Σάββατο, 17 Δεκεμβρίου 2011

Ο Δράκος της «παιδαγωγικής δουλοσύνης» και τα κάλαντα με τις κάλτσες: Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης και Δημοσθένης Βουτυράς




«Ολόγυρα στη λίμνη» ή αναμνήσεις προς φίλον του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη  είναι ένας βιότοπος  αναμνήσεων, στην κυριολεξία. Ο αφηγητής  έρχεται και επανέρχεται ανά επταετίαν και η Πολύμνια, η κυρά της Λίμνης, η Χαρίκλεια, η Μούσα του, του ζητά ίτσια, κρατώντας χαριτωμένα  μια κόκκινη ομπρέλα και όπου εκείνος, μικρός, περίπου δώδεκα ετών, προσπαθεί να κερδίσει την εύνοιά της μαζεύοντας τα άνθη της όχθης – που ποτέ δεν τα καταφέρνει να μαζέψει αρκετά – ή βιώνοντας την επώδυνη ματαίωση παρατηρώντας τον Άλλο, τον φίλο του τον Χριστοδουλή να της τα προσφέρει αγκαλιές, αγκαλιές, χωρίς να νοιάζεται και πολύ για το πώς τα ξεριζώνει, να φιλεύει με όστρακα και μικρά μαλάκια τον αδελφό της και να  αφήνει τον ίδιο  στο περιθώριο…


Η ματαίωση αυτή, που φτάνει στα όρια της εξαπάτησης, στο τέλος αφομοιώνεται από τον διηγηματογράφο σαν απαραίτητο βήμα στην ενηλικίωσή του:
«Αλλά πώς δύναταί τις να γίνει ανήρ χωρίς ν’ αγαπήσει δεκάκις τουλάχιστον και δεκάκις ν’ απατηθεί» γράφει στο τέλος του διηγήματος…

Στα φαντάσματα λοιπόν του παρελθόντος, της παιδικής ηλικίας και της  εφηβείας  που σχηματίζονται λες από την υγρασία της λίμνης, υπάρχει φυσικά και η επώδυνη για τον αφηγητή  περιγραφή του εαυτού του, που τα παρατηρεί, παρατηρεί τα παιχνίδια και τα δρώμενα, παραμένοντας αποκλεισμένος, δέσμιος της γονεϊκής φροντίδας, των γονεϊκών δεσμών…
Ο μικρός Αλέξανδρος δεν μπορεί να παίξει, δεν μπορεί να πετύχει τις επιδόσεις των άλλων παιδιών, εν κατακλείδι  δεν μπορεί να κερδίσει την εύνοια της Πολύμνιας γιατί η μητέρα του, τον περιορίζει, η συνθήκη του να είσαι παπαδοπαίδι και η αυστηρότητα της ανατροφής, εκφράζεται τελικά  και στο ότι του επιβάλει να φορά κάλτσες…

«Και η μήτηρ σου η φιλότεκνος όχι μόνον δεν σου επέτρεπε να τρέχεις, όπως άλλοι, ανυπόδητος και συ, αλλ’ απήτει να φορείς και κάλτσες. Οποία δεσμά παιδαγωγικής δουλοσύνης! Ευτυχώς είχες πλησίον σου τον φίλον σου, τον Χριστοδουλήν, όστις, ομήλιξ με σε, ήτο ευτυχέστερος κατά τούτο, ότι ήτο πάντοτε ξυπόλυτος, και ουδ’ εφόρει ποτέ κάλτσες. Φιλότιμον παιδίον! Έτρεχε δι’ όλης της ημέρας από γιαλόν εις γιαλόν, έβγαζε γρινιάτσες, πορφύρες και πεταλίδες διά δύο, καβούρια διά τρεις, οκταπόδια διά τέσσαρες…»

Αυτή η μητρική φροντίδα, εκφράζεται και αλλού – αν διαβάσουμε το πώς ο μικρός Λαμπράκης, ο  γιος του παπά ντύνεται σαν κρεμμύδι για την επικίνδυνη αποστολή στο Χριστό στο Κάστρο,  όπου μια ομάδα νησιωτών μαζί με τον ιερέα, αποφασίζουν να ταξιδέψουν με βάρκα χειμωνιάτικα στη δυσπρόσιτη εκκλησία του Χριστού, στο βράχου του  Κάστρου, για να τελέσουν με τους εκεί αποκλεισμένους τη λειτουργία των Χριστουγέννων.

Η μητέρα του τότε: 

«Τὸν ἀπεσπασεν ἀποτόμως τῆς κλίνης, τὸν ἔνιψε καὶ τὸν ἐνέδυσε μὲ διπλά ὑποκάμισα, δυὸ φανέλλας, χονδρὸν μάλλινον γελέκιον, διπλοῦν σακκάκι κι ἐπανωφόρι, καὶ περιετύλιξε τὸν λαιμόν του μὲ χνοωδες ὅλομάλλινον μανδήλιον, ποικιλόχρουν καὶ ραβδωτόν, μακρὸν καταπῖπτον ἐπὶ τὸ στερνὸν καὶ τὰ νῶτα.»

Επιστρέφουμε όμως στην τραυματική εμπειρία της κάλτσας, μέσα από το πέδιλο που οφείλουμε να της αναγνωρίσουμε ως αναγνώστες τη βαρύτητα που της αποδίδει ο συγγραφέας. Όχι  μόνο για να κατανοήσουμε την μελλοντική πηγή των καταπιεσμένων αλλά «βρυχώντων συναισθημάτων» του, όταν ως Μαθιός αποβληθείς από το Γυμνάσιο της Χαλκίδας κωπηλατεί σύμφωνα με τις προφορικές οδηγίες της Λαλιώς,  αλλά και γενικώς όταν παρέμεινε πάντα ήρως του έρωτος, υπομένοντας και περιγράφοντας και άλλες ματαιώσεις….

Τα παπούτσια και ο κάλτσες, συμβολικά δεσμά, υπεύθυνα για την τραυματική εμπειρία του παιδιού που οι γονείς του το υποχρεώνουν να τα  φορά και  το  δένουν ανεπανόρθωτα στη γονεϊκή θέληση, από όπου ο Αλέξανδρος δεν μπόρεσε να απελευθερωθεί εντελώς.

Την απελευθέρωση από τα γονεϊκά παπούτσια,  επιτυγχάνει συμβολικά ο Δημοσθένης Βουτυράς στο διήγημά του «Παραμονή Πρωτοχρονιάς στον Πειραιά», όταν αποφασίζει, ενώ οι γονείς του του έχουν κρύψει τα παπούτσια, να τολμήσει και να πει τα κάλαντα με τις κάλτσες:

«Έρχεται η μεγάλη μέρα που θα βγουν για τα κάλαντα.
Πετάχτηκα τότε από το κρεβάτι να ντυθώ. Για να πιω καφέ ή γάλα δεν ήθελα. Ένα κομμάτι ψωμί στην τσέπη και δρόμο. Μια χοντρή υπηρέτρια που είχαμε, την είδα να περνά βιαστική από την γαλαρία. Οι άλλοι κοιμόντουσαν.
Ντύθηκα. Ζήτησα τα παπούτσια μου αλλά δεν τα βρήκα. Κοιτάζω κάτω από το κρεβάτι, στο βάθος, ούτε εκεί. Τίποτα.
Μια σκέψη με τάραξε. Μου τα κρύψανε!...Πώς χάθηκαν;
Θυμόμουνα καλά ότι τάχα βάλει μέσα στο δωμάτιο και κοντά στο κρεβάτι μου.
Τρέχω και ρωτώ την υπηρέτρια, μήπως τα είχε δει τα παπούτσια μου…«Δεν ξέρω γω, δεν τά ’δα!» μου απάντησε και χασμουρήθηκε.
Πήγα πάλι στο δωμάτιό μου. Το καράβι σημαιοστόλιστο ήταν εκεί και σαν να μου’ λεγε: «Ακόμα ; η ώρα περνά».
Έψαξα πάλι εκεί και έπειτα στην τραπεζαρία, στη σάλα και όπου αλλού μπορούσα. Τα παπούτσια μου είχαν χαθεί.
έτρεμα. Πήγαινα απ’ εδώ, πήγαινα απ’ εκεί.
Ξαφνικά ακούω σουραύλια…Θα ΄ταν οι φίλοι μου και με ειδοποιούσαν…Χωρίς να χάσω καιρό, αρπάζω το καραβάκι και παίρνω δρόμο με τις κάλτσες.
«Τι, με τις κάλτσες;…» ακούω την υπηρέτρια να μου λέει.
Δεν της έδωσα καμιάν απάντηση. Κατάβηκα τη σκάλα, βρέθηκα στο δρόμο. Είδα τότε λίγο πέρα τους φίλους μου.
«έλα λοιπόν!» φώναξε η Αγία Ζώνη και χτύπησε το τύμπανο δυνατά.
Βούιξε ο τόπος και κεφάλια φάνηκαν στα παράθυρα.
«Μα τα παπούτσια σου;» με ρώτησαν οι άλλοι.
«Δε βαριέσαι», είπε η Αγία Ζώνη, «Τι θα πει παπούτσια.!... εγώ δεν φόρεσα ποτές μου! Τι να΄χω ανάγκη από τσαγκάρηδες;»Ξεκινήσαμε πανηγυρικά. Το τύμπανο βούιζε, το σουραύλι, το τρίγωνο έπαιζαν, χτυπούσαν.
Απ΄το να σπίτι στ’ άλλο. Παντού μας δέχονταν να τους πούμε τον Αγιοβασίλη.
Αλλά αυτή τη φορά το τύμπανο της Αγίας Ζώνης δεν έκανε καμίαν εντύπωση όταν μπαίναμε σε σπίτι ή αυλή να τα πουμε. Ούτε ο ξυπόλητος στραβομούτσουνος που το κρατούσε και σχεδόν ήταν ίσα με αυτόν. ΄Ολοι και όλες, γυναίκες και κορίτσια προ πάντων,. Μόλις έβλεπαν εμένα, φώναζαν:
«Ελένη, Μαριγώ, ελάτε γρήγορα να δείτε ένα παιδί με τις κάλτσες του μόνο, που τα λέει…» κι έτρεχαν να με δουν ενώ εγώ υπερήφανα  κρατούσα  το καράβι, που δεν ήταν καράβι, του Αγιοβασίλη.
Κι ο κιτρινιάρης Αυγουλάς, που χτυπούσε το τρίγωνο και μάζευε τα λεφτά που μας έδιναν, έλεγε στις γυναίκες και τα κορίτσια τι συνέβαινε και ήμουν με τις κάλτσες τις κόκκινες:
«Ξέρετε γιατί είναι ξυπόλητος; Να γιατί του κρύψανε τα παπούτσια του ο πατέρας του κι η μάνα του…» «Βρε, βρε» έκαναν οι γυναίκεςΆλλες πάλι λέγανε: «Βρε το παλιόπαιδο, ακούς εκει να βγει στους δρόμους μόνο με τις κάλτσες και χωρίς παπουτσια!»
και κάποιος κοιλαράς, που ξεφύτρωσε από κάτω, με κάτι παντουφλάρες και πεσμένα βρακιά, είπε κι αυτός:«Αν το χα γω παιδί θα το’ δενα…»



Εικόνες από το διαδίκτυο:
Το απόσπασμα από το Ολόγυρα στη λίμνη του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη είναι από την ιστοσελίδα του Νίκου Σαραντάκου, http://www.sarantakos.com/kibwtos/mazi/ppd_ologura.html
Η παράγραφος από το "Στο Χριστό, στο Κάστρο" είναι από την ιστοσελίδα του Νεκτάριου Μαμαλούγκου, εδώ (με διορθώσεις στον τονισμό δικές μου): http://users.uoa.gr/~nektar/arts/tributes/alexandros_papadiamantis/sto_xristo_sto_kastro.htm

Το απόσπασμα από το Παραμονή Πρωτοχρονιάς του Δημοσθένη Βουτυρά, είναι από την ανθολογία Χριστουγενιάτικες Ιστορίες, Επιλογή - Επιμέλεια Δημ. Ποσαντζή, των εκδόσεων Καστανιώτη. 

Δεν υπάρχουν σχόλια: