Τρίτη, 21 Ιουνίου 2011

Φονικά στους Κήπους: Η Φραγκογιαννού μεταξύ ανθρωπίνης, θείας και αγρίας κατάστασης

Μέσα στο σύνολο του έργου του Παπαδιαμάντη η Φόνισσα κατέχει μια ξεχωριστή θέση. Όχι μόνο για την κοινωνική της διάσταση, μια και καταπιάνεται με την δεινή μοίρα των γυναικών, αφού σύμφωνα με την ακλόνητη πεποίθηση  της ηρωίδας τα κορίτσια όταν γεννιούνται θα έπρεπε κανείς «να τα καρυδοπνίγει», ούτε  βέβαια μόνο για την απαράμιλλη Ντοστογιεφσκική σπουδή στις τύψεις και τις Ερινύες που βασανίζουν τη  Φραγκογιαννού με τον «ψηλωμένο» νου, ούτε φυσικά μόνο για τις σκανδαλώδεις θεολογικές και παρερμηνευτικές κρίσεις στις οποίες ο  συγγραφέας επανέρχεται και αλλού αφήνοντας να εκπορεύονται από τη σκέψη και το λόγο της καινά,  παράδοξα ενδεχόμενα για τη δική του ορδόδοξη σκέψη και πίστη…

Το νήμα της αναδρομής στο παρελθόν

 Η περιπλάνηση, η φυγή της Φραγκογιαννούς, της Φόνισσας, αναπότρεπτη μετά τους διαδοχικούς και αποτρόπαιους  φόνους των μικρών κοριτσιών – για να τα γλυτώσει από την τραγική τους μοίρα   που θα βαραίνει αυτά  και τους δικούς τους – ξεδιπλώνει την αφήγηση, επιτελώντας μια ασυνήθιστη αναδρομή στις αναμνήσεις της, και περιδιαβαίνοντας στην τοπογραφία του γενέθλιου τόπου  ηρωίδας και συγγραφέα, αντιμετωπίζοντας  με αλλόκοτη σειρά και διαδρομές περιοχές που ενθυλακώνουν την μνήμη της χαρακτηριστικά περιστατικά και περιοχές που επανέρχονται και σε άλλα διηγήματα, όπως το ρέμα με τα καβούρια (Δαιμόνια στο ρέμα) ή το Κοχύλι (το Καμίνι).
Η Φραγκογιαννού κατά τη διαρκή φυγή,  δραπέτευσή της από την μια τοποθεσία στην άλλη,  όπου προσπαθεί να βρει καταφύγιο, παλινδρομεί διαρκώς κρατώντας ένα δικό της νήμα αναμνήσεων, ανατρέχοντας στο παρελθόν, μετατρέποντας το τοπίο σε ένα τοπίο μνήμης. Επανέρχονται ο γάμος, οι  γέννες,  σκηνές από τη ζωή της πολίχνης, την εφηβεία της, τη σκληρή δουλειά της επιβίωσης,  ψάχνοντας στις κοιλότητες του τοπίου και σε άλλα απάτητα μέρη που μόνο αυτή γνωρίζει, το χαμένο χρόνο της παιδικής της   ηλικίας, «εκεί θα ήταν το άσυλόν της, εκεί όπου ήσαν οι αναμνήσεις της παιδικής ηλικίας της», καταφεύγοντας ακόμα και μέχρι την βρεφική κατάσταση. «Ήρχισε να ναναρίζεται μόνη της, υποψυθιρίζουσα ένα τραγούδι ως μοιρολόγι»…



Το νησί ως τοπίο μνήμης
Το νησί ολόκληρο, λειτουργεί  μέσα στο μυαλό της, σαν ένα πλέγμα, μια κερήθρα που στα κελιά της τοποθετούνται οι σκηνές και οι εσωτερικές αφηγήσεις, τα πρόσωπα – που απαριθμούνται με τη σειρά το καθένα και η ιστορία του – οι κόρες της οι γιοι της και η τύχη τους, εναλλασσόμενα από την φρικιαστική αλυσίδα των φαντασμάτων – η «αρμαθιά με τα κεφάλια των νεκρών», λες και σε κάθε βραχώδη υγρή και σκοτεινή κοιλότητα του νησιού που ζητά καταφύγιο, σαν σε κελί, τοποθετείται και μια ιστορία για να την επαναφέρει στη μνήμη της…



Διαβατικές τελετές
Αυτό όμως που καθιστά μοναδική τη μυθική διήγηση αυτού του μυθιστορήματος δεν είναι μόνο η παλινδρόμηση της ηρωίδας πίσω προς το χρόνο, αλλά η περιπλάνησή της σε μια εξωχρονική κατάσταση, σε μια διαδικασία «διάβασης» όπου η ηλικία της και ο χαρακτήρας της, όπως και στις διαβατικές τελετές μετάβασης από την παιδική ηλικία στην ενηλικίωση στις αρχαϊκές κοινωνίας, το υποκείμενο δεν έχει κατασταλάξει ακόμα ούτε για το φύλο του (αρσενικό ή θηλυκό) ούτε για τη φύση του (άνθρωπος ή ζώο ή ακόμα και υπερφυσικό πνεύμα) και κινείται στην περιφέρεια του ανθρώπινου πολιτισμού σε μια κατάσταση αγριότητας…Αυτής την ενδιάμεση κατάσταση επιτείνουν και υπογραμμίζουν οι διαβατικές τελετές στις αρχαϊκές κοινωνίες  αλλά και σε αυτές που ακόμα επαναλαμβάνουν τέτοιες τελετές. (1)  Με μεταμφιέσεις, παρενδυσίες και μιμήσεις του άλλου φύλου και άλλες δοκιμασίες από  τις οποίες το υποκείμενο περνά  οριστικά τις τάξεις του πολιτισμού και  από έφηβος γίνεται  άντρας ή γυναίκα…
Η Φραγκογιαννού φυγάς και εσαεί έφηβος – προσκολλημένη στην προ του γάμου συνθήκη, περιφέρεται σαν ξωτικό, σαν άνδρας, σαν κυνηγός σε μια ημιάγρια κατάσταση εγκαθιδρύοντας μια ιδιόμορφη σχέση με την αγριότητα του τοπίου, μια και εκτός από τους κρυψώνες και τις κοιλότητες υπάρχουν νησίδες πολιτισμού και καλλιέργειας, στους οποίους δένεται και πλέκεται η δράση…



Οι κήποι στον Παπαδιαμάντη
Οι νησίδες αυτές είναι οι περίφημοι κήποι και οι κηπουροί τους με τους οποίους η Φόνισσα  αναπτύσσει μια ιδιόμορφη σχέση προσέγγισης, συνδιαλλαγής, προσπάθειας για ταύτιση, ακόμα και ζηλοτυπία, η οποία ποτέ όμως δεν ολοκληρώνεται, μια και  η ίδια δεν ξεφεύγει ποτέ από την κατάσταση της αγριότητα και δεν περνά ποτέ στην κατάσταση του κηπουρού…

Στον Παπαδιαμάντη ο κήπος έχει  κεντρική σημασία, όχι μόνο με την θεολογική του σημασία, όταν αναφέρεται σε αυτόν σαν το κήπο της Εδέμ, όπου μπαίνει κανείς «ξυπόλητος χωρίς τσαρούχια γιατί δεν έχει αγκάθια και τριβόλους» (Η Συντέκνισσα) ή  όταν τον περιγράφει σαν τον κήπο τον ανθηρό, το «ωραίο περιβολάκι με τα κρίνα και με τους νάρκισσους, μαζί με τους οποίους φυτεύονται και ανθούν και τα άκακα νήπια...» στο Πατέρα στο σπίτι. Τα παιδιά καλλιεργούνται σε κήπους σαν άνθη και αυτοί που τα φροντίζουν είναι οι ανθοκόμοι, όπως η θεία Σοφούλα η στοργική με τα πολλά βαπτιστήρια, «Ἡ Θεία-Σοφούλα ὠμοίαζε μὲ τὴν ἐ π ι μ ε λ ἀ ν θ ο κ ό μ ο ν, ἥτις δὲν ἀρκεῖται νὰ φυτεύη μόνον τἄνθη της, ἀλλὰ τὰ περιθάλπει καὶ τὰ καταρδεύει. Ἠγάπα τὰ πνευματικά της τέκνα ὡς τέκνα τῆς ἐγκαρδιακά, τἐθώπευε, τἐφίλευε καὶ τἐπαιδαγώγει» γράφει στην «Τελευταία βαπτιστική».  
Ο κήπος επομένως όπου καλλιεργούνται τα παιδιά έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον, μια και η Φραγκογιαννού είναι παιδοκτόνος. Η  σχέση επομένως  που θα έχει με τον κήπο  όσον αφορά την αυτήν του την πλευρά δεν μπορεί παρά να  είναι  αμφίθυμη. Στο Παπαδιαμαντικό έργο όμως, πέραν της παιδοκομίας ο κήπος εμφανίζεται και με πλήθος μαγικών συμβολισμών που υπονοούν και αποκαλύπτουν την Τέχνη της Γραφής, όπως για παράδειγμα ο κήπος του Μπαρμπαγιαννιού στη Μαυρομαντηλού, (πρβλ. Η βοή της γραμμένης αράδας στο χωράφι, εδώ:
http://waxtablets.blogspot.com/2010/08/blog-post_30.html).
Ο
ι Παπαδιαμαντικός κήπος του Μπαρμπα Γιαννιού, θυμίζει ενδεχομένως τον  κήπο του Άμχερστ της Έμιλυ Ντίκινσον,  εκεί που έγκλειστη καλλιεργούσε τις παιονίες και τα χρυσάνθεμά της, όπως και τους στίχους της για την αιωνιότητα. Ο κήπος έτσι  ανακαλεί τη φροντίδα της ποίησης και την επίπονη καλλιέργεια – το λέει άλλωστε η λέξη «καλλιέργεια»,  χαρακτηριστικό του πολιτισμού σε αντίθεση με την αυτοφυή αγριότητα. Η ομορφιά  και η ποίηση και η επιμέλεια του δημιουργού που τις φροντίζει: Ο κήπος έμπαινε στη θάλασσα, ο κήπος βλέπει, ο κήπος της Εδέμ, ο κήπος του Πάστερνακ με τον Χριστό – Κηπουρό (πρβλ Η παράξενη αγάπη των κηπουρών για τους κήπους τους, στις Πινακίδες από κερί, εδώ: http://waxtablets.blogspot.com/2010/04/blog-post.html)  



Ο κήπος της Γυφτοπούλας
 ΄Ετσι,  με την ιδιότητά του της νίκης επί της αγριότητας, εμφανίζεται ο κήπος στη Γυφτοπούλα, όταν η Αϊμά, το πρότυπο της πολιτισμένης, της νοικοκυρεμένης νέας, καταφέρνει μέσα στη μαυρίλα την ασχήμια και την αγριότητα της κατοικίας της να φτιάξει έναν κήπο – εστία πολιτισμού στα βράχια -  ξεκινώντας με «ζώπυρο» λίγο χώμα που υπήρχε εκεί και κουβαλώντας: «μετέφερε μακρόθεν επί των ώμων της εκατοντάδας κοφίνων μεστών χώματος, και ούτω κατεσκεύασε την φωλεάν της. Εφύτευσε διάφορα δένδρα και ευώδη φυτά, βασιλικούς, καρυόφυλλα, ηδυόσμους, τα απότιζε δις της ημέρας, κατεσκεύασεν αιμασιάν εκ λίθων με τας χείρας της, και μετ' ολίγον χρόνον πάντες οι γύφτοι ηναγκάσθησαν να σέβωνται το έργον τούτο των χειρών της. Τω όντι δε ο κήπος εκείνος, μικρός όσον ήτο, απετέλει ευάρεστον θέαμα και ήτο εις αντίθεσιν προς τους σκυθρωπούς και καπνισμένους τοίχους της μελαγχολικής καλύβης.»
Η απόλυτη εκπλήρωση της γυναικείας ιδιότητας, στο πρόσωπο της Γυφτοπούλας με τον κήπο της – νησίδα πολιτισμού και καλλιέργειας, παρά το ότι δεν συνδέεται με την παιδοκομία, έχει ωστόσο κεφαλαιώδη σημασία για να κατανοήσουμε το πλαίσιο μέσα στο οποίο θα κινηθεί η  περιπλάνηση της Φραγκογιαννούς μέσα σε μια αρματωσιά από κήπους, κηπουρούς, περιβόλια και μποστάνια που με στρεβλωμένο τρόπο οικειοποιείται αρπάζοντας καρπούς «αχ δεν έκαμα ούτε ένα κεράσι να δροσίσω το στόμα μου» ή μετατρέποντας τους σε σκηνές του φόνου…


Η ατέλειωτη εφηβεία της Φραγκογιαννούς

 Αλλά πριν οδηγηθεί ο αναγνώστης στο να εγκαταστήσει νοερά τους κήπους και τα μποστάνια σε κάθε σημείο της διαδρομής της Φραγκογιαννούς, αλλά και τους κήπους των ονείρων της μια και αυτοί ακόμη έχουν ιδιαίτερη σημασία στην ιδιόμορφη αυτή περιδιάβαση, είναι σκόπιμο να επισημάνουμε μερικά χαρακτηριστικά της που έχουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον και που σκιαγραφούν μια εικόνα μη – διαμορφωμένης γυναικός, παρά το ότι είναι γιαγιά, στα όρια της αγριότητας και της εφηβείας…
Στα όρια αυτά όπου είναι αναμενόμενο και επιτρεπτό στις αρχαϊκές κοινωνίες να τονίζεται η αμφιταλάντευση της εφηβείας πριν την οριστική αποδοχή του κοινωνικού φύλου, βρίσκεται και η Φραγκογιαννού:  «με αδρούς χαρακτήρας, με ήθος ανδρικόν, και με δύο μικράς άκρας μύστακος άνω των χειλέων της». Αυτό επικυρώνεται αμέσως μετά,  με την αναφορά στα στάδια της ανάπτυξης της από παιδίσκη σε μάνα και γιαγιά, με το ζοφερότερο και βαρύτερο τρόπο που αυτό θα μπορούσε να γίνει: «Όταν ήτο παιδίσκη, υπηρέτει τους γονείς της.  Όταν υπανδρεύθη, έγινε σκλάβα του συζύγου της – και όμως, ως εκ του χαρακτήρος της και της αδυναμίας εκείνου, ήτο συγχρόνως και κηδεμών αυτού· όταν απέκτησε τέκνα, έγινε δούλα των τέκνων της· όταν τα τέκνα της απέκτησαν τέκνα, έγινε πάλιν δουλεύτρια των εγγόνων της.»
Η αμφισημία και η ανάμιξη των φύλων, έχει αντίχτυπο και στην εικόνα των παιδιών της. Η Αμέρσα «είναι ανδρώδης, μελαψή και ζωηρά και οι γείτονες τη φωνάζουν το ‘σερνικοθήλυκο’» ενώ ο γιος της ο Μήτρος «είχε πολύ δεξιόν, θηλυκόν νουν, όπως έλεγε η μάνα του – νουν ο οποίος εγέννα…» Το μπέρδεμα φτάνει μέχρι το γαμπρό της τον Κωνσταντή τον μάστορα, ο οποίος όταν πρέπει να τρέξει για να ειδοποιήσει την κουνιάδα του για το θάνατο του το μωρού του, μπερδεύει τα παπούτσια, συγχισμένος και στο τέλος « εφόρεσεν έν ζεύγος πατημένων γυναικείων εμβάδων, τας οποίας εύρε, και αίτινες εκάλυπτον μόνον τους δακτύλους των ποδών και μέρος του ταρσού, αφήνουσαι έξω όλην την πτέρναν(*)  


Οι στρίγγλες
Παρά τα στάδια από τα οποία έχει περάσει, όπως είναι η μοίρα των γυναικών, για εκείνην η γυναικεία ωρίμανσή της δεν έχει εκπληρωθεί: «είχεν επανέλθει εις τον νουν όλος ο βίος της, ο ανωφελής και μάταιος και βαρύς.»
Υπάρχει μια απόκλιση από την καλόγνωμη γυναικεία ιδιότητα, που θα έπρεπε να περιλαμβάνει την κλίση προς τη νοικοκυροσύνη και τη φροντίδα των παιδιών, ο Παπαδιαμάντης την περιγράφει  σαν «στριγγλιά»…Η Μπεκιοΐνα στα «Δυο Κούτσουρα», η Εφταλουτρού στη Γυφτοπούλα, η μάνα του Ζάχου που του κρύβει το μπουζούκι στο «Στρίγγλα μάνα» και η Δελχαρώ η μάνα της Φραγκογιαννούς που είναι και μάγισσα…γυναίκες που δυσφορούν με τη φύση και με το ρόλο τους, και που εκφράζουν απίστευτα αποθέματα κακίας μίσους, γκρίνιας δυσανεξίας και φυσικά οχετούς από κατάρες σε όποιον θεωρήσουν ότι τις ενοχλεί…Η στριγγλιά είναι μια συχνή ψυχική κατάσταση και για αρκετές πεθερές ή και μανάδες  όπως η θεία – Αρετώ  στη Γλυκοφιλούσα, η  Πλανταρού  τα Φώτα Ολόφωτα ή  η  Παντελού στην Χτυπημένη που ταλαντεύονται ανάμεσα στην έκφραση της κακίας και την μετάνοια…
Η μάνα της Φραγκογιαννούς, που αποτελεί την κόρη της Στριγγλίτσα, την έχει εφοδιάσει  με την απόκρυφη γνώση των θεραπευτικών φυτών, των κηραληφών και των ματζουνιών. Μια γνώση που δεν βασίζεται στο μόχθο και την καλλιέργεια ενός κήπου, αλλά βρίσκεται στα όρια ιδιοτήτων που μπορούν να θεραπεύσουν και συνήθως καλύπτονται από αντιλήψεις εξω – ανθρώπινες και μαγικές. «
Έδιδε βότανα, έκαμνε κηραλοιφάς, εξετέλει εντριβάς, εθεράπευε την βασκανίαν, παρεσκεύαζε φάρμακα διά τας πασχούσας, διά τας χλωρωτικάς και αναιμικάς κόρας, διά τας εγκύους και τας λεχούς, και τας εκ μητρικών αλγηδόνων πασχούσας»
Και όλα αυτά, που της δίνουν τη δύναμη να θεραπεύει τις αρρώστιες τα μαζεύει από την άγρια φύση: τας φάραγγας, τας κοιλάδας και τα ρεύματα… «Με το καλάθιον υπό τον αγκώνα της αριστεράς χειρός, ακολουθούμενη από τα δύο τελευταία τέκνα της, τον Δημητράκην, οκτώ ετών, και την Κρινιώ, εξαέτιδα, εξήρχετο εις τους αγρούς, ανέβαινεν εις τα όρη, διέτρεχε φάραγγας, κοιλάδας και ρεύματα, έψαχνε να εύρη τα βότανα, όσα αυτή εγνώριζε –την αγριοκρομμύδα, την δρακοντιά, το τρίμερο και άλλ' ακόμη– τα έκοπτεν ή τα εξερρίζωνεν, εγέμιζε το καλάθιον της, κ' επέστρεφε το βράδυ εις την οικίαν.»


Περιδιάβαση στους κήπους
Τον ανωφελή, ζοφερό και βαρύ της βίο, ακολουθεί και ένας γάμος που κανονίζουν οι γονείς, τόσο ανωφελής και ζοφερός όσο και ο πρώτος της κήπος, η προίκα της: ένα αγριοχώραφο στο ακατοίκητο Κάστρο και ένα χέρσο Μποστάνι κάτι που η ίδια δεν αποδέχεται, ούτε θέλει να ασχοληθεί μαζί του ούτε να το κατοικήσει, θεωρώντας ότι δεν την αφορά. Εν τούτοις, εκεί θα καταλήξει, στη δική της ανολοκλήρωτη αποστολή, λίγο πριν το τέλος, αυτό θα αντικρύσει οδεύοντας προς το θάνατο, μεταξύ ανθρωπίνης και θείας δικαιοσύνης. Το Μποστάνι της, το προικιό της…
Εκεί από όπου άρχισε την οδηγεί η περιπλάνηση στην αγριότητα του νησιού – όπου η Φραγκογιαννού κρύβεται για να γλυτώσει από τους διώκτες της, αλλά και στους «κήπους» του, τα μποστάνια του, εκεί όπου συναντά τους κηπουρούς, εκεί που η μοίρα της και ο σαλεμένος νους της την οδηγούν στον επόμενο φόνο ή στην προσπάθεια για εξιλέωση…


Ο «ευρύς και καλώς καλλιεργημένος κήπος» του Γιάννη του περιβολά
Ο «ευρύς και καλώς καλλιεργημένος κήπος» του Γιάννη του περιβολά, από όπου περνά για να γυρέψει να τη φιλέψει – «να του γυρέψω κανένα μάτσο κρομμύδια ή κανένα μαρούλι να με φιλέψει…Τι θα χάσω;» την προσελκύει, μια και εκείνη μπορεί να αναταλλάξει με τα προϊόντα της καλλιέργειας και της κηπουρικής τα δικά της προϊόντα, τα γιατροσόφια, της απόκρυφης γνώσης που κληρονόμησε από τη μάνα της… «εσυλλογίσθη να του πουλήσει δούλευσιν, με τα βότανα που είχε στο καλαθάκι της, υποσχομένη αυτώ «ματζούνια» προς ίασιν της γυναικός του…» Και ενώ ο κηπουρός, ο Γιάννης, βρίσκεται σε γειτονικό χωράφι όπου ξεριζώνει ζιζάνια, η Φραγκογιαννού εκπληρώνει τη φονική αποστολή της, ρίχνοντας τα δυο του κορίτσια στη στέρνα και παραπλανώντας τον ίδιο και την άρρωστη γυναίκα του…Φονικό στον κήπο, δηλαδή, διπλό φονικό, το πρώτο που συμβαίνει έξω από την οικογενειακή εστία…

Ο κήπος με το πηγάδι
Ο επόμενος κήπος – θέατρο και αυτός φόνου από πνιγμό – είναι ο κήπος του κυρ Αλέξανδρου του Ροσμαή…Στο υπόστεγο μέρος της αυλής, υπάρχει ένα πελώριο βαρέλι – μια ξύλινη καρούτα -  «ομοιάζουσα πολύ με την Κιβωτό του Νώε, όπως την ζωγραφίζουν, πλησίον εις το φρέαρ, και όπου η αναθάλλουσα τεραστία μορέα εξέτεινε τους μεγάλους καταπρασίνους κλώνας της, ως χιαστήν ευλογίαν διδομένην σταυροειδώς εις αξίους και αναξίους, ο μικρός κήπος φραγμένος με δρύφακτα εξεδίπλωνε πολύχρωμα μεθυστικά άνθη εις δρόσον γλυκασμού και τρυφήν ομμάτων δι' όλα του Θεού τα πλάσματα·» σε αυτόν τον κήπο όπου η Φραγκογιαννού ασχολείται μαζί με τη μικρή της κόρη, την Κρινιώ, με το πλύσιμο των ρούχων…
Ο κήπος  και ο περίβολος του κυρ Αλέξανδρου στεγάζει οικιακές εργασίες, παιχνίδια των παιδιών – εκτός από την μπουγάδα αναφέρεται και ο αργαλειός της Αμέρσας και το μαγειρεμένο φαγητό που έχει ετοιμάσει η μικρή κόρη η Κρινιώ- και εκεί είναι που τα παιδιά ως άνθη – «έπαιζον το κρυφτάκι, έκυπταν εις το φρέαρ, Νάρκισσοι δια να δουν την σκιάν των εις το ύδωρ, με κίνδυνον να πέσουν μέσα»  - η τάξη των πραγμάτων ανατρέπεται από την Φραγκογιαννού με ένα φόνο τον οποίο δεν επιτελεί με τα ίδια της τα χέρια, όπως τις άλλες φορές, αλλά με την σκέψη, μια και υποβάλει στο μικρό κοριτσάκι την ιδέα να σκύψει στο πηγάδι και όταν αυτό το κάνει, δεν τρέχει να το βοηθήσει ούτε καλεί κανένα σε βοήθεια…
Εκτός όμως από τους κήπους – θέατρα των φόνων και πριν η φυγή της την οδηγήσει στον μη – κήπο, στον κρυφό τόπο  των παιδικών της  αναμνήσεων, σε μέρη απάτητα, που μόνο αυτή εγνώριζε,  εκεί που υπήρχαν  «κλεφτότοποι, μέρη απάτητα, σπήλαια και βράχοι όπου εφύτρωνε το αγριοβότανον και η κάππαρις, και τα κρίταμα και η αρμυρήθρα», αυτοφυή και άγρια φυτά, μακριά από τον πολιτισμό, μια και κάθε δρόμος προς το καταφύγιό τους – το άσυλον (της) – καταπατάται από τα κατσίκια.

Εικόνες ακαταμάχητες νοερών κήπων εισβάλλουν στον ψηλωμένο νου της..

Ο κήπος του νεκροταφείου
Ο κήπος του νεκροταφείου, όπου στις κηδείες των μικρών κοριτσιών, ένοιωθε εράν ανακούφισιν «βαστάζουσα εις τας χείρας της η ιδία, ως φιλεύσπλαγχνος και συμπονετική οπού ήτον, το εν είδει λίκνου μικρόν φέρετρον. Προέπεμπε το θυγάτριον μιας γειτόνισσας, ή μακρινής συγγενούς, μέχρι του τάφου.» Και αγαλλιούσε, που είχαν ανοίξει οι πύλες του Παραδείσου για να υποδεχτούν το μικρό βρέφος: «μεγάλως ευφραίνετο όταν η μικρά πομπή, μετά δέκα λεπτών της ώρας δρόμον έφθανεν εις τα «Μνημούρια». Ωραία εξοχή, παντοτινή άνοιξις, θάλλουσα βλάστη, αγριολούλουδα, εμύριζε κήπος. Ιδού ο περίβολος των νεκρών! Ω! ο Παράδεισος, απ' αυτόν τον κόσμον ήδη, ήνοιγε τας πύλας διά να δεχθή το μικρόν άκακον πλάσμα, το οποίον ηυτύχησε να λύτρωση τους γονείς του από τόσα βάσανα»…
Η εμμονή της δηλαδή για τη μοίρα και τη ζωή των μικρών κοριτσιών – που κάποια στιγμή θα αποφασίσει να διευκολύνει τη φυγή τους...την έξοδό τους προς τον κήπο της Εδέμ εκφράζεται με τρόπο θεολογικά σκανδαλώδη…

Ο κήπος που μεγαλώνουν τα κορίτσια
Αναρρωτιέται, «Ποίος κήπος, ποίον λιβάδι, ποία άνοιξις παράγει αυτό το φυτόν! Και πώς βλαστάνει και θάλλει και φυλλομανεί και φουντώνει! Και όλοι αυτοί οι βλαστοί, όλα τα νεόφυτα, θα γίνουν μίαν ημέραν πρασιαί, λόχμαι, κήποι; Και ούτω θα εξακολουθή; Και πάσα οικογένεια εις την γειτονιάν, και εις την συνοικίαν και εις την πόλιν είχαν από δύο έως τρία κοράσια»!
Η ίδια είχε «καρπογονήσει» τόσα τέκνα, και είχε κτίσει μικρόν οσπίτιον για να κατοικήσει αλλά η μοναδική φορά που καλλιεργεί κήπον είναι στον ύπνο της…
«Της εφάνη εις τον ύπνον της ότι ήτον νέα ακόμα· ότι ο πατήρ της και η μάννα της την υπάνδρευον, όπως την είχαν υπανδρεύσει και την είχαν «νεκροβλοήσει» τον καιρόν εκείνον, και την επροίκιζαν, δίδοντες αυτή και τον κήπον τον πατρώον, όπου αυτή εσκάλιζε κ' επότιζε τα κουκιά και τα λάχανα, όταν ήτον μικρή· και ο πατήρ της την εφίλευε τάχα, διά τον κόπον της και της έδιδε «τέσσερα κεφάλια», κεφάλια από λαχανίδες. Η Χαδούλα μετά χαράς έλαβε τα τέσσερα φυτά εις τας χείρας, αλλ' όταν τα εκοίταξε, είδεν ω φρίκη! ότι ήσαν τέσσαρα μικρά κεφάλια ανθρώπινα νεκρικά....»


Κυνηγός βοτάνων σε απάτητους κήπους
Προχωρώντας λοιπόν προς τον απάτητο μη – κήπο, μια και το δικό της βασίλειο, τα δικά της φυτά, αυτά που της χαρίζουν το προς το ζειν με τη μαγεία και τα μαντζούνια είναι άγρια και αυτό που κάνει δεν έχει καμία σχέση με το βοτάνισμα ή με την περιποίηση, έχει σχέση με το κυνήγι…
Κοντά στο δικό της Μποστάνι,  «ύστερον, όταν αυτή ενοικοκυρεύθη, κ' έμαθε πολλά, κ' επρόκοψεν εις γυναικείαν σοφίαν, κ' εσυνήθισε να θηρεύη τα βότανα και τα τρίφυλλα και τας δρακοντιάς εις τους λόγγους και τα βουνά, πολύ συχνά είχεν επισκεφθή τα μέρη εκείνα, χάριν των ερευνών της.»
Το κυνήγι…δραστηριότητα στο μεταίχμιο της αγριότητας, ο δικός της τρόπος να ενταχθεί στο νοικοκύρεμα και στη γυναικεία σοφία. Η Φραγκογιαννού είναι η γυναίκα που δεν καλλιεργεί τα βότανα
  αλλά τα θηρεύει…
Με θήρα – με κυνήγι μοιάζει άλλωστε και το πέρασμά της από το δημαρχικό περιβόλι, «φραγμένον με πυκνούς βάτους και θάμνους υψηλούς και εν μέρει με τοιχογύρισμα, εντός του οποίου υπήρχον πολλών ειδών οπωροφόρα δένδρα» από όπου λαχταρά να τρυγήσει μερικά κεράσια, αφού συνειδητοποιεί ότι όλον τον καιρό της περιπλάνησης δεν έχει φάει και δεν έχει πιει.. «Και δεν έκαμα να φτάσω ένα κεράσι, να δροσίσω το στόμα μου, που είναι φαρμάκι. Ξέχασα να πιω μια σταξιά νερό πριν φύγω...» Τα αναλογίζεται αυτά με πικρία, καθώς ο σκύλος – φύλακας την εμποδίζει να κλέψει μερικά κεράσια και εν τέλει, «απρόσεκτη και αλλοφρονούσα» καταφεύγει σχεδόν σαν ζώο, στην τροφή της αγριότητας:   «Έκοψε φύλλα ελαιοδένδρων και τα έβαλε μες στο στόμα της.»…


Η αινιγματική συνάντηση με τον Καλόγερο - Κηπουρό
Και λίγο πριν το τέλος, η αινιγματική συνάντηση με τον καλόγηρο Ιωάσαφ, τον κηπουρό του μοναστηριού του Ευαγγελισμού…

Την επικοινωνία με τα θεία η Φραγκογιαννού την επιζητεί διακαώς.  Όχι μόνο επειδή θεωρεί ότι διευκολύνει το να ανοίξουν οι πύλες του Παραδείσου, ούτε επειδή προσευχόμενη ζητά διαρκώς θεϊκό σημάδι για να επιβεβαιώσει το δίκαιο της αποστολής της. Είναι που για να βρει ηρεμία και γαλήνη από την ταραχή της φυγής της, καταφεύγει – αυτοσχεδιάζοντας – στην καρδιακή προσευχή των ησυχαστών, το περίφημο «Κύριε ημών Ιησού Χριστέ» των ασκητών γίνεται το δικό της νανούρισμα για να μπορέσει να κοιμηθεί, επιβεβαιώνοντας και με αυτόν τον τρόπο, ότι κινείται εκτός των ανθρωπίνων ορίων. Όχι μόνο οριζόντια – από τον πολιτισμό των κήπων στην αγριότητα των βοτάνων – αλλά και κατακόρυφα, επιλέγοντας να συμμετάσχει στον θείο καθορισμό των πραγμάτων, υπερβαίνοντας τα ανθρώπινα… «Μεταξύ ανθρωπίνης και θείας δικαιοσύνης», εν κατακλείδι…
Η συνομιλία με τον κηπουρό -  Καλόγερο αποτελεί το αποκορύφωμα της μη επικοινωνίας. Εκείνη του μιλά για τα βάσανά της, υπαινικτικά προσπαθώντας να αποσπάσει την παρηγορία του, και αυτός της απαντά με ρητά, με μεταφορές, με κείμενα από τους ψαλμούς και το ψαλτήρι που χωρίς να τα καταλαβαίνει και χωρίς να θέλει να του κάνει σαφέστερη την πραγματική της κατάσταση, προσπαθεί να τα απομνημονεύσει και να τα επαναλαμβάνει:

«— Αχ! πάτερ Γιάσαφε, είπεν εν θλιβερά διαχύσει η Φραγκογιαννού. Να 'μουν πουλί να πέταγα!!!
— «Τις δώσει μοι πτέρυγας ωσεί περιστεράς;» είπεν ο Ιωάσαφ, ενθυμηθείς τον ψαλμόν.
— Ήθελα να έφευγα απ' τον κόσμο, γέροντά μου... Δεν μπορώ να υποφέρω πλια!
— «Εμάκρυνας φυγαδεύουσα και ηυλίσθης εν τη ερήμω» είπεν πάλιν ο γέρων μοναχός.
— Μεγάλη φουρτούνα μ' ηύρε, γέροντά μου, και μεγάλη λιγοψυχιά μ' εκόλλησε.
— Ο Θεός να σε γλυτώση, κόρη μου, «από ολιγοψυχίας και από καταιγίδος», επέφερεν ο Ιωάσαφ, συνεχίζων τον ψαλμόν.
— Απ' την κακία, απ' την κακογλωσσιά, απ' το φθόνο, δεν μπορεί να γλυτώση ένας άνθρωπος.
— «Καταπόντισον, Κύριε, και καταδίελε τας γλώσσας αυτών, ότι είδον ανομίαν και αντιλογίαν εν τη πόλει», επέρανεν ο πάτερ Ιωάσαφ.»
Και στο τέλος, την προσκαλεί να περάσει από τους κήπους του μοναστηριού:
«Αν περάσης από τους κήπους, γερόντισσα, φώναξέ με να σε φιλέψω κανένα μαρούλι κι ολίγα κουκιά.»



Το μποστάνι της – το προικιό της
Από τον κήπο αυτό δεν θα περάσει η Φραγκογιαννού, από κανέναν κήπο τελικά…Στο τέλος του ταξιδιού της, όταν περικυκλωμένη από τους διώκτες της αρχίζει να βαδίζει μέσα στην θάλασσαν, οδεύοντας προς το θάνατό της, τον ανεκπλήρωτο ρόλο της αντικρύζει απέναντι… Τον κήπο της, το προικιό της:
«Την στιγμήν εκείνην το βλέμμα τη Φραγκογιαννούς αντίκρυσε το Μποστάνι, την έρημον βορειοδυτικήν ακτήν, όπου της είχον δώσει ως προίκα ένα αγρόν, όταν νεανίδα την υπάνδρευσαν και την εκουκούλωσαν, και την έκαμαν νύφην οι γονείς της.
    Ω! να το προικιό μου! είπε.»
Πεθαίνει λοιπόν στο ανάμεσα, στο μεταξύ, αφήνοντας πίσω της αυτοσχεδιασμούς ανοκλορήρωτων  έργων, στις παρυφές της αγριότητας, της θείας και της ανθρωπίνης κατάστασης, μη  έχοντας κάνει την συμβολική της διάβαση προς τον εξανθρωπισμό, «μεταξύ ανθρωπίνης και θείας δικαιοσύνης»…

(1)   Jean – Pierre Vernant, Pierre Vidal Naquet, La Grece Ancienne (3. Rites de passage et transgressions)

(*)» Οι γυναικείες παντόφλες του Κωνσταντή θυμίζουν έντονα την επιστολή του πατέρα του Παπαδιαμάντη Παπα Αδαμαντίου προς τον Αλέξανδρο,  όπου παραπονιόταν για τα παπούτσια που το έστειλε ο δεύτερος λέγοντας πως είναι γυναικεία


Εικόνες από το Ίντερνετ:

13 σχόλια:

ΤηςΤίνας είπε...

Πόλυ, δεν θα προσπαθήσω να βρω κάτι "έξυπνο" ως σχόλιο....Είσαι εκπληκτική ΄τόσο απλά!

Πόλυ Χατζημανωλάκη είπε...

Τίνα μου σε ευχαριστώ για το επαινετικό σου σχόλιο και για την αφιέρωση του τραγουδιού στου φμπ...
Καλή σου νύχτα!

Faliriotissa είπε...

Πολύ δύσκολες οι τελευταίες μέρες με θάλασσες ταραγμένες. Η περιηγηση και μόνο στους κήπους του Παπαδιαμάντη ήταν ο,τι χρειαζόμουν για να πάρω μια ανάσα. Ευχαριστώ :)

Πόλυ Χατζημανωλάκη είπε...

Καλό ξημέρωμα και ευχαριστώ πολύ για την τιμή της ανάγνωσης και τον τόσο καλό λόγο!

Καλώς βρεθήκαμε και στα μπλογκς...!


:))

Γιώργο Μπατζιλή είπε...

Το ξημέρωμα της Φραγκογιαννούς,
"Αν ξαναπεράσει από τους κήπους η γερόντισσα, φώναξέ τη να μάθει ολίγη κηπουρική.»

Πόλυ Χατζημανωλάκη είπε...

Αφού το λες, να τη φωνάξουμε!

Καλή σου μέρα Γιώργο!

:))

Κωστας είπε...

Εκπληκτικο.
ΜΠΡΑΒΟ ΜΠΡΑΒΟ ΜΠΡΑΒΟ.
Ανοιξα τυχαια την ιστοσελιδα και κολλησα.
Λατρεμενος ο Παπαδιαμαντης.
Ευχαριστω πολυ.

Πόλυ Χατζημανωλάκη είπε...

@ Κώστα,

να είσαι καλά...

Καλή συνέχεια!

Thesia.P είπε...
Αυτό το σχόλιο αφαιρέθηκε από τον συντάκτη.
Thesia.P είπε...

Αυτή την περιπλάνηση, με τις επικίνδυνες ισορροπίες στις χαράδρες του ενδιάμεσου και εσώτερου χώρου, μέσα στη ψυχή που έμεινε αδιαμόρφωτη, στη φύση που δεν καλλιεργήθηκε και στο νου που ψήλωσε, μόνο εσύ μπορούσες να τη συλλάβεις, να την οργανώσεις, να την χαρτογραφήσεις και να την εικονογραφήσεις. Συγχαρητήρια Πόλυ μου! Όταν οι πινακίδες σου για τον Παπαδιαμάντη εκδοθούν με το καλό, θα δυναμιτίσουν νέους δρόμους προσέγγισης αυτού του τεράστιου Έλληνα συγγραφέα, του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη!! Ευχαριστώ από καρδιάς:))

Πόλυ Χατζημανωλάκη είπε...

Θέσια μου αγαπημένη, σε ευχαριστώ από καρδιάς που παρά τις αυξημένες υποχρεώσεις σου και τον πολύτιμο χρόνο σου, διάβασες αυτό το κείμενο από τις Παπαδιαμαντικές αναγνώσεις που τόσο πολύ αγαπώ...
Σε ευχαριστώ για την ψυχική σου γενναιοδωρία και για τα τόσο επαινετικά σου λόγια...

Σου εύχομαι καλό ξημέρωμα και να συνεχίσεις να δημιουργείς έτσι όμορφα με ό, τι καταπιάνεσαι...Και να μας αιφνιδιάζεις...
:))

eng sara είπε...

شركات نظافة بالرياض
شركة تنظيف خزانات المياه بالرياض
شركة تنظيف بالرياض
تنظيف فلل بالرياض
شركة نقل اثاث بالرياض
شركة مكافحة حشرات بالرياض
شركة كشف تسربات المياه بالرياض
شركة تنظيف موكيت بالرياض
شركة تنظيف خزانات بالدمام
شركة تنظيف شقق بالرياض
here
here
here
here
here

roba gad είπε...

http://www.kuwait.prokr.net/
http://www.emirates.prokr.net/