Κυριακή, 21 Δεκεμβρίου 2014

Το νυφικό φόρεμα ως ιερό άμφιο: μεταποιώντας, μεταμορφώνοντας ένα ένδυμα στην Γλυκοφιλούσα του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη.



  
Γυαλιστερό κι ωραίο το κουκούλι/ Τι κρύβεται κει μέσα αγνοώ /Μ' ένα ψαλίδι απαλά θα χειρουργήσω/Κλωστή κλωστή να φτιάξω το στιχάριον/ Άσπρο ν' αστράφτει με τον ήλιο/Μαύρο με το φως του φεγγαριού./Κι ύστερα τίποτα - σιωπή / Αναμονή ως την κατάλληλη στιγμή /Η πεταλούδα σαν θα βγει /Να 'ναι ψυχή
(Στιχάρι,  της Άντειας Φραντζή)

Δεν πάει πολύς καιρός που διαβάζοντας την ποιητική συλλογή της Άντειας Φραντζή «Στιχάρι», έγραψα ένα σύντομο κείμενο στα Ημερολόγια Αναγνώσεων στην Αυγή, τη στήλη που διατηρώ στην δεκαπενθήμερη συνεργασία μου με την καλή εφημερίδα.  Εκεί λοιπόν, διαβάζοντας το ποίημα που έχει δώσει τον τίτλο στην συλλογή επεσήμανα τα λόγια του προφήτη Ησαϊα (61,10) που απαγγέλει μυστικά ο ιερέας, όταν ενδύεται το στιχάρι, την ευφροσύνη που νοιώθει και πως αισθάνεται νυμφίος και νύμφη για τον δημιουργό του.

«Αγαλλιάσσεται η ψυχή μου επί τω Κυρίω· ενέδυσε γαρ με ιμάτιον σωτηρίου, και χιτώνα ευφροσύνης περιέβαλέ με· ως νυμφίω περιέθηκέ μοι μίτραν, και ως νύμφην κατεκόσμησέ με κόσμω· πάντοτε νυν και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν».

Στο ποίημα, ανεφέροντο τα κουκούλια μιας μεταμόρφωσης, το νήμα με το οποίο θα υφανθεί το «στιχάριον» και ο ιερέας ως νύμφη μπορούσε να εννοηθεί σε ένα συνειρμό σαν χρυσαλλίδα (νύμφη) σαν ψυχή.

Νόμιζα πως είχε κλείσει ο κύκλος της ανάγνωσης, όταν απόψε, κατά σύμπτωσιν,  θέλησα να εξακριβώσω, διαβάζοντας ξανά  την Γλυκοφιλούσα του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη, μια ιδέα που είχα για το βορινό παράθυρο, εκεί από όπου συνήθιζε όταν κοιμόταν στο πατρικό του σπίτι να κοιτά την πόλη του,  τη Σκιάθο. Ένα παράθυρο σκηνή του κόσμου όλου. Εκεί λοιπόν στο διήγημα αυτό είναι που φαντάζεται πως θα μπορούσε να είχε  ένα θεωρείο ψηλά στο βράχο, ένα σπιτάκι, έναν οικίσκο, όπως λέει «προσφιλή στις αναμνήσεις μου».
Πράγματι,  ο οικίσκος αυτός θα ήτο
«σχεδὸν ὑπαίθριος, μὲ τὸ μόνον ὑψηλὸν καὶ πλατὺ παράθυρον τὸ ἀπᾷδον εἰς ὅλον τὸν ρυθμὸν τοῦ κτιρίου, καί, χάριν πολυτελείας, μὲ πηχυαίαν ὕαλον, διὰ ν᾽ ἀπολαύῃ τις ὄρθιος, εἰς τὰ βασίλεια τοῦ Βορρᾶ, τὴν μεγάλην θέαν καὶ τὴν μεγάλην πάλην» 
Το βορινό παράθυρο του πατρικού σπιτιού δηλαδή, όπου κοιμόταν όποτε επέστρεφε, μεταπλάθεται σε φανταστικό θεωρείο στο βράχο, μια επιθυμία που επιτρέπει στον εαυτό του χωρίς να παραβεί λέει την δεκάτη εντολή.

Συνεχίζοντας όμως την ανάγνωση, ξαναβρήκα μια από τις πιο τολμηρές περιγραφές μεταμόρφωσης που μπορεί να βρει κανείς στον Παπαδιαμάντη.  Ο ιερέας φορά το νυφικό της νεκρής θυγατέρας της γριάς Αρετής, που το αφιερώνει στην εκκλησία,  ως άμφιον, ως στιχάρι και ως φαιλόνιο. Τα κομμάτια του υφασματος μεταποιούνται ένα ένα και μετατρέπονται σε άμφια. Και εκείνος, σύμφωνα με τους στίχους του Ησαία, ως νύμφη κατακοσμείται.

Το  πουκάμισο με την τραχηλιά και τα μανίκια τα έκανε στιχάριον

το ποδογύρι το έκανε επιτραχήλιον

Την χρυσή ζώνη την έκανε περιζώνιον

Τα προμάνικα του βακουκλιού τα έκανε επιμάνικα

Και το φόρεμα το χαρένιο το έκανε φαιλόνιο

Αυτά επιγραμματικά, μια μεταποίηση, μια μεταμόρφωση, τα πάνω κάτω, με λεπτομερείς αναφορές στους συμβολισμούς και τις λειτουργίες του ενδύματος,  τα μέσα έξω, ο ιερέας μια χρυσαλλίδα, μια νύμφη.

Παραθέτω και το απόσπασμα από το διήγημα:


Ἔλαβε καὶ τὴν μεταξωτὴν χρυσοκέντητον νυμφικὴν στολὴν τῆς ἄμοιρης, καὶ τὴν προσέφερεν ὅλην εἰς τὸν παπα-Μπεφάνην, τὸν συνήθη ἱερουργὸν τοῦ παρεκκλησίου. Καὶ τὸ μὲν κόκκινον ἐκ μεταξωτῆς σκέπης* ὑποκάμισον μὲ τὴν τραχηλιὰν καὶ τὰ μανίκια κεντητὰ ἐκ χρυσοῦ, τὸ ἔκαμε στιχάριον, διὰ νὰ τὸ φορῇ ὁ ἱερεὺς ποδῆρες, ὅταν προσφέρῃ τὰς λογικὰς θυσίας. Τὸ δὲ ποδογύρι* τοῦ φουστανίου, ὁλόχρυσον, τρεῖς σπιθαμὰς παρὰ δύο δάκτυλα πλατύ, μὲ ἁδρὰς ἐκ χρυσοῦ κλάρας καὶ μὲ ἄνθη, τὸ ἔκαμεν ἐπιτραχήλιον, διὰ νὰ τὸ φορῇ ὁ λειτουργὸς τὰς καλὰς ἡμέρας. Τὴν δὲ χρυσῆν ζώνην μὲ τὰ ἀργυρᾶ τορευτὰ καὶ ἀμυγδαλωτὰ τσαπράκια* τὴν ἔκαμε περιζώνιον, διὰ νὰ τὸ ζώνεται ὁ ἱεροφάντης περὶ τὴν ὀσφύν του. Καὶ τὰ χρυσοΰφαντα προμάνικα* τοῦ βαβουκλιοῦ*, τὰ ἀναδιπλούμενα περὶ τὰς ὠλένας τῶν νυμφῶν, τὰ ἔκαμεν ἐπιμάνικα, διὰ νὰ συστέλλῃ ὁ θύτης τοὺς καρποὺς τῶν χειρῶν του, ὅταν ἐν φόβῳ ἔμελλε νὰ προσφέρῃ τὰ ἅγια. Καὶ τὸ ὡραῖον πολύπτυχον φόρεμα, τὸ χαρένιο* μὲ τὸ γλυκὺ βυσσινὶ χρῶμα, καὶ τὸ ὁποῖον ἔκαμνε νερὰ-νερὰ εἰς τὸ βλέμμα, τὸ ἔκαμε φαιλόνιον διὰ νὰ σκέπῃ ὁ ἱερεὺς τὰ νῶτα καὶ τὸ στέρνον του, ὅταν ἵσταται ἐνώπιον τοῦ ἱεροῦ θυσιαστηρίου. Καὶ ὅλην αὐτὴν τὴν ἀλλαξιὰν τῶν ἱερῶν ἀμφίων, τὴν εἶχε προσφέρει εἰς τὸν παπα-Μπεφάνην, τὸν συχνὸν λειτουργὸν καὶ σχεδὸν ἐφημέριον τοῦ μικροῦ βορεινοῦ παρεκκλησίου



Οι εικόνες από τη συλλογή Νύφες στο Μουσείο Μπενάκη 

Δεν υπάρχουν σχόλια: