Τετάρτη, 3 Φεβρουαρίου 2010

Το κορίτσι που αποφάσισε να μεγαλώσει και πώς ο Πήτερ Παν πήρε το φιλί που δεν ήταν για κανέναν


Οι περιπέτειες του Πήτερ Παν του J M Barrie είναι από τα βιβλία για τα οποία ισχύει κατ’ εξοχήν αυτό που λέγεται για τον αναγνώστη και το βιβλίο του, ότι δηλαδή δημιουργείται ένα διαφορετικό βιβλίο για τον κάθε ένα που το διαβάζει. Ανάλογα δηλαδή με τις εμπειρίες, τις προσδοκίες και  τις προηγούμενες αναγνώσεις «γράφεται» κατά την ανάγνωση και ένα διαφορετικό βιβλίο.
Η ιστορία των παιδιών που αποφασίζουν να μεγαλώσουν και χάνουν την ικανότητα να πετούν, εκτός από ένα, τα «χαρούμενα, αθώα και άκαρδα» Χαμένα Παιδιά,  οι φίλοι του Πήτερ Παν δημιουργεί  κατ’ αρχήν ένα υπέροχο παιδικό παραμύθι. Θαυμαστές ιστορίες συμβαίνουν στην μακρινή Χώρα του Ποτέ με χαρούμενα και αθώα αγόρια, νεράιδες που γεννιούνται από χαμόγελα μωρών, Ινδιάνους και φοβερούς πειρατές.
Η άρνηση του βασικού ήρωα να μεγαλώσει αναδεικνύει επίσης ένα βιβλίο για τη χαμένη παιδική ηλικία, το χρόνο και την αιωνιότητα, την ενηλικίωση και τη φθορά. Σε αυτή την ονειρική Χώρα του Ποτέ η συμβολική υπόμνηση του χρόνου γίνεται με το τικ τακ του ρολογιού που τόσο φοβάται ο ενήλικος κάτοικος ο Κάπταιν Χουκ, κάθε φορά που ακούει τον κροκόδειλο να πλησιάζει.
Εκτός από όλα αυτά όμως πρόκειται για βιβλίο που κρύβει και άλλες εκπλήξεις: Μαζί με τις αφηγήσεις για τους  ηρωισμούς και τα παιχνίδια  των αγοριών που ξιφομαχούν, πετούν και φτιάχνουν τα κρυσφήγετά τους, ξεπροβάλλει ανάμεσα στις γραμμές, γραμμένη με την ίδια αφοπλιστική αφέλεια του παραμυθιού,  χωρίς δηλαδή  να αναστέλλεται στο ελάχιστο  η περιγραφή των σκληρόκαρδων πράξεων – να μην ξεχνάμε τα παιδιά εκεί είναι χαρούμενα, αθώα και άκαρδα – μια συγκλονιστική σπουδή στον έρωτα και τη γυναικεία φύση.

Ας αφήσουμε λοιπόν για λίγο τον Κάπταιν Χουκ να φοβάται μην σταματήσει το ρολόι του χρόνου που τον κυνηγά και τον χαρούμενο και άκαρδο Πήτερ Παν να τον νικά στη μονομαχία σώζοντας την Τάιγκερ Λίλλυ την κόρη του αρχηγού των Ινδιάνων,  κάτω από το άγρυπνο και ζηλότυπο βλέμμα της νεράιδάς του της Τινκ και ας αρχίσουμε την ανάγνωση του βιβλίου από την αρχή: « Όλα τα παιδιά  μεγαλώνουν.» Από την πρώτη φράση λοιπόν,  γινόμαστε μάρτυρες όχι του πως ένα παιδί αρνείται να μεγαλώσει – ο Πήτερ Παν – αλλά του αντιθέτου, του πώς ένα παιδί αποφασίζει να μεγαλώσει. Ένα παιδί διαφορετικό από τα υπόλοιπα της ιστορίας, όχι γιατί δεν θέλει να πετάξει μαζί τους και να πάρει μέρος στις περιπέτειες στη Χώρα του Ποτέ, αλλά γιατί αυτό το παιδί από πολύ νωρίς, από δυο χρονών ήδη έχει αποφασίσει να μεγαλώσει. Και αυτό το παιδί είναι ένα κορίτσι, η Γουέντυ Ντάρλινγκ.


Η Γουέντυ το αποφασίζει αυτό όταν, εκεί που παίζει στον κήπο, κόβει ένα λουλούδι και το δίνει στη μητέρα της. Το ύφος και το βλέμμα της κυρίας Ντάρλινγκ και τα λόγια της «Αχ! Γιατί να μη μείνεις για πάντα έτσι!» είναι αρκετά για να την κάνουν να αντιδράσει στην έκφραση αυτή της μητρικής στοργής και να αποφασίσει όχι βέβαια να δραπετεύσει από αυτήν, γιατί όπως θα μάθουμε παρακάτω η Γουέντυ αποζητούσε όλη της τη ζωή ένα μητρικό φιλί, αλλά να μην υποκύψει στην μητρική προσδοκία.

Από κει και πέρα η Γουέντυ «μεγαλώνει». Θα μπορέσει σαν όλα τα παιδιά να ταξιδέψει πετώντας στη Χώρα του Ποτέ, θα αντιμετωπίσει τη ζηλοτυπία της Τινκ, θα αποφασίσει να θυσιαστεί πίνοντας το δηλητήριο που προοριζόταν για τον Πήτερ Παν - με τον οποίο υποψιαζόμαστε ότι είναι κρυφά ερωτευμένη - αλλά πάνω από όλα θα παίξει το ρόλο της μαμάς του και της μαμάς των χαμένων παιδιών, μιας και αποφασίζει να τα φροντίζει, να τους μαγειρεύει και να κάνει τις δουλειές του σπιτιού.

Ένα τέτοιο άχαρο ρόλο, το ανοιξιάτικο καθάρισμα αυτού του σπιτιού στη Χώρα του Ποτέ, της επιφυλάσσει ο Πήτερ Παν και αργότερα. Αυτό συμβαίνει όταν εκείνη έχει πια επιστρέψει στο σπίτι της, και εκείνος έρχεται κάποτε κάποτε – όποτε το θυμηθεί - για να την πάρει μαζί του, για μια βδομάδα, στη Χώρα του. Ακόμα και αυτό το διάλειμμα, όσο και ταπεινωτικό και να φαίνεται, είναι ένα προνόμιο για τη Γουέντυ η οποία το περιμένει υπομονετικά. Φανταστείτε όμως τι πλήγμα είναι για αυτήν όταν ο αγαπημένος της Πήτερ συνειδητοποιεί ότι η καλή του φίλη έχει μεγαλώσει πολύ, είναι ψηλότερη από αυτόν, είναι παντρεμένη και έχει μάλιστα μια κόρη τη Τζέην, που όπως και η μαμά της όταν ήταν μικρή,  τον βλέπει στα όνειρά της.
Ο μικρός χαρούμενος άκαρδος αποφασίζει να κάνει νέα «μαμά του» τη Τζέην και αργότερα τη δική της κόρη τη Μάργκαρετ. Αυτές θα συνεχίσουν να είναι οι νοικοκυρούλες που τον βοηθούν στο «ανοιξιάτικο καθάρισμα».
Σαν συνέπεια της απόφασής της να μεγαλώσει,  η Γουέντυ, χάνει οριστικά το προνόμιο αυτού του ταξιδιού στη Χώρα του Ποτέ, έστω και για να καθαρίζει το σπίτι του Πήτερ.
Υπάρχει όμως και κάτι άλλο που είχε χάσει, κάτι επίζηλο και πολύ σημαντικό για πολλούς, ίσως το πιο σημαντικό. Η εξέλιξη της ιστορίας  επιβεβαιώνει μια ματαίωση που ολοκληρώνει την αφήγηση με ένα δραματικό κρεσέντο. Ποια ιστορία όμως; Είπαμε ο καθένας διαβάζει τη δική του.
Θυμάστε στην αρχή του βιβλίου τη μαμά της, την κυρία Ντάρλινγκ; Εκείνη «την αξιαγάπητη κυρία με το ρομαντικό μυαλό και το περιπαιχτικό στοματάκι» που έκαψε τόσες καρδιές εκτός από αυτήν του κυρίου Ντάρλινγκ που πρόλαβε και την πήρε πρώτος;

Εκτός λοιπόν από το ρομαντικό μυαλό της που «έμοιαζε με τα μικρά κουτιά που έρχονται από την Ανατολή και που μπαίνουν το ένα μέσα στο άλλο και όσα και να ανακαλύψεις υπάρχει πάντα κάτι ακόμα», υπήρχε στην άκρη του γλυκού περιπαιχτικού της στόματος ένα φιλάκι.
Αυτό το φιλάκι μας λέει ο κύριος Μπάρι, «φαινόταν καθαρά στην επάνω δεξιά γωνίτσα στο στόμα της». Όταν ο σύζυγός της, ο κύριος Ντάρλινγκ την κατέκτησε, «την πήρε ολόκληρη, εκτός από το τελευταίο κουτί και το φιλάκι. Δεν έμαθε ποτέ για το κουτί και με τον καιρό έπαψε να προσπαθεί για το φιλάκι
Οι σχέσεις του ζευγαριού της Εδουαρδιανής Αγγλίας – και όχι μόνον – σε μια μόνο φράση, στην αρχή ενός παιδικού βιβλίου!

Αυτό το φιλάκι, το επίμαχο φιλάκι, που "μόνο ο Ναπολέων δίνοντας μάχη ίσως κατάφερνε να το πάρει", σκεφτόταν η Γουέντυ, μια και ούτε εκείνη δεν τα είχε καταφέρει να το πάρει φυσικά. Ποτέ. Αν και φαινόταν καθαρά, είπαμε, στην επάνω δεξιά γωνίτσα στο στόμα της μαμάς της.

Και αυτό το φιλάκι, κοντά στο τέλος της ιστορίας, αυτό το φιλάκι που δεν ήταν για κανέναν – ούτε για τον σύζυγο ούτε καν για την κόρη της – ο Πήτερ Παν την ώρα που τους αποχαιρετά για να γυρίσει πίσω στη Χώρα του Ποτέ, το παίρνει μαζί του!


«Πήρε και το φιλάκι της κυρίας Ντάρλινγκ. Το φιλάκι που δεν ήταν για κανέναν ο Πήτερ το πήρε εύκολα. Παράξενο αλλά εκείνη φαινόταν ευχαριστημένη».


Τα αποσπάσματα είναι από τη μετάφραση στα Ελληνικά της Ελίνας Μπούτογλου, του βιβλίου του J. M. Barrie, Πήτερ Παν από τις εκδόσεις Μύθος – Λιβάνη, Αθήνα 1991

Πηγές εικόνων από το ίντερνετ
http://images.allmoviephoto.com/2003_Peter_Pan/2003_peter_pan_002.jpg v
http://2.bp.blogspot.com/_4yuh0-Ww7FI/RX-bhHW8weI/AAAAAAAAAX4/P9fl9voZdZU/s320/wendy3.jpg
http://www.omegamerican.com/beingwendy/Wendy_Darling.PNG
http://media.photobucket.com/image/wendy%20darling/cara2321/2727083840_e9781d3ced.jpg?o=35
http://www.wendy.com/wendyweb/history.html
http://farm4.static.flickr.com/3608/3425181987_57ba8df27f.jpg
http://www.aceshowbiz.com/images/still/peter_pan_03.jpg
http://www.coverbrowser.com/image/classic-childrens-books/8-1.jpg
http://1.bp.blogspot.com/_OO7WbmARD08/ST3SfILRn0I/AAAAAAAAKGE/L0RBP2ksE_M/s400/fantasyland+crocodile.jpg

18 σχόλια:

just me είπε...

Μια ιστορία από εκείνες που _συμφωνώ απολύτως μαζί σου_ "ξαναγράφονται" από τον εκάστοτε αναγνώστη τους, παραμένοντας ταυτόχρονα (ή ακριβώς γι' αυτό) μια αρχετυπική ιστορία. Και όλα αυτά με το αρχετυπικό άλλοθι του παραμυθιού... που για την Γουέντι και τις απογόνους της με την εκβιασμένη απόφαση για ενηλικίωση είναι και παραμυθία...

κι ένα "κόντρα" σχόλιο:
Πολλές φορές ακούμε να λέγεται ότι οι άντρες είναι μεγάλα παιδιά. Αυτή η φράση πάντα με εξόργιζε. Με ρώτησε ποτέ κανείς εμένα πόσο παιδί είμαι ακόμα μέσα μου; Πιστεύω ότι όλοι οι άνθρωποι διατηρούμε το παιδί μέσα μας. Κι είναι στο χέρι του καθενός να το παραμελήσει στο βαθμό που να ατροφήσει και να μην υπάρχει πια, να το χωνέψει. Εγώ αυτό το παιδί δεν μπόρεσα να το παραμελήσω καθόλου . (Αφροδίτη Μάνου, «Η επιστροφή», συνέντευξη στην Κατερίνα Κόμητα για τον Ταχυδρόμο, τ. 514)

Ή μήπως λένε το ίδιο πράγμα; (M' αυτά και μ' αυτά, ο Πήτερ Παν πήρε φεύγοντας το φιλί που δεν ήταν για κανέναν) :)

Πόλυ Χατζημανωλάκη είπε...

Just me,

Από τη μια η καημένη η Γουέντυ που με την απερίγραπτη νοικοκυροσύνη της φροντίζει, μπαλώνει, μαντάρει μαγειρεύει για τα Χαμένα Παιδιά – μέχρι και τη σκιά του Πήτερ Παν που την έχασε προσπαθεί να του ράψει - και από την άλλη η αφηρημένη κυρία Ντάρλινγκ με τα μαντέματα, τις ρομαντικές σκέψεις και το άπιαστο φιλάκι, θύματα και οι δυο της γοητείας αυτού του εξοργιστικού άνδρα «που δεν μεγαλώνει».
Η μια θέλει να τον νταντεύει και να το παίζει μαμά του και η άλλη προσπαθεί να τον κάνει άντρα, όπως διαβάζουμε στο τέλος όταν προσπαθεί να τον πείσει να μεγαλώσει και να μείνει μαζί της. Εκεί ο Πήτερ στην ιδέα και μόνο ότι θα ψηλώσει και θα βγάλει γένια «την κάνει» με μικρά πηδηματάκια για τη Χώρα του Ποτέ – αφού πήρε φυσικά μαζί του και το πολύτιμο φιλί …

Μάνα και κόρη ή Κόρη και μάνα, αιώνιες μορφές γυναικών – όπως εξαιρετικά και αρχετυπικά (:)) τις περιγράφει η Αφροδίτη άλλοτε να «κρατούν μαχαίρι» και άλλοτε να οικτίρουν τον εαυτό τους για το λούκι που έχουν βρεθεί.

Η ζωή συνεχίζεται και κανείς μα κανείς στην πραγματική ζωή – μέρα που είναι - δεν είναι υποχρεωμένος να ενηλικιωθεί :) :) :)

Ευχαριστώ που πέρασες και φιλιά πολλά!

just me είπε...

...αφήσαμε, βέβαια, ασχολίαστο τον κ. Ντάρλινγκ, που δεν έμαθε ποτέ για το κουτί και με τον καιρό έπαψε να προσπαθεί για το φιλάκι... αλλά και μόνο για το ότι δεν έχει επίγνωση του τι έχασε, είναι τόσο αξιολύπητος, που ας μην τον αποτελειώσουμε με σχόλια! :) :) :)
(Αλλά, για να σοβαρευτούμε, είναι εκπληκτικά οξυδερκής η ανάγνωσή σου που εστίασε και ανέδειξε ως κομβική αυτή τη φρασούλα,η οποία είναι από μόνη της μια ολόκληρη ιστορική, κοινωνική και ψυχαναλυτική πραγματεία).

Όσο για μένα, μέρα που είναι, πάω να βγάλω τις μπαταρίες από το ξυπνητήρι μου και μετά για καφέ στη λιακάδα, για να σιγουρευτώ πως δεν βρίσκομαι στην κοιλιά του κροκόδειλου... ;)

Καλημέρα και από εδώ!

Πόλυ Χατζημανωλάκη είπε...

Εκτός από τα τραγούδια της Αφροδίτης είναι φορές που και οι στίχοι του Σαββόπουλου μου φαίνονται ιδιαιτέρως επίκαιροι. Σκέπτομαι τώρα αυτό το κλασσικό «μέρα μ’ ήλιο σαν κι αυτό…» :) :)

Εν τούτοις, εύχομαι – μέρα που είναι – να είναι μυρωδάτος και δυνατός ο καφές και η μέρα – και αυτές που θα ακολουθήσουν φυσικά - χαρούμενη και γεμάτη!

airgood@gmail.com είπε...

"μα κανείς στην πραγματική ζωή
δεν είναι υποχρεωμένος να ενηλικιωθεί";
Ωστόσο τ' άγρια θηρία μαθαίνει
πως ευθύς να ξεγελάσει
αφού απτόν παράδεισο καιρό
με προπατορικό αμάρτημα έχει βγεί.
την καλησπέρα μου.

Πόλυ Χατζημανωλάκη είπε...

Airgood,

εννοείς, φαντάζομαι, ότι πριν τα πράγματα ήταν αλλιώς;

καλησπέρα και από μένα.

Idom είπε...

Γεια σου Πόλυ!

α) Από τα πιο "βίαια" πράγματα που έχω δει, είναι το πώς "εκπαιδεύει" μία μητέρα την κόρη της να γίνει γυναίκα.
β) Οι μπάμπουσκες τελικά δεν κρύβουν καμία απειροστική, υπερβατική ακολουθία. Όταν ανοίξει η κοιλιά τής προτελευταίας μένει μία μικρή, μασίφ, παρόμοια - και μάλλον άχρηστη - κουκλίτσα.
γ) Η κα Ντάρλινγκ προτίμησε να παντρευτεί τον κο Ντάρλινγκ (ακριβώς για να την κάνει "κυρία Ντάρλινγκ") και να φαντασιώνεται τον Πήτερ. Νομίζω ότι είναι άδικο και για τους δύο αρσενικούς.

Θα 'λεγα ίσως ότι η κάθε κα Ντάρλινγκ είναι θύμα τής κοινωνίας, τής Αναγκαιότητας, τής φύσης της τελικά, αλλά αυτό το άλλοθι το έχουν όλοι ... οι εγκληματίες.

Όχι, ότι συντάσσομαι με τον Π.Π.. Κ..'παιδο...

(Λίγο μισογύνικο μού βγήκε, ε;
:-) )

Idom

Υ/γ.: Παρεμπιπτόντως, καθήκοντα οικοκυρικής είχε αναλάβει και η Χιονάτη στου τσαντήρι των νάνων, σωστά;

I

Idom είπε...

Πόλυ, δεν ξέρω αν δέχεσαι "παραγγελιές" ( :-) ), αλλά τι θα 'λεγες να κάνεις και μία ανάρτηση αφιερωμένη σε ένα άλλο παιδί που αποφάσισε να μην μεγαλώσει;
Αναφέρομαι στο βιβλίο "Die Blechtrommel" τού Günter Grass (1959 - αγγλιστί "The Tin Drum", ελληνιστί "Το Ταμπούρλο") και στον ήρωά του Όσκαρ.
Έχει γυριστεί και ομώνυμη ταινία από τον Schlöndorff.

Idom

Πόλυ Χατζημανωλάκη είπε...

Idom,

Συμφωνώ μαζί σου: Ποοολύ μισογύνικο σου βγήκε. Τι σε έπιασε σαββατιάτικα;

Πάντως, ο συνειρμός σου καταπληκτικός με τον Όσκαρ και το ταμπούρλο του. Σε ευχαριστώ που μου το θύμισες αν και δεν νομίζω ότι ο Όσκαρ έχει τα χαρακτηριστικά της μη ενηλικίωσης και της ανευθυνότητας, όπως o Πήτερ Παν και φυσικά ο κατ’ εξοχήν έφηβος, ο Θησέας. Στο ότι και αυτός ήταν κ…παιδο νομίζω είχαμε συμφωνήσει (μόνο σε αυτό όμως αν θυμάμαι καλά) στην ανάρτηση για το Μεσαιωνικό Κάστρο της Λεμεσού :) :) :)
Ο Όσκαρ όμως συγκαλύπτει τις επιδιώξεις του με το μικρό του σώμα - κάποια στιγμή γίνεται και νάνος - και παίρνει πάνω του, στο τέλος του βιβλίου, το βάρος της ευθύνης για ένα φόνο που δεν έχει διαπράξει.

Να σου πω την αλήθεια σκεφτόμουν και μια ανάρτηση για τον Κάπταιν Χουκ! Αυτός και αν είναι παρεξηγημένος. Μορφωμένος, με καλούς τρόπους και να του έχει κόψει το χέρι ένα παιδαρέλι για να το ρίξει στον κροκόδειλο ώστε αυτός να γλυκαθεί και να τον κυνηγάει όπου σταθεί και όπου βρεθεί!!! Κάπου διάβασα ότι ανάμεσα στις γραμμές μπορείς να βρεις ποιο είναι το όνομα του Κάπταιν Χουκ, το πραγματικό και όχι μετά τον ακρωτηριασμό του, και αν θυμάμαι καλά είναι Κάπταιν Κιντ (παιδί).

Αλλά η κάθε κυρία Ντάρλιγκ να κρύβει μέσα της ένα κίλλερ;;;

Το θέμα μου, και σε αυτό θα συμφωνήσεις, είναι ότι ο Μπάρι έπλασε στο βιβλίο αυτό και στα προηγούμενα χαρακτήρες με απερίγραπτη δύναμη ώστε παρά το ότι κανείς δεν αμφισβητεί ότι τα βιβλία του είναι παιδικά τα καταφέρνει με την αποκλίνουσα σκέψη του να παρασέρνει και τους ενήλικες σε παθιασμένες συζητήσεις για τις αρχετυπικές αυτές μορφές.

Ακόμα δεν τελειώσαμε με την "πτηνότητα", αν θες, που χάνει συχνά ο Πήτερ Παν όσο μεταμορφώνεται από μωρό σε παιδί, ούτε και με τα παιδιά που πέφτουν από τα καρότσια που κάποιοι λένε ότι πρόκειται για τα παιδιά που έχουν πεθάνει (και ο ίδιος ο Μπάρι το υπονοεί) και με τις νεράιδες και την πίστη στην ύπαρξή τους που είναι αυτή που τις κρατάει ζωντανές. Ούτε φυσικά με τη ρατσιστική ονομασία Πικανίνυ για τους Ινδιάνους.

Αυτό θα πει τελικά κλασικό βιβλίο. Να μπορείς να το διαβάζεις και να το ξαναδιαβάζεις και μετά την εποχή του και να βρίσκεις στην ανάγνωση νόημα.


Όσο για το αν υπάρχει μόνο μια μασίφ άχρηστη μπάμπουσκα στο τέλος, να μην είσαι τόσο σίγουρος.

ΥΓ.

Βάζω ετικέτες για να διαβάσεις αν θέλεις και τις άλλες αναρτήσεις στις Πινακίδες για τον Πήτερ Παν

Idom είπε...

Αχ, Πόλυ μου, "σερσέ λα φαμ", σε ότι έχει σχέση με το τι με έπιασε... Σαββατιάτικα!
(Και τις άλλες μέρες έτσι, είναι! :-) )

Πάντως, σε σχέση με την μπάμπουσκα, δηλώνω απερίφραστα ότι αναφερόταν μόνο και ειδικά στην κα Ντάρλινγκ τής ανάρτησης (και σε μερικούς κλώνους που κυκλοφορούν in real life).

Το "εγκληματίες" προφανώς το έγραψα ως υπερβολή για να δείξω την χρήση του από τα "άκρα".
Δεν είναι εγκληματίας η κα Ντ., υποψιάζμαι όμως ότι είναι "κόπτης πτερών"
("... μα ένα χέρι λατρεμένο,
ένα χέρι λατρευτό
μού τα κόβει τα φτερά μου,
για να μην ψηλά πετώ... ")

Σε ότι αφορά τον Όσκαρ, δίκιο έχεις - στην πραγματικότητα η επιλογή του να μην μεγαλώσει, είναι η μόνη ομοιότητα με τον Π.Π. και την υπόλοιπη τσακαλοπαρέα. Άλλα αίτια και άλλες συνέπειες...

Ακριβώς όμως διά τούτο ανοίγεται πεδίο δόξης λαμπρό για μία συγκριτική μελέτη. :-)

Υπό το πρίσμα που το θέτεις, σαφώς και είναι κλασσικό το βιβλίο τού Μπάρι. Άπτεται τού ανθρώπινου υποσυνείδητου, των ενστίκτων κ.λπ..
Η χαρά τού Young υποθέτω!...

Αλλά πάντα τέτοια αναγνώσματα περιέχουν και σκληρά γεγονότα / καταστάσεις / χαρακτήρες (όσο σκληρή είναι αντίστοιχα η φύση) και φυσικά διακιούμαστε (ως αναγνώστες) να αποστρεφόμαστε κάποια από αυτά.

Νομίζω π.χ., ότι και οι δυο μας, κοιτάμε με μισό μάτι τον υπεράνθρωπο και "πολύ" και άνετο Πήτερ Παν.

(Ουφ!
Ελπίζω να μού περάσει σύντομα!
:-))) )

Idom

Πόλυ Χατζημανωλάκη είπε...

Κι έλεγα κι εγώ γιατί αυτός ο ακατάσχετος βήχας που προσπαθούσες να κρύψεις καλέ μου Idom…:) :) :)

«Κόπτης πτερών» η κυρία Ντ., κόπτης χεριών ο Πήτερ, είναι και ο κροκόδειλος που είναι ανθρωποφάγος… είδες ο καθένας «γράφει» το δικό του βιβλίο.
Σε ευχαριστώ πολύ για τις ωραίες ατάκες σου και συνιστώ στους αναγνώστες των Πινακίδων να διαβάσουν την εξαιρετική στου ανάρτηση στο http://genikhsxrhshs.blogspot.com/2010/02/blog-post.html για το σκοτάδι.
Με την επίσης εξαιρετική σουρρεαλιστική σκηνή τσατ του ερωτευμένου ζευγαριού που περιγράφει ο Ροβιθέ.

Να σαι πολύ πολύ πολύ καλά.

ΥΓ
Λέγεται Carl Jung. Ο ψυχαναλυτής. Ο άλλος είναι φυσικός και έχει βάλει το χεράκι του και στην αποκρυπτογράφηση των ιερογλυφικών.

Idom είπε...

Ουπς!
Σωστά. Τον Κάρολο εννοούσα. Τον ψυχαναλυτή. Και ολίγον "μεταφυσικιστή" ή κάνω λάθος;

Σε ευχαριστώ για τα καλά σου λόγια για την ανάρτηση μου.

Σού εύχομαι και εγώ τα καλύτερα!

Idom

ναυτίλος είπε...

Αχ Πόλυ μου,
μου έφτιαξες την απογευματινή διάθεση ταξιδεύοντάς με στη χώρα των παραμυθιών...
Εγώ θα σταθώ στις υπέροχες εικόνες με τις οποίες "έντυσες" τόσο ταιριαστά την τόσο ενδιαφέρουσα ανάρτησή σου.
Σε φιλώ και σου εύχομαι καλό απόγευμα!!
Χρυσάνθη

Πόλυ Χατζημανωλάκη είπε...

Καλησπέρα Χρυσάνθη,

Σε ευχαριστώ που πέρασες και φυσικά σε ευχαριστώ για τα καλά σου λόγια. Η επιδοκιμασία σου για την επιλογή των εικόνων είναι μεγάλη τιμή μια και προέρχεται από την καλλιτεχνική «πλευρά» του Ναυτίλου, που ξέρουμε πόσο απαιτητική είναι :) :) :)

Φιλιά πολλά και από μένα και τις ευχές μου για καλή εβδομάδα.

Angel ^j^ είπε...

.. Όλα στοχεύουν στο 'μικρό'. στο αφ-ΑΙρετικά και υπεβατικά συμπυκνωμένο 'έλάχιστο' ώς περιέχον και ως κρύπτη του "όλου"
.. Η χώρα του 'ΠΟΤΕ', Η αιωνιότητα, το 'μικρό' με το στερητικό Α της ηλικίας και η εμμονή να παραμείνει παιδί ο ΠΠ από τη μιά κι από την άλλη ο χρόνος, το 'μεγάλο',το 'μεγάλωμα' κι ένας μικρός-ελάχιστος αϋλος 'θησαυρός' -ένα 'φιλάκι' από τη χώρα του 'ΠΑΝΤΑ-ΕΤΣΙ'..
Η minimal θεώρηση του κόσμου και του χρόνου σε υψηλή συμπύκνωση περιεχομένου και νοήματος ...
"το χρονικό του χρόνου" από τη μιά και "ο Θεός των μικρών πραγμάτων από την άλλη" ..

ποιός τάχα θάλεγε 'οχι' στο 'αιώνιο' και ποιός αλήθεια θ΄αρνιόταν ένα 'ελάχιστο' του απόλυτου ονείρου να βιώσει, υπό την προϋπόθεση μόλις ξυπνήσει να μην πέσει με κρότο απ΄το κρεββάτι ;;;

Πραγματικά πολλών -παράλληλων- αναγνώσεων και συνειρμών επιδέχεται η υπόθεση "του 'μικρού' πολύτιμου λάφυρου που απέσπασε απ΄τη σφαίρα του αναπόφευκτου ο 'μικρός' εμμένων στο ονειρικό και ανέφικτο Πήτερ Παν ...


(πραγματικά όμορφες οι εικόνες .. προσυπογράφω ... )


καλησπέρα ..

Πόλυ Χατζημανωλάκη είπε...

Angel ^j^ καλησπέρα,

Πολύ ενδιαφέρουσα η αφ – αιρετική σου ανάγνωση και το με πάθος μέγιστο για το ελάχιστο κείμενο/σχόλιο που καταθέτεις.

Μου άρεσε ιδιαιτέρως η αντιστικτική αναφορά στα βιβλία με τις περιπέτειες του κάπταιν Χούκιγκ και της Ινδη – άννας Αρουντάτι που διάβαζε η μαμα – Γουέντυ στα χαμένα παιδιά πριν τα βάλει για ύπνο…

Καλή σου νύχτα.

Μαριανα είπε...

Τι ματιά στο διήγημα αυτό...
καταπληκτική ανάρτηση.

Αχ αυτός ο Πήτερ... έχει και τόσα παιδάκια που θέλουν να γίνουν σαν αυτόν.

Πόλυ Χατζημανωλάκη είπε...

Καλησπέρα Μαριάνα,

Χαίρομαι πολύ που τα ξαναλέμε μετά τόσον καιρό :) :)

Ωραίο αυτό που λες για τα παιδάκια…

Υπήρχε μια εποχή – το πέρασα και αυτό ως μαμά – που οι μαμάδες ανησυχούσαν ότι τα παιδάκια τους που θα έβλεπαν την ταινία με τον Πήτερ Παν θα επιχειρούσαν όπως εκείνος, να κάνουν το άλμα από το παράθυρο θεωρώντας ότι επειδή πιστεύουν στις νεράιδες θα πετούσαν και αυτά…

Σιγά σιγά μαθαίνω ότι ένα αγόρι μπορεί να μοιάσει με πολλούς τρόπους στον Πήτερ Παν. Κάποια μάλιστα – όπως εκείνος ο Μάικλ - κατάφεραν να τον μιμηθούν τόσο καλά που πίστεψαν ότι έγιναν σαν κι αυτόν.