Δευτέρα, 10 Δεκεμβρίου 2012

Δωμάτιο με θέα



Το στοιχειό του σπιτιού ανοίγει πια την πόρτα, αφού βεβαίως το καλοπιάσεις και βεβαιωθεί πως κίνδυνος δεν υπάρχει, περάστε, προσοχή τα χρώματα ξεβάφουν όταν είσαι μόνος και έτσι μπορούν να σας παρασύρουν αλλού...
Να σας προσφέρω μια καρέκλα να καθίσετε, μην δίνετε σημασία στους ήχους είναι τα έπιπλα που δοκιμάζουν τις αντοχές του χώρου, ασφυκτιούν στις ίδιες θέσεις, χρόνια τώρα κα
νείς δεν έρχεται, δεν ανοίγω, τώρα βέβαια είδα εσάς τι μ’ έπιασε, πείτε μου τι θέλετε, εδώ εγώ μένω τώρα…
Ναι εδώ ζούσε αυτός που λέτε…άντεξε μόνος του τόσα χρόνια δεν μιλούσε σε άνθρωπο, τον ακούω ακόμα να εκφωνεί στρατιωτικά παραγγέλματα για τις ιστορίες του, δεν θα το πιστέψετε τι μάχες έχουν δοθεί σε αυτές τις σελίδες…Ίσως χρειαστεί να καλυφτείτε, πέστε χάμω, σκεπάστε τα μάτια, ποιος είπε ότι οι πυροβολισμοί στους πίνακες είναι άσφαιροι…Εκείνος ήταν γεμάτος τραύματα που επέδενε μόνος του και το δωμάτιο μύριζε μπαρούτι στο τέλος και ακούγονταν οι απαλές φωνές των νοσοκόμων που παρηγορούσαν τους τραυματίες.
Να φέρω κάτι να πιείτε, εδώ είναι τα μπουκάλια, άδεια τα περισσότερα αλλά έχει μείνει αυτό το λικέρ βύσσινο, το έκρυβε να μην το βρω αλλά τώρα το βρήκα…
Ρωτήστε με ότι θέλετε, ήταν ένας ήσυχος άνθρωπος, ζούσε…
Ρούμι βεβαιως, έχετε δίκιο
Και βέβαια ήταν ναυτικός…ότι βλέπετε το είχε φέρει από τα ταξίδια του. Είχε φτάσει μέχρι την Αμερική και κάποτε στη Σικελία του είχαν επιτεθεί πειρατές…έχασε το δεξί του μάτι σε μια συμπλοκή και ήταν υπερήφανος για αυτό…


Το στρώμα του ήταν από φύκια, σωρούς φύκια από τη θάλασσα των Σαργασσών, τόσο πυκνά που νομίζεις πως είναι στεριά, και κάποτε στον ύπνο του ξυπνούσε μουσκεμένος από το θαλασσινό νερό και οι τοίχοι αντηχούσαν από τους καλπασμούς των αλόγων…ήταν τα φαντάσματα των αλόγων που είχαν πνίξει οι ναυτικοί για να μην πεθάνουν οι ίδιοι από τη δίψα. Τι αμάρτημα να είχε κάνει κι εκείνος; Ποιος ξέρει; Εδώ είναι το κυάλι του, οι χάρτες του και εδώ το αλφάβητό του για να ονομάζει προσεκτικά όλα τα μέρη που πήγε από το γραφείο του…Δενόταν στο τιμόνι να μην τον παρασύρει η άπνοια…Το στρώμα δεν τον έβλεπε, στο γραφείο του να γράφει, να γράφει πώς γλύτωσε…
Θα γράψετε για τα χαμένα παιδιά; Ηταν ένας από αυτούς. Το έσκασε από το κρεβατάκι του ορφανοτροφείου ένα βράδυ, και πέταξε μαζί τους…ήταν ασθενικός, δεν έτρεχε γρήγορα αλλά το πρώτο αγόρι τον είχε υπό την προστασία του και κανείς δεν τον πείραζε εκεί, περνούσε ξένοιαστος πολεμώντας Ινδιάνους και Πειρατές, και γέμιζε την κοιλιά του με λιχουδιές στα γεύματα των νικητών. Αρκετά για αν αντέξει μετά την πείνα όταν επέστρεφε, το κρύο και τις ειρωνείες και το βαρύ τους χέρι. Το δωμάτιό του ήταν ένα δεντρόσπιτο. Περίμενε ολόκληρη τη ζωή του πότε θα τον καλέσουν…
Κάποτε ήρθαν και αυτός πέταξε πάλι. Σε βαθειά γεράματα αλλά εκεί δεν έχει σημασία…Ο άνεμος άνοιξε με δύναμη το παράθυρο, και γέμισε ξερά φύλλα το πάτωμα…Αυτός σήκωσε το κεφάλι, χαμογέλασε, άνοιξε τα χέρια σαν φτερά και περίμενε να ανυψωθεί…
Οι γείτονες βρήκαν το παράθυρο κλειστό, όταν ήρθαν να τον βρουν…έσπασαν την πόρτα…Παντού σκορπισμένα φύλλα και μια σκιά, που κάποιος από αυτούς την έχασε….

Πόλυ Χατζημανωλάκη
Δεκέμβριος 2012

Εικόνες:
La fee frileuse, του Claude Verlinde
Από εδώ: http://visionsofwhimsy.blogspot.gr/2011/05/picture-of-week_14.html

Το γραφείο του Henry Darger μετά το θάνατό του
 http://www.pbs.org/pov/intherealms/filmmaker_statement.php#.UMWZLuR3aAU

1 σχόλιο:

costaspap είπε...
Αυτό το σχόλιο αφαιρέθηκε από τον συντάκτη.