Τρίτη, 13 Δεκεμβρίου 2016

Η παραλία της Τρουβίλ του Boudin στην έκθεση του Ερμιτάζ και τα θανατερά τοπία της ανάγνωσης


 Την περασμένη εβδομάδα πέρασα από το Βυζαντινό Μουσείο.  Ήθελα να προλάβω και να δω τα φιλοξενούμενα έργα από το μεγάλο Μουσείο του Ερμιτάζ.  Ίλιγγος  και χαρά όταν περιδιαβαίνεις μια τέτοια συλλογή  -  η φορητή εκκλησία κάποιου Ρωμανώφ, ένα Έρως και Ψυχή του Ροντέν, Καραβάτζιο, Θεοτοκόπουλος – ακόμα και μέρος της «Σιβηρικής» συλλογής του Μεγάλου Πέτρου. Ωστόσο γράφω σήμερα με αφορμή ένα πίνακα ενός Γάλλου τοπιογράφου, του Eugène Louis Boudin  (1824 – 1898) με θέμα την Τρουβίλ, μια παραλία της Νορμανδίας που επέμενε όπως λέγεται να ζωγραφίζει.


Τρουβίλ – Ντωβίλ ανακαλούν τα Γκραντ Οτέλ τους, όχι μόνο καταλύματα διακοπών αλλά και μόνιμα – όσο γίνεται – ενδιαιτήματα καλλιτεχνών και διανοουμένων. Ο Ζέμπαλντ αναφέρει την Μαργκερίτ Ντυράς, μόνιμη  θαμώνα  αυτής της κοινόχρηστης πολυτέλειας.
Σε ένα από αυτά τα ξενοδοχεία θα έμενε με τη γιαγιά του ο νεαρός αφηγητής του «Αναζητώντας τον χαμένο χρόνο» αν επιχειρούσαν εκείνο το ταξίδι  για τις  φθινοπωρινές διακοπές που σχεδίαζαν.
Εκτός από τις δικές μου φωτογραφίες του πίνακα «Παραλία στην Τρουβίλ (1893)», όπου με το φακό μου προσπάθησα να απομονώσω και να μελετήσω με την ησυχία μου σκηνές και λεπτομέρειες αναζήτησα και άλλες εκδοχές της Τρουβίλ του ιδίου, όπου ο θεατής μπορεί να παρατηρήσει περισσότερο τα σύννεφα. Γιατί από ότι φαίνεται, για τον Προυστ, σημασία έχουν τα σύννεφα και όχι οι χαρακτήρες στην παραλία. Το είχα λησμονήσει εντελώς κατά την επίσκεψή μου στην έκθεση και δεν έστρεψα τον φακό ψηλά. Για τις αποχρώσεις και τα σχήματα των νεφών στην παραλία της Τρουβίλ, που μετατρέπουν όπως είχα γράψει τις σελίδες του βιβλίου σε θανατερό τοπίο της ανάγνωσης. 



Αναφέρομαι σε ένα κείμενο φέτος το καλοκαίρι στη Σκιάθο με αφορμή την ανάγνωση του Α’ τόμου – από τη μεριά του Σουάν, που παραθέτω εδώ:



«Έχω φέρει μαζί μου εδώ στη Σκιάθο, στη μικρή φορητή βιβλιοθήκη των διακοπών, και τον Προυστ. "Αναζητώντας τον χαμένο χρόνο" στη γνωστή μετάφραση του Παύλου Ζάννα. Από τα βιβλία που δεν θέλεις ποτέ να παραδεχτείς ότι δεν θα διαβάσεις στον προσωπικό σου κύκλο της (μιας) ζωής. Η παραδοχή αυτή - ότι δηλαδή δεν θα το διαβάσεις ποτέ - σε φέρνει τόσο κοντά – αμετάκλητα - στην παραδοχή της θνητότητας – που επίμονα αρνείσαι να διανοηθείς ως τη σύνταξη ενός καταλόγου βιβλίων που δεν θα διαβάσεις. Έτσι λοιπόν επιμένεις σε μέρες και νύχτες ανάγνωσης - από τη μεριά του Σουάν για αρχή - και ξαναδιαβάζω από παλιά υπογραμμισμένες παραγράφους – που ολοσχερώς δεν θυμάμαι από τότε που είχα εγκαταλείψει την ανάγνωση ( ποιος να ξέρει γιατί;) στις εκατόν πενήντα πρώτες σελίδες. Διαβάζω τώρα λοιπόν, στην ησυχία και στη δροσιά της Σκιάθου, και πάλι από την αρχή οι αναμνήσεις μεταξύ ύπνου και ξύπνιου του αφηγητή, οι επισκέψεις στις θείες του, η λαχτάρα για το φιλί της μητέρας του ώσπου φτάνω σε μια παράξενη αναφορά που είναι και η αιτία για αυτό το μικρό σημείωμα. Ο λόγος λοιπόν για ένα μυθικό τόπο διακοπών, το Μπαλμπέκ, τόσο μυθικό όσο και το Κομπραί της παιδικής ηλικίας. Υπάρχει δηλαδή μια και ο συγγραφέας το έχει πλάσει από υπαρκτά μέρη όπου έχει ζήσει ή τα έχει επισκεφτεί. Έτσι διαβάζει κανείς εκπληκτικές λογοτεχνικές περιγραφές του Μπαλμπέκ, μιας ομιχλώδους περιοχής μεταξύ Βρετάνης και Νορμανδίας όπου επρόκειτο να κάνει διακοπές με τη γιαγιά του ο αφηγητής και εσύ μαθαίνεις εκ των υστέρων, μια και δεν μπορεί να βρεις το Μπαλμπέκ σε κανένα χάρτη της γεωγραφίας πως πρόκειται για το Cabourg στην περιοχή της Μάγχης, κοντά στις Τρουβίλ και Ντωβίλ και τα ξενοδοχεία τους και για τις διαμονές των επωνύμων είχε γράψει ο Sebald… Έτσι και εδώ υπάρχει το Grand Hotel de Cabourg που στο δωμάτιο 414 συνήθιζε να μένει ο Προυστ και που οι ξενοδόχοι ισχυρίζονται ότι φιλοξένησε τη συγγραφή κάποιων σελίδων από το Αναζητώντας το χαμένο χρόνο. Από το Grand Hotel του φανταστικού Μπαλμπέκ ο αφηγητής έβλεπε την ακτή, την τεράστια αμμώδη παραλία και έγραψε με τον απαράμιλλο τρόπο που τα κείμενα που διαβάζω τώρα μετατρέπουν σε λεπταίσθητο στοχασμό την εμπειρία των αισθήσεων που είχα ή που θα μπορούσα ποτέ να έχω. Τις επιστρέφουν στον αναγνώστη σαν το πιο πολύτιμο λυρικό κείμενο που θα μπορούσε να διαβάσει ποτέ.
Έγραψε εκεί (λένε οι ξενοδόχοι) και για τα σύννεφα, τα πολύχρωμα σύννεφα, το διαρκώς μεταβαλλόμενο ομιχλώδες τοπίο της περιοχής – μια σπουδή στα σύννεφα – που δεν έχω προλάβει να διαβάσω ακόμα, δεν το έχω εντοπίσει στο πεντάτομο έργο, ούτως ή άλλως έχω μαζί μου μόνο τον πρώτο τόμο και δεν βιάζομαι να τον τελειώσω. Διαβάζω αργά. 



Να όμως και που εδώ, πριν ακόμα επισκεφτεί ο νεαρός αφηγητής το Μπαλμπέκ ακούει τον λογοτεχνίζοντα μηχανικό και οικογενειακό φίλο Λαγκραντέν να περιγράφει το περίεργο ρόδινο του ουρανού και την φρίκη ενός θανατερού τοπίου, αποτρέποντάς τον να το επισκεφτεί νέος. Ο συνομιλητής αναφέρεται στις περιγραφές του τοπίου που έκανε ο Ανατόλ Φρανς (πρόκειται για βιβλίο Pierre Nozieres του Ανατόλ Φρανς, διαβάζουμε στις σημειώσεις της Ελληνικής έκδοσης). Στις σελίδες του Ανατολ Φρανς ο αναγνώστης της εποχής ίσως έχει ήδη βρει τις φρικιαστικές περιγραφές του αρχαϊκού αυτού τοπίου που αποπνέει το θάνατο – από τα πολλά ναυάγια που συνέβησαν στην περιοχή. Ο Λαγκραντέν υπενθυμίζει στον συνομιλητή του, πως ο Ανατόλ Φρανς αντιστοιχίζει την περιοχή αυτή με την χώρα των Κιμμερίων στην Οδύσσεια. Την περιοχή δηλαδή στην άκρη του Ωκεανού που γινόταν το πέρασμα στον Κάτω Κόσμο, στον Άδη. 



Ομολογώ πως το μικρό αυτό απόσπασμα με έκανε να νιώσω μιαν ασυνήθιστη ταραχή. Δεν γνώριζα κανέναν μέχρι τώρα να αντιστοιχίζει περιοχή με την Χώρα των Κιμμερίων εκτός από … την αφεντιά μου, όταν είχα διαβάσει έτσι τα σημάδια, την ομίχλη κυρίως και το περίεργο φως το ήλιου που θάμβωνε την γρια Λούκαινα στο μυρολόγι της φώκιας του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη, εκεί που κατηφόριζε από το λόφο του Κοιμητηρίου με την αβασταγή με τα ρούχα, μοιρολογώντας. Είχα γράψει ένα κείμενο πριν μερικά χρόνια στις Πινακίδες από κερί, θεωρώντας ότι εκείνη η περιοχή είναι σημαδιακή. Εκεί γίνονται περίεργες ανταλλαγές ανάμεσα στους δύο κόσμους. (Το βάραθρο του θανάτου και αντηχείο του Κοχυλιού στο "Μυρολόγι της φώκιας" του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη, εδώ: http://waxtablets.blogspot.gr/2011/02/blog-post_08.html) Και να που οι μεταφορές και οι χάρτες της Οδύσσειας, άλλη μια φορά στοιχειώνουν τη λογοτεχνία και δημιουργούν περίεργα περάσματα και συνδέσεις ανάμεσα στους κόσμους και τα τοπία. Είχα πει λοιπόν ότι ο Παπαδιαμάντης μας δείχνει την Χώρα των Κιμμερίων και επιμένω ακόμα. Το κάνει βέβαια με όλα τα σημάδια και τις αντιστοιχίσεις. Όχι ευθέως. Με τη διαμεσολάβηση του αναγνώστη του που θα τα αναγνωρίσει κάτι που είχε επιχειρήσει να κάνει εκείνο το παλιό (μου) κείμενο.
Εν Σκιάθω λοιπόν, - τι όμορφο σημάδι - η ανάγνωση του Προυστ να υπενθυμίζει παλιές αναγνώσεις του εδώ, να αποκαλύπτει πάλι τις ιδιότητες των τόπων που αντιστοιχίζονται, αναδιπλώνονται, και νοηματοδοτούνται από τις ίδιες ή παρόμοιες ιδιότητες. Τα θανατερά τοπία. Ο Όμηρος. Ο θάνατος η θνητότητα, η εμμονή με τον Παπαδιαμάντη μια επιστροφή στο τοπίο της ανάγνωσης, ένας κύκλος που κλείνει.

Πόλυ Χατζημανωλάκη, Σκιάθος 11 Αυγούστου 2016»

______________________________________________________

Οι φωτογραφίες (μου)  του πίνακα του Boudin (παραλία της Τρουβίλ 1893) εδώ: 










Δεν υπάρχουν σχόλια: