Τρίτη, 18 Ιανουαρίου 2011

Δαρμοί και πόνοι στα δάχτυλα του Παπαδιαμάντη…



Γύρω στις τέσσερις ξημερώματα, ένα πρωινό του Γενάρη του 2011 ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης φάνηκε να περπατά στο πεζοδρόμιο της Ιπποκράτους, στο ύψος της Καλλιδρομίου. Τον είδε ο ένοπλος φρουρός που έκανε περιπολία έξω από το αστυνομικό τμήμα -  φρούριο της περιοχής και δεν τον αναγνώρισε. Φυσικό θα πείτε, ο φρουρός ήταν δεν ήταν είκοσι χρονών πού να τον ξέρει για να αναρωτηθεί τι δουλειά είχε ο Παπαδιαμάντης τέτοια ώρα μπροστά του. Και τον ίδιο τον Παπαδιαμάντη να ρωτούσες δεν θα ήταν δυνατόν εκείνη τη στιγμή να το εξηγήσει, γιατί είχε χάσει τη μνήμη του. Μη ξέροντας λοιπόν ποιος είναι, δεν ήταν δυνατόν να δώσει εξηγήσεις για το πώς βρέθηκε εκεί, ελαφρά μεθυσμένος…αλλά τελείως ακίνδυνος. Ο φρουρός έπρεπε βέβαια να προσέχει- ούτως ή άλλως υπήρχε και δεύτερος συνάδελφος στο φυλάκιο επί της Καλλιδρομίου –  αρματωμένος σαν αστακός και αυτός. Έτσι τον παρατηρούσε με το βλέμμα  - να ακουμπά στον τοίχο και να κοιτά γύρω του -   χωρίς να μετακινηθεί και χωρίς σχεδόν να ανησυχήσει.
Θα έπρεπε άραγε να ανησυχήσει κανείς με την εμφάνιση του Παπαδιαμάντη στην Καλλιδρομίου τέτοια ώρα και τέτοια εποχή; θα έπρεπε σίγουρα εφ’ όσον βεβαιωμένο ήταν ότι  ο Παπαδιαμάντης είχε φύγει από τη ζωή εδώ και εκατό τόσα χρόνια...Εγώ που το γράφω αυτό το ξέρω και παραξενεύομαι.   Μπορώ να δηλώσω ωστόσο -   με  μια βεβαιότητα που δεν επιδέχεται άλλες αποδείξεις -  ότι ήταν αυτός στα σίγουρα  και ότι στεκόταν εκεί έχοντας χάσει τη μνήμη του…Για την ακρίβεια δεν υπήρχαν  κενές  περιοχές στον μυαλό του από  όπου να  είχε σβηστεί κάθε ανάμνηση. Δεν συνειδητοποιούσε  δηλαδή μια έλλειψη,  αλλά μια υπερπληθώρα αναμνήσεων. Κατακλυζόταν διαρκώς από ασύνδετες εικόνες και  ήχους, ένα ατμόπλοιο να αναχωρεί για Μασσαλία, παιδιά να ψάλλουν τα κάλλαντα των Φώτων, και μια αλλόκοτη επιγραφή στον τάφο μιας γυναίκας στην Αγγλία " Also Georgiana, wife of the above " (1)  του προκαλούσε μια ανησυχία για τη μητέρα του που δεν μπορούσε να θυμηθεί το όνομά της και στους κανόνες του παιχνιδιού ήταν να μην πρέπει  να του το θυμίσω, ούτε το όνομά της ούτε βέβαια ήταν της παρούσης να αναφερθούν αυτά για τον άνεμο  και τη βροχή που δέρνει το σκοτεινό τρυγόνι…Ένας ψίθυρος συνομιλιών βούιζαν στο εσωτερικό του μυαλού του και προκαλούσαν και σε μένα σύγχυση και ζάλη εκείνη τη στιγμή αλλά και μια απίστευτη υπερδιέγερση και συναίσθηση ότι   ζω μια εξαιρετική στιγμή στη ζωή μου. Ένα αλλόκοτο παιχνίδι του χρόνου και της μνήμης,  με μοναδικό μάρτυρα τον ένοπλο φρουρό στην Ιπποκράτους γωνία Καλλιδρομίου. Απέναντί μου ο Παπαδιαμάντης, με σάρκα και οστά να έχει χάσει το δρόμο. Τον πλησίασα και με κοίταξε σαν να γνωριζόμασταν χρόνια, βρισκόταν ολοσχερώς βυθισμένος σε ένα λαγούμι αναμνήσεων όπου δεν μπορούσε να βρει την άκρη…και μου είχε δοθεί η χάρις να βρίσκομαι εκεί και να τον βλέπω…
«Vite, vite…nous excitons la curiosite du public…» (2)  μου μίλησε πρώτα εκείνος και γέλασα κοιτώντας το ένοπλο κοινό μας που άρχισε να περπατά προς το μέρος μας…αρχίσαμε κι οι δυο να γελάμε δυνατά, ανόητα, νευρικά…που σηκώθηκε και ο άλλος από το φυλάκιο και βρεθήκαμε ώσπου να πεις κύμινο μέσα στο κτίριο της ασφάλειας στην Καλλιδρομίου και φυσικά εκείνος δεν θυμόταν ποιος ήταν και δεν είχε ταυτότητα κι εγώ δεν τολμούσα να πω στον αστυνομικό που μας κοίταζε άγρια τι ακριβώς είχε συμβεί, αφού ούτε εγώ μπορούσα να το καταλάβω και αν το έλεγα θα νόμιζαν ότι τους κοροιδεύω…
Μας είπαν να αδιάσουμε τις τσέπες μας και εκείνος άρχισε να βγάζει πενηνταράκια του Όθωνα που ο φρουρός  κοιτούσε έκπληκτος, ένα μικρό μολύβι μάρκας  "schwan" και μια σβούρα με σπάγκο…
Εγώ δεν είχα τίποτε...δεν είχα τσέπες και δεν είχα μαζί μου ταυτότητα αλλά αυτό δεν ήταν σοβαρό, κανείς δεν έδωσε σημασία ούτε μας απείλησε γιατί ήταν η ώρα που είχαν φέρει σουβλάκια από απέναντι και μας έκλεισαν σε ένα κελί μαζί μέχρι να μας ανακρίνουν…

Πρέπει να πάω στη Γαλλία,  μου είπε…έχω κάτι να κάνω εκεί…

Από τη συζήτησή μας κατάλαβα ότι θεωρούσε ότι ήταν ναυτικός  και έπρεπε να τακτοποιήσει μια υπόθεση με την κόρη ενός στενού του φίλου που ζούσε στη Χάβρη…Μου είπε ότι καταγόταν από τη Σμύρνη και από ένα νεανικό λάθος, είχε παρασυρθεί από τις συκοφαντίες είχε διαλύσει τον αρραβώνα του. Έκτοτε είχε μείνει ανύπανδρος έως τα πενήντα του…και τώρα έπρεπε να ταξιδέψει στη Γαλλία, εξάπαντος
Μετά μίλησε για κάτι εκλογές στο νησί και πώς είχαν πειθαναγκάσει τον πατέρα του να τον αρραβωνιάσει με κάποιαν που δεν ήθελε…Δεν ρώτησα ποιο νησί αλλά εθεωρείτο αυτονόητο…
Μετά με ρώτησε αν έχω καπνό για  να στρίψει τσιγάρο…δεν είχα, λυπόμουν πολύ δεν πειράζει μου είπε και μετά το ξέχασε και στάθηκε λίγο σιωπηλός…

Στο κτίριο υπήρχε μια τηλεόραση που έπαιζε στη διαπασών…οι φρουροί μας είχαν ξεχάσει…Ανέφερε μου είπε πως έχει φοιτήσει σε στρατιωτική σχολή και δεν είναι η πρώτη φορά που τον συλλαμβάνουν, έχει κάνει φυλακή στην Αγία Πετρούπολη και πώς η Καινή Διαθήκη που είχε μαζί του τον έκανε να αντλεί όλη τη δύναμη για να αντέξει...

Ο λιχανός της δεξιάς μου έχει δαρμούς και πόνους, και δυο άλλα μου δάκτυλα πάσχουσιν σκλήρυνσιν του δέρματος. Η μέση μου πονεί…

Άπλωσε σεμνά τα χέρια του στα γόνατά του και είδα τα δάκτυλά του…
Καθαρά, μαλακά…γιατί μου το έλεγε αυτό;

Τον ενοχλούσε η τηλεόραση αλλά δεν ήθελε να παραπονεθεί… έκλεισα με τα χέρια του τα αυτιά του και με κοίταξε στα μάτια…σαν να μου έλεγε δεν αντέχω την κακοφωνία δεν αντέχω, δεν αντέχω, βγάλε με από εδώ…Τι να εξηγήσω σε αυτούς τους ανθρώπους…
Γίνεται μια εκδήλωση για μένα στον Παρνασσό είπε μετά…
Ο τρόπος που μιλούσε δεν μου άφηνε το περιθώριο να καταλάβω αν είχε συναίσθηση του πόσο εξωφρενικό ήταν αυτό που μας είχε συμβεί. Κάποια στιγμή ξέχασε την εκδήλωση, ξέχασε το ταξίδι και θυμήθηκε μια καταπάτηση αγρού και τη διαμάχη και πώς είχε ο ίδιος εμπλακεί στις μηνύσεις εφ’ όσον ήταν απόφοιτος της νομικής…μετά είπε όχι δεν ήταν απόφοιτος - δευτεροετής ήταν -  αλλά δεν ήταν η νομική…ναι η σχολή μηχανικών του υπενθύμισα…όχι η  φιλοσοφική μου είπε…
Μετά είπε για τους πνεύμονές του που πονούν και κάνει αιμοπτύσεις…και όλη την ώρα σκεφτόμουν  ενώ κοίταζα μια νυχτοπεταλούδα να πετάει στη λάμπα του κρατητηρίου δεν σκεφτόμουν δηλαδή,  κάποιος είχε βάλει στο μυαλό μου μια φράση, "οι νύχτες του πέφτουν στην καρδιά μας σαν γιασεμί" …και κάτι για την αμαρτία…ότι μπορούσαμε να περπατήσουμε χωρίς βάρος χωρίς αμαρτία…

Μεταξύ ανθρωπίνης και θείας δικαιοσύνης,  είπε εκείνος κοιτώντας με στα μάτια…

Τη θυμηθήκατε η Φραγκογιαννού τελικά,  του είπα…
Όχι για το Ρασκόλνικοφ μιλώ απάντησε…του έπιασα τότε τα χέρια, αυτό πιστέψτε με έγινε και θυμάμαι το άγγιγμα…ζεστά... στεγνά…αυτή τη φορά ένιωσα το πονεμένο δέρμα στα δάκτυλα και θυμηθήκαμε και το Γιωργή και την Αρχοντούλα και το τυφλό παιχνίδι των δαχτύλων…τότε που έπαιζαν αυτή με τα δυο της χέρια και αυτός με το δάχτυλό του…και γέλασα  και παραλίγο να πω «δω μου φωτίτσα – έλα παραπανίτσα»  και  αυτός δεν αντέδρασε καθόλου στο χαμόγελο και κατάλαβα ότι ενώ αγαπά το Θερβάντες τον Ντίκενς και τον Σέξπηρ έχει παρασυρθεί στους λαβυρίνθους του Ντοστογιέφσκι…

«περί τας αρχάς Ιουλίου, εσπέραν τινά υπερβαλλόντως θερμήν, νέος τις εξήλθεν εκ του μικρού μετ’ επίπλων θαλάμου, όν κατείχεν υπό την στέγην μεγάλης πεντωρόφου οικίας εν τη οδώ Σ…, και βραδέως με αναποφάσιστον ήθος διευθύνθη προς την γέφυραν Κ…» (3)

Ο φρουρός με φώναξε και μου είπε ότι μπορώ να φύγω…έγινε εξακρίβωση…
Τι θα γίνει με τον…είπα χωρίς να μπορώ να ξεστομίσω το όνομά του…
Εκείνος κρατούσε το κεφάλι του στα δυο του χέρια και δεν φαινόταν να νοιάζεται…
Γίνεται έρευνα για μια γριά που τη λήστεψαν και τη δολοφόνησαν  μου είπε ο φρουρός…υπερβολικά εξομολογητικός θα έλεγα…
Πώς να φύγω και να τον αφήσω…
με κοίταξε και μου είπε, χωρίς να συνειδητοποιεί ότι ξέρω  ότι αυτή η σκηνή είχε παιχτεί ξανά στην ιστορία, τα λόγια του Ιησού προς τον Βαπτιστή, που είπε και ο Ντοστογιέφσκι τότε που  απευθυνόταν στην απαρηγόρητή σύζυγό του λίγο πριν πεθάνει…

Αφέσου, "άφες άρτι"…

Το χέρι του μετέωρο στον αέρα…δεν με άφησε να τον αγγίξω για δεύτερη φορά…

Και ο φρουρός με έβγαλε από το κρατητήριο.  Κατηφόρισα την Ιπποκράτους…ξημέρωνε…οι άνθρωποι είχαν αρχίσει να μαζεύονται στις στάσεις των λεωφορείων για να πάνε στις δουλειές τους…και δεν με ενοχλούσαν οι εξατμίσεις των λεωφορείων…η μέρα μου ελαφριά σαν γιασεμί…


(1) "και η Γεωργιάνα, σύζυγος του ως άνω" από τις Μεγάλες Προσδοκίες του Ντίκενς
(2) Γρήγορα, γρήγορα...ερεθίζουμε την περιέργεια του κοινού  (βλ. Υστερόγραφο γ)
(3) Αρχή από το "Έγκλημα και Τιμωρία" του Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι, μετάφραση Αλ. Παπαδιαμάντη

Εικόνα από



ΥΓ
α) Το 2001 εντοπίστηκαν σε ένα χαρτοκιβώτιο πεταμένο στα σκουπίδια στην Καλλιδρομίου σχολικά τετράδια του Παπαδιαμάντη, ανέκδοτες επιστολές του και ένα μικρό μολυβάκι μάρκας  schwan. Σε μια από τις επιστολές που απευθύνεται προς την οικογένεια του ανηψιού του αναφέρει ότι θα ήθελε πολύ να κάνει ένα ταξίδι στη Γαλλία.
(πρβλ το δικτυακό τόπο του ΕΛΙΑ:http://www.elia.org.gr/pages.fds?pagecode=08.02.03&langid=1#)
Τη φράση:
β) "Ο λιχανός της δεξιάς μου έχει δαρμούς και πόνους, και δυο άλλα μου δάκτυλα πάσχουσιν σκλήρυνσιν του δέρματος. Η μέση μου πονεί…" τη γράφει στο φίλο του Γιάννη Βλαχογιάννη που τον πιέζει να κάνει πιο γρήγορα με τη μετάφραση του έργου του Ντοστογιέφσκι "¨Εγκλημα και Τιμωρία". 
(http://mkaragiannis.blogspot.com/2007/12/blog-post_17.html)
Τη μετάφραση την έκανε από τα γαλλικά και κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Ιδεόγραμμα. 
Από αυτή τη μετάφραση είναι και το παράθεμα: "περί τας αρχάς Ιουλίου"
γ) Nous excitons la curiosite du public μαρτυρεί ο Παύλος Νιρβάνας ότι το είπε ο Παπαδιαμάντης, στα γαλλικά, όταν αποφάσισε τελικά να φωτογραφηθεί:

http://dosambr.wordpress.com/2010/11/12/%CE%B9%CF%83%CF%84%CE%BF%CF%81%CE%B9%CE%B1-%CE%BC%CE%B9%CE%B1%CF%83-%CF%86%CF%89%CF%84%CE%BF%CE%B3%CF%81%CE%B1%CF%86%CE%B9%CE%B1%CF%83-%E1%BC%A4-%CF%84%CE%BF-%CE%B7%CE%B8%CE%BF%CF%83-%CF%84%CE%BF/

----------
Δημοσιεύτηκε στην Ανθολογία του Μορφωτικού Ιδρύματος της ΕΣΗΕΑ, "Ο Παπαδιαμάντης με τα μάτια νεότερων λογοτεχνών"  (2011)


3 σχόλια:

Ανώνυμος είπε...

Υπέροχη ανάμιξη τού χρόνου σαν νερό με κρασί εν Κανά γάμο

Ναντιέζντα είπε...

ειχα διαβασει σ ενα αφιερωμα μιας Εστιας ότι πονουσε πραγματι πολυ το χερι του..Μ αρεσει που δεν ειναι λογοτεχνικο εφευρημα.Και με συγκινησε πολυ η μυρωδια του γιασεμιου απ αυτον τον ανεσπερο .

Πόπη είπε...

Ό,τι γλυκύτερο έχεις ποτέ γράψει ήταν αυτό για τον Παπαδιαμάντη. Άσε που θα μπορούσες να το πας πολύ παραπέρα, αν δεν τον άφηνες μόνο στο κελλί του... Για σκέψου μήπως επιστρέψεις... Αλλά δεν έχει "εκατό τόσα χρόνια" πεθαμένος. Εκοιμήθη στις 3 Ιανουαρίου 1911, δηλ. ακριβώς 100 χρόνια (και δεκαπέντε μέρες) πριν τον αναστήσεις Καλλιδρομίου και Ιπποκράτους γωνία. Αν τον αφήσουν σήμερα ελεύθερο, ελλείψει επιβαρυντικών στοιχείων, θα έχει την ευκαιρία να κάνει μια βόλτα στη Λαϊκή της Καλλιδρομίου. Ναι, ξέρω, ίσως μου πεις πως εκείνος κατά τη Δεξαμενή θα θέλει να ανηφορίσει, ενώ η Λαϊκή ξεκινά λίγο πιο κάτω από το Αστυνομικό Τμήμα. Μα δεν νομίζω να έχεις δίκιο. Ο ταπεινός κυρ Αλέξανδρος με το τριμμένο πανωφόρι αν καθίσει για ένα ποτηράκι στη "Μουριά", γωνία Καλλιδρομίου και Χ. Τρικούπη, θα είναι ευπρόσδεκτος. Όπου αλλού κι αν πάει, θα τον κοιτάξουν με μισό μάτι.