτου επιπέδου μοτίβο: τη διαχρονική πρακτική της Εξουσίας (ιδιαιτέρως της απολυταρχικής) να ασκεί τη Βία επιτιθέμενη κατευθείαν στο θεμελιώδες προστατευτικό δίχτυ των ανθρώπινων όντων: την κανονισμένη και κανονιστική καθημερινότητα (όπως αυτή εκφράζεται και από την απογευματινή σύναξη για τσάι, έναν πρωινό καφέ στο ξεκίνημα της μέρας, την _παλιότερα_ συνεστίαση στο γεύμα και στο δείπνο)∙ και στην παραμυθητική αυταπάτη ότι όσο αυτή δε διασαλεύεται δεν διατρέχουμε κανένα κίνδυνο, δεν μας απειλεί καμιά δυστυχία. Εξ ου και η, επίσης παλιότερη, ανάποδη διατύπωση του μοτίβου: δημοκρατία είναι να σου χτυπάνε την πόρτα τα χαράματα και να είναι ο γαλατάς (γάλα _άλλο ένα ρόφημα της συνήθειας και της κανονικότητας, συνεκτικό των ανθρώπινων σχέσεων επίσης). Η κατάλυση της θείας αυτής τάξης καταλύει επίσης και εκμηδενίζει την αντίσταση και εγκλωβίζει στο βασίλειο του άλογου,ζωώδους φόβου πολύ πιο εύκολα από κάθε φανταχτερή επίδειξη ισχύος

just me είπε...

...μου ξέφυγε το enter και δεν πρόλαβα να συμπληρώσω _παράλληλα_ ότι, όχι απαραίτητα για τους λόγους που επιστρατεύεται σήμερα, η Aλίκη αποτελεί ένα από τα πιο εμμονικά μου δαβάσματα, από την εφηβεία μου μέχρι σήμερα (που αμφιβάλλω αν την έχω ξεπεράσει _την εφηβεία!).
:) :) :)

Καλή ερχόμενη εβδομάδα, Πόλυ.

Πόλυ Χατζημανωλάκη είπε...

Just me,

@
Μου θύμισες – τηρουμένων των αναλογιών - καταστάσεις από τα φοιτητικά μου χρόνια, τότε που η μεταπολίτευση είχε μπει για τα καλά και μετά από έντονη πολιτική και συνδικαλιστική δράση και σε μεγάλη ταραχή, μαύρες σκέψεις και αγωνία, αναζητούσα αυτή την «παραμυθητική αυταπάτη». Κατέφευγα τότε στο αμφιθέατρο για να παρακολουθήσω με ειλικρινή, αλλά εντονότερη από όσο χρειαζόταν, προσήλωση την παράδοση του Απειροστικού Λογισμού του καθηγητή Σπύρου Ζερβού. Μη έχοντας πατήσει σε μάθημα για μήνες, δραπέτευα από τη δράση σε αυτή την «κανονική και κανονιστική καθημερινότητα» εκείνης της εποχής και αισθανόμουν για μια ώρα τουλάχιστον ασφαλής.
Εννοούσες κάτι γενικότερο, το ξέρω αλλά η αίσθηση της παρηγοριάς την ώρα μιας παράδοσης όπου όλοι οι υπόλοιποι συμμετείχαν κανονικά κι εγώ έκανα πως συμμετέχω για να ηρεμήσω, μου προέκυψε έντονα με την αναφορά στον προσφιλή γαλατά που χτυπάει την πόρτα.

@
«Δεν γίνεται τίποτε» είπε ήρεμα η Αλίκη. «Μεγαλώνω»
«Δεν είναι σωστό να μεγαλώνεις εδώ» είπε η Just me.
«Μη λες ανοησίες» είπε η Αλίκη πιο τολμηρά. «Κι εσύ μεγαλώνεις ξέρεις…»
«Ναι αλλά εγώ μεγαλώνω με φυσιολογικό ρυθμό» είπε η Just me «όχι με τέτοιο γελοίο τρόπο. Να βλέπεις; Δεν έχω ξεπεράσει την εφηβεία», είπε και χωρίς να δείξει μουτρωμένη πληκτρολόγησε τρεις φατσούλες.

just me είπε...

Εγώ πάλι γιατί το μόνο που ακούω είναι η φωνή της Βασίλισσας να ουρλιάζει "Off with her Time;;;

[η... διακειμενική (sic) επαφή μου με την Αλίκη, όλα τα λεφτά, όπως λες κι εσύ!)
:) :) :)

Πόλυ Χατζημανωλάκη είπε...

«Και ποιος νοιάζεται για αυτήν»; Είπε η Αλίκη. «Δεν είναι παρά ένα τραπουλόχαρτο».
«Θα μου πάρει όμως το Χρόνο» είπε ανήσυχα η Just me.
«Δεν θα στον πάρει αν ξέρεις πώς να τον κρατήσεις», συνέχισε η Αλίκη.
«Τι εννοείς;» ρώτησε η Just me. «Μπορούμε να κρατήσουμε το Χρόνο; »
«Και βέβαια» απάντησε η Αλίκη, «όπως κρατάμε το Χρόνο όταν κάνουμε μάθημα Μουσικής».
«Αυτό μπορώ να το κάνω», είπε η Just me και συνέχισε να πίνει το τσάι της.

Idom είπε...

Τρεις στίχοι μού ήρθαν στο νου ενόσω διάβαζα:

Είναι τρομερός ο μικρός θόρυβος τού σφιχτού αυγού...
Πρεβέρ

Η βασίλισσα μπορεί να κεντάει, μπορεί και να μην κεντάει.
Ιονέσκο

Αρχή τού παραμυθιού. Καλησπέρα σας!
Όπως το χρησιμοποίησε
ο Εγγονόπουλος(;)

Idom

ναυτίλος είπε...

Πόλυ μου ,
Τι υπέροχη ανάρτηση...
Το ταξίδι από την ασφάλεια του φλυτζανιού στην ανασφάλεια μιας δίκης!
Κι ωστόσο είναι σαν κρατώ την αχνιστή πορσελάνινη κούπα, σαν να ακούω το κουταλάκι που διαλύει τη ζάχαρη, ήχο γνώριμο χαλαρωτικό...
Διαδικασία που για μενα τουλάχιστον, απευθύνεται σ'όλες τις αισθήσεις...
Καλό απόγευμα!! Πάω να φτιάξω καφεδάκι...
Χ.

Πόλυ Χατζημανωλάκη είπε...

Idom,

Σε ευχαριστώ για τους στίχους του Jacques Prevert που θυμήθηκες. Έτσι αρχίζει το περίφημο ποίημα του La grasse matinée ( ένα πρωινό στο κρεβάτι θα λέγαμε σε ελεύθερη μετάφραση).

Κοίτα τώρα που το ποίημα αναφέρεται στη στέρηση του αυτονόητου – του στοιχειώδους που δεν είναι μόνο το φαγητό – γι αυτό είναι φοβερός ο ήχος του σφιχτού αυγού για αυτόν που πεινάει – αλλά και ο καφές που φαντάζεται και λαχταρά ανάμεσα στα άλλα στις έξι το πρωί έξω από τη βιτρίνα του μπιστρό.

Παραθέτω το ποίημα που δεν τολμώ φυσικά να μεταφράσω αλλά αποδίδω μόνο αυτά που λέει για αυτόν τον καφέ που μετασχηματίζεται από καφέ κρεμ σε καφέ κρίμ (καφέ με γάλα – καφές έγκλημα).
Τι ενδιαφέρουσα σύμπτωση για τον καφέ/κανονικότητα που η έλλειψή του τον μετασχηματίζει σε καφέ/ βία και όλα αυτά μετά τη συζήτηση στα σχόλια.

Καφές με γάλα – καφές με αίμα.

Το ποίημα συνεχίζει με την είδηση ότι κάποιος ληστεύεται και δολοφονείται στη γειτονιά. Φανταζόμαστε ποιος είναι ο δολοφόνος μια και το αντικείμενο της ληστείας, για την οποία έγινε ο φόνος, είναι ακριβώς δύο φράγκα – ένας καφές με γάλα, εβδομήντα σαντίμ – δύο βουτυρωμένες φέτες και εικοσιπέντε σαντίμ – το πουρμπουάρ του σερβιτόρου.

Ακολουθεί το ποίημα του Prevert:
La grasse matinée
___________________________________
Il est terrible
le petit bruit de l'oeuf dur cassé sur un comptoir d'étain
il est terrible ce bruit
quand il remue dans la mémoire de l'homme qui a faim
elle est terrible aussi la tête de l'homme
la tête de l'homme qui a faim
quand il se regarde à six heures du matin
dans la glace du grand magasin
une tête couleur de poussière
ce n'est pas sa tête pourtant qu'il regarde
dans la vitrine de chez Potin
il s'en fout de sa tête l'homme
il n'y pense pas
il songe
il imagine une autre tête
une tête de veau par exemple
avec une sauce de vinaigre
ou une tête de n'importe quoi qui se mange
et il remue doucement la mâchoire
doucement
et il grince des dents doucement
car le monde se paye sa tête
et il ne peut rien contre ce monde
et il compte sur ses doigts un deux trois
un deux trois
cela fait trois jours qu'il n'a pas mangé
et il a beau se répéter depuis trois jours
Ça ne peut pas durer
ça dure
trois jours
trois nuits
sans manger
et derrière ce vitres
ces pâtés ces bouteilles ces conserves
poissons morts protégés par les boîtes
boîtes protégées par les vitres
vitres protégées par les flics
flics protégés par la crainte
que de barricades pour six malheureuses sardines..
Un peu plus loin le bistrot
café-crème et croissants chauds
l'homme titube
et dans l'intérieur de sa tête
un brouillard de mots
un brouillard de mots
sardines à manger
oeuf dur café-crème
café arrosé rhum
café-crème
café-crème
café-crime arrosé sang !...
Un homme très estimé dans son quartier
a été égorgé en plein jour
l'assassin le vagabond lui a volé
deux francs
soit un café arrosé
zéro franc soixante-dix
deux tartines beurrées
et vingt-cinq centimes pour le pourboire du garçon.

Πόλυ Χατζημανωλάκη είπε...

Χρυσάνθη μου καλησπέρα,

Μεγάλη μου τιμή και χαρά που εμφανίστηκες στα μέρη μου και σ’ ευχαριστώ για το γλυκό και ατμοσφαιρικό σου σχόλιο. Θα έπινα ευχαρίστως καφεδάκι κι εγώ και παρά τη δίαιτα (αγώνας άγονος) δεν θα έλεγα όχι σε κάνα δυο πορτογαλικά pasteis. Μην τρέξεις τώρα – σε έχω ικανή – στο μοναδικό βραζιλιάνικο ζαχαροπλαστείο που είναι στην Κοραή για να τα πάρεις…

Πολλά φιλιά και καλό απόγευμα και σε σένα