Παρασκευή, 13 Μαρτίου 2015

Να ποιος ήταν ο κήπος του μπαρμπα Γιαννιού (με την ανάγνωση του Παπαδιαμάντη εξανθρωπίζομαι)



Εξανθρωπίζομαι με την ανάγνωση του Παπαδιαμάντη. Διαβάζω, σημειώνω, σκέπτομαι, γράφω, σβήνω - αυτό ίσως πρέπει να γίνεται συχνότερα – ξαναδιαβάζω. Η ανάγνωση αποκαλύπτει νέες όψεις που ο τότε εαυτός το ξέρω ήταν αδύνατον να τις διακρίνει μια και δεν είχα παραστάσεις. Οι σελίδες του δευτέρου τόμου των Απάντων είναι γεμάτες υπογραμμίσεις και επισημάνσεις στο περιθώρια. Ιδίως σε κάποια διηγήματα από τα πολύ αγαπημένα. «Ολόγυρα στη λίμνη», «η Μαυρομαντηλού», «Βαρδιάνος στα σπόρκα». Κείμενα και άλλα κείμενα, αφελή και υποψιασμένα, γεμίζουν το ιστολόγιό μου, τις Πινακίδες από κερί εδώ και έξι χρόνια.  Ωστόσο ήταν το ταξίδι αυτό το καλοκαίρι, το Οδοιπορικό, η συνάντηση με τη Σκιάθο του Θεού – η αφορμή για ένα άλλο βλέμμα πάλι. Εδώ πίσω στην Αθήνα. Πόσα μέρη ήδη σημειωμενα στο λογοτεχνικό μου χάρτη, ξαναανακαλύπτω με άλλο φως, με άλλη γωνία,  κρυμμένα στις ίδιες αλλά και σε  άλλες σελίδες του.
Σελίδες περιγραφών στον Βαρδιάνο στα σπόρκα  που ο ανυπόμονος αναγνώστης, αυτός που θέλει να καταβροχθίσει τις συγκλονιστικές σελίδες της απόβασης μέσα στο σκοτάδι στο νησί, του μικρού στόλου με τις βάρκες από το νησί – λοιμοκαθαρτήριο απέναντι, τον Μεγάλο Τσουγκρία,  με τον μπαρμπα Λάζαρο τον κλητήρα που χτύπησε την καμπάνα μεσ’ την νύχτα για να ξυπνήσουν οι κάτοικοι της παραθαλάσσιας πολίχνης, να σημάνει συναγερμός και να αντιμετωπίσουν την εξέγερση των αποβλήτων,  με την παρενδυσία – την μεταμφίεση της γρια Σκεύως της Γιαλίνας σε άνδρα, για να αναλάβει φύλακας στα σπόρκα – στα μολυσμένα από τη χολέρα καράβια – που είχαν αράξει και όλο και κατέφθαναν στο νησί και όπου σε ένα από αυτά είχε μάθει ότι ήταν ο γιος της.
Οι ιστορίες ανθρώπων στην κεντρική πλοκή με είχαν κάνει να παραλείψω, να φύγει εντελώς από τη μνήμη μου, εκείνη η ιστορική  - γεωγραφική αναδρομή που κάνει ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης για να εξηγήσει γιατί δεν επαρκούσε η καραντίνα στα παλιά Λαζαρέτα, ερείπια ήδη από την εποχή του. «Ήσαν ποθεινοί οι καιροί εκείνοι», γράφει, «όταν υπήρχον ακόμη τα παλαιά Λαζαρέτα. Απλούν άκομψον κτίριον, του οποίου τα ερείπια φαίνονται αραιά σήμερον εις όσους εγέρασαν αρκετά, ώστε να προτιμώσι τας παλαιάς αναμνήσεις από την σύγχρονον πραγματικότητα. Βορειοανατολικώς του κτιρίου εξετείνετο ο κάμπος του Αγίου Γεωργίου»
Στις επόμενες σελίδες, θα γράψει για τα τρία νεώτερα κτίρια και τη μονίμως στερεμένη στέρνα,  αυτά που στην εποχή του είχαν επίσης εγκαταλειφθεί και που κανείς μπορούσε να τα βλέπει από μακριά να μοιάζουν «ως τρία λευκόμαλλα αρνία, αποπλανηθέντα από το κοπάδι του γερο Κοντζιδάκη, πλαγιασμένα εκεί με το λυκόφως της εσπέρας…»
Ο κάμπος του Αγίου Γεωργίου και δίπλα η λίμνη του – μια  αναδρομή με την ίδια νοσταλγία, μια τοπογραφική επιβεβαίωση, του σκηνικού στο διήγημα  με τον Χριστοδουλή και την Πολύμνια, «Ολόγυρα στη λίμνη – οι αναμνήσεις προς φίλον» και πάλι εκείνος ο Ξυλοπόδαρος με την βάρκα δίχως καρίνα να ψαρεύει κεφαλόπουλα, αλλά και το ναυπηγείο, ο ταρσανάς, και οι χαρούμενοι κρότοι των σφυριών για όσους είχαν ευαίσθητα αυτιά…
Να μην παραλείψω τις Πλάκες, τον βράχο από όπου βουτούν τα παιδιά, βουτιές και παλούκια, ο Μύτικας, το Κατεργάκι, η μικρή και η μεγάλη Κάπαρι, είναι στην αρχή του διηγήματος, στην αντίθετη μεριά του κόλπου, νοτιοανατολικά θα έλεγα. Εκεί στις Πλάκες είναι που θέλουν να καταλήξουν οι εισβολείς με τις βάρκες. Εκεί συγκεντρώνεται το πλήθος που θα τους πετροβολήσει. Εκεί επίσης πλένει τα ρούχα της η γρια Λούκαινα στο «Μυρολόγι της φώκιας», δίπλα ακριβώς στο κοχύλι, κάτω από το λόφο του κοιμητηρίου, εκεί υπάρχει μια σχισμή του βράχου με γλυφό νερό για να τα ξεαλατίζει.
Στις Πλάκες όμως, από το Μύτικα, είναι εκεί που κάνει τη βουτιά εκείνο το παιδί στη Μαυρομαντηλού, και βάζει σε κρίση τον μπαρμπα Γιαννιό που βρίσκεται εκεί κοντά με τη σαθρή του βάρκα, ημίπληκτος, ημιπαράλυτος δηλαδή από τη μια πλευρά.
Η τέχνη της βουτιάς είναι μια διαδικασία μυητική όπως φαίνεται, όπως περιγράφει τόσο γλαφυρά ο Παπαδιαμάντης στο Βαρδιάνος στα σπόρκα. Παλούκια (καρφωτά με τα πόδια) ή βουτιά (με το κεφάλι) γίνονται προσεκτικά, διαδοχικά, βράχο βράχο, υπάρχουν όρια και στάδια που πρέπει να ξεπεράσεις, από τον χαμηλότερο στον υψηλότερο, πρώτα με τα πόδια και μετά το επόμενο, Μικρή – Μεγάλη Κάππαρι, ΚΑτεργάκι και τελικά ο Μύτικας. Το παιδί  στη Μαυρομαντηλού ξεφεύγει και πηδά από το Μύτικα, μόνο του, χωρίς την ομάδα, υπερβαίνοντας – παραβαίνοντας τα όρια και θέτοντας τη ζωή του σε δοκιμασία. Και του μπαρμπα Γιαννιού τα όρια δοκιμάζονται και τελικά καταλήγει στον περίφημο εναγκαλισμό  του με την Μαυρομαντηλού – εκείνο τον βράχο, που όσο και να έχει απομακρυνθεί από το παιδί που είναι πια στη βάρκα, στο ομώνυμο διήγημα, η Μαυρομαντηλού είναι άντε το πολύ τριάντα οργιές από το βράχο. Στη Σκιάθο του Θεού, ωστόσο, βρίσκεται πίσω και από το Κοχύλι, σε πολύ μεγαλύτερη απόσταση, στον όρμο της Τζανεριάς. Εκεί την «είδα» και την φωτογράφισα φέτος το καλοκαίρι...
Σε μια άλλη Σκιάθο του Αλλού, φαίνεται να ανήκει και ο κήπος του Μπαρμπα Γιαννιού, ο εξωπραγματικός – κήπος βιβλίο στην αρχή της Μαυρομαντηλούς. Ένα κείμενο – μεταφορά για την γραφή, για τα γράμματα, την εξαπάτηση, τα ψέματα που λένε οι διηγηματογράφοι. Ένας μυστηριώδης κήπος, γεμάτος σύμβολα, ένας κήπος χάρτης του κόσμου, με τον ουρανό με τ’ άστρα, τη θάλασσα με τα ψάρια και τα γράμματα που φωνάζουν, στα παραθέματα των ομηρικών στίχων…
«Η βοή της γραμμένης αράδας στο χωράφι», ήταν ο τίτλος ενός κειμένου από τα πρώτα που είχα γράψει διαβάζοντας και θαυμάζοντας τον Παπαδιαμάντη, με την βεβαιότητα πως ο κήπος του μπαρμπα Γιαννιού δεν ήταν κήπος. Μια βεβαιότητα που φαίνεται πως είναι μάλλον κοινός τόπος στην βιβλιογραφία και στους μελετητές του Παπαδιαμάντη. Και αν δεν εκόμισα γλαύκα εις Αθήνας με αυτήν την παρατήρηση τότε, ωστόσο, πιστεύω πως ανακάλυψα τον κήπο του Μπαρμπα Γιαννιού σε άλλο διήγημα. Ο κυρ Γιαννιός της Μαργαρίτας, ή μπαρμα Γιαννιός και το τιμάριόν του, δίπλα ακριβώς στον κάμπο του Αη Γιώργη, ανάμεσα στον κάμπο και τα παλιά Λαζαρέτα. Ενας κάμπος που εκτείνεται «από του υψώματος του ζυγού, μέχρι της ακρογιαλιάς, προς το πέλαγος του βουνού»


Αυτά στο Βαρδιάνος στα σπόρκα. Ακολουθεί η λεπτομερής περιγραφή του εξωπραγματικού αυτού κήπου, που φτάνει ως τη θάλασσα. Διαβάζουμε για τις μικρές λακούβες από αλάτι  που μπορούσε να συλλέγει με τις χούφτες του για να αλατίζει τις πιπεριές του και τις ντομάτες του, για τους πάγουρους και τα καβούρια που κρύβοντας στα υποθαλάσια λαγούμια του κήπου του, χειροήθη, όπως γράφει, χαδιάρικα δηλαδή σαν κατοικίδια ζώα. Χειροήθης είναι στο ίδιο διήγημα η Μπαμπή, η μαύρη γάτα του καλόγερου του Νικοδήμου στο ίδιο διήγημα, που αγριεύεται όμως και του φεύγει λόγω της εισβολής όλων αυτών των ξένων στο νησί.
Μια έκπληξη η ενσάρκωση αυτού του κήπου,  ο υποβρύχιος λειμώνας  που δυο χρόνια νωρίτερα (1891)  στη Μαυρομαντηλού ήταν το έδαφος για να βλαστήσουν σύμβολα, και ερμητικοί χάρτες, γίνεται τώρα ένα πραγματολογικό παράδοξο, μια ιδιομορφία της φύσης. Ένας κήπος ανάμεσα στον ουρανό, τη γη και το νερό, μια και μετέχει και στα τρία βασίλια, έχει ξηρά, έχει αέρα και πουλιά,  γλάρους και άγρια περιστέρια έχει νερό, βραχάκια, καβούρια, χταπόδια και στις ακτές του τα δελφίνια «ημιλλώντο στο δρόμο με την ελαφράν βαρκούλαν»


Βρήκα φωτογραφίες από τα λοιμοκαθαρτήρια της Σύρου. Επί Όθωνος και αυτά, το 1835, όπως θα ήταν και τα παλαιά  Λαζαρέτα στη Σκιάθο. Από εδώ: https://historicalmonumentsyros.wordpress.com/%CE%BB%CE%BF%CE%B9%CE%BC%CE%BF%CE%BA%CE%B1%CE%B8%CE%B1%CF%81%CF%84%CE%AE%CF%81%CE%B9%CE%BF/

Δεν υπάρχουν σχόλια: