Πέμπτη, 26 Φεβρουαρίου 2015

«Ευτυχισμένες μέρες» του Μπέκετ με τη Σοφία Φιλιππίδου: το όνειρο του βουτηχτή



Χτες ξημερώματα  παρακολούθησα το μονόλογο ενός παλαίμαχου βουτηχτή, ενός σφουγγαρά από την Κάλυμνο σε ένα ντοκιμαντέρ στην Νέριτ. Από τα όνειρα που βλέπει τώρα πια – τους παλιούς καπεταναίους που τον  είχαν κοντά τους τόσα χρόνια, την ιστορία με το πείσμα της μάνας του να βάψει μαύρο το σπίτι της – «το γέμισε μουτζαλιές» – επειδή εκείνος πήρε εκείνην που ήθελε και δεν διάλεξε αυτήν για την οποία «πονούσε» εκείνη, το πώς έμαθε να βλέπει τους μεγαλύτερους για να μαθαίνει, όπως κρατούσαν το κομμάτι το μάρμαρο που τους βοηθούσε στην κατάδυση. Αυτό που θεωρώ όμως συγκλονιστικό είναι το πώς αντιμετώπιζε την αφόρητη ζέστη στο καράβι, στα ανοιχτά της Λιβύης, χωρίς σκιά, χωρίς την παραμικρή δροσιά, κάτω από τον αμείλικτο ήλιο. Αυτό ήταν το χειρότερο από όλα,  είπε.  Εκεί λοιπόν,  στην αφόρητη ζέστη έπρεπε και  να κοιμηθεί. Έπρεπε να το αντέξει. Έφερνα λοιπόν, σύμφωνα με τα λόγια του – έφερνα στο νου μου – όλα τα δέντρα, όλες τις δροσιές που είχα κοιμηθεί από κάτω, όλες τις σπηλιές που είχα μπει μικρός και κοιμόμουν.

Αυτή λοιπόν ήταν η δημιουργική δύναμη του ανθρώπου, να φτιάξει από τις αναμνήσεις έναν κόσμο χλοερό, έναν κόσμο αναψύξεως, όπως ακριβώς είναι αυτός για τον οποίο λένε τα λόγια στη νεκρώσιμη ακολουθία για τον παράδεισο, για να μπορέσει να αντέξει την κόλαση του παρόντος του. Ένα καταφύγιο εκεί που σε χτυπά αμείλιχτα ο ήλιος.

Αυτή την ίδια αίσθηση του πώς να αντέξεις την παραμονή σου σε ένα λόφο κάτω από τον ήλιο, με μερμύγκια να περπατούν από κάτω, χωρίς να μπορείς να κοιμηθείς γιατί κάθε φορά που κλείνουν τα μάτια σου χτυπά ένα αμείλικτο κουδούνι και σε επαναφέρει ήταν που έγραψε ο Σάμουελ Μπέκετ ότι ήθελε να δει πώς και αν υπάρχει ηθοποιός που θα μπορούσε να το κάνει. Ένα στοίχημα δηλαδή – ακατανόητο μερικές φορές – που θέτει σε συναγερμό την ανθρώπινη ύπαρξη και όλα τα αποθέματά της, την ώρα που Γουίννυ στις Ευτυχισμένες Μέρες εκτελεί τις καθημερινές τελετουργίες, μιλά ακατάπαυστα στον εαυτό της, και μετατρέπει το τίποτα, τον χρόνο τον παρελθόντα, τον χρόνο τον παρόντα σε ευτυχισμένες μέρες…

Ένα έργο που παρακολούθησα στη Σκηνή του Μικρού Ρεξ, στην παράσταση του Εθνικού Θεάτρου με τη Σοφία Φιλιππίδου στο ρόλο της Γουίννυ, τον Γιάννη Γούνα,  ως Γουίλλυ σε σκηνοθεσία Γιώργου Μανιώτη.  Η Σοφία Φιλιππίδου με έχει τιμήσει με τη φιλία της. Εχουμε συνυπάρξει στον ωκεανό του Σολάρις στο φέησμπουκ, διαβάζω τα κείμενά της, με ενθουσίασε το βιβλίο της, έχω δει και έχω σχολιάσει και άλλες παραστάσεις της πριν από αυτήν. Δεν είμαι κριτικός θεάτρου. Αγαπώ το θέατρο όμως και παρακολουθώ τις παραστάσεις με το ίδιο πάθος και την ψυχική προδιάθεση που νιώθω απέναντι στην ανάγνωση. Με την ψυχή περισσότερο ευάλωτη στο συναίσθημα, στην εξαπάτηση με τα μέσα του ηθοποιού και του σκηνοθέτη – μα με την επαγρύπνηση του ανήσυχου αναγνώστη. Έτσι λοιπόν παρακολουθώ με εμπιστοσύνη τις προτάσεις της. Πολλές φορές και εν προόδω και δεν ήταν δυνατόν να μην ανταποκριθώ στην πρόκληση μιας τέτοιας ψυχικής και διανοητικής μύησης με ένα έργο αυτού του βεληνεκούς.
Δεν ήταν δυνατόν λοιπόν, επειδή δεν έχω εντρυφήσει στο έργο του σπουδαίου Ιρλανδού, και να αποφύγω την γοητευτική παγίδα της γλώσσας που έχει στήσει. Επιστρέφοντας στην πατρίδα του  από τη Γαλλία μετά το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο ο Μπέκετ αποφάσισε να αλλάξει γλώσσα. Αποφάσισε  δηλαδή να γράφει τα κείμενά του όχι στη μητρική του αλλά στα γαλλικά. Pour devenir mal armé, για να μην είμαι καλά εξοπλισμένος είχε πει, κάνοντας βεβαίως και το προφανές λογοπαίγνιο με το όνομα του Γάλλου συγγραφέα Mallarmé… Να διαρρήξει δηλαδή τους δεσμούς του με τη μητρική του γλώσσα με ό, τι αυτό συνεπάγεται για τις παραδόσεις, την κουλτούρα, τον πολιτισμό που αυτή μεταφέρει και να παραδοθεί σε μια ανα – γέννηση στο εσωτερικό ενός άλλου λόγου, ενός άλλου τρόπου σκέψης.

Σκέπτομαι αυτομάτως τον Joseph Conrad που έγραφε Αγγλικά αντί για Πολωνικά, τον Μίλαν Κούντερα στον αντίποδα που επέμενε να μεταφράζονται τα έργα του στα Γαλλικά, τον καιρό της μετοικεσίας – της προσφυγιάς στην Γαλλία. Ο Μπέκετ όμως επιστρέφει στη χώρα του, απομακρύνεται από τη γλώσσα του για να εκφράσει ίσως την ξενότητα του ανθρώπου απέναντι στην ύπαρξή του. Για να θέσει περιορισμούς, να αφαιρέσει το δίχτυ ασφαλείας μιας παράδοσης και να παραδόσει ο ίδιος  ένα υλικό που από ότι φαίνεται επιζεί και επιζεί και επιζεί και κάτι έχει να μας πει με προφανή την έννοια του παραλόγου αν και από ό, τι φαίνεται υπάρχει η άποψη ότι τα κείμενά του ανήκουν σε άλλη παράδοση, μεταγενέστερη, την μεταμοντερνιστική.
Δεν ισχύει όμως αυτό με τις Ευτυχισμένες Μέρες. Αυτές γράφτηκαν στην μητρική του γλώσσα και μεταφράστηκαν εκ των υστέρων στα Γαλλικά.
Δεν παραμένει δηλαδή πιστός στις εξαγγελίες του. Προκαλεί δυσανεξία στον ηθοποιό που θα ερμηνεύσει την επιστροφή στον Παράδεισο τοποθετώντας τον μισοθαμμένο σε ένα λόφο – τάφο αλλά όχι στον εαυτό του. Επαναιδιοποιείται τη γλώσσα του τη μητρική, επαναιδιοποιείται τις παραδόσεις της πατρίδας του και της λογοτεχνίας της Αγγλικής γλώσσας, επιστρέφει στην παιδική του ηλικία για να ανασκάψει, να συγκολλήσει μνήμες, να επανακτήσει το χλοερό τόπο των γραφών, το νόημα, την αιώνια ζωή. Δεν είναι παράλογος. Είναι αναστάσιμος. 

Σε μια παρόμοια διαδικασία είναι και η ερμηνεία της Σοφίας Φιλιππίδου. Πριν από την ερμηνεία η γλώσσα. Η οικείωση με το κείμενο μέσα από μια δική της μετάφραση. Χρησιμοποιώντας εκ παραλλήλου  τρία  κείμενα, το αγγλικό, το γερμανικό  και το γαλλικό και ξεθάβοντας κρυμμένους θησαυρούς που από την παράδοση αυτή ανασύρονται. Σε ένα  σύντομο αλλά χαρακτηριστικό της κείμενο  «Μεταφράζοντας τις Ευτυχισμένες μέρες» στο πρόγραμμα της Παράστασης, τους εκθέτει – τους θησαυρούς αυτούς -  εξηγεί πώς πάσχισε για να τους αποδώσει στα Ελληνικά, πώς να ανατρέξει σε δικές σε οικείες αναδρομές του θεατή όταν ενσωματώνει την «Ωδή σε μακρινή προοπτική του Κολλεγίου του Ήτον» του Τόμας Γκρέυ – χρησιμοποιώντας τη μαυροφόρα απελπισιά, όταν ανακαλύπτει στίχους από τα Ρουμπαγιάτ του Ομάρ Καγιάμ, από τον Άμλετ, τον Ρωμαίο και την Ιουλιέτα του Σαίξπηρ, τον Παράκελσο του Μπράουνιγκ, τον Χαμένο Παράδεισο του Μίλτον…
Η ερμηνεία της είναι μια σωτηρία, ένα μόχθος προσωπικός για να σωθεί ο αναγνώστης. Η γλώσσα φτάνει πλέον ως την ψυχή – «ο λόγος έρχεται από την καρδιά και πηγάζει από τα βάθη της ψυχής, όπως το κοτσύφι» ανατρέχοντας στο ίδιο το κείμενο. Φράση που επιβεβαιώνει την μάχη για την υπέρβαση της αλλοτρίωσης και το παραλόγου.
Η Σοφία Φιλιππίδου – στην εξαιρετική της συνεργασία με το Γιώργο Μανιώτη ιερουργεί. Η παράσταση ενώ το σώμα της βυθίζεται στον λάκκο από χώμα, ενώ οι κινήσεις της περιορίζονται, μετατρέπεται σε μια απογείωση, μια ανάταση.
Καταιγισμός εικόνων, νοημάτων – με τα χέρια στην αρχή, με το πρόσωπο μόνο, με τη φωνή, την έκφραση. 

Το πρόσωπό της μια μάσκα αποτροπαϊκή. Ξορκίζει το κακό, το παράλογο.
Το παράλογο είναι η σωματικοτητα, η συνθήκη της ύπαρξης. Ο παράδεισος και οι Ευτυχισμένες μέρες είναι μια δημιουργική φυγή, μια συλλογή αποθεμάτων ψυχικών, είναι το όνειρο του βουτηχτή στις δροσερές σπηλιές της παιδικής του ηλικίας…

Πόλυ Xατζημανωλάκη


Η παράσταση "ευτυχισμένες μέρες" του Σάμουελ Μπεκετ παίζεται στο 
Μικρό Rex - Σκηνή «Κατίνα Παξινού»
Πανεπιστημίου 48,Κέντρο
Τηλ.: 2103301881


Πηγές εικόνων: Johann-Hermann Carmiencke:The Blue Grotto, Capri 1851, από εδω: http://www.wikigallery.org/paintings/93001-93500/93176/painting1.jpg

 ‘Mia Storia con Beckett’ a project set in London’s Notting Hill: από εδώ
http://womenartdealers.org/wp-content/uploads/2011/06/Flaere-Samuel-Beckett-the-woman-with-pink-gloves.jpg

Οι φωτογραφίες της Σοφίας Φιλιππίδου από την παράσταση είναι του Πάτροκλου Σκαφίδα

1 σχόλιο:

Idom είπε...


Χωρίς ακριβώς να θέλω να τρολάρω, να συνεισφέρω και εγώ έναν πιθανό (απίθανο) λόγο που ο Μπέκετ θέλησε να γράφει κατ' ευθείαν στα γαλλικά:
Οι γάλλοι μεταφραστές έχουν κακή φήμη. Παίρνουν υπερβολικά μεγάλες ελευθεριότητες, κόβουν, ράβουν και γαλλοποιούν ασύστολα τα ξενόγλωσσα κείμενα.

Οπότε σού λέει ο Μπέκετ: "άσε, καλύτερα να τα γράφω κατευθείαν στα γαλλικά, γιατί αυτοί θα μού κάνουνε τα κείμενα, Πικασό..."
(sic για το "Πικασό")

Idom


Υ/γ.: Εντάξει, δεν σε έπεισα, αλλά ο Όκαμ θα συμφωνούσε μαζί μου! :-)
I.