Κυριακή, 26 Ιουνίου 2011

Η Αλίκη μπροστά στον καθρέφτη της (θεατρικός μονόλογος)




[Η Αλίκη Λίντελ – Χάργκρεηβς,  μια  γυναίκα με περασμένα τα σαράντα,  κάθεται  μπροστά στον καθρέφτη, στο σαλόνι του σπιτιού της…]

ΑΛΙΚΗ: Πόσα χρόνια έχουν να περάσει από την τελευταία μας βαρκάδα; Δεν μπορώ να θυμηθώ τα πράγματα που θυμόμουν παλιά…Δεν ξέρω πόσες του μηνός έχουμε... Στις τέσσερις ήταν τα γενέθλιά μου…
Κάθομαι τώρα και με κοιτώ, και καμώνομαι πως είμαι δυο πρόσωπα…Αυτό όμως που έμεινε από μένα, δεν κάνει ούτε για ένα πρόσωπο άξιο λόγου…Στην πραγματικότητα δεν ξέρω καλά καλά ποια είμαι…
Αυτό που ξέρω είναι πως την τελευταία φορά που συναντηθήκαμε, ήταν πάλι τα γενέθλιά μου –  για τα δεκατέσσερά μου χρόνια -  και είχαμε κόσμο  στο σπίτι. Είχε κυκλοφορήσει και το βιβλίο το "Οι περιπέτειες της Αλίκης στη χώρα των θαυμάτων"  – οι ιστορίες μας – έτσι λέγαμε παλιά… «Αλίκη δέξου το , το παραμύθι αυτό…», μου είχε γράψει…Και όλο εκείνο το βράδυ,  να μη γυρίσει να μου ρίξει ούτε μια ματιά…

Και το χειρότερο, όταν έφεραν στο σαλόνι την προσωπογραφία μου, το δώρο των  Νιούχαμ,  που την είχαν παραγγείλει  δώρο για τα γενέθλιά μου, την κοίταξε με περιφρόνηση και είπε  μόνο «Καθόλου φυσική»…ούτε να τηρήσει τα προσχήματα…Όλοι οι φίλοι του,  οι φίλοι του πατέρα μου  δηλαδή,  του είχαν μεγάλη  αδυναμία και του επέτρεπαν να ξεστομίζει   μικρές ή και μεγάλες απροκάλυπτες βαρβαρότητες…Και δεν ήταν μόνο αυτό…Είπε ότι είπε,   και μετά σηκώθηκε να φύγει βιαστικός...

Έβγαλε το ρολόι από τη τσέπη του γιλέκου του, το κοίταξε -  «είναι αργά θα μου επιτρέψετε να αποσυρθώ»…   Οι Νιούχαμ δε μίλησαν. Είχαν μείνει αποσβολωμένοι  …Οι γονείς μου σηκώθηκαν να τον χαιρετήσουν. Δεν είχαν καμμία αντίρρηση να φύγει. Δεν ήταν η πρώτη φορά που έλεγε ότι πρέπει να φύγει. Μπορούσε να φεύγει όποια ώρα ήθελε. Αυτή τη φορά όλοι ένοιωθαν ανακούφιση…

Εκτός από εμένα…

Εμένα δεν με ρώτησε κανείς.

Άδοξο τέλος για τα γενέθλιά μου…Εγώ  περίμενα εκείνη τη μέρα πώς  και πώς για να τον δω.. «Αιδεσιμώτατε καληνύχτα...» είπαν…Σηκώθηκα κι εγώ…"Θείε Τσαρλς… ήθελα…θέλω…" Δεν γύρισε να με κοιτάξει…Δεν άκουσε…Έβαλε το ρολόι του στην τσέπη…Το βλέμμα της μητέρας στράφηκε κατά πάνω μου… καρφώθηκε πάνω μου… «Να κρατάς την ψυχραιμία σου» είπα μέσα μου, ενώ το βλέμμα με κεραυνοβολούσε την ώρα που έδινε εντολές να του φέρουν το παλτό του…Δεν έδωσα σημασία κι έτρεξα  να προλάβω..,να του φέρω να δει το φόλιο με τις ζωγραφιές με τα καθρεφτοέντομα, αυτό που του είχα φτιάξει  για να του χαρίσω για τα γενέθλιά μου, αυτό που είχα ζωγραφίσει αντιγράφοντας τα σκίτσα του Τένιελ – αφού δεν ήθελε κανέναν άλλο για τα βιβλία του ….Παρά λίγο να γκρεμιστώ από τις σκάλες, αλλά δεν πρόλαβα…είχε φύγει…


Το στόμα της μητέρας παρέμενε  κλειστό. Ξέχναγα πώς μιλάνε όταν με κοίταζε με αυτό το βλέμμα…Ενοιωθα  να μικραίνω να μικραίνω, σαν το κερί που τελειώνει…ένα  κρύο να  με κυριεύει καθώς με κοίταζε  και ήξερε πως ήμουν έτοιμη να τρέξω στην πόρτα να τον προλάβω…
Αυτό το κρύο στο βλέμμα της μητέρας μου…Μεγάλωσα με αυτό…Οι καλοί τρόποι στο τραπέζι, ποιος σηκώνεται πρώτος, ακόμα και όταν πεινάμε περιμένουμε να σερβίρουν πρώτα τους μεγάλους, δεν μιλάμε δυνατά να μην ενοχλήσουμε τον πατέρα…τον αξιότιμο καθηγητή Χένρυ Λίντελλ, πρύτανη του Κράιστ Τσέρτς Κόλλετζ της Οξφόρδης,  δεν γελάμε, το μεσημέρι προσποιούμαστε πως κοιμόμαστε…
Το βράδυ λέμε καληνύχτα στους μεγάλους και πάμε για ύπνο…
Μόνο μια φορά που πήγα  να πω την καληνύχτα στους μεγάλους,  ήταν εκείνος εκεί στο γραφείο του πατέρα…
Τον είδα να με κοιτά  όπως καθρεφτιζόμουν στο τζάμι μιας βιτρίνας με τη συλλογή των από πεταλούδες,  και μου έκλεισε το μάτι…μου φάνηκε τότε ότι μου έκλεισε το μάτι και  ήταν πολύ αστείο – φορούσε το κολλάρο του ιερέα αλλά ήταν πολύ νέος, όχι σαν τους άλλους καθηγητές τους φίλους του πατέρα μου… έβγαλε το ρολόι του να δει την ώρα και έπεσαν στο πάτωμα πλήθος τραπουλόχαρτα – ασυνήθιστο για ιερέα και δεν μου το βγάζεις από το μυαλό ότι το έκανε επίτηδες… Τότε μου έκλεισε πάλι το μάτι  και σηκώθηκε να τα μαζέψει. Πήγα κι εγώ να βοηθήσω.  Ο πατέρας ήταν ανεβασμένος σε ένα σκαμνί για να κατεβάσει ένα λεξικό, είχε την πλάτη γυρισμένη  και δεν είδε τη σκηνή – να έχουμε γονατίσει και οι δυο μας κάτω και να μαζεύουμε τα τραπουλόχαρτα…Εξαφάνισε πάλι γρήγορα μια μαύρη βασίλισσα  και τον κόκκινο βαλέ….πού  να ξέρω ότι αυτή θα ήταν η αρχή του κακού…Μετά, στα γρήγορα και πριν προλάβει να γυρίσει ο πατέρας  έπιασε από το δίσκο του τσαγιού και τα βουτήματα μια μικρή τάρτα με μαρμελάδα κεράσι και μου την έδωσε και εγώ χωρίς να το σκεφτώ την έβαλα γρήγορα στη τσέπη μου…Μετά, βέβαια, στη δίκη με τα τραπουλόχαρτα  κατηγόρησαν το βαλέ ότι έκλεψε την τάρτα και ο κόσμος αυτό ξέρει, αυτό γράφει το βιβλίο…Εμάς όμως αυτό ήταν το πρώτο μυστικό μας…Μου διάβαζε την ιστορία και γελούσαμε…



Αυτή ήταν η αρχή, τότε που ο καθρέφτης έλεγε ότι είμαι η ομορφότερη του κόσμου…
Καθρέφτη καθρεφτάκη μου, ποια είναι η ωραιότερη του κόσμου…δεν χρειαζόταν να περιμένω απάντηση…

Μου έγραφε ποιήματα, μια ακροστιχίδα στο βιβλίο του με το όνομά μου..
Η μοναδική στον κόσμο…
και να κρατήσω το παραμύθι μας για πάντα στους «μυστικούς της μνήμης τους ιστούς»
Ναι αυτό είχε πει…
Τότε που μπορούσα να θυμηθώ τα πράγματα που θυμόμουν…
Κι έλεγα με πείσμα πως η μνήμη μου δουλεύει προς μια κατεύθυνση…

(σηκώνεται από το κάθισμα και ανοίγει το παράθυρο)

Η Ίσις φαίνεται από εδώ…Να φώτα από τα σπιτάκια στην όχθη…Όταν δεν έχει υγρασία είναι πιο καθαρά..
Μας είχε πάρει και τους τέσσερις  με τη βάρκα για βόλτα... Τέσσερις μικροί Λίντελλ   και ο εφημέριος Ντάκγουορθ που τραβούσε ο καημένος κουπί…Και εκείνος είχε πει στους γονείς μου «δεν μπορώ νομίζετε να διασκεδάσω τρία παιδιά;»  και εμείς φωνάζαμε χωρίς να ξέρουμε, φωνάζαμε γιατί μας είχε πιάσει ταραχή και η Ηντιθ μου τράβηξε τα μαλλιά, ο Χάρρυ μου έδωσε μια δυνατή τσιμπιά…Η Λορήνα κοίταγε αδιάφορη την εικόνα της στο νερό και είχε απλώσει το χέρι της έξω από τη βάρκα  και το κρατούσε βυθισμένο στο νερό γιατί δεν ήταν μπροστά η μητέρα για να βλέπει…κι εμένα με πήραν τα κλάμματα  απελπισμένη… Εκλαιγα με λυγμούς μέχρι που ο αιδεσιμώτατος Ντάκγουορθ άρχισε να βήχει για να τον κάνει να με προσέξει κι εκείνος έβγαλε πάλι και κοίταξε το ρολόι του και εγώ για ένα απειροελάχιστο διάστημα, ώσπου να δει την ώρα και να πει «έχουμε αργήσει» σταμάτησα να κλαίω και κράτησα την αναπνοή μου…αλλά μετά άρχισα πάλι το ασταμάτητο κλάμα… Εκείνος με έβαλε να καθίσω κοντά του, και μύριζε υπέροχα σαπούνι και καπνό μαζί και τραύλιζε ελαφρά αλλά μου άρεσε πολύ και άρχισα να κλαίω με την ησυχία μου… Μου είπε τότε πως  πρέπει να είμαι έτοιμη να κλάψω πολύ πάρα πολύ αν θέλω να πλημμυρίσει η Ίσις και όλα τα σπουδαία πράγματα δεν επαναλαμβάνονται και πως εάν ήθελα να κάνω κάτι σπουδαίο ήταν να κλάψω τόσο ώστε να δημιουργήσω κι εγώ τη δική μου λίμνη δακρύων αν ήθελα στ’ αλήθεια να είμαι αντάξια της ιστορίας που μου είχε φτιάξει και που όμως έπρεπε να διαλέξω ή θα σταματούσα το κλάμα για να μου την πει ή θα έπρεπε να συνεχίσω και να βάλω μπρος τη δημιουργία της  λίμνης…

Τα άλλα τα ανόητα, τα αδέλφια μου σταμάτησαν τις φωνές και με κοίταξαν με φθόνο...

(κοιτάει τον καθρέφτη)

Ακόμα τη νιώθω τη ζέστη από το άγγιγμά του στο πλευρό μου…

Τότε πέρναγε ακόμα η μπογιά μου, ήμουν μόλις δέκα χρονών…δεν κοίταγε να φύγει βιαστικά με την πρώτη ευκαιρία…Καθόμασταν δίπλα – δίπλα μπροστά  σε αυτόν τον ίδιο καθρέφτη,  και μου έλεγε για εκείνο το δωμάτιο που ήταν από την άλλη μεριά…
’Ενα σαλόνι λέει, ίδιο και απαράλλαχτο με το δικό μας… - και πιο μέσα μια σκάλα που πάνω ήταν τέσσερα παιδικά δωμάτια και μένανε ένας Χάρρυ, μια ΄Ηντιθ μια Λορήνα – και μετά δεν έλεγε παρακάτω.  για να με κάνει να ρωτήσω – μόνο αυτοί; Και χαμογελούσε και έλεγε «εσύ τι λες», κι εγώ έσφιγγα τα χείλη μου και δεν μιλούσα… «Και πως γίνεται να είμαι εδώ και να είμαι κι εκεί;»  Και αυτός έλεγε «πώς  είσαι τόσο  σίγουρη ότι δεν είσαι;…»

 «Θα καταλάβεις τι σου λέω, όταν αποφασίσεις να μπεις ολόκληρη πίσω από τον καθρέφτη». Κι εγώ φοβόμουν πως τότε ο καθρέφτης θα σπάσει…
Πώς μπορείς να περάσεις πίσω από τον καθρέφτη χωρίς να σπάσει;

Είχαμε πάει με τους γονείς μου στο Πανηγύρι του Λαντούννο στη Βόρειο Ουαλλία…μια τεράστια ζωοπανήγυρη, κάθε χρόνο περνούσαμε εκεί το καλοκαίρι και είχε ό, τι μπορεί να επιθυμήσει ένα παιδί – καρουσέλ, μαλλί της γριάς και ένα καθρέφτη και μια μάγισσα που σου έλεγε την τύχη σου και σε έβαζε να δεις τον μαγικό καθρέφτη, η κυρία Σόλομον – έτσι την έλεγαν.,  ακόμα το θυμάμαι – είπε στη μητέρα μας μπορούν αν θέλουν τα κορίτσια να δουν τη μοίρα τους, η μητέρα γέλασε και είπε πολύ αστείο αυτό και γιατί όχι…και καθίσαμε και οι τρεις στον πάγκο της – κάθε μια με τη σειρά της – και η κυρία Σόλομον μας έβαζε να δούμε στον καθρέφτη και στην αρχή δεν καταλάβαινες τίποτε, ήταν ένας καθρέφτης συνηθισμένος, είδα μόνο  ότι η κορδέλα μου είχε αρχίσει να λύνεται και σκέφτηκα πώς και δεν το είδε η μητέρα να με βάλει να την δέσω…και μετά τον γύρισε ανάποδα και τότε κατάλαβε γιατί είχε τρομάξει η Λορήνα…Αυτό που έβλεπα ήταν μια μακρουλή Αλίκη με κάτι μάτια που της φτάνανε ψηλά στο μέτωπο ως τα μαλλιά, και ένα λαιμό σαν φλαμίνγκο – φαντάστηκα τότε πως είμαι ένα φλαμίνγκο και βρέθηκα στο παζάρι του Λαντούνο με την οικογένεια των Λίντελλ- αστείο…

Η κυρία Σόλομον μου είπε – κατάλαβες μικρή μου  τι να προσέχεις…Αυτό θα συμβεί αν δεν ακούς ό, τι σου λένε οι μεγάλοι…Ω Θεέ μου τι κοινότοπο κακόγουστο αστείο…αχ κυρία Σόλομον αφήστε με να πω τη μοίρα μου μοναχή μου…είμαι ένα ροζ φλαμίγκο στο σώμα ενός κοριτσιού που ακούει από το πρωί μέχρι το βράδυ τους μεγάλους να του λένε τι πρέπει να κάνει…
 από το πρωί μέχρι το βράδι…και πρέπει να στριμώξει τα ανώμαλα ρήματα και τους κανόνες της γραμματικής και της  καλής συμπεριφοράς στο κεφάλι του…
Άσε τα λατινικά…

Τώρα που λέμε για τους κανόνες…είχαμε σκαρώσει μαζί μια ιστορία με το  μαγικό σχολείο των καθρεφτοεντόμων…Που εκεί λέει, τα παιδιά κυκλοφορούσαν στην τάξη όλη μέρα με απόχες και η δασκάλα ήταν μια τεράστια κάμπια που κάπνιζε το τσιμπούκι της, κάπνιζε αρειμανίως χωρίς να δίνει σημασία για το σαματά- ήταν και κουφή και δεν μπορούσες να της κάνεις καμμία ερώτηση – και στον αέρα πετούσαν μετοχές, αντωνυμίες και ανώμαλα ρήματα και τα παιδιά έτρεχαν να τα πιάσουν κάνοντας ένα απίθανο πανδαιμόνιο…και σκόνταφταν το ένα πάνω στο άλλο, προσέχοντας να μην πέσουν και ρίξουν τον την έδρα…Την είχαν βέβαια αρκετές φορές αλλά η κάμπια τους έβαζε και την έστηναν πάλι…Εκείνη καθόταν στο μανιτάρι της και άφηνε να σχηματιστούν στρογγυλά όμικρον και άλφα από τον καπνό…Και ένα ξι…μια φορά άφησε και ένα ξι και τα παιδιά σταμάτησαν τον κυνήγι τους και χειροκρότησαν…

Χρόνια μετά, ως κυρία Χάργκρεηβς ήταν που πήγα στην Αμερική  - πρώτη φορά στη ζωή μου και εκεί συνάντησα τον Πήτερ…Ήταν τότε που χρειάστηκε να πουλήσω στον πλειστηριασμό το αντίγραφό μου με τις περιπέτειες της «Αλίκης κάτω από το χώμα…»  Αυτός ήταν ο πρώτος τίτλος του βιβλίου, το Αλίκη στη χώρα των θαυμάτων βγήκε μετά…Μας κάλεσε λοιπόν ο κύριος Τζόνσον, ο αγοραστής, στην εκδήλωση στο Πανεπιστήμιο Κολούμπια – τα έξοδα πληρωμένα -  και εκεί συνάντησα τον Πήτερ Λιούελιν…Τον Πήτερ του Πήτερ Παν…
Δεν μπορούσα να κάνω αλλιώς…Το δικό μου αντίτυπο πουλήθηκε 15000 λίρες στο Σόθμπυς, τέσσερις φορές πάνω από την τιμή εκκίνησης…
Καθίσαμε δίπλα δίπλα, εμείς τα παιδιά  τα πιασμένα στους ιστούς της μνήμης…ένα κορίτσι που μεγάλωσε και ένα αγόρι που αρνήθηκε να μεγαλώσει…Εμείς τα άδεια κελύφη χωρίς ψυχή…εμείς που εμπνεύσαμε την Αλίκη και τον Πήτερ Παν…Τα περιφερόμενα τραύματα, αναγκασμένα να πουλούν τις περιπέτειές του σε πληστηριασμούς του Σόθμπις για να ζήσουν…Ο Πήτερ ήταν εκδότης, είχε πολεμήσει εθελοντής στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο και ήξερε πως νοιώθω. Δεν με άφησε λεπτό από κοντά του… όλο το βράδι, με κρατούσε από το χέρι…

Χορέψαμε μαζί ένα βαλς…Και μας χειροκρότησαν…ένας καθηγητής  μάλιστα στο λόγο του σχολίασε την παρουσία μας εκεί, και πώς τόσα χρόνια στην Αγγλία που ζούσαμε δεν είχαμε ποτέ συναντηθεί…
Δεν το πιστεύετε…αλλά ο Πήτερ Λιούελιν με φίλησε εκείνο το βράδυ…Με συνόδευσε με το ταξί στο ξενοδοχείο μας και είπαμε καληνύχτα και έσκυψε και με φίλησε…
Τρυφερός κλέφτης φιλιών  ο αγαπημένος μου Πήτερ…

αλλά δεν τον ερωτεύτηκα…

Ο Πήτερ  ρίχτηκε αργότερα στις γραμμές του τραίνου…δεν άντεξε την αυτοκτονία του αδελφού του, του Μάικλ…Τραγική  ήταν η τύχη των δυο παιδιών που δεν  μεγάλωσαν …
Τα χαμένα παιδιά... Γεμίζουν τον κόσμο ανδραγαθήματα, ανδραγαθήματα μέσα  και έξω από τα βιβλία και δεν μπορούν να αντέξουν το θάνατο του μικρού τους αδελφού…

Δεν μου είχε περάσει ποτέ από το νου να μη μεγαλώσω…Αυτό μου το ψιθύρισε ο Πήτερ την ώρα του χορού 27 Ιανουαρίου 1932 – εκατό χρόνια μετά τη γέννησή του ήδη τριαντατέσσερα χρόνια νεκρός…
Ήταν όμως πολύ αργά…
Μεγάλωνε πια κι αυτός στον κάτω κόσμο…Εκεί στα λαγούμια που με είχε στείλει. Που είχε στείλει και εκείνη, την άλλη, αυτήν που ζούσε στο άλλο δωμάτιο…που θα πήγαινα  κι εγώ δεν ανησυχούσα ότι θα σπάσει ο Καθρέφτης…

Αχ αυτός ο Καθρέφτης…Κοιτώ χρόνια το πρόσωπό μου και λέω πως το βλέπω αδιαίρετο ακόμα…
Κάτι θυμάμαι από την άλλη μεριά…ίσως όταν περνάς στον ύπνο σου δεν σπάει ο καθρέφτης…Ίσως το φαντάστηκα…Ενας βασιλιάς του σκακιού που κοιμάται και δεν ξυπνά με τίποτε…ένα πρόβατο και τα καθρεφτοέντομα…σίγουρα αυτά τα έχω ζωγραφίσει…
Και λέω μέσα μου την ιστορία – ξέρω τόσες ιστορίες να λέω που μπορώ να περάσω την υπόλοιπη ζωή μου χωρίς να διαβάσω ούτε μια γραμμή – [γελά] να τώρα σκέφτομαι την κυρά του Σάλοτ που ήταν στο νησί της και ύφαινε, και ύφαινε ιστορίες κι  έβλεπε κι αυτή  τον κόσμο μέσα από έναν καθρέφτη…

Άλλοτε πάλι…βάζω μια φωνή – άχ αχ - και μετά τυλίγω το δάχτυλό μου και  βλέπω το αίμα να βάφει το άσπρο πανί και μετά το τρυπώ…και λέω αυτός δεν μπορεί να το ξέρει αυτό, δεν του το είπα…κι  όμως  εκείνη τη μέρα δεν ήρθε να με δει…

Μου είπε μετά  ότι αυτό συμβαίνει γιατί η λευκή βασίλισσα ζει στο χρόνο ανάποδα…πρώτα η κραυγή, μετά ο πόνος, μετά το λευκό πανί και μετά το αίμα που τρύπησε το δάχτυλό της…
Η μητέρα λέει ότι έτσι μπαίνουν τα κορίτσια στην εφηβεία…και μετά από λίγο θα είναι κοπέλλες και όλη αυτή η σκάλα που ανεβαίνεις σιγά σιγά και από Άλις Λίντελλ γίνεσαι κυρία Χάργκρέηβς…
Αλλά σε  καμία περίπτωση δεν του το είπα .

Αυτός επέμενε ότι πίσω από τον καθρέφτη, ο χρόνος τρέχει ανάποδα και δεν είναι μόνο το αίμα στο άσπρο πανί,  και που πρώτα  γίνεται η  εκτέλεση του κατάδικου, μετά τη καταδίκη του και στο τέλος η δίκη…

Με έβαζε συνέχεια να με καταδικάζουν στις δίκες. Να με κυνηγάει η κόκκινη βασίλισσα για να μου κόψουν το κεφάλι…

Θυμάμαι εκείνη τη δίκη που σηκώθηκα κατά λάθος και έριξα όλα τα καθίσματα με το ακροατήριο στο δικαστήριο… και έγινε πανζουρλισμός…Ήταν για εκείνη την κλεμένη τάρτα, τότε που κατηγόρησαν άδικα το βαλέ…

Κουβαλούσα την ενοχή στην τσέπη μου, για την αδικία στο βαλέ, για το αίμα της εφηβείας στο δάχτυλο της βασίλισσας…Απομακρυνόταν από κοντά μου γιατί  μεγάλωνα…Πιες το έλεγε…. Και μεγάλωνα…Γιατί στη ζωή να μη μικραίνω…Αυτός τα επινοούσε όλα και έρριχνε σε μένα το φταίξιμο για να μπορεί να φεύγει βιαστικός, ο αιδεσιμότατος Τσάρλς Ντόγκσον, ο αγαπημένος μου-  να το λέω τώρα…ο αγαπημένος μου αυτόν αγάπησα και όχι τον καημένο τον Χάργκρεηβς…ούτε και τον Πήτερ Λιούελιν – μην το βάλει ο νους σας…

Όχι πως δεν άρεσα σε πολλούς νεαρούς…Ομορφότερους από αυτόν, σίγουρα…

Παίζαμε ένα παιχνίδι με το μαντίλι του. « Ένα μαντίλι δεν μπορείς να το διπλώσεις πάνω από εφτά φορές».  μου έλεγε… «Μα πώς», έλεγα εγώ… «Να δες και μόνη σου»,  μου απαντούσε…Το δίπλωνε στα δυο και μετά στα τέσσερα και μετά με έβαζε να συνεχίζω στα 8 στα δεκαέξι, στα τριανταδύο και μετά σταματούσαμε στα εξηντατέσσερα, δεν πήγαινε παρακάτω…Κοίτα που φτάσαμε τον αριθμό με τα τετράγωνα της σκακιέρας «και να ξέρεις»,  έλεγε, ότι «η ιστορία σου πίσω από τον καθρέφτη παίζεται σε μια σκακιέρα…»
Η ιστορία  μου  από τότε που γεννήθηκα, μπροστά από τον καθρέφτη,  είναι κινήσεις κανόνες, που έμαθα να τους ακολουθώ…

Αλλιώς το άλογο, ο αξιωματικός, ο πύργος, η βασίλισσα…

ήθελα να μου πει είσαι η βασίλισσά μου, είναι η βασίλισσα Αλίκη…Και αυτός έβαζε τις βασίλισσες να με καταδιώκουν…

Μια φορά, όμως, ήταν σαν να μου το είπε…

Τότε που ήμασταν οι δυο μας με τη βάρκα. Δεν ήταν εκεί ο αιδεσιμότατος Ντάκγουορθ, όλοι είχαμε κατέβει περίπατο στην Ϊσιδα, τα τέσσερα μεγάλα παιδιά, η κυρία Μπήβερ και αυτός – με την άδεια της οικογένειας – .  Εκείνη τη μέρα, μια ομάδα θεατρίνων  είχαν έλθει στην Οξφόρδη και είχαν στήσει τη σκηνή τους  δίπλα στο ποτάμι…Τα παιδιά είχαν ξετρελλαθεί  και ήθελαν να δουν την παράσταση…Εγώ  περίμενα τη βαρκάδα πώς και πώς…Του είπα  τότε , «αχ…τρελέ μου καπελά, μπορούμε να πάρουμε οι δυο μας τη βάρκα;
Τι θα γίνει με εκείνη τη γριά χελώνα και την ιστορία της; Η Αλίκη πρέπει να πάρει τις απαντήσεις της»… του είπα…

Εκείνος χωρίς να μιλήσει  έλυσε το σχοινί και μπήκαμε οι δυο μας στη βάρκα…
Μόνο οι δυο μας…
Οι άλλοι δεν μας πήραν είδηση από τη φασαρία. Και άρχισε να κωπηλατεί και να απομακρυνόμαστε από την αρχή…δεν είχε δύναμη να μιλήσει…κουραζόταν….Κάποια στιγμή ζεστάθηκε και έβγαλε το σακάκι του…Και φάνηκε η αλυσίδα του ρολογιού στο γιλέκο του,  η αλυσίδα που τον κρατούσε δεμένο μακριά μου…

Είχε λαχανιάσει…αδύναταν να μιλήσει…εγώ έλεγα την ιστορία…Για εκείνο το φλαμέγκο που το είχε πάρει η Αλίκη αγκαλιά  και δυσκολευόταν να το κουμαντάρει και για τον άρχοντα των χρησμών, τον Χάμπτυ Ντάμπτυ, το τεράστιο αυγό…που όταν πέσει χρειάζεται όλος ο στρατός του βασιλιά να τον ξαναβάλει στον τοίχο…Και εκείνος γελούσε…Και του είπα μπορώ να πω και το τραγουδάκι…
Και το είπα...

Σε μια μάντρα κάθησε ο Χάμπτυ Ντάμπτυ, λέει…
Μεγάλη τούμπα έφαγε ο Χάμπτυ Ντάμπτυ κλαίει..
Τ’ άλογα φέρνει ο βασιλιάς, φωνάζει κάθε του άντρα
Το Χάμπτυ Ντάμπτυ δεν μπορούν να βάλουνε πάνω στη μάντρα…

Σταμάτησε κάποια στιγμή…

Κουράστηκες του είπα; Να τραβήξω εγώ κουπί…Όλα μπορούσα να τα κάνω για εκείνον…

Ακούμπησε τα κουπιά στο πλάι…έβαλε τα χέρια του μπροστά και τα κουπιά βγήκαν από το νερό και σηκώθηκαν ψηλά σαν φτερούγες πουλιού κι εκείνος έσκυψε μπροστά και με κοίταξε σαν μαγεμένος … με κοίταξε βαθειά στα μάτια σαν…

Ο τριαντάχρονος  εφημέριος Τσαρλς Ντόγκσον  και η δεκάχρονη βασίλισσα Αλίκη σε μια βάρκα…

Μια στιγμή πέρα από τη ζωή μου που  θα φτάσει για όλη τη ζωή μου…



 «Να προσέχεις μην πέσεις»,  μου είπε με σβησμένη φωνή…

Και πήρε τα κουπιά…Πάλι…έσκυψε κάτω…έπιασε την αλυσίδα και είδε την ώρα…

Ο χρόνος άρχισε να μετράει πάλι προς τα μπρος, αμείλικτος…

Σαν να ήπια το πιες με…και να εκτινάχτηκα με τον αφυσικο μακρύ λαιμό του καθρέφτη της κυρίας Σόλομον,  με ίλιγγιωδεις ταχύτητες μακριά του…

Αυτός…σκυφτός., χωρις με ξανακοιτάξει στα μάτια,  άρχισε να κωπηλατει προς την ακτη. Εγω είχα σουρώσει στην άκρη της βάρκας. Αμίλητη. Χωρίς να καταλαβαινω τι λάθος είχα κανει.

Δέσαμε τη βάρκα και πήγαμε  να βρούμε τους άλλους. Η παράσταση δεν είχε τελειώσει και σταθήκαμε να περιμένουμε στην άκρη…Πήγε και αγορασε λεμονάδες για όλα τα παιδιά…

Μου έδωσε τη δική μου και σκέφτηκα πάλι το πιες το…Αυτό το πικρό ποτήρι…Αυτό που τον έκανε να χάσει το ενδιαφέρον του…

Και πάλι εδώ…Η Βασίλισσα Αλίκη μπροστά στον καθρέφτη της, κοιτά το πρόσωπό της ακέραιο στη σκόνη…
Ο λαιμός της δεν άλλαξε από τότε…Οι ρυτίδες σταθερές στον αριθμό τους….

Παλιά τον πείραζα που συνήθιζε να μου μετρά τις γραμμές στα σκίτσα  όλων των εικονογράφων κι να τις συγκρίνει με αυτές του Τένιελ…Ήθελε την απόλυτη πιστότητα νόμιζα…Παρατηρούσε  όμως τις ρυτίδες μου…Τις μετρούσε…

Τώρα έφτασα σε μια ηλικία που η μνήμη μου λειτουργεί σε δυο κατευθύνσεις…
Μπορώ και θυμάμαι τι θα συμβεί…
Νιώθω τον ίλιγγο από την πτώση…απαλά απαλά σε σκοτεινά λαγούμια…

Στην τρύπα του λαγού…πίνουμε τσάι όπως πριν…και ο τρελλο καπελλάς έτοιμος να μας εγκαταλείψει πριν καλά αρχίσει το τσάι του…
και σηκώνει το φλιτζάνι από το τραπέζι αφήνοντας μια απύθμενη τρύπα από σιωπή…

Να προσέχεις μην πέσεις μου είχε πει…

Ο ίλιγγος από την πτώση…εσύ μου τον έμαθες αιδεσιμότατε…

Και από τότε μεγαλώνω και πέφτω…

Φτιάχνω το τσάι μου…αφηρημένη…με όμορφα αγγλικά κέηκ βουτύρου και προπαντώς μικρές τάρτες με μαρμελάδα κεράσι…

Το πίνω και κοιτώ πίσω από τον καθρέφτη και όλα τα βλέπω, εγώ η βασίλισσα Αλίκη, η χήρα Χάργκρεηβ και χαίρομαι που  σε λίγο θα έλθω να σε βρώ, αγαπημένε μου…θα περάσω τις δοκιμασίες των Τουιντελτιμ και Τουιντελντάμ, θα υποκλιθώ – όπως εγώ ξέρω στο Λέοντα και το Μονόκερω, κρατώντας το ροζ φλαμένγκο μου αγκαλιά…θα σε συναντήσω στον κήπο με τα καθρεφτολούλουδα…Να μου προσφέρεις το καθρεφτοχρυσάνθεμο, να μου δώσεις το χέρι και πάμε βαρκάδα πάλι μαζί  στη λίμνη των δακρύων…Των δακρύων μου…Τα κατάφερα επιτέλους…Έκλαψα πολύ…Χρόνια…

Η μνήμη μου δουλεύει τώρα και στις δυο κατευθύνσεις, σου λέω…
 Και στον καθρέφτη το μέλλον γίνεται παρόν…Και όλα αυτά πρόκειται να συμβούν, άλλη μια φορά…

Περίμενέ με…


 Εικόνες από το Internet
http://www.sl-lost.com/WR02%20The%20White%20Rabbit.jpg
 

Δεν υπάρχουν σχόλια: