Δευτέρα, 13 Ιουνίου 2011

Όπου το καυκίον της χελώνης παραβάλλεται με το φόρεμα(κολόβιον) της γυναικός και το χάσκον στόμα της πολυλογίας γίνεται φρέαρ, βάραθρον και πύλη της κολάσεως στον Παπαδιαμάντη…


‘Ο ζωγράφος μεταχειρίζεται χρώματα και  πινέλλα, λάδι, νεύτι, και άλλα. Ξαίρει όμως ότι πίσω απ’ το τελλάρο του υπάρχει μια φοβερή, βαθειά μαύρη τρύπα...’
από τη σεμνή προσευχή του Ν.Ε.Εγγονόπουλου
(πεζά κείμενα, 1938, εκδ. Υψιλον)

Όταν ο Παπαδιαμάντης στη Γυφτοπούλα του περιγράφει τη μοναχή Σιξτίνα, αυτή με το περιεσφιγμένο στόμα, «που το στόμα της ήταν τόσον ερμητικώς κεκλεισμένον ώστε να φαίνεται ως κωφάλαλος»  αυτή που δεν άφηνε να της ξεφύγει ούτε  λέξη, ούτε σκέψη, ως «χελώνη»  λέγοντας μάλιστα ότι δεν είναι απίθανον το καυκίον της  να δύναται να παραβληθεί. «προσφυώς» με το κολόβιον, το φόρεμα της γυναικός, 

 ο αναγνώστης δεν μπορεί  παρά να κατανεύσει  ενθυμούμενος το κολόβιο της Λ(ι)αλιώς της ομιλητικής, στη Νοσταλγό, τότε που εκείνη  δραπετεύει από τον σύζυγό της με την κλεμμένη βάρκα και τον Μαθιό, τον αποβληθέντα μαθητή από το Γυμνάσιο της Χαλκίδας, το alter ego του συγγραφέα, και με μια γρήγορη κίνηση το βγάζει και  μένει με το μισοφόρι…Το μεν κολόβιο γίνεται πανί της βάρκας,  η δε Λαλιώ, δεν σταματά να μιλά σε όλη τη διαδρομή, να αφηγείται την ιστορία της και να υποδεικνύει με ευφράδεια στρατηγικές διαφυγής από τον σύζυγο, τον επίσης «πολύλογο» κυρ Μοναχάκη…

 

(πρβλ. και το «Όπου από ένα μικρό ορθογραφικό λάθος του Παλαμά, η Μούσα του Παπαδιαμάντη, η Λιαλιώ η Νοσταλγός, γίνεται Λαλιώ η ομιλητική…» στις Πινακίδες από κερί καθώς και  και τη συζήτηση που γίνεται εκεί για την ευφράδεια της Λ(ι)αλιώς και την για την περίσφιξη του στόματος της Χτυπημένης στο ομώνυμο διήγημα: http://waxtablets.blogspot.com/2011/04/blog-post_28.html )

Το καυκίο της χελώνης  και το κολόβιο της γυναικός, ιδιόμορφες εικόνες του «πώματος» που φράσσει το ανθρώπινο στόμα, από όπου εκπορεύεται η προφορική ομιλία – ο «στοματικός διάλογος» κατά λέξη (Α΄ τόμος, ΝΔΤ, σελ.  425) που σχεδιάζει ο θετός αδελφός της Γυφτοπούλας, ο Μάχτος, με τον Παπαδιαμάντη να δίνει την έμφαση  στο όργανό της, την στοματική κοιλότητα...Το πώμα, η πύλη που όταν αφαιρείται,  τα στόματα αποκαλούνται υποτιμητικά «απύλωτα» - όπως τα στόματα των Ανθέμιου και Γεράσιμου στο Βαρδιάνο στα Σπόρκα (Β΄. ΝΔΤ, σελ. 559), τα οποία μπορούν «φωνάζουν επί ώρας» και εκάτερος να υποστηρίζει  τα επιχειρήματά του «δια φωνών μέχρι διαρρήξεως του λάρυγγός του» και ενίοτε παρομοιάζονται με την βρύση, «ως κρουνός ον άπαξ εξέστρεψέ τις» όπως αναφέρεται στην Μετανάστιδα, ή «χείμαρος εκ του λάρυγγος» όπως ξεχύνονται οι κατάρες από το στόμα της Εφταλουτρούς στη Γυφτοπούλα…


Το στόμα το απύλωτο αποκαλείται με βδελυγμία κρουνός, από όπου φεύγει ο λόγος, «με έφυγεν ο λόγος» σαν νερό, το νερό που ρέει και που στο κελάρυσμά του αποδίδονται οι επικίνδυνες ιδιότητες της λήθης, της αμαρτίας και της πτώσεως (πρβλ. Ο ηδύς μορμυρισμός του ύδατος και η τελική νίκη της λήθης στην Εξοχική Λαμπρή του Παπαδιαμάντη εδώ: http://waxtablets.blogspot.com/2010/03/blog-post_31.html)

Η  προφορική ομιλία απαξιώνεται και χαρακτηρίζεται, μορμυρισμός, βόμβος, απειλεί να διαρρήξει τα ώτα όταν είναι πολύ δυνατή και αντιμετωπίζεται με περιφρόνηση για να θυμηθούμε τις αναξιόπιστες φθονερές συνομιλίες, τους αφόρητους  «πτερόεντας διαλόγους»  των γυναικών  στο «Απόλαυσις στη γειτονιά» που μεγεθύνουν με αναλγησία και κακοβουλία το σκάνδαλο γύρω από τον εκούσιο  θάνατο του νεαρού Μιχαλάκη,  και τα  κοάσματα των βατράχων όταν αναφέρεται στην ακατανόητη ομιλία των κουακερίδων, της Αμερικής στη  «Μαυρομαντηλού»...

Η απαξίωση αυτή επιβεβαιώνεται από την αντίρροπη υπερβολική σημασία του γραπτού λόγου και της επιστολής και της τεράστιας σημασίας της αλληλογραφίας – « επί έτη μη επιστείλας»  ο Τζον Στόθισον ο Αμερικάνος, χαμένος δηλαδή, «ουδέ γράμμα έστειλε πλέον» ο αδελφός του Γιαννιού στη Μαυρομαντηλού που ισοδυναμεί με εξαφάνιση, ενώ αντιθέτως ο μεταμεληθείς Ζέννος στην Μετανάστιδα έχει ελπίδα σωτηρίας στο τέλος του μυθιστορήματος, διότι «διήγε μεν πλάνητος βίον» αλλά «έγραφεν ενίοτε επιστολάς προς τον πατέρα αυτού» (Α, ΝΔΤ, 131)

Απαξιώνεται ο πομπός, το στόμα, απαξιώνεται και ο δέκτης, το αυτί,  με την πληθώρα των αρνητικών εικόνων των ωτακουστών – με πρώτη διδάξασα την Κάκια στη Μετανάστιδα, ή τον Μάχτο στη Γυφτοπούλα -  αλλά και πλήθος άλλων που υποκλέπτουν συνομιλίες και ιδιωτικές στιγμές, ακόμα και προσευχές, για να θυμηθούμε τον βοσκό που υπέκλεπτε την εξομολογητική προσευχή του  ήρωα - alter ego του συγγραφέα στο ξωκλήσι στην Γλυκοφιλούσα… «Εγώ είμαι το αυτίον της γης», λέει η δόλια κυρία Ρίζου στον Ζέννο στη Μετανάστιδα, επισφραγίζοντας ότι και η χοάνη δέκτης, το αντηχείο του ανθρωπίνου σώματος, συγκεντρώνει παρόμοιες  αρνητικές συνδηλώσεις, όπως και το απύλωτο στόμα από όπου ξεφεύγουν σαν από  ξεχασμένο κρουνό οι ανεξέλεγκτες ομιλίες…


Ο πομπός και ο δέκτης,  το στόμα κρουνός και το αυτίον χοάνη, για να επιτελέσουν την κακόβουλη αποστολή της αποπλάνησης  ενίοτε συγχέονται. Και το στόμα μετατρέπεται σε βάραθρον που προσπαθεί να ρουφήξει το υποψήφιο θύμα. Δεν υπάρχει γλαφυρότερη αναπαράσταση του στόματος  που ενώ εκχέει την ομιλία με δόλο και πρόθεση την πλάνη, μετατρέπεται το ίδιο σε πύλη της Κολάσεως, από το στόμα της Τασούς στον Καλόγερο… 

 «…η γραία μετέβαλλε πάλιν μορφήν, ήνοιγε το στόμα της ως φρέαρ, τα μέλη του σώματός της εξηλείφοντο, εγίνετο όλη στόμα, στόμα χάσκον και έτοιμον να καταπίει. Αυτή ήτο η πύλη της Κολάσεως, κι εκείναι (οι κόρες της) οι δύο δράκοντες οι αγρυπνούντες μη τις των αμαρτωλών εξέλθει της Γεέννης.» (Ο Καλόγερος, Β, ΝΔΤ, 337)
 Μια τέτοια πύλη με ζοφερές συνέπειες για το υποψήφιο θύμα, όπου κινδυνεύει να παρασυρθεί και αμετάκλητα να απορροφηθεί, είναι το στόμα του Μπούφου, του ανθρωπόμορφου μυθικού όρνεου στο «Τ’ Μπουφ’ του π’ λι, Γ, ΝΔΤ, 651) , όπου

«η μαύρη μορ­φή του συγχέεται και γίνεται εν με το βάθρον και με την σκοπιάν του, ανοίγει μίαν σπιθαμήν το πλατύ και λαίμαργον στόμα, του, και τα καημένα τα πουλάκια, απατώμενα από τον μέλανα γνόφον, καθώς πλέουν εις το κενόν, έρχονται ωσάν τυφλά και πέφτουν μέσα εις το χάσκον, το σπηλαιώδες στόμα του μπούφου.»
 
Η στοματική κοιλότητα ως πύλη της Κολάσεως, ως θύρα του θανάτου παραπέμπει στη χοάνη, το Κοχύλι, σε ένα γεωγραφικό σχηματισμό που επανέρχεται στα Παπαδιαμαντικά κείμενα για να σημάνει την πύλη του θανάτου – μυθικό πέρασμα, στον άλλο κόσμο (πρβλ το βάραθρο του θανάτου και το αντηχείο του Κοχυλιού στο «Μυρολόγι της φώκιας» του Παπαδιαμάντη, εδώ: http://waxtablets.blogspot.com/2011/02/blog-post_08.html ) . Εκεί συμβαίνουν περάσματα και ενίοτε μακάβριες ανταλλαγές με τον κάτω κόσμο, όπως για παράδειγμα «Μυρολόγι της φώκιας» με την υπερχύλιση του νεκροταφείου,  συναντήσεις με τα φαντάσματα των θυμάτων στη Φόνισσα, ή όπου καταλήγει το υπερπόντιο ταξίδι του νεκρού πριν την ταφή στο Νεκρό Ταξιδιώτη…

Με τον ίδιο τρόπο, χοάνη ως πρόσκληση, για το επέκεινα, είναι και η «χιβάδα» - αχιβάδα ( κοιλότητα – κοχύλι)  – του ιερού βήματος στη Γλυκοφιλούσα, όπου εκτίθεται η εικόνα της Παναγίας με τους στεφάνους των ανδρογύνων και τα «γυμνά κόκκαλα ακόμη και, τρυφερά κρανία μικρών παιδίων» οι ψυχές των οποίων με σκανδαλώδη για τα Ορθόδοξα ήθη τρόπο μπορεί να μην πέφτουν ωσάν τυφλά πουλιά  στο σπηλαιώδες στόμα του Άδου, προσκαλούνται όμως, όπως επισημαίνει και ο
Guy (Michel) Saunier στο βιβλίο του (*)  από την Παναγία στον Θάνατον. Εφόσον,…
«τα λευκά κόκαλα και τα κρανία τα τρυφερά ήσαν άσπιλα λείψανα παιδίων, τα οποία είχεν ευδοκήσει να καλέσει ενωρίς εις τον Παράδεισον, πλησίον του υιού της του ειπόντος «Άφετε τα παιδία έρχεσθαι προς με και μη κωλύετε αυτά», η Παναγία η Γλυκοφιλούσα.» 
"Άφωνοι", της Παυλίνας Παμπούδη
Το στόμα το απύλωτον,  από όπου όπως και από το πιθάρι της Πανδώρας έχει αφαιρεθεί το πώμα, γίνεται η αφορμή να ξεπηδήσουν τα δεινά του προφορικού λόγου που προκαλούν  «κήδεα λυγρά» στους ανθρώπους και  μετατρέπεται ανεπαισθήτως στο Παπαδιαμαντικό έργο  σε φρέαρ, σε αβυσσαλέο βάραθρο  που έλκει τα  θύματά του  στον φρικαλέο τόπο του Άλλού…Και με ένα μονότονα και μοιραία επαναλαμβανόμενο τρόπο, το Αλλού επιλέγει να στήνει τα δίχτυα του και τα περάσματά του  σε κοιλότητες σαν το Κοχύλι ή σαν τη χιβάδα του ναού της Γλυκοφιλούσας…
 
Τα παραθέματα προέρχονται από την Κριτική έκδοση των Απάντων του Αλ. Παπαδιαμάντη του Ν. Δ. Τριανταφυλλόπουλου.
 (*) Guy (Michel) Saunier, Εωσφόρος και Άβυσσος, ο προσωπικός μύθος του Παπαδιαμάντη, εκδόσεις Άγρα, 2001
Ευχαριστίες:
Ευχαριστώ θερμά την αγαπητή φίλη Δρ. Δήμητρα Τζανιδάκη –
Kreps, καθηγήτρια Ελληνικής Λογοτεχνίας στο Πανεπιστήμιο του Reading,  για την καίρια και  καταλυτική  αναφορά  του παραθέματος με την «μαύρη τρύπα» από τη  Σεμνή  Προσευχή  του Νίκου Εγγονόπουλου…
 Εικόνες από το διαδίκτυο: 
http://farm3.static.flickr.com/2003/2232042593_9e8ffb37bd.jpg
http://4.bp.blogspot.com/_8RCl-4AHixs/TVFNH_nk4sI/AAAAAAAACfo/7tOd1_3p44U/s1600/sea_cave__1.jpg
http://2.bp.blogspot.com/_8RCl-4AHixs/TVFM76Vw0dI/AAAAAAAACfY/_YDSIidXA-s/s1600/descent.jpg
http://3.bp.blogspot.com/_S7sr3elucE8/SP0bGsDV2NI/AAAAAAAABXc/TsZXRLUVZuY/s1600/mouth%2Bshut
 http://2.bp.blogspot.com/-sS54jrYxIIU/TbZAY5QUuKI/AAAAAAAADLs/-5a1Y-chmDI/s1600/scream2.jpg
http://farm3.static.flickr.com/2487/4059539986_129c1da6e0.jpg

1 σχόλιο:

Γιώργο Μπατζιλή είπε...

Η εκφορά λόγου εκπέμπει ρίσκο. Στην αρχιτεκτονική εκφορά λέγεται η γεφύρωση χάσματος ή ανοίγματος και αντιστοιχεί στο οριζόντιο στέλεχος της Αψίδας, φαίνεται στη Πύλη των Λεόντων αλλά και στις σκεπές των γιγαντόσπιτων της Ν.Ευβοίας κλπ.Εάν η Ρώμη θεμελίωσε παγκοσμίως τις αψίδες με αρμό ωστόσο και η Αθήνα δημιούργησε τις μαρμάρινες όπως φαίνεται στη διόροφη πύλη τού Αδριανού. Συνεπώς η εκφορά λόγου ή αφηγείται γέφυρες αψίδων ή πλίνθοι και κέραμοι ατάκτως εριμένοι, όπως και νάχει το ρίσκο είναι εν των ων ουκ άνευ.