Τρίτη, 3 Σεπτεμβρίου 2013

Η ανθρωπινή ομιλία της ποιήτριας Γιώτας Αργυροπούλου: μιλώντας τη γλώσσα που μιλούσαν τα πουλιά στο τραγούδι του νεκρού αδελφού. (Ποιητών και Αγίων Πάντων)


Έχω στα χέρια μου την ποιητική συλλογή της Γιώτας Αργυροπούλου, «Ποιητών και Αγίων Πάντων» και την έχω από τον Ιούλιο, ένα μήνα νομίζω μετά που πρωτοκυκλοφόρησε. Ξεφύλλισα τότε ,  διάβασα μερικά σκόρπια μερικά ποιήματα και στάθηκα στο ποίημα του τίτλου – αντιγράφω […]

Προσεύχομαι στη χάρη τους και λέω
ευλογημένο το όνομά τους.
Καμμιά φορά συγχέω τα ονόματα, βλάσφημο δεν είναι
αφού ο ίδιος ο Θεός, Ποιητής εκλήθη.
Ο Κώστας Καρυωτάκης, μυροβλήτης.
 
Νικόλαος Εγγονόπουλος, τροπαιοφόρος
Κωνσταντίνος Καβάφης, ομολογητής.
Η Σαπφώ, γλυκοφιλούσα, γοργοεπήκοος.
Των δημοτικών μας τραγουδιών οι ανώνυμοι
άγιοι πάντες.

Και κατάλαβα, το γιατί το έγραψε, κατάλαβα  πώς πρόκειται για μια φλέβα με πολύτιμο χρυσάφι…
Γνώριζα εξ όψεως και τον άνθρωπο. Είχαμε συναντηθεί  με τη Γιώτα στην κοινή ανάγνωση που έκανε στην Αθήνα πριν δυο χρόνια,  με τη Χλόη Κουτσουμπέλη και την Αλεξάνδρα Μπακονίκα  και με είχε εντυπωσιάσει η σεμνότητά της, η πυκνότητα των στίχων της, η αμεσότητά τους. Επρόκειτο για ερωτική ποίηση. Δεν ήταν όμως η καλύτερη συνθήκη για να διακρίνει κανείς εύκολα τη λαλιά της καθεμιάς τους τότε. Ήταν και που τις άλλες δυο τις εγνώριζα καλύτερα, ήταν και που είχαν χωρίσει την ανάγνωση σε ενότητες, σε στάδια περίπου της ερωτικής σχέσης και έτσι ήταν η τιμητική του έρωτα και της ποιήσεως γενικώς, όχι του κάθε Ποιητή…

Σαν να ισοπεδώθηκε η κάθε χωριστή φωνή μπροστά στην αρμονία. Μου έμεινε η αίσθηση ενός πνεύματος ζεστού και φιλικού, μιλήσαμε για την Ελένη Κοφτερού την κοινή φίλη την ποιήτρια που ζει στην Καλαμάτα κι μετά χώρισαν οι δρόμοι μας πριν γνωριστούμε στ’ αλήθεια.
Πριν λοιπόν  διαβάσω το βιογραφικό της, πριν διαβάσω και άλλα της  ποιήματα, πριν μάθω για το βραβείο της Ακαδημίας Αθηνών αλλά και για την επιλογή της να ζει στην Καλαμάτα, μακριά από τις σχέσεις της Πρωτεύουσας, τις δημόσιες σχέσεις, αφοσιωμένη στο έργο της και πλαισιωμένη από τη ζωή της μικρής της πόλης, όπου ζει και εργάζεται στη Μέση Εκπαίδευση, συνέβη αυτή  η φευγαλέα συνάντηση. Αρκετή για νοιώθω εσαεί σεβασμό για την Γιώτα Αργυροπούλου. Ήλθε το πλήρωμα του χρόνου, μετά δυο μήνες  και με την αλλαγή του μήνα, στο έμπα του Σεπτέμβρη,   εν τω μέσω της νυκτός, αγωνιώντας  προχτές  πολύ – αγωνιώ ακόμα -  για τη Συρία και την πολεμική μηχανή που στήνεται, νοιώθοντας αυτό το σφίξιμο που μας παραλύει όλους, ήρθε το πλήρωμα του χρόνου, και άρχισα να διαβάζω τα ποιήματα της Γιώτας, άρχισα να κοινωνώ την παρηγορία…
Αυτή η λέξη ερχόταν συνεχώς στο νου μου, παρηγορία, πριν μάθω αργότερα στο διαδίκτυο από την εξαιρετική παρουσίαση του πατρός Παν. Καποδίστρια στο ιστολόγιο του για την Απαρηγόρητη Ποίηση της Γιώτας Αργυροπούλου, με αφορμή μια προηγούμενη συλλογή, νερά απαρηγόρητα…
Γιατί δεν το κρύβω, άρχισα να διαβάζω για την Ποιήτρια εκείνο το βράδυ, βρήκα και άλλα ποιήματα, από προηγούμενες συλλογές, διάβασα παρουσιάσεις, ευτυχώς η κριτική έχει σταθεί με γενναιοδωρία απέναντί της, διάβασα ανθολογημένα της ποιήματα, ένοιωσα ότι πρόκειται για μια φωνή καθαρή, χαμηλόφωνη, της καρδιάς, μια ποίηση που σε θερμαίνει και σε παρηγορεί… 

Δεν θέλω να χρησιμοποιήσω εκφράσεις που να μην τιμούν την αξία και την λάμψη της ποίησής της. Δεν αρκεί η ανθολόγηση από τις παρουσιάσεις για να μιλήσω για την ποίησή της  - γενικώς – που θαύμασα ωστόσο, δεν αρκεί να πω για τη γείωση στα πάθη της μοίρας μας της κοινής, την επίδραση από τη Δημοτική Ποίηση, το Διονύσιο Σολωμό, τη Σαπφώ που διακρίνουν άλλοι… Αναπνέουν και πάλλονται οι αρχαίες ψυχές στους στίχους της, ακούγονται οι ψίθυροι οι απόηχοι της επίδρασης, οι άλλες φωνές να τραγουδούν  τα πάθια και τους  καημούς  του κόσμου, να λεν για συναντήσεις με της μάνας με την κόρη, για οι νύφες της φωτογραφίας, τη μετανάστευση, η ελληνικότητα, η τραγικότητα που δεν έχει τελειωμό. 

Ακούς το ράμφισμα της σιωπής του ποιητή, ακούς τα πουλάκια του τραγουδιού, ακούς τον υπόηχο του κελαηδίσματος που εκφράζει τον νέο λόγο, που όλα τα βάφει, κατά πως γράφει ο Άγγελος Σικελιανός…
Ακούς τη Σαπφώ, την Πολυδούρη, τον Καρυωτάκη, τον Καβάφη, τα πουλιά του δημοτικού τραγουδιού…
Ακούς την ποιήτρια να κάνει την ομολογία της πτηνότητας. Να παρουσιάζει τον εαυτό της. Δένεται ο λόγος του κριτικού αναγνώστη -  πώς να το μιλήσει αυτό; -  μπροστά στο κελάηδισμα του ποιητή που κρατά μπροστά στον εαυτό του τον καθρέφτη.
Ψιθυρίζει τα βήματά της στην ποίηση. Η τόσο προσωπική σχέση με την τέχνη της,  η  μαθητεία της στου μεγάλους, οι αναγνώσεις της, οι μυστικές συναντήσεις. Ενδον και έξω.  
Τα βιωματικά της βήματα σε αυτό το μονοπάτι. Τι επηρεάζει τον Ποιητή, πώς νιώθεται η ποίηση από τον αναγνώστη, πώς από τον ποιητή. Πώς καρδιοχτυπά ο τελευταίος όταν έχει στείλει μια ποιητική του συλλογή κάπου, ποια είναι η σχέση του με την έμπνευση, ποια είναι η σχέση του με τα πρόσωπα, τους ομοτέχνους του, με τους μεγάλους, με τους μικρούς… Αυτό είναι το πρώτο μέρος της συλλογής με τον επί μέρους τίτλο «Βραδιά ποίησης» 


Ακολουθεί το δεύτερο, η ποιητική αγωνία της επίδρασης, της αναγνώρισης της οφειλής, τα πορτρέτα και η σχέση της με τους μεγάλους… «Συνομιλίες με αξιοσημείωτους ανθρώπους» για να θυμηθούμε τον Γκουρτζιέφ. Αυτοβιογραφική αλληλεπίδραση. Εικόνες, σαν χάρτινα εικονίσματα των άλλων των πριν, συνομιλίες και πορτρέτα τους, αφηγήσεις ιδιαίτερες και σπάνιες όπως αυτή με την Κυρά και το βοτάνι στη Μάνη ή τις Νεράιδες, που αφορά Καζαντζάκη και Σικελιανό, ποιήματα με τον τρόπο και για λογαριασμό θα έλεγα του Καβάφη, για τον Σαχτούρη, την Πολυδούρη, τον Διονύσιο Σολωμό και τόσους άλλους.
Πνευματικές οφειλές, συνομιλίες πνευμάτων, συνομιλίες με φαντάσματα.

Αλλάζει η γλώσσα της, αλλάζει το ύφος της κάθε φορά.
 Γλωσσολαλιές μιλά.
Γίνεται πουλί…

Ένας μικρός θησαυρός, μια πολύτιμη καταβύθιση, μια εξομολόγηση του ποιητή για την ποίηση και την ποιητική γραφή του, μέσω της  ίδιας  ποιητικής γραφής.
Ένα έργο που αξίζει να διαβαστεί και να αγαπηθεί…

Καλή του στράτα εύχομαι άλλη μια φορά

Ανθολογώ, ως μικρό δώρο προς τους φίλους, από την πρώτη ενότητα, το  ποίημα  «Μια βραδιά ποίησης» ένα ποίημα συνομιλία ψυχής με το τραγούδι του νεκρού αδελφού. 


ΜΙΑ ΒΡΑΔΙΑ ΠΟΙΗΣΗΣ

Σε σχολική γιορτή μαθήτρια μεγαλύτερη
απάγγειλε το τραγούδι του νεκρού αδελφού.
Να πω τολμηρά άστραψε φως
και είδα την ψυχή μου;

Το βράδυ στο μπαλκόνι μας
την ώρα που η μάννα μου ξέχναγε σιγά σιγά
την κούραση της μέρας
πήρα να της διηγηθώ της ιστορίας τα καθέκαστα.
Η μάννα για λίγο μ’ άφησε.
-          Το είπα κι εγώ το πήμα αυτό στην Τετάρτη τάξη.
Στην Πέμπτη μας βρήκε ο πόλεμος
και δεν με ξαναστείλανε σχολείο.
Έλα μου λέει, να στο πω κι εγώ για να το μάθεις.

Κι εκεί, στο ξύλινο παγκάκι μας, εκείνη τη
γλυκιά βραδιά
αρχές καλοκαιριού κάτω απ’ τ’ αστέρια
με λίγα φώτα αχνά μπροστά μας από τα σπίτια
του χωριού
και γύρω μας καλαμωτά με τρυφερά μουρόφυλλα
και τους μεταξοσκώληκες να τρέφονται
και να θροΐζουν νύχτα μέρα
η μάννα  μου απάγγειλε το τραγούδι του νεκρού
αδελφού.

Και όταν αγκαλιάστηκαν και πέθαναν κι οι δύο
έπεσαν στάλες  τα δάκρυα από τα μάτια της
για τη μάννα και την Αρετή
γαι τη δική της μάννα
που τελευταία φορά τη φίλησε έξι χρονών.

Αργότερα στο Γυμνάσιο
δεν μαθαίναμε πια απ’ έξω τα ποιήματα
-          αν έχει κανείς άλλο μ’ αυτά να κάνει.
Σχεδόν σε κάθε στίχο, στην ερώτηση
τι εννοεί εδώ ο ποιητής,
ολωνών οι γνώμες υψώνονταν
σαν χαρταετοί στον ουρανό της Καθαρής Δευτέρας.

Στις μέρες μας όμως συχνά δεν ξέρω
τι εννοεί ο ποιητής.
Λες κι έπαψαν οι πιο πολλοί να μιλούν
ανθρωπινή ομιλία
αυτήν που αφήνοντας μελωδικό κελάδημα
μιλήσαν ως και τα πουλιά
στο γυρισμό της Αρετής με τον αποθαμένο.
Όσο για τις βραδιές ποίησης
στην πιο ατμοσφαιρική αίθουσα να βρεθώ
και στην πιο ευλογημένη περίπτωση
που νιώθω τι λέει ο ποιητής
δεν μπορώ παρά να νοσταλγώ εκείνη τη βραδιά
στο αστροφώτιστο μπαλκόνι μας.

Τότε ο καλπασμός του Κωνσταντή
σκέπασε το θρόισμα του μεταξοσκώληκα
πάνω στα φρέσκα φύλλα



Πόλυ Χατζημανωλάκη
Σεπτέμβριος 2013

Δεν υπάρχουν σχόλια: