Παρασκευή, 22 Απριλίου 2011

Παράξενοι ταξιδιώτες στο τελευταίο της ζωής τους ταξίδι…



Η ιστορία του θαλασσοδαρμένου Κωνσταντή που ναυάγησε το πλοίο του και πνίγηκε αλλά την ώρα που πνιγόταν παρακάλεσε την Παναγία να τον μεταφέρει στο χωριό του είναι το θέμα του "Νεκρού Ταξιδιώτη"του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη.
Στα όρια της αλήθειας και της φαντασίας, η Παναγία τον άκουσε και έκανε το θαύμα της. 
Έτσι, στο αριστουργηματικό αυτό διήγημα, το νεκρό σώμα του,  ως πλοίο,  ταξίδεψε σαράντα τόσα μίλια στη θάλασσα για να φτάσει στην παραλία κοντά στο νεκροταφείο... 

Ένα θαλάσσιο ταξίδι προς τον τάφο, μια διαπόντια κηδεία ίσως, που θυμίζει με το μαγικό ρεαλισμό της,  Μαρκές. 

Ίσως για αυτό κάποτε ο   εμπνευσμένος θίασος της Γιολάντας Μαρκοπούλου (http://culture.ana-mpa.gr/view5.php?id=5789)  φαντάστηκε δίπλα – δίπλα το «Ο πιο όμορφος νεκρός» του Μαρκές, με τον Εστεμπάν τον νεκρό που ξεβράζει σε ένα χωριό της Λατινικής Αμερικής η θάλασσα και γίνεται αντικείμενο περιέργειας, ενδιαφέροντος έως και λατρείας των κατοίκων και το «Νεκρό Ταξιδιώτη» του Παπαδιαμάντη, που  η θάλασσα τον έβγαλε απαλά στην άμμο, σε έναν όρμο στο ίδιο του το νησί, ξένο και αγνώριστο και αυτόν από τους συγχωριανούς του. 

Αυτό το ύστατο  ταξίδι του νεκρού, η τελετουργική πορεία προς την τελευταία του  κατοικία, δίνεται υπαινικτικά και στο μοναδικό ταξίδι του παππού στο ομώνυμο διήγημα του Γεωργίου Βιζυηνού, όπως εύστοχα επισημαίνει ο Steven Hawley, o φοιτητής της καλής φίλης  Δήμητρας Τζανιδάκη – Kreps στο Πανεπιστήμιο του Reading, όταν ανακαλύπτει ότι το ταξίδι του παππού ήταν προδιαγεγραμμένο ταξίδι προς το θάνατο,  από τότε που ήταν ταμένος στον Άγιο Τάφο και όλο το ανέβαλε ακόμα και τότε που πάλευε με τον Άγγελο περιμένοντας να τον προλάβει ο εγγονός του.

Απόψε, τη Μεγάλη Παρασκευή,  που αυτό το ταξίδι, η εκφορά του Νεκρού,  θα φτάσει  με τελετουργική λαμπρότητα -  ασυμπτωτικά σχεδόν -  την τέλεια αναβολή, μια και μετατρέπεται  συμβολικά σε περιφορά  του επιταφίου, 


έκανα αυτές τις σκέψεις και προτείνω να ξαναδιαβάσουμε  το απόσπασμα για το μαγικό αυτό ταξίδι από τον Παπαδιαμάντη:


«…ο άνθρωπος αφήκε την τελευταίαν του πνοήν υπό το κύμα, όπου εβυθίσθη κατ’ αρχάς, είτα το νεκρόν σώμα ανέδυ εις την επιφάνειαν, κ’ έβαλε πλώρην, καθώς είπεν ο αδελφός του, φερόμενον υπό των κυμάτων, κατά την νοτιάν. 

Και αρμένισεν, αρμένισεν πολλά μίλια εωσότου έφθασεν εις το θαλάσσιον τρίστρατον, τον πλατύν πορθμόν, τον μεταξύ Αρτεμισίου, της Σηπιάδος άκρας του Παγασαίου κόλπου, και των Σποράδων. Εκεί εταλαντεύθη πολύ, συρόμενον πότε από τα ρεύματα, πότε ωθούμενον από τ’ απόγεια της ξηράς και από τας θαλασσίας αύρας, τέλος έβαλε πλώρην κατά τον λεβάντην και τον σορόκον. Διαπόντιος νεκρός, χωρίς ποτέ να γίνεται υποβρύχιος. Τα κύματα, ως να ώκτιρον τον ποτέ ναύτην, μαλακά μαλακά τον προέπεμπ(τ)ον εις τον πένθιμον δρόμον του.

 Τα ψάρια του αφρού επήδων τριγύρω του, εδοκίμαζον να τον πλησιάσουν, και πάλιν, ως να ηλαύνοντο από αόρατον δύναμιν, έφευγον μακριά του. Τα δελφίνια τον παρέκαμπτον ευλαβώς, αι φώκαι εκρύπτοντο εις τα υποβρύχια άντρα των, τα σκυλόψαρα υπεχώρουν εις την διάβασίν του. Ο θαλασσοπόρος νεκρός, ως να είχε ακόμη πυξίδα και πηδάλιον εις αυτό το σκέλεθρόν του, δεν έχασε ποτέ την κατεύθυνσίν του. Διέπλευσεν ακόμη οκτώ ή δέκα μίλια, όλον το νότιον πλάτος της μικράς νήσου του, και είτα εστράφη πάλιν. 

Έβαλε πλώρην κατά τον βορράν, και ήρχισε να ειπλέη εις τον λιμένα της πατρίδας του…
Είχε διανύσει περί τα σαράντα μίλια, εις τόσας πολλάς ημέρας. Δεν ήτο ταχύς, αλλά βραδύς εις τον πλουν του. Δεν εβάδιζεν εις την χαράν του, έβαινε εις την κηδείαν του. Και δεν ηδυνήθη να προσεγγίση εις καμμίαν μεμακρυσμένην θαλασσίαν αγκάλην., δεν επήγε να σταματήσει εις κανένα απόκεντρον όρμον, εις κανένα έρημον αιγιαλόν της νήσου του. Δεν εστάθη να αναπαυθή εις καμμίαν ύφαλον, εις καμμίαν σύρτιν ή άμμον. Επήγε κατ’ ευθείαν εις τον θαλάσσιον λόφον του Κοιμητηρίου εις τα δυτικά της πολίχνης, και προσωρμίσθη εις την μικράν ακτήν, κ’ εκεί έμεινε.


Η ζωή του αθόρυβος, ταπεινή και μετριόφρων. Εις τον θάνατον του δεν ήθελε να δώσει κόπον εις τους ανθρώπους,, Προς τι να τον κουβαλούν εις οικίαν, εις εκκλησίαν και να τον πομπεύουν δια της αγοράς; Αγοραίαν κηδείαν δεν ήθελεν. Ήρκει να ευρεθούν δύο χριστιανοί να τον ανεβάσουν δύο βήματα παραπάνω, ήρκει να σκάψουν δυο τρεις σπιθαμάς εις το χώμα και να τον καλύψουν, και εύρισκον το έλεος εις την ψυχήν των. Αν ο παπα – Στάμος ή ο παπα- Γληόρης ή και ο πάτερ Ιωακείμ ακόμη, ο μοναχός ο περιπλανώμενος, ήρχετο να είπη το Μετά πνευμάτων, καλώς θα είχεν, Άλλως ο Θεός τα ήξευρε.»


Ολόκληρο το κείμενο από «Tο μόνον της ζωής του ταξείδιον», εδώ: http://www.snhell.gr/anthology/content.asp?id=307&author_id=74
Το απόσπασμα από το Νεκρό Ταξιδιώτη του Αλ. Παπαδιαμάντη είναι από τον Δ΄ τόμο των Απάντων (Κριτική έκδοση Ν. Δ. Τριανταφυλλόπουλου)


Εικόνες από το διαδίκτυο:

Δεν υπάρχουν σχόλια: