Δευτέρα, 27 Απριλίου 2020

Αγαθέ παράδοξε Θρακιώτη αδελφέ μου... Μοσκώβ - Σελήμ ο Σημαδιακός

Εδώ και ενάμιση χρόνο, χωρίς έντονη προσπάθεια αλλά καταγράφοντας σχεδόν ημερολογιακά τις περιπτώσεις που συναντώ και αναρτώντας μικρά σημειώματα στο φεησμπουκ και κάποτε και στο μπλογκ μου Πινακίδες από κερί ακολουθώ δύο βασικές διαδρομές.

Η πρώτη, έχοντας ξεκινήσει από τον Σημαδιακό του Παπαδιαμάντη και κατασκευάζοντας Το λεύκωμα των Αταίριαστων και Χρυσομιληγγάτων (Μανώλης Προυσαλής, Σταμάτης στα Ρόδινα ακρογιάλια, Μαίριλιν Μονρόε, Αούστερλιτς του Ζέμπαλτ, Χάρι Πότερ, Η Τατιάνα και ο πριγκιπας Ονιέγκιν του Πούσκιν, η Σούλα της Τόνι Μόρισον και άλλοι και άλλοι) και η  δεύτερη επιχειρώντας μια πρωτότυπη ανάγνωση του έργου του Βιζυηνού και προσπαθώντας να δω κατά πόσον πρόκειται για μια αποστολή Μεγάλου Έργου. Μια ανάγνωση του προσωπικού μύθου του Βιζυηνού  την αλχημική αναζήτηση στη ζωή και το έργο του - που στην περίπτωσή αυτή ήταν ματαιωμένη και που αναγνωρίζεται φανερά με την επιχείρηση του ορυχείου σιδήρου στο Σαμάκοβο της Ανατολικής Θράκης.  

Κάθε φορά που γράφω κάτι σχετικά, κάνω μια εισαγωγή του τι ψάχνω για να είναι αυτοτελή τα κείμενα αν τύχει και τα διαβάσει κάποιος πρώτη φορά. Επαναλαμβάνομαι λοιπόν, αλλά θεωρώ ότι είναι απαραίτητο για την επικοινωνία εδώ. Και όταν/αν έλθει το πλήρωμα του χρόνο και βάλω κάποια στιγμή μια τελεία σε αυτές τις δουλειές, θα έλθει και  η ώρα της κοπτοραπτικής και ελπίζω να αποτελέσουν τα σημειώματα αυτά τη βάση για δυο χωριστά πονήματα.

Παρά το γεγονός ότι πρόκειται για δυο διαφορετικά μονοπάτια που το  καθένα έχει τη δική του δυναμική και στο μυαλό μου ήταν εντελώς διακριτά, πιστεύω πως χτες βρέθηκα σε μια περιοχή που αυτές οι δυο διαδρομές συγκλίνουν, συγκλίνουν συγκλονιστικά θα έλεγα. Πώς το σημάδι, αυτός ο χαρακτηρισμός του που κάνει τον ήρωα να ξεχωρίζει και τον τοποθετεί τραγικά στο περιθώριο, στα όρια της συνήθους κοινωνικής συνθήκης, να μην ταιριάζει αλλά και να λάμπει, να είναι χρυσός, ξανθός, χρυσομιληγγάτος, μπορεί να εμφανιστεί σαν να έχει χάσει τη δύναμή του ή σαν κάτι που ο ήρωας το διεκδικεί αλλά δεν το φτάνει ποτέ. Μπορεί δηλαδή το σημάδι να είναι παράσημο, να είναι χρίσμα, αλχημικό σύμβολο και ο ήρωας να μην το αξιώνεται ενώ τόσο το επιθυμεί και το αξίζει. 



Μια τέτοια σύγκλιση συνέβη με το Μοσκώβ - Σελήμ, το τελευταίο διήγημα του Γ. Βιζυηνού που βρέθηκε αδημοσίευτο στο φρενοκομείο από τους φίλους του στο φρενοκομείο όπου ήταν έγκλειστος ο συγγραφέας. Ένα ιστορικό γεγονός που αναφέρει το διήγημα, η πραξικοπηματική ανατροπή της δυναστείας των Battenberg στη Βουλγαρία το 1886, τοποθετεί τη συγγραφή του μετά από αυτήν την ημερομηνία, οπωσδήποτε. Αυτήν την εποχή της καραντίνας είχα την ευκαιρία να επαληθεύσω ότι ο Αλέξανδρος Battenberg ήταν ο αδελφός του Louis Battenberg πατρός, της πριγκίπισσας Αλίκης και του λόρδου Μαουνμπάτεν, μητέρας και θείου αντιστοίχως του σημερινού Δούκα του Εδιμβούργου Φίλιππου - που ιστορίες από τη ζωής τους και τις περιπέτειές τους είδα προσφάτως στην τηλεοπτική σειρά το Στέμμα. 

Ο Μοσκώβ Σελήμ λοιπόν είναι ένας σαλός κατά τον περίγυρό του Τούρκος, που κατοικεί στην Ανατολική Θράκη και που ο αφηγητής έφιππος και με συνοδεία συναντά κατά τη διάρκεια μιας επίσκεψης στην περιοχή. Η αφορμή της επίσκεψης στην πολίχνη Β. είναι η αναψυχή - ήθελον ενδιατρίψει χάριν αναψυχής και αναπαύσεως από εργασιών, αίτινες  από τινος είχον ενασχολήσει τόσω πολύ το πνεύμα μου, ώστε ούτε ύπνον ήσυχον δεν μ΄επέτρεπον"  Θαρρώ πως είναι προφανές ότι πρόκειται για τις εργασίες στο ορυχείο του σιδήρου στο Σαμάκοβο που βρίσκεται ούτως ή άλλως σε εκείνη την περιοχή. Μια συνάντηση με έναν "παράδοξον" Τούρκον του οποίου τα πάθη και τις περιπέτειες αναλαμβάνει να συγγράψει, με τέτοια θεατρικότητα, όπως ακριβώς εκείνος του τις αφηγείται.
Και γιατί να αποφασίσει να περιγράψει τις περιπέτειες και τις αρετές ενός Τούρκου και όχι ενός Χριστιανού; 

Στην αρχή του διηγήματος, ζητεί κατανόησιν, συγχώρεσιν,  από τον αναγνώστη του που προτιμά να μιλήσει για ένα Τούρκον και όχι για ένα Χριστιανό. Γιατί άραγε. Ο Τούρκος αυτός, υφίσταται τα πάνδεινα από ότι φαίνεται από τους ομοίους του, στερείται την πατρική αγάπη, τον κλείνει η μητέρα του για να καλύψει τα δικά της συναισθηματικά κενά στο χαρέμι και τον μεγαλώνει σαν κορίτσι, ανδραγαθεί χωρίς αναγνώριση τρεις φορές σε Τουρκορωσικούς πολέμους - ξεκινώντας από τον Κριμαικό πόλεμο - χάνει τη γυναίκα του και τα παιδιά του, αιχμαλωτίζεται από τον εχθρό και μόνο τότε τον αντιμετωπίζουν με αγάπη και καλοσύνη. Σε όλη του του ζωή αδικείται με τον πιο σκληρό τρόπο από τους ομοίους του, την οικογένεια και τον Σουλτάνο - και μόνο ως αιχμάλωτος του εχθρού έχει ανθρώπινη και τρυφερή μεταχείριση.
Ο εχθρός είναι δηλαδή καλύτερος από τον ομοεθνή, ο οποίος για τα παιδιά του επιφυλάσσει τη χειρότερη μοίρα, την αδικία, τα βάσανα, την πείνα και το θάνατο.
Πώς να το διηγηθεις αυτό για ένα Χριστιανό; 

Έχω την αίσθηση ότι αυτά που γράφονται στο διήγημα, γράφονται όπως λέει και η λαική παροιμία για τη νύφη για να τα ακούει η πεθερά. Ο Μοσκώβ - Σελήμ είναι το υποκατάστατο του Χριστιανού που δεν μπορεί να βρει χαϊρι στην πατρίδα του, είναι το alter ego του ίδιου του Βιζυηνού, που τον θεωρούν τρελό αλλά δεν είναι και με με μια μεγάλη αλληγορία αφηγείται τα πάθη του και το ότι δεν αναγνωρίστηκε από τοςυ ομοεθνείς του η αξία του, δεν βρήκε θέση στο πανεπιστήμιο ενώ είχε λαμπρές σπουδές στην Γερμανία, διδακτορική διατριβή και υφηγεσία.  Μια αφήγηση στον απόηχο μιας αλχημικής αποτυχίας που δεν τον αφήνει να κοιμηθεί. Ένας Τούρκος προδομένος από τους ομοεθνείς του και τον Σουλτάνο, κάτι πιο εύκολο να μιλήσεις γιαυτό από οτι ένας έλληνας προδομένος, όπως προσελάμβανε τον εαυτό του. 

Ο Μοσκώβ Σελήμ, λοιπόν, ένας άνθρωπος αταίριαστος στα όρια του έθνους του - και στα όρια του φύλου του όπως γράφει στο τέλος του διηγήματος ο συγγραφέας. Το γεγονός ότι η μητέρα του τον μεγάλωσε στο χαρέμι σαν κορίτσι, τον έκανε ευαίσθητο στο να καταλαβαίνει την άλλη πλευρά, να μπαίνει στη θέση του άλλου. Αυτό λοιπόν, το άλλο, το αλλόκοτο έως κωμικό για τους άλλους είναι που ενσαρκώνει ο Μοσκώβ Σελήμ. Ονειροπολεί πως είναι Ρώσος.  Θεωρεί ότι οι Ρώσοι είναι ο καλύτερος λαός.
Φτιάχνει μια κατοικία που μοιάζει με ρωσική ίζμπα, ζητά να του κατασκευάσουν ένα τενεκεδένιο σαμοβάρι για να κάνει πως πινει τσάι με τον ρωσικό τρόπο, έχει ένα τενεκεδένιο κουτί με θυμάρι, δυόσμο και αλιφασκιά που παριστάνει πως είναι τσάι.
Η ενδυμασία του είναι παράδοξος. Μπορεί να μην είναι τόσο αλλόκοτη όπως εκείνη του Μιχάλη του Προυσαλή, να μην φοράει τα ρούχα του σε διαφορετικές θέσεις και λειτουργίες, αλλά και πάλι ο συγγραφέας - αφηγητής θεωρεί "αρλεκινικό" τον τρόπο της ενδυμασίας του.
Ρώσικες μπότες, από τις δεκάδες χιλιάδες που πούλησαν στους κατοίκους οι Ρώσοι αποχωρώντας, κόκκινη ζώνη με εκατοντάδες πτυχές που τον τυλιγουν υπερβολικά από τη μέση μέχρι τους μαστούς, τούρκικο σκούφο χωρίς φούντα. Και φυσικά ρωσικό στρατιωτικό επενδύτη με μερικά καλογυαλισμένα ασημένια κουμπιά. Παράδοξε Τούρκε αδελφέ μου - τον αποκαλεί στην αρχή.
Χαρακτήρας στα όρια, με αλλόκοτη ενδυμασία - αρλεκινική -  με απόψεις που δεν μπορούν να γίνουν αποδεκτές από τον περίγυρο.
Δεν έχει κάποιο σημάδι στο μάτι ή στο πρόσωπο, αλλά ο συσχετισμός με τα σημάδια είναι έκδηλος όταν γίνεται αναφορά στις πληγές του. Στον πρώτο του τραυματισμό όταν ανδραγάθησε για να σώσει τη σημαία, αντιστοιχεί ένα "παράσημο" για την πληγή του από το σουλτάνο. Το παράσημο όμως δεν το παίρνει ποτέ γιατί το υπεξαιρεί δολίως ο χιλίαρχός του που είχε λιποτακτήσει. Ο ίδιος τον στέλνει στα καταναγκαστικά έργα, για να μην μπορεί να διαμαρτυρηθεί. 
Αναφορά στις πληγές - ως χάρτη από σημάδια - γίνεται από τον καλό γιατρό του νοσοκομείου τη δεύτερη φορά, ο οποίος αφού εμελέτησε τα ίχνη από τα σημάδια των πληγών στο σώμα του. κατέληξε σε ευμενές συμπέρασμα για το χαρακτήρα του. 
Ο ίδιος είναι ένα σημάδι για τη μητέρα του, όταν της δίνει μέσω του δεύτερου αδελφού του την ώρα που ετοιμάζεται αιφνιδίως να φύγει για τον πόλεμο στη θέση του λιποτάκτη  Χασάν, του μεγαλύτερου αδελφού του, ένα δακτυλίδι με διαμάντι. Η πέτρα του διαμαντιού θαμπώνει όταν είναι τραυματισμένος, το σημάδι που χάνει τη δύναμή του.  Η μητέρα του διαβάζει το σημάδι και ταλαιπωρείται, δεν αντέχει τη στεναχώρια και πεθαίνει. 

Αντιθέτως, ο περίγυρος, δεν μπορεί να διαβάσει το δικό του σημάδι, δεν μπορούν να διαβάσουν το κείμενο στο χαρτί που του έδωσαν όταν αποστρατεύτηκε Έτσι, οι συμπατριώτες του τον θεωρούν κατάσκοπο, κλέφτη, τον διώχνουν, τον κακοποιούν. Σαν να μην μπορεί γραφτεί πάνω του το σημάδι του Κάιν, το σημάδι που του έκανε ο άγγελος στο μέτωπο και  που θα τον έσωζε από το να τον σκοτώσουν οι άνθρωποι, μια  και ήταν περιπλανώμενος και  ύποπτος. 

Ο Σελήμ είναι σημαδιακός χωρίς στο σημάδι του. Μόνο με τα παράξενα ρούχα, ζηλεύοντας και ταυτιζόμενος με τους Ρώσους θα τολμούσα να πω με αυτούς που η λαϊκή φαντασία έχει ονομάσει ξανθό γένος. Χρυσομηλιγγάτος κατά φαντασίαν, αλλά αυτό ίσως είναι υπερβολή γιατί δεν αναφέρεται ποτέ αυτή η λέξη στο διήγημα. Μια σκάλα πιο κάτω. Για αυτόν τα ασημένια κουμπιά της στολής του, η ασημένια φορεσιά με την οποία θα ενδυθεί εθελοντικά για να πολεμήσει τον εχθρό.

Πόλυ Χατζημανωλάκη, 27 Απριλίου 2020  

Δεν υπάρχουν σχόλια: