Κυριακή, 30 Ιανουαρίου 2011

Η Ποδηλάτισσα ή μια Σταχομαζώχτρα της Αφρικής.


Να και μια ιστορία για μια Σταχομαζώχτρα της  Αφρικής…Στο διήγημα του Παπαδιαμάντη η γιαγιά  αποκαλούσε τον εγγονό της  «Γέρο». Εδώ τον Δαυίδ τα παιδιά τον φωνάζουν  Γκία Γκία…

ΠΟΔΗΛΑΤΙΣΣΑ,   Από το Βιβλίο Μνήμης του Αναστάσιου


Ο Γκία Γκία το απόγευμα της 23ης Δεκεμβρίου είχε γυρίσει στο σπίτι του χαρούμενος, γιατί από την επομένη θα σταματούσαν τα μαθήματα. Χωρίς να βγάλει τη στολή του, κρέμασε την πάνινη σάκα του σε ένα καρφί στον τοίχο και άνοιξε το ντουλάπι
όπου η γιαγιά του φύλαγε τα τρόφιμα. Υπήρχε μόνο μια φούχτα καλαμποκάλευρο –η γιαγιά το είχε αφήσει στην άκρη για να δυναμώσει λίγο ουγκάλι– και λίγο βρασμένο γάλα, σκεπασμένο με κίτρινη πέτσα από καϊμάκι. Η αδερφή του, η Γουαντζίρα,
που ήταν τεσσάρων χρονών, έπαιζε κατάχαμα με την κούκλα της. Δυο μύγες έκαναν επιδρομή στη μύξα που έτρεχε από τη μύτη της και τα μαλλιά της, κοντοκουρεμένα για να μην μπερδεύονται, είχαν πιάσει χώμα από το πάτωμα της καλύβας, που
είχε καιρό να πατηθεί.
Ο Δαυίδ –Γκία Γκία τον φώναζαν τα παιδιά κι έτσι είχε μάθει να τον λέει και η αδερφή του– δεν πεινούσε. Είχε πιει τσάι και τους είχαν μοιράσει μαζί πουτίγκα με σταφίδες στο σχολείο.
Κράτησε βέβαια ένα κομμάτι για τη μικρή στην τσέπη του. Παρατήρησε όμως με μεγάλη στενοχώρια, όταν έφτασε στο σπίτι, ότι μια στάμπα από λάδι είχε σχηματιστεί στο παντελόνι του. Η γιαγιά θα γινόταν έξαλλη.
«Να πας στο σχολείο με βρόμικη στολή», του είπε μια άλλη φορά που είχε γυρίσει στο σπίτι λερωμένος. Η γιαγιά δεν του χαριζόταν. Τα αγαπούσε τα εγγόνια της, ήταν δυο φορές παιδιά της, αλλά με έναν τρόπο πρακτικό, χωρίς πολλές τρυφερότητες.
Αποφάσισε ότι θα ασχολούνταν με το θέμα της στολής αργότερα και φώναξε την αδερφή του:
«Έλα να πιεις».
Η μικρή τον κοίταξε με τα δυο μεγάλα της μάτια και του έδειξε την κούκλα της.
«Μετά θα πιει και η κούκλα», είπε ο Γκία Γκία που ήταν μόλις επτά χρονών.
Της έβαλε γάλα κι ύστερα έβγαλε από την τσέπη του το κομμάτι το γλυκό, το έκοψε σε μικρά κομματάκια και τα έβαλε σε ένα πήλινο πιατάκι μπροστά στη μικρή. Έμεινε εκεί να τη βλέπει να τα πιπιλά αργά αργά σαν γλειφιτζούρι και να τα λιώνει στο στόμα της. Εκείνος της το είχε μάθει αυτό, για να της κρατά το φαγητό περισσότερο και να μη σώνεται.
«Πού είναι η γιαγιά;» ρώτησε τη μικρή Γουαντζίρα μη περιμένοντας απάντηση.
Η μικρή ήξερε να μιλά και να λέει τα τραγουδάκια που της μάθαινε ο Δαυίδ όταν γύρναγε από το σχολείο, αλλά σπάνια απαντούσε όταν τη ρωτούσες κάτι. Μιλούσε μόνη της, συνήθως στην κούκλα της. Αυτή η κούκλα είχε έρθει από το σχολείο, τα περασμένα Χριστούγεννα, μέσα σ’ ένα δέμα με παιχνίδια που είχαν παραλάβει στην ιεραποστολή. Παρά το ότι το σχολείο ήταν για αγόρια, το δέμα περιείχε και κούκλες, αλλά ο Δαυίδ είπε πως είχε χαρεί, γιατί του έδωσαν μία να την πάει για δώρο στην αδερφή του. Η κούκλα ήταν κατάμαυρη από τη βρόμα, αλλά τα κατάξανθα και ολόισια σαν πράσα μαλλιά της εξακολουθούσαν να δείχνουν ότι ο κατασκευαστής είχε ένα συγκεκριμένο πρότυπο ομορφιάς. Για τη Γουαντζίρα ωστόσο, αυτό δεν είχε σημασία και της φερόταν όχι σαν σε μωρό ακριβώς, αλλά σαν να ήταν το alter ego της.

Η γιαγιά είχε βγει για δουλειά. Δεν ήταν η πρώτη φορά που αναγκαζόταν να λείψει για μερικές μέρες, αφήνοντας τη φροντίδα της μικρής στη γειτόνισσα. Τι φροντίδα δηλαδή, να ρίχνει πότε πότε μια ματιά στην καλύβα ώσπου να γυρίσει ο Γκία Γκία
από το σχολείο και να τη βλέπει, καθισμένη μονίμως κατάχαμα, να μιλάει στην κούκλα της.
Η γιαγιά ήταν από τις γυναίκες που δεν φοβόταν να κάνει οποιαδήποτε δουλειά. Καλλιεργούσε γλυκοπατάτες σε ένα μικρό κομματάκι γη έξω από την καλύβα και έπλεκε κιόντας από πλαστικές σακούλες που μάζευε από τα σκουπίδια. Το κύριο εισόδημα όμως που της εξασφάλιζε τα προς το ζην προερχόταν από μια
ασυνήθιστη δουλειά. Είχε ένα ποδηλατοκίνητο τρίκυκλο, ένα μεταποιημένο ποδήλατο με καρότσα, που το χρησιμοποιούσε για να κάνει μικρής κλίμακας μεταφορές. Ποδηλατούσε κουβαλώντας φορτία πενήντα, εβδομήντα, ακόμα και εκατό κιλών. Μπορούσε δηλαδή να σηκώσει έναν επιβάτη με το εμπόρευμά του για το παζάρι. Δεν είχαν ξαναδεί στο χωριό γυναίκα να κάνει ποδήλατο.

Όταν η γιαγιά περνούσε από τα άλλα χωριά, τα παιδιά γελούσαν και την κορόιδευαν. Στο χωριό της όμως, ίσως επειδή ήξεραν για τα ορφανά, ίσως επειδή της είχαν εμπιστοσύνη, την προτιμούσαν για να τους μεταφέρει κάπου, ιδίως γυναίκες που έπρεπε να κουβαλήσουν τα λαχανικά τους σε αποστάσεις που κανονικά θα τους έπαιρνε τέσσερις ώρες, αν τις έκαναν με τα πόδια. Οι συγχωριανοί της την πλήρωναν σε είδος, μια κι ήταν αυτοί φτωχοί. Εκείνη το δεχόταν χωρίς να διαμαρτύρεται και σιγά σιγά, μαζεύοντας μικροποσότητες από τρόφιμα, κατάφερνε να εξασφαλίζει τα απαραίτητα για τον εαυτό της και για τα δύο ορφανά.
Τα παιδιά ήταν της κόρης της, της Ρουθ, που πέθανε από πνευμονία πριν τέσσερα χρόνια, αφήνοντας πίσω της ένα νεογέννητο και τον τρίχρονο Δαυίδ. Η Ρουθ ήταν ένα από τα θύμα τα του AIDS που δεν είχε κάνει καμιά θεραπεία, γιατί ο άντρας της, όταν ο ίδιος υποψιάστηκε ότι είχε κολλήσει την αρρώστια, δεν είχεθελήσει να εξεταστεί. Ο φόβος του στίγματος ήταν πολύ μεγάλος, ιδιαίτερα για ένα διοικητικό υπάλληλο του Μελισσοκομικού Κολεγίου του Μόλο. Είχε δανειστεί χρήματα για το σπίτι που έμεναν, που φυσικά πουλήθηκε σε δημοπρασία όταν πέθανε η Ρουθ. Εκείνος, μη αντέχοντας να αντιμετωπίσει την κατάσταση, είχε από καιρό εξαφανιστεί.
Η γιαγιά είχε ακόμα ένα γιο, τον Καρέγκα. Ήταν καλός μαθητής, πήγαινε στο σχολείο της ιεραποστολής, αλλά κάποιοι φίλοι τού άλλαξαν τα μυαλά και άρχισαν να του μιλούν για  τις αδικίες που γίνονται στο λαό τους και για τον «όρκο των Πολλών». Ένας από τους συμμαθητές του μάλιστα, ο Νιένζι Κιέρα, παραλίγο να συλληφθεί σε μια επιχείρηση της αστυνο μίας. Η γιαγιά ήταν σκληρό καρύδι και απαγόρεψε στο γιο της να βλέπει το φίλο του. Ο Καρέγκα όμως της έμοιαζε και έτσι, μια μέρα, έφυγε από το σπίτι. Η γιαγιά –όσο αυτό ήταν δυνατό– είχε αποφασίσει να τον ξεχάσει και να μη μιλάνε γι’ αυτόν.
Μετά το θάνατο της κόρης της, πήρε τα παιδιά μαζί της στο χωριό. Ωστόσο, το ποδήλατο το χρωστούσε σ’ αυτόν. Ήταν ένα παλιό ποδήλατο που είχαν φέρει από την Ουγκάντα στο υπαίθριο συνεργείο της Κιμπέρα, όπου έπιασε δουλειά ο Καρέγκα όταν έφυγε από το σπίτι. Είχε πείσει το αφεντικό του να του το χαρίσει αντί για τα μεροκάματα τριών μηνών και το χρησιμοποιούσε για να κάνει μικροθελήματα. Ο Καρέγκα έμαθε ότι πέθανε η Ρουθ. Δεν πρόλαβε να πάει στην κηδεία, αλλά πήγε στο χωριό να τους δει. Της είπε τότε πώς βγάζει το ψωμί του με το ποδήλατο και η γιαγιά τού ζήτησε να τους το δώσει για να βοηθήσει τα ανίψια του. Το μετέτρεψε λοιπόν σε τρίτροχο στο συνεργείο και κανόνισε να το φέρει ο ίδιος δεμένο στην οροφή ενός λεωφορείου μέχρι το Μόλο και από κει στο χωριό τους ποδηλατώντας.
Τα παιδιά φωνάζουν από το δρόμο τον Γκία Γκία για να παίξουν. Αύριο δεν έχουν σχολείο, είναι παραμονή Χριστουγέννων. Προσποιούνται ότι ξέρουν καράτε και μπουρδουκλώνονται σε αστείες φιγούρες πάλης. Ο Δαυίδ είναι ο καλύτερος σε αυτά τα κόλπα. Μια ομάδα θεατρίνων που είχε έρθει στο Μόλο είχε κάνει επίδειξη καράτε και τα παιδιά είχαν τόσο ενθουσιαστεί από τις φιγούρες και τις κραυγές, που άρχισαν κι αυτά να παλεύουν στα ψέματα. Από τότε και ο Δαυίδ πήρε το παρατσούκλι Γκία Γκία.

Η γιαγιά θα έρθει αργά το βράδυ κουρασμένη αλλά χαρούμενη. Επειδή είναι Χριστούγεννα, υπάρχει μεγαλύτερη ζήτηση  για μέλι και από το Κολέγιο της ζήτησαν να μεταφέρει ένα φορτίο στην πόλη. Την πλήρωσαν μάλιστα με χρήματα, που της
είναι απαραίτητα για τα δίδακτρα του σχολείου του Δαυίδ.»


Απόσπασμα από το βιβλίο μου  «Τα αινίγματα του Ν’ γκόρο» που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις ΡΟΕΣ




http://farm4.static.flickr.com/3055/2891661908_0065ee026c.jpg?v=0

6 σχόλια:

Ανώνυμος είπε...

I usually don’t post in Blogs but your blog forced me to, amazing work.. beautiful ….

ritsa masoura είπε...

Αχ, αχ!!! Ευτυχώς παίρνω σιγά σιγά μια ιδέα της υπέροχης δουλειάς, Πολυ μου.

Πόλυ Χατζημανωλάκη είπε...

@Anonymous,
thank you...

Πόλυ Χατζημανωλάκη είπε...

Ρίτσα μου,
πόσο χαίρομαι που σου αρέσει...σε ευχαριστώ για τον καλό σου λόγο και την ενθάρρυνση!

Α. Δ.Ε. ΒΑΛΜΑΣ είπε...

Τώρα το είδα μέσα από το Facebook. Μια άλλη πραγματικότητα από αυτή που έχουμε συνηθίσει εμείς οι ανεπτυγμένοι δυτικοί. Πολύ όμορφο σας ευχαριστώ.

Πόλυ Χατζημανωλάκη είπε...

@Α.Δ.Ε. ΒΑΛΜΑΣ, εγώ σας ευχαριστώ για την επίσκεψη και τα λόγια σας!