Σάββατο, 26 Ιανουαρίου 2019

Η μετανάστις – εγώ: Μικρές αφηγήσεις για την ξενότητα και την Πόλη



Ι. Η τσέπη μου – η Σόλωνος

Τα τέσσερα χρόνια των σπουδών μου στο Φυσικό τα πέρασα κυριολεκτικά στη Σόλωνος. Ή στα σκαλάκια του περιβόητου «Φυσικείου» ακούγοντας πώς λύνονται ή δένονται τα προβλήματα της ανθρωπότητας, ή σ'   ένα παγκάκι στο μικρό του  κήπο. Άλλοτε καφέ και χασομέρι  στο καφενείο του κυρ Ηλία. Μαθήματα γίνονταν και σε κάποια αμφιθέατρα που στεγάζονταν στη Νομική και πάλι όμως έπρεπε να περπατήσεις στη Σόλωνος για να πας. 
Αυτά όμως έγιναν μετά το 76. Την πρώτη φορά ωστόσο που βρέθηκα στη Σόλωνος,  ήταν αμέσως μετά τη Μεταπολίτευση, στην Πέμπτη Γυμνασίου και ο δρόμος αυτός  ήταν για μένα  terra incognita. Είχα ένα χρόνο μόνο στην πρωτεύουσα, παιδί της επαρχίας και δυσκολευόμουν πολύ με τις μετακινήσεις στο Κέντρο. Για την ακρίβεια δεν κατέβαινα εκεί ποτέ. Έπρεπε όμως να πάμε σε ένα κτίριο στη Μαυρομιχάλη,  με τη φίλη μου την Πόπη από το Τοσίτσειο,  που ήταν στα μέσα και στα έξω σε διαβάσματα και γνωριμίες και με είχε ξεσηκώσει  να πάω μαζί της σε μια εκδήλωση της Νέας ΕΔΑ και δεν ήθελα να δείξω τέτοια αδυναμία και άγχος μπροστά σε αυτά τα κοσμογονικά για την εποχή γεγονότα. Εκεί είδα για πρώτη φορά το Μίκη Θεοδωράκη και τον Αντρέα Λεντάκη να τον συνοδεύει και μας χαιρέτησαν. Δεν θυμάμαι κάτι  άλλο από την εκδήλωση παρά το ότι δεν ήξερα τα κατατόπια,  είχα αγχωθεί ότι θα χαθούμε γιατί είχα ζοριστεί από τη Νέα Χαλκηδόνα που μέναμε τότε να βρω τη Σόλωνος. "Μην ανησυχείς, τη Σόλωνος την ξέρω σαν τη τσέπη μου", μου είχε πει τότε η Πόπη,  ένα χρόνο μεγαλύτερη. Η  φράση αυτή, χωρίς εκείνη να το μάθει ποτέ, αποτέλεσε  το όριο  της αυτάρκειας, της ασφάλειας στην περιήγηση στις μελλοντικές γειτονιές που κατοίκησα  είτε στην Αθήνα είτε μακριά από αυτήν. Ήταν ο στόχος που έβαζα στον εαυτό μου. Η μικρή μου τσέπη ως χάρτης ομολογώ πως έκρυβε πάντα ένα θαύμα, πρόθυμη  να συμμορφωθεί στην ανάγνωση του ανοίκειου,  να υπερθεματίσει, να το αποδεχτεί. Αποδείχτηκε ανεξάντλητη. Έβρισκα  κάθε φορά ένα κέρμα, ένα εισιτήριο, ένα κλειδί... τεκμήρια  της εσαεί επιθυμίας να βρω μια γλώσσα να αντιστοιχίσω το μέσα με το έξω, να  οικειωθώ  τον άλλο τόπο. 

ΙΙ. Η θάλασσα  μου έλειπε πολύ

Μια πόλη χωρίς θάλασσα δεν μπορούσα να την αντέξω. Υπήρχε ένας δρόμος, πάντα σκοτεινό θα τον θυμάμαι, αλωνιστικές μηχανές, τρακτέρ στην άκρη, ένα βουλκανιζατέρ με τα φώτα ανοιχτά και ένα τρανζίστορ – με λένε Γιώργο – τον έπαιρνα σχεδόν τρέχοντας, ροβολώντας γιατί νόμιζα πως εκεί στο τέλος του ήταν η παραλία. Στην μικρή πόλη της Βοιωτίας που φτάσαμε το καλοκαίρι, ένας σταθμός πριν την Αθήνα στην προσωπική μου διαδρομή.  Εκεί θα πάω, έλεγα, στη θάλασσα, στην παραλία.  Και ποτέ δεν τραγουδάω, έφτανα έξω από την πόλη, στα χωράφια, μια μυρωδιά ξερής καβαλίνας, όχι δεν ήταν η θάλασσα. Μετά γυρνούσα πίσω με μια αίσθηση ότι έχω βυθιστεί στις πέτρες. Επιχωμάτωση. Αργότερα που ήρθε το ίντερνετ είδα μια γυναίκα που τη λιθοβολούσαν, φωτογραφία που έκανε το γύρω του κόσμου και είπα ήταν αυτό. Όχι ο πόνος. Το βάρος της πέτρας που σε θάβει και δεν μπορείς να κινηθείς.
Λίγο έναστρο ουρανό λοιπόν, τους σκοτεινούς στροβίλους του και ένα κυπαρίσσι σου ζητώ. Κυρίως όμως τις αντανακλάσεις του σε εκείνο το ποτάμι. Ο ποταμός Χαλιμάς του Μάρκου Μέσκου. Το παραμύθι μου. Η παιδική μας ηλικία. Ένα ποτάμι έστω ας είχε τότε και για μένα. 

(Από την άλλη πλευρά του καθρέφτη ο Βενσάν, ανέκδοτο)




ΙII. Αθήνα. μια αμετακίνητη γραμμή του ορίζοντος

Έφτασα από τη Ρόδο στην Αθήνα στην Τετάρτη Γυμνασίου, λίγο πριν τη Μεταπολίτευση. Το Πολυτεχνείο το πρόλαβα από το παράθυρο του σπιτιού μας στη Νέα Χαλκηδόνα από όπου σκύβαμε με τη γιαγιά μου που είχε έλθει να μας δει και ακούγαμε  πυροβολισμούς και μια απροσδιόριστη βοή από φωνές που υψώνονταν και έσβηναν σαν φωτιές μετακινούμενες. Τότε είχα σχηματίσει μια αλλόκοτη, ελλιπή  εικόνα για πόλη. Όπως οι πρόσφυγες που  εγκαθίσταντο στο παρελθόν σταδιακά στις παρυφές της Αθήνας του Πειραιά ή της Θεσσαλονίκης, έτσι κι εμείς βρήκαμε ένα σπίτι στη Νέα Χαλκηδόνα και ο καθένας τραβούσε για αλλού. Στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα. Γιατί όμως Νέα Χαλκηδόνα; Δεν ξέρω. Ίσως ένας συνάδελφος του πατέρα μου έμενε εκεί κοντά, ήταν μια σχέση με τον τόπο.  Εκείνος με τον Ηλεκτρικό στον  Πειραιά, η μητέρα μου δασκάλα στην Αγία Βαρβάρα με τρεις συγκοινωνίες, τρόμαζα να το διανοηθώ αυτό της το ταξίδι – ο αδελφός τελείωσε εκεί το δημοτικό και εγώ έπαιρνα από τη Δεκελείας το σχολικό  για το Τοσίτσειο στην Εκάλη, με υποτροφία.  Σαν να καρφιτσώθηκε η ζωή μου εκεί για τρία τουλάχιστον χρόνια. Εκτός των τειχών. Από την Αθήνα  ήξερα μόνο την Πατησίων μέχρι  τη στάση Καλιφρονά που ήταν το παράρτημα της Γαλλικής  Ακαδημίας  και πήγαινα εκεί κάποια απογεύματα με το λεωφορείο. Για την  ακρίβεια είχα περπατήσει καθέτως και την οδό Κύπρου  μέχρι κάτω το σταθμό  του Αγίου  Νικολάου που ήταν το σπίτι  της φίλης  μου της Ερμίνας. Αυτό ήταν όλο κι όλο.  Ο κύκλος  έκλεινε με τη γραμμή του ηλεκτρικού   μέχρι το σταθμό Άνω Πατήσια. Εκεί στα  Άνω Πατήσια κάποιες  φορές. όταν έχανα το σχολικό, έφτανα τρέχοντας με  την ψυχή στο στόμα  από τη Δεκελείας, για να πάρω  τον Ηλεκτρικό προς Κηφισιά.  Είχα άγχος βέβαια, ότι θα αργήσω για το σχολείο αλλά με ηρεμούσε η επαφή με τους αγνώστους που πήγαιναν στις δουλειές τους, μια βαριασιόν της δικής μας αγουροξυπνημένης μουντάδας στο σχολικό.  Μου άρεσε πολύ ο καθησυχαστικός ήχος του τραίνου, τα ονόματα των σταθμών  από το παράθυρο που  περνούσαν χωρίς να σημαίνουν κάτι, ήμουν σε μια  no mans land μέχρι το τέρμα. Τροχάδην πάλι μέχρι τη στάση του λεωφορείου αν ήμουν τυχερή το προλάβαινα αλλιώς ταξί για τη Δροσιά.  
Τρία χρόνια έλεγα στον εαυτό μου ότι είμαι πια στην  Αθήνα αλλά ήμουν μακριά σε ένα αυτοκίνητο με αγουροξυπνημένα κορίτσια που έμπαιναν χωρίς να μιλούν, αόρατες ιεραρχίες, στην εμπειρία και την επαφή με τον έξω κόσμο, μπορεί να μάθαινες για τις συλλήψεις στη Χιλή ή τα παράνομα  τραγούδια του αγώνα, στο τελευταίο κάθισμα ήταν η Κατερίνα Σχινά που όταν έκλαιγε ήξερα ότι κάτι πάει στραβά με την αντίσταση  κατά της δικτατορίας εκεί έξω και η Πόπη Μουπαγιατζή μου μιλούσε για την "ανανεωτική "αριστερά που δεν ήξερα ακόμα καλά  να ξεχωρίζω από την άλλη τη "συνεπή".
Μια ιδιόμορφη Αρκτεία στο σχολικό που διέσχιζε το λεκανοπέδιο κάθε πρωί και επέστρεφε αργά το μεσημέρι, η εφηβεία των κοριτσιών και η Πόλις μακριά, μια σταθερή, αμετακίνητη γραμμή ορίζοντος. 

Αργότερα, μετά που έφυγα  από την Ελλάδα και που γύρισα -  γιατί τα τέσσερα χρόνια των σπουδών δεν λογίζονται ήταν παγίδευση στη Σόλωνος - έμαθα σιγά σιγά να την περπατώ την Αθήνα και να την αγαπώ. 

IV. ΑΘΗΝΑΪΚΗ ΣΥΝΟΙΚΙΑ 

Έμαθα πια τα κατατόπια της ξένης γειτονιάς 
εκεί προτιμώ να βρίσκομαι 
ζω στους δρόμους μεταξύ αγνώστων κι εγώ 
με συνήθισαν 
τον σκύλο που κλαίει στο μπαλκόνι απαρηγόρητος να ακούω όπως περνά η μέρα 
και τους περαστικούς να τον καθησυχάζουν με γλυκόλογα, από μακριά· 
ένα παιδάκι που ξέφυγε από το χέρι του παππού και χάθηκε 
το βρήκαμε και το ρωτούσαμε να ξεχαστεί, 
να μην κλαίει μέχρι να βρεθούν οι δικοί του. 
οι γυναίκες που συνομιλούν με τα καρότσια της λαϊκής αδειανά στο πλευρό τους 
πάντα μου θυμίζουν κάτι άλλο 
κι εγώ εκεί που τα βλέπω 
δεν είμαι.  

Αλφαβητάρι των πουλιών, Εύμαρος 2014  



Πόλυ Χατζημανωλάκη

Διαβάστηκε στο πλαίσιο της εκδήλωσης "Τα ποιήματα της πόλης", στις 25 Ιανουαρίου 2019, στο Κέντρο Τεχνών Μετς, Ευγενίου Βουλγάρεως 11636






Δεν υπάρχουν σχόλια: