Πέμπτη, 8 Απριλίου 2010

Ο Χαμί και το γεράκι του: αντικρύζοντας την "άλλη" Καμπούλ

Στη μνήμη του Χαμί Νατζαφί


«Περπάτα πλάι μου», είπε το πουλί. Ο Χαμί δεν μπορούσε να ξεχωρίσει με την πρώτη αν ήταν ο βόρειος Gyrfalcon που τον συνόδευε ή επρόκειτο απλά για ένα ασιατικό Saker, από αυτά που του έδειχνε ο πατέρας του στις φωτογραφίες της εγκυκλοπαίδειας.

Το πουλί πετούσε χαμηλά, δίπλα του, και του μιλούσε. Μιλούσε σαν άνδρας τριάντα χρονών, με φωνή κοφτή ζεστή κυματιστή. Τα αυτιά του παιδιού ήταν ακόμα γεμάτα με μονότονα μοιρολόγια, απαγγελίες από σούρες και κλάματα γυναικών και έτσι έβρισκε ανακούφιση στο αδιάφορο αλλά και καθησυχαστικό ύφος του συντρόφου του.

Γύρω τους όλο δέντρα. Πλατάνια, μουριές, ιτιές, λεύκες και σταχτόδεντρα… Ένα αλλόκοτο δάσος μέσα στο χιόνι, που κάτω από τα πόδια του φαινόταν μαύρο και άχνιζε…Δέντρα της πατρίδας του μαζεμένα μαζί σε ένα γιγάντιο περβόλι που περπατούσαν μια βδομάδα τώρα για να το διασχίσουν. Το πουλί ακούμπησε στον ώμο του. Ο Χαμί πήρε μια βαθιά ανάσα. Πόσο θα΄ θελε τώρα να τον έβλεπε η αδελφή του!

Το χιόνι κάτω ήταν μαύρο. Λακκούβες από νερό και λάσπη που καθρεφτιζόταν το φως του ήλιου και άφηνε να φανεί η εικόνα του παιδιού, ντυμένου με την παραδοσιακή φορεσιά και ένα πράσινο σαρίκι δεμένο με χρυσή καρφίτσα στο μέτωπο. Οι φωνές προσπαθούσαν να τραβήξουν την προσοχή του:
«Χαμί σου είπα να μην αφαιρείσαι. Πρέπει να διαβάζεις τα μαθήματά σου»
«Χαμί θα μου δώσεις το ποδήλατό σου;»
«Μαμά μπορώ να κοιμηθώ στο σπίτι του Ομάρ;»
«Κοίτα τι σας έφερα σήμερα. Έναν άτλαντα γεωγραφίας!»
«Μαμά φοβάμαι στα σκοτεινά. Γιατί κουνάει έτσι;»
«Πάλι δεν καταφέραμε να προσεγγίσουμε το κέντρο για να βγάλουμε τα χαρτιά του Πολιτικού πρόσφυγα»
«Ο κ. Ναφτζανί είναι από τους καλύτερους δασκάλους, κάνει μάθημα και σε κορίτσια.»
«Μπράβο Χαμί. Έμαθες να μην ντρέπεσαι να ψάχνεις στα σκουπίδια…»
«Αχ, πάει ο γιος μου…»

«Σε λίγο θα τη δούμε», είπε το πουλί.
«Πώς να σε λέω», ρώτησε ο Χαμί και παραξενεύτηκε με το θάρρος του.
«Μόρια», απάντησε το γεράκι και τίναξε τα φτερά του χωρίς να σηκωθεί από τον ώμο του Χ.

Τα δέντρα αραίωναν μπροστά τους και σε λίγο μπορούσε να διακρίνει στον ορίζοντα το βουνό και στην κορυφή του την Ουράνια Πόλη. Αν και μακριά οι μιναρέδες και τα τείχη φαίνονταν καθαρά και από τα παράθυρα οι αντανακλάσεις του ήλιου την έκαναν να φαίνεται λαμπρή και παραμυθένια.

«Εκεί πάμε;» ρώτησε αν και ήταν βέβαιος για την απάντηση.
«Είναι η Καμπούλ, η Ουράνια Πολιτεία. Η Πόλη που παίρνει το όνομά της από το Περσικό Ab (νερό) και gul (λουλούδι). Η Kabura των Πτολεμαίων ήταν η Πόλη του Ουρανού των Ινδικών Ύμνων, η Πόλη απαράμιλλης ομορφιάς και δροσιάς όπου όλα σου τα όνειρα εκπληρώνονται…

Ο Χαμί έτριψε τα μάτια του παραξενεμένος. Το φως του ήλιου τον θάμπωνε τώρα που είχαν βγει από το περβόλι. Στα αυτιά του ησύχαζε ο βόμβος από τις φωνές.

Είχε αρχίσει να ξεχνά. Πρώτα ξέχασε την Αθήνα, τη γειτονιά τους, το μικρό διαμέρισμα. Ξέχασε ακόμα και την κούκλα της μικρής αδελφής του. Ξέχασε τους γονείς του τα αδέλφια του. Η θύμησή τους όλη την ώρα του έφερνε έναν κόμπο στο λαιμό και δεν τον άφηνε να ησυχάσει.
Μετά ξέχασε τη γειτονιά του στην Καμπούλ. Το σχολείο, τους δασκάλους του, το γιατρό που είχε πάει για να δει τα δόντια του, την αλάνα που έπαιζαν ποδόσφαιρο με τα παιδιά.
Μετά η Καμπούλ των παιδικών του χρόνων σβήστηκε εντελώς από τη μνήμη του. Το πανδαιμόνιο στους δρόμους, οι κόρνες των αυτοκινήτων, οι γυναίκες με τη μπούρκα που κυκλοφορούσαν στους δρόμους.
Ο πόλεμος, οι βόμβες, η εξορία…Τότε που πούλησαν την περιουσία τους για να φύγουν.

Υπήρχε μόνο αυτό το βουνό. Η Ουράνια Πολιτεία που τον περίμενε και που η ομορφιά της την έκανε όλο και πιο ποθητή. Εκεί ήταν ο προορισμός του. Εκεί θα έφτανε και αυτή τη φορά η Πόλη αυτή δεν θα τον απογοήτευε. Εκεί δεν θα ήταν εξόριστος…

Το γεράκι ο Μόρυα, με την ανθρώπινη φωνή του άρχισε να απαγγέλλει μια Σούρα από το Κοράνι:

«Αγαπημένε μου,
Σου εδόθη ο Αλ Κχαουτάρ, ο ποταμός του Παραδείσου για να περπατήσεις. Οι όχθες του είναι χρυσές και η κοίτη του μαργαριταρένια. Και ρέει γάλα γλυκό σαν το πιο γλυκό μέλι…»

Ο Χαμί όμως δεν είχε ακόμα απαλλαγεί από τα ανθρώπινα πάθη. Αυτή ήταν η φωνή της μάνας του που άκουγε. Και δεν μπορούσε να την ξεχάσει…



Πηγές εικόνων:
http://xeniagreekmuslimah.wordpress.com/2009/11/11/al-kawthar-al-quran-surah-106/
http://www.1st-art-gallery.com/thumbnail/247773/1/A-Falcon-Hunt-Near-Yerevan-Armenia.jpg
http://farm2.static.flickr.com/1024/525852893_003e1c3f3e.jpg
http://gallery.awn.com/data/800/AZUR_ET_ASMAR_11.jpg
http://www.celestialheavens.com/images/screenshots/homm5/h5city2.jpg
http://medias.unifrance.org/medias/255/144/37119/format_affiche/kabuli-kid.jpg

6 σχόλια:

Eleni Miltsakaki είπε...

Υπέροχο αφιέρωμα. Ευαίσθητες κεραίες σε μια πραγματικότητα σκληρή όσο και παράλογη.

Πόλυ Χατζημανωλάκη είπε...

Ελένη,

σας ευχαριστώ από καρδιάς. Εσείς πράγματι διαθέτετε αυτές τις ευαίσθητες κεραίες, αφού από τόσο μακριά πασχίζετε να συμμετέχετε να μαθαίνετε και να συμπάσχετε.
Να είστε πολύ καλά.

Θωμάς είπε...

Πόλυ, αν είναι αλήθεια πως "το τελευταίο πράγμα που ξεχνάει η μνήμη είναι οι ενοχές", τότε η θύμηση του Χαμί θα πρέπει να μείνει αναλλοίωτη στη μνήμη όλων μας. Το θέμα είναι αν υπάρχουν άνθρωποι που αισθάνονται ενοχή, όχι μόνο για το Χαμί, μα και για κάθε μικρό Χαμί που προσπερνάμε στο δρόμο μας...

Πόλυ Χατζημανωλάκη είπε...

Θωμά καλή σου μέρα,

δεν ξέρω για το αν οι ενοχές ξεχνιούνται τελευταίες πάντως ό τι σκανταλιές και να είχε κάνει ο Χαμί μαζί με όλες του τις κουβέντες, τις πράξεις και τις χειρονομίες θα τον θυμίζουν - όταν θα περάσει αυτός ο σπαραγμός του πένθους - σε αυτούς που τον είχαν γνωρίσει και πριν από όλα στους δικούς του.
Για το άλλο που λες είναι νομίζω κι εγώ το πιο σημαντικό από όλα. Να νοιάζεται κανείς τον καθε μικρό Χαμί, το διπλανό μας Χαμί όχι εκ των υστέρων αλλά καθημερινά. Και να σκέφτεται κάθε φορά που τον συναντά στο δρόμο του, ότι ο ξένος δεν είναι μίασμα, αλλά κάποιος άνθρωπος που έρχεται από έναν άλλο αξιοσέβαστο και θαυμασμό πολιτισμό, που ανάγκη τον έφερε στη χώρα μας.

Καλό Σαββατοκύριακο

Peggy είπε...

Πόλυ, με μεγάλη καθυστέρηση συγκινούμαι από το υπέροχο κείμενό σου. Από την πεντακάθαρη ψυχή σου και το λαμπερό μυαλό σου. Για το Χαμίτ και τη Φερστέ, για τη μαμά και το δάσκαλο μπαμπά ας μη μιλήσουμε. Ευχόμαστε,με λόγια και με έργα να έχουν όση ευλογία τούς είναι αναγκαία. Πόλυ μου, σαν συγχρονικό υστερόγραφο, σού λέω πως η εικόνα του παραδεισένειου δάσους είναι από μια άλλη ταινία, που έφερα στην Ελλάδα, το Αζούρκ αι Ασμάρ τρυφερού εμπνευσμένου δημιουργού Μισέλ Οσελό... τυχαία γεγονότα, συμπτώσεις, συγχρονικότητα... Χαίρω πολύ που σε γνωρίζω, φίλη μου καλή.

Peggy είπε...

Πόλυ, με μεγάλη καθυστέρηση συγκινούμαι από το υπέροχο κείμενό σου. Από την πεντακάθαρη ψυχή σου και το λαμπερό μυαλό σου. Για το Χαμίτ και τη Φερστέ, για τη μαμά και το δάσκαλο μπαμπά ας μη μιλήσουμε. Ευχόμαστε,με λόγια και με έργα να έχουν όση ευλογία τούς είναι αναγκαία. Πόλυ μου, σαν συγχρονικό υστερόγραφο, σού λέω πως η εικόνα του παραδεισένειου δάσους είναι από μια άλλη ταινία, που έφερα στην Ελλάδα, το Αζούρκ αι Ασμάρ τρυφερού εμπνευσμένου δημιουργού Μισέλ Οσελό... τυχαία γεγονότα, συμπτώσεις, συγχρονικότητα... Χαίρω πολύ που σε γνωρίζω, φίλη μου καλή.