Δευτέρα, 7 Απριλίου 2008

Ο ταλαίπωρος κανατάς και η «λύση» στα προβλήματα του μέλλοντος





Διάβασα πρόσφατα μια συνέντευξη του Κώστα Γαβρά στο V-men, το ένθετο περιοδικό του Βήματος της Κυριακής (Τεύχος Απριλίου 2008). Μιλάει για τη ζωή του με πολύ ευαισθησία και βαθειά σκέψη. Τα έντονα γράμματα στην αρχή κάθε παραγράφου, δημιουργούν την ψευδαίσθηση της ερώτησης στην οποία εκείνος απαντά σύντομα, σοφά, σχεδόν αποφθεγματικά. Εν τούτοις, δεν πρόκειται για απαντήσεις αλλά για μονομερή κατάθεση των απόψεων του. Κατά πάσα πιθανότητα, η δημοσιογράφος που πήρε τη συνέντευξη –η κ. Δέσποινα Λάδη - θα έστησε τη σκαλωσιά με τις ερωτήσεις και κατόπιν, αφού πήρε τις απαντήσεις από το διάσημο σκηνοθέτη, αποφάσισε να αποσυρθεί διακριτικά και να αφήσει να φανεί η συνομιλία τους σαν ένα κείμενο δικό του, δομημένο σε ενότητες που έχουν νόημα και νεύρο, προφανώς γιατί απαντούν σε κάποιες «αόρατες» ερωτήσεις.

Θα σχολιάσω ωστόσο εδώ, όχι τόσο την προτροπή της μητέρας του προς εκείνον και τα αδέλφια του «πρέπει να μάθετε γράμματα». Η εκπλήρωση της γονεϊκής επιθυμίας είναι άλλωστε ο λόγος του «φευγιού» του από το χωριό της Αρχαίας Ολυμπίας προς την πηγή της μόρφωσης με τελικό προορισμό το Παρίσι. Αυτό το σεβασμό προς τη γνώση και τη μόρφωση έχουμε συνηθίσει να τον ακούμε από τους «παλιούς» και εκφράζει στις περισσότερες περιπτώσεις την επιθυμία για ένα καλύτερο επάγγελμα και ένα υψηλότερο βιοτικό επίπεδο. Το ενδιαφέρον όμως, είναι η έκφραση της οφειλής προς τη μόρφωση από έναν άνθρωπο βεβαιωμένα δημιουργικό, τον οποίο μάλιστα η εφημερίδα Λιμπερασιόν αποκαλεί «αρχέτυπο πολίτη και σκηνοθέτη». Οι απόψεις του επομένως ως «λόγος προτρεπτικός προς τους νέους» έχουν ιδιαίτερη βαρύτητα. Σύμφωνα λοιπόν με τον κύριο Γαβρά:


«Οι σπουδές είναι απαραίτητες διότι σου ανοίγουν ένα παράθυρο στον κόσμο. Βγαίνεις από τη γειτονιά σου και πηγαίνεις στην άλλη πλευρά του βουνού. Μπαίνοντας στο πανεπιστήμιο κατάλαβα την αξία τους. Ποτέ δεν ήταν για μένα αγγαρεία αλλά ενθουσιασμός. Δεν καταλαβαίνουμε ότι η μάθηση δεν είναι τίτλος αλλά εργαλείο. Και ευχαρίστηση που πηγάζει από τη σκέψη ότι ένα πρόβλημα που θα έχουμε στο μέλλον θα βρει τη λύση του χάρη σε αυτό που μαθαίνουμε σήμερα.»

Είχε άραγε ο νεαρός φοιτητής που περπατούσε στο Καρτιέ Λατέν αυτή την απεριόριστη εμπιστοσύνη στους από καθέδρας δασκάλους του ή το δηλώνει τώρα που είναι εβδομήντα πέντε ετών και από ότι φαίνεται κατάφερε να επιβεβαιώσει ότι αυτή η γνώση ήταν χρήσιμη; Σπανίως συναντάμε «μαθητή» που να χαίρεται το μάθημα όχι επειδή είναι το ίδιο ενδιαφέρον και συναρπαστικό ή επειδή τη συγκεκριμένη στιγμή το βρίσκει χρήσιμο αλλά επειδή σκέφτεται ότι στο μέλλον θα του χρησιμεύσει. Ακόμα και όταν σπουδάζουν κινηματογράφο στην IDHEC, δεν πιστεύω ότι οι μαθητές δεν αντιστέκονται και δεν αμφισβητούν τη διδασκαλία. Από το αφελές «βαριέμαι και δε βλέπω την ώρα να τελειώσει», μέχρι το κυνικό «πού θα μου χρησιμεύσει αυτό» οι μαθητές διαπραγματεύονται περισσότερο ή λιγότερο ενεργητικά τη σκοπιμότητα αυτού που λέμε μετάδοση της γνώσης, αυτού που ο δάσκαλος κρίνει ότι αποτελεί τη συλλογική μνήμη, το σώμα της γνώσης ενός τομέα που πρέπει να τους διδάξει.

Αυτή η αμφισβήτηση δεν είναι φαινόμενο μόνο της εποχής μας. Ο ίδιος ο Θαλής αναγκάστηκε για να κλείσει το στόμα ενός ενοχλητικού μαθητή που αμφισβητούσε την αξία μιας μαθηματικής απόδειξης και ρωτούσε επίμονα «αυτό σε τι θα μου χρησιμεύσει» να πει «δώστε του έναν οβολό», δηλαδή ανταμείψτε τον εκ των προτέρων για αυτή τη νέα γνώση μια και ο ίδιος δεν είναι σε θέση να την εκτιμήσει και δεν μας αφήνει να κάνουμε τη δουλειά μας.

Όσο και να θέλω να το δεχτώ, μου είναι δύσκολο να φανταστώ τον τέλειο και υπομονετικό μαθητή, που δέχεται παθητικά κάτι που για αυτόν δεν έχει νόημα, με την πεποίθηση ότι αυτό θα συμβεί στο μέλλον και αντλεί μάλιστα ευχαρίστηση από αυτήν ακριβώς τη σκέψη της προσμονής.
Αντιθέτως, μου έρχεται στο νου ο ταλαίπωρος μαθητευόμενος του αγγειοπλάστη, αυτός που σύμφωνα με το παραμύθι κάθισε με το δάσκαλο εφτά χρόνια για να μάθει την τέχνη της κεραμικής και όταν πήγε να τα φτιάξει μόνος του, τα αγγεία έσπασαν γιατί δεν είχε εντάξει στις οδηγίες κατασκευής τη συμπεριφορά του δασκάλου του. Ο δάσκαλος, μόλις ψήνονταν τα κανάτια, έσβηνε το φούρνο και καθόταν να ξεκουραστεί κάνοντας ένα τσιγάρο και έτσι τα κανάτια έβρισκαν το χρόνο να κρυώσουν. Ο μαθητής όμως τα έβγαζε αμέσως γιατί δεν είχε καταλάβει το μυστικό. Έτσι, ο απρόσεχτος μαθητής αναγκάστηκε να κάτσει άλλα επτά χρόνια και άλλα επτά ώσπου να πάρει το μάθημά του.

Σε μια εποχή που έχει ακουστεί πολύ το ότι ο μαθητής και τα ενδιαφέροντά του είναι στο κέντρο, που το «πώς μαθαίνω» αντιδιαστέλλεται στο «τι μαθαίνω» και που οι παραδοσιακοί ρόλοι δασκάλου και μαθητή συχνά εναλλάσσονται, η φωνή του Κώστα Γαβρά, αν δεν είναι μια προσπάθεια ωραιοποίησης του παρελθόντος, εγγράφεται, χωρίς ενδεχομένως ο εκφραστής της να έχει την πρόθεση, σε ένα νέο ιδεολογικό ρεύμα που έχει σχέση με τη μετάδοση της γνώσης, με τις θεωρίες πρόσβασης στη μάθηση.

Ιδέες και απόψεις που προέρχονται από το χώρο προοδευτικών ανθρώπων και αφορούν την εκπαίδευση των παιδιών της Αφρικής αρχίζουν να συζητούνται στους κύκλους των εργατικών της Αγγλίας αλλά και αλλού στην Ευρώπη. Σε αυτή τη συζήτηση, η παιδαγωγική μπαίνει σε δεύτερη μοίρα αφού η επιτακτική ανάγκη της μετάδοσης της γνώσης και της πρόσβασης των μη προνομιούχων επιβάλλει μερικές φορές, όπως αναφέρει ο φιλόσοφος Σαβατέρ (1) ακόμα και τον καταναγκασμό στο μαθητή. Η διαδικασία αυτή απαιτεί να επιστρέψει μια ενδεχομένως παλαιού τύπου πειθαρχία πριν η κατάσταση γίνει ανεξέλεγκτη και τα σχολεία βγάζουν στρατιές αμόρφωτων που υποτίθεται «μαθαίνουν πώς να μαθαίνουν» γράφει η πρώην εκπαιδευτικός Νατάσσα Πολονύ (2) . Γενικεύοντας, όσο αυτό δεν παραμορφώνει τις απόψεις αυτές, δεν μπορούμε να περιμένουμε τα παιδιά να μάθουν να ανακαλύπτουν τη γνώση. Αυτή πρέπει να μεταδίδεται για το καλό τους. Όλα τα περί μαθητοκεντρικής προσέγγισης και νέων θεωριών μάθησης ή είναι περίπου σαχλαμάρες ή δεν έχουν καμία αξία, μια και με αυτή τη χαλαρή προσέγγιση, τα παιδιά των κατώτερων κοινωνικά στρωμάτων (3) , τα παιδιά του γκέτο του Γιοχάνεσμπουργκ αποκλείονται από τη γνώση.

Παρά το συμφωνώ με τις πολιτικές ανησυχίες του ρεύματος αυτού της πρόσβασης, ανησυχώ ιδιαίτερα για την νεοσυντηρητική τους έκφραση. Κάποτε, το να δουν τα παιδιά μια εκπαιδευτική εκπομπή την ώρα του μαθήματος ήταν καινοτομία. Σήμερα, ο εκπαιδευτικός αγωνίζεται να τα κρατήσει ήσυχα για να καθίσουν είκοσι λεπτά παθητικά για μια αντίστοιχη προβολή. Την εποχή μας τα Windows χαιρετούν το χρήστη με το φιλικό αν και απρόσωπο «καλώς ορίσατε» και τα παιδιά ανακαλύπτουν μόνα τους άτυπους και αποτελεσματικούς τρόπους μάθησης. Υπάρχουν για παράδειγμα ηλεκτρονικά παιχνίδια που απαιτούν οξυδερκή κειμενική κατανόηση για άμεσο αποτέλεσμα πόντων και αμείβουν με ποικίλους τρόπους για την επιτυχία του τον παίχτη. Σε αυτές τις συνθήκες παρά τις καλές προθέσεις πιστεύω ότι οποιαδήποτε άλλη προσπάθεια θα είναι μάχη οπισθοφυλακής. Όταν ένα παιδί σε ηλεκτρονικό χρόνο χτίζει έναν ολόκληρο πολιτισμό της Ρωμαϊκής εποχής, ποιος μπορεί να του πει να περιμένει εφτά χρόνια για να μάθει την τέχνη του κεραμοποιού;

Φοβάμαι ότι ο φούρνος του δασκάλου έχει σβήσει για πάντα και οι φωτιές που βλέπει ο μαθητής είναι από το πεδίο της μάχης του War of Warcraft.


(1) Savater, Fernando, Η αξία του εκπαιδεύειν, μτφ. Βαγγέλης Νικολόπουλος, εκδ. Ελληνικά Γράμματα, 2004
(2) Νατάσα Πολονύ, Τα χαμένα μας παιδιά, μτφ Ξένια Σκούρα, εκδ. Πόλις, 2006
(3) Young, Michael, Bringing Knowledge Back In: From social constructivism to social realism in the sociology of Education, London Routledge, 2007

Δεν υπάρχουν σχόλια: