Κυριακή, 2 Νοεμβρίου 2008

Γράφοντας, μέχρι το τέλος του κόσμου


Είχα σκεφτεί να αρχίσω αυτή την ανάρτηση με το κρυσταλλικό ραδιόφωνο, το μέσο που χρησιμοποίησαν οι «χρονοναυαγοί» της ταινίας «Μέχρι το τέλος του κόσμου» του Βιμ Βέντερς, στην έρημο της Αυστραλίας κοντά στο εργαστήριο του Δόκτορος Χένρυ Σράμπερ. Αυτό συνέβη όταν μετά το υποθετικό τέλος του κόσμου ήρθε πάλι η «αρχή», και αποκαταστάθηκαν οι επικοινωνίες με τον έξω κόσμο. Θα συνέδεα έτσι αυτό το ποστ με το προηγούμενο, με τις μέρες ραδιοφώνου και την περιγραφή της πρώτης εκπομπής στη Θεσσαλονίκη και τους δύο μοναδικούς ακροατές της, κάνοντας μια ωραία σκηνοθεσία περιγράφοντας και αυτή τη φορά τους μοναχικούς λήπτες στην έρημο της Αυστραλίας που ακούγοντας την εκπομπή μεταφέρουν όλο χαρά στην ομάδα τους ότι τελικά δεν ήρθε το τέλος του κόσμου και ότι ο περίφημος πυρηνικός δορυφόρος εξερράγη μεν αλλά όχι στη γη αλλά στο διάστημα.

Παρά τη γοητεία όμως του στυλ, η αλήθεια είναι ότι ο λόγος αυτού του ποστ δεν είναι η αναφορά στο ραδιόφωνο της επιστημονικής φαντασίας - μετά από το ραδιόφωνο της νοσταλγίας - σαν μέσο σύνδεσης και επικοινωνίας των ανθρώπων αλλά η υπεράσπιση μιας ταινίας. Και η αφορμή προέκυψε από μια αναφορά σε αυτήν και τις επιφυλάξεις που εξέφρασε ο φίλος Ροβιθέ στην ανάρτησή του για το "τέλος του κόσμου". Εκεί βέβαια αναφέρεται στις συζητήσεις εκτός τόπου και χρόνου στα μοναστήρια του Αγίου Όρους, στο εσχατολογικό τέλος του κόσμου και άλλα ωραία και ενδιαφέροντα. Δεν θα επαναλάβω εδώ τις απόψεις μου περί περιθωρίου του χρόνου που είναι άλλωστε και ο «τόπος» που στεγάζεται αυτό το ιστολόγιο – για αυτά άλλωστε είχα την ευκαιρία να σχολιάσω στο site του Ροβιθέ. Εκεί μάλιστα ανέφερα και την αγαπημένη μου μεταφορά για τα όρια των χαρτών στο χώρο και στο χρόνο που αναφέρει ο Πλούταρχος. Θεωρώ όμως ότι αξίζει τον κόπο να αφιερώσω μια ξεχωριστή ανάρτηση και όχι ένα απλό σχόλιο στην υπεράσπιση αυτής της ταινίας, στην πραγματικότητα πρόκειται για την υπεράσπιση της νοηματοδότησης και της επικοινωνίας, ελπίζοντας ότι και ο Ροβιθέ θα τη δει με διαφορετικό μάτι. Η υπερβολή σε σημείο ασθένειας της όρασης - του βλέμματος είναι άλλωστε το θέμα της - όπως άλλωστε δηλώνει ο ίδιος ο Βέντερς («The act of seeing» στο http://wimwenders.com/movies/movies spec/untiltheendoftheworld.htm )
Ας πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή:

Το τέλος του κόσμου είναι όπως λέει και ο Ροβιθέ όχι το τέλος του χώρου αλλά το τέλος του χρόνου (http://rovithe.blogspot.com/2008/10/blog-post_24.html_) . Στην πραγματικότητα αυτά τα δύο συγχέονται μια και η ηρωίδα της ταινίας η Κλαιρ Τουρνέρ (η Φωτεινή που γυρίζει - προφητικό όνομα αν σκεφτούμε του τέλος της ταινίας όπου η Κλαιρ περιστρέφεται γύρω από τη γη σε έναν «περιβαλλοντικό» δορυφόρο σαν φύλακας άγγελος της γης και όχι σαν ακροβάτις- άγγελος όπως ήταν στα Φτερά του έρωτα) έχει αποφασίσει να περιπλανηθεί με το αυτοκίνητό της θέλοντας να ξεφύγει από τη ζωή της και τους εφιάλτες της. Μέσα στο γενικό κλίμα μιας επικείμενης καταστροφής λόγω της έκρηξης ενός πυρηνικού δορυφόρου – που ενδεχομένως θα σήμαινε το τέλος του κόσμου – βρίσκεται αντιμέτωπη με μια βλάβη του γεωγραφικού συστήματος πλοήγησης του αυτοκινήτου της. Έτσι, ούτε λίγο ούτε πολύ βρίσκεται ε κ τ ό ς χ ώ ρ ο υ. Το εκτός τόπου και χρόνου δηλαδή σε όλη του τη μεγαλοπρέπεια. Οι έννοιες του χώρου και του χρόνου ήταν αλληλένδετες στη συνείδησή μας πολύ πριν ο Αϊνστάιν επινοήσει το χωροχρόνο και τα συμβάντα του καθώς και τους παρατηρητές που τα παρατηρούν ανταλλάσσοντας σήματα με την ταχύτητα του φωτός. Δεν ήταν μόνο ο Πλούταρχος που μίλησε για τα κοινά τους όρια στους πίνακες των γεωγράφων. Είναι και ο Σοπενχάουερ που αναφέρεται στα παιχνίδια που μας παίζει ο χρόνος, όταν θυμόμαστε με νοσταλγία έναν τόπο της παιδικής μας ηλικίας και όταν τον επισκεφτούμε νιώθουμε διαψευσμένοι μια και η επιστροφή στον τόπο αυτό είναι μάταιη, την επιστροφή στο χρόνο είναι που αναζητούμε κατά βάθος.
Επιστρέφοντας τώρα στην ταινία του Βέντερς ακολουθούμε την Κλαιρ Τουρνερ την περιπλάνησή της. Συγκρούεται με το αυτοκίνητο δυο ληστών μιας τράπεζας και βρίσκεται αναμεμιγμένη σαν βαποράκι στη μεταφορά των κλοπιμαίων στο Παρίσι έχοντας εξασφαλίσει τη συμμετοχή της στη μοιρασιά και γνωρίζει τον «μοιραίο» άντρα της ζωής της, τον Πωλ Τράβις (παρόμοιο με το όνομα του ταξιδιώτη στο Παρίσι - Τέξας) που είναι στην πραγματικότητα το ψευδώνυμο του Σαμ Σράμπερ, του γιου του μεγάλου επιστήμονα Χένρυ Σράμπερ που είπαμε στην αρχή. Ο Πωλ (Σαμ) που καταδιώκεται από ένα ντετέκτιβ και η Κλαιρ τον σώζει είναι ανακατεμένος σε μια ιστορία βιομηχανικής κατασκοπείας μια και κρατάει πάνω του μια καταπληκτική συσκευή που έχει κατασκευάσει ο πατέρας του – για αυτό το λόγο τον κυνηγούν οι ισχυροί – με την οποία μπορεί να μετατρέπει τα οπτικά ερεθίσματα από τις εικόνες που βλέπει σε νευρικούς παλμούς που προορίζονται να δώσουν τη δυνατότητα στους τυφλούς να μπορούν να βλέπουν αν συνδεθούν με αυτήν τη συσκευή. Ο Πωλ (Σαμ) γυρίζει τον κόσμο μαζεύοντας εικόνες από τα συγγενικά πρόσωπα της μητέρας του που έχει τυφλωθεί πριν από πενήντα περίπου χρόνια, με την ελπίδα ότι αυτή θα μπορέσει να τα δει.



Ο Πωλ (Σαμ) γίνεται χωρίς άθελά του ο ερωτικός αντίζηλος του συντρόφου της Κλαιρ, του Τζήν του συγγραφέα που με υπομονή την ακολουθεί στην αναζήτηση του Πωλ, ο οποίος εξαφανίζεται ακολουθώντας το κυνήγι των εικόνων για την τυφλή μητέρα του, αλλά και προσπαθώντας να ξεφύγει από τους διώκτες του.
Από την υπερπροσπάθεια και τη χρήση της συσκευής τα μάτια του έχουν ταλαιπωρηθεί και κινδυνεύει να τυφλωθεί. Σε ένα ορεινό χωριό στην Ιαπωνία, στο πανδοχείο του κυρίου Μόρι όπου έχουν καταλύσει με την Κλαιρ, αφήνεται στη φροντίδα των θεραπευτικών ιδιοτήτων των βοτάνων του οικοδεσπότη, βότανα που το καθένα σε ξεχωριστό σακουλάκι και με την επιγραφή – το όνομά τους - γραμμένο καλλιγραφικά απ’ έξω μπαίνουν σαν επιθέματα στα μάτια του. Θυμίζει όχι χωρίς λόγο, τ ο ν γ ρ α π τ ό λ ό γ ο ω ς φ ά ρ μ α κ ο, μια μικρή νύξη για αυτό που πρόκειται να ακολουθήσει.
Μετά από διάφορες περιπλανήσεις ανά τον κόσμο, μεταξύ των οποίων υπάρχει και ένα ταξίδι με πλοίο από την Ιαπωνία προς την Αμερική – δεν μπορεί να μη μου θυμίσει το ταξίδι με το Γιοκοχάμα το πλοίο που πήρε ο Φιλέας Φογκ στο αντίστοιχο ταξίδι όπου έκανε το γύρο του κόσμου σε ογδόντα ημέρες – ο χώρος και ο χρόνος – καταλήγουν όλοι μαζί, το μοιραίο ζεύγος, ο απατημένος σύντροφος, οι ληστές, ο ντετεκτιβ και οι διώκτες – στο τέλος και αυτοί - στην Αυστραλία, στο εργαστήρι του πατέρα εφευρέτη, του Χένρυ Σράμπερ, του πατριάρχη της όρασης, του ανθρώπου που φοράει διπλά γυαλιά. Η συσκευή λειτουργεί και η τυφλή γυναίκα του βλέπει τελικά τα αγαπημένα της πρόσωπα, Με τον τρόπο αυτό, σύμφωνα με την ταινία, γερνά κατά πενήντα χρόνια, το διάστημα που ήταν τυφλή έχοντας διατηρήσει για τόσον καιρό την ανάμνηση των αγαπημένων της προσώπων όπως ήταν στο παρελθόν.


Όντας αντιμέτωπη με το απότομο πέρασμα του χρόνου κατά κάποιο τρόπο απογοητεύεται και αποφασίζει να λύσει τους δεσμούς της με τη ζωή. Μετά το θάνατο της, η συσκευή της όρασης τροποποιείται ώστε να δώσει τη δυνατότητα της μαγνητοσκόπησης και προβολής ονείρων μια και έχει βασιστεί στην μετατροπή σε εικόνα των νευρικών παλμών. Σε μια χώρα όπως η Αυστραλία με την γνωστή παράδοση των ονειρευτών και του ονειροχρόνου τους μια τέτοια εφεύρεση αποτελεί ύβρι και αντιμετωπίζεται τουλάχιστον με σκεπτικισμό από τους συνεργάτες του Χένρυ. Εκείνος όμως προχωρά μεθυσμένος από τις υποθετικές συνέπειες της εφεύρεσής του στην εφαρμογή του σχεδίου του. Το αποτέλεσμα είναι μια κατάσταση ομαδικής ναρκισσιστικής αναδίπλωσης της Κλαιρ και του Σαμ σε ένα κόσμο όπου ονειρεύονται και μαγνητοσκοπούν τα όνειρά τους για να τα βλέπουν οι ίδιοι συνέχεια. Μια παράκρουση, ένας εθισμός στην κυριολεξία όπου το μόνο που τους απασχολεί είναι να μην τους τελειώσουν οι μπαταρίες της συσκευής για να μπορούν να βλέπουν. Από αυτή την άθλια κατάσταση του εθισμού ο Σαμ θα βγει με τη βοήθεια του παραδοσιακού πολιτισμού των Αβοριγίνων φίλων του που σε μια διαδικασία κοινής εγκοίμησης θα « του πάρουν το όνειρο» .


Για την Κλαιρ, για την οποία δεν λειτουργεί η παράδοση, η σωτηρία , το φάρμακο, θα προέλθει από την αφήγηση, από τον γραπτό λόγο του Τζην που όλο αυτό το διάστημα με την γραφομηχανή του προσπαθεί να βάλει σε τάξη αυτή την ιστορία γράφοντας για να την αφηγηθεί σε μας. Το κείμενο του βιβλίου του είναι που θα διαβάσει η Κλαιρ και θα καταλάβει τι της συνέβη. Έτσι με έναν άλλο τρόπο σώθηκε και αυτή.
Την Κλαιρ υποδύθηκε η Solveig Dommartin που πέθανε το Γενάρη του 2007 στα σαράντα πέντε της από καρδιακή προσβολή.
Την τυφλή μητέρα υποδύθηκε η Jeanne Moreau.


ΥΓ.

Διαβάστε ακόμα:
http://vintzidis.blogspot.com/2008/12/blog-post_23.html

3 σχόλια:

Faros είπε...

Δεν το είχα σκεφτεί έτσι όταν είχα δει την ταινία. Γιατί όχι;

Πόλυ Χατζημανωλάκη είπε...

Φάρε για να είμαστε ειλικρινείς, δεν λέω τίποτε καινούργιο από αυτά που έχουν ήδη ειπωθει για την ταινία στις δημοσιευμένες κριτικές από παλιά - η ιδέα δηλαδή της νοηματοδότησης από την αφήγηση του Τζην έχει ήδη ειπωθει από τον ίδιο τον Βέντερς. Έχοντας λοιπόν αυτό το στοιχείο στη διάθεσή μου, ξαναείδα εκ του ασφαλούς την ταινία, σημείωσα τα σημεία που υποστήριζαν και ενίσχυαν την άποψη αυτή και που αναδύονταν πια πολύ εύκολα και τα παρουσίασα.

Β. είπε...

Πόλυ, δεν είχα βρει χρόνο να σχολιάσω εγκαίρως διότι διάφορες βιοτικές μέριμνες με κρατάνε εκτός ιστολογίων κατά περιόδους (συμπεριλαμβανομένου και του δικού μου ιστολογίου). Παρόλα αυτά, έστω και καθυστερημένα οφείλω να γράψω δυο λέξεις, μια και μια κουβεντούλα σε μια άσχετη δική μου ανάρτηση ήταν η αφορμή για τη δική σου.

Την ταινία την είδα όταν είχε πρωτοβγεί στους κινηματογράφους και έκτοτε δεν επιδίωξα ποτέ να την ξαναδώ (σε αντίθεση με Τα φτερά του Έρωτα που με πολλή χαρά τα ξαναβλέπω όποτε να 'ναι). Οι αναφορές σου με βοήθησαν να θυμηθώ καλύτερα την πλοκή και να φρεσκάρω τα συναισθήματα που μου δημιούργησε η ταινία.

Αν και ήμουν υποψιασμένος για την (επίπεδη) ερμηνεία της συχωρεμένης της Σολβέιγ, θυμάμαι ότι είχα κάπως προσπαθήσει να "νιώσω" το φουκαρά το Σαμ Νηλ (το συγγραφέα - αντεραστή) ενώ τρέχει γύρω γύρω στον πλανήτη πίσω από μια γυναίκα που δεν τον θέλει, όσο και τον κακομοίρη το Γουίλιαμ Χαρτ (στα ντουζένια του τότε, κάπως ξεπεσμένος σήμερα), που τραβάει των παθών του τον τάραχο και έχει να αντιμετωπίσει και τη φλργμονή στο μάτι.

Αυτά που δεν μπόρεσα να χωνέψω όμως ήταν η φοβερή καλωσύνη όλων (ληστών τραπεζών, παρατημένων γκόμενων, ιδιωτικών ντετέκτιβ και δε συμμαζεύεται) που αντί να πράξουν το εφικτό (να βουτήξουν τα κλοπιμαία, να χαστουκίσουν τη σκορδόπιστη, να ρουφιανέψουν στα αφεντικά τους) πράττουν το δέον (μοιράζονται την τρελή αναζήτηση του κυνηγημένου ζεύγους μέχρι το τέλος του κόσμου). Επίσης, το χαριτωμένο happy-end με τη Ζαν Μορώ να βλέπει, τον κόσμο όλο να παρακολουθεί τα όνειρά του, την περιφερόμενη Σολβέιγ στον"οικολογικό" δορυφόρο.

Με δυο λόγια, πολλαπλοί συμβολισμοί πλην σούπα τουρλού.

Γούστα, βέβαια - ειδικά στο σινεμά, από γούστα άλλο τίποτα.

Ομολογώ πάντως ότι τα "όνειρα" (εφηβικές ταινίες του Βεντερς σε σούπερ-8 φίλμ) ήταν μακράν το καλύτερο μέρος της ταινίας. Άντε, και η αναζήτηση στο χάι-τεκ ιαπωνικό κομμάτι (με τους έκπληκτους τύπους να βγαίνουν από τα "κουτιά" τους).

Ελπίζω να μη σας χαλάω τη γεύση, απλά φοβούμαι ότι η μακαρίτισσα (μεγάλος έρωτας του σκηνοθέτη την περίοδο εκείνη) που έπαιζε και τη σεναριογράφο, τα μούσκεψε λίγο. Στα φτερά του έρωτα, η παρουσία του Πήτερ Χάντκε στο σενάριο (στα "ποιητικά" κομμάτια του) ήταν μάλλον καθοριστική. Στις μεταγενέστερες ταινίες του Βέντερς, όπως αυτή που συζητάμε και το Far away, So Close η γραφή του Χάντκε φαίνεται πως έλειψε πολύ. Και η αίσθηση του μέτρου, ίσως.