Πέμπτη, 29 Δεκεμβρίου 2016

H σιωπή του Αντρέι Ρουμπλιώφ





Αποτραβηγμένος στο μοναστήρι του Αντρόνικοφ, ο Αντρέι Ρουμπλιώφ θα μετρά κόμπο κόμπο τη μετάνοια τυλιγμένος σε ένα δίχτυ σιωπής. Αυτή η θέση δεν τον απάλλασσε από τις καθημερινές πειθαρχίες, τις αγγαρείες για την επιβίωση μέσα στη σκληροτράχηλη κοινότητα των αλαφροΐσκιωτων ρασοφόρων, ούτε από τους κινδύνους όταν ομάδες Τάταρων στρατοπέδευαν στον περίβολο. Σε τέτοιες επιδρομές, οι άλλοι καλόγεροι αποσύρονταν στα κελιά τους ενώ εκείνος συνέχιζε, αόρατος, να ανακατεύει τη φωτιά στο μεγάλο καζάνι της αυλής με το βλέμμα στραμμένο στην Ντουρόσκα, τη μουγγή…Την είχε έγνοια αν και οι Τάταροι δεν άγγιζαν τους σαλεμένους…
Το σώμα του το ένιωθε σαν σιδερένιο. Κάποτε ελαφρύ σαν των αγγέλων. Άλλες φορές να έρπει, να σέρνεται σαν φίδι…
Είχε οράματα. Το μυαλό του από την σκοτεινιά είχε διασταλεί. Νύχτα και μέρα τον ταξίδευε σε αλλόκοτους δρόμους, σε λεηλατημένες πολιτείες, με τις εκκλησιές τους ολόμαυρες από την πυρκαγιά, με ασπρισμένους τοίχους, εικόνες ασκητών στα τέμπλα με μαγική μονοχρωμία, ίσως να ήταν που ήταν ασπρόμαυρη η ταινία και οι ψαλμοί από το εκκλησίασμα των ψυχών έχτιζαν, έχτιζαν… σήκωναν καμπαναριά μέσα στη σιωπή του…
Συνομιλούσε με τον νεκρό δάσκαλό του τον Θεοφάνη και έβλεπε ότι είχε αποβάλει πια, τόσα χρόνια νεκρός την ελαφρότητα και τον κυνισμό που είχε διακρίνει στην αρχή της μαθητείας του μαζί του. Ο νεαρός του βοηθός, ο Φόμα, είχε πέσει νεκρός δίπλα στο ποταμάκι στο Βλαντιμίρ, εκεί που είχε πάει να πλύνει τα πινέλα…Από βέλος Ρώσου; Τάταρου; Δεν ήξερε να πει ο Αντρέι…Τον είχε χάσει νωρίτερα, όταν ο μικρός, ανυπόμονος τον άφησε για να βρει την τύχη του.
Ο Αντρέι τον αγαπούσε παρά την τεμπελιά του. Ήταν και λίγο ψεύτης. Όμως είχε βρει τον τρόπο να σταθεροποιεί το γαλάζιο. Αυτό είναι όλη η δυσκολία. Όλα λοιπόν γι’ αυτό και μόνο έπρεπε να του τα συγχωρεί. Αυτό έλεγε και ο Θεοφάνης, τότε που μαζί τοιχογραφούσαν την Μητρόπολη. Μια μαθητεία με νεκρούς η σιωπή του. Αυτοί ήταν η συντροφιά του. Πότε πότε ερχόταν και ο Ρώσος στρατιώτης, αυτός που έπεσε από το χτύπημα του τσεκουριού του, την ώρα που τραβούσε την τρελή στο γυναικωνίτη. Στεκόταν στην είσοδο και του ζητούσε νερό, και ο Αντρέι του έδινε να πιει στην κούπα του και όπως έσκυβε έβλεπε τα αίματα και τα μαλλιά του κολλημένα στο κεφάλι του, και έκλαιγε, έκλαιγε γεμάτος φρίκη για το όραμα…




Το τσεκούρι του στο κεφάλι ανθρώπου, και να μη με συγχωρήσει ούτε ο Θεός, έλεγε μέσα του και ο Θεοφάνης μέσα του ψιθύριζε, όχι – όχι ο Θεός συγχωρεί, εσύ να μην συγχωρήσεις τον εαυτό σου.
Και δεν καταλαβαίνω. Δεν θα καταλάβω ποτέ γιατί οι άνθρωποι φέρονται έτσι. Δεν θα καταλάβω τον κόσμο, όσο φιλοπερίεργος και αν είμαι…
Δεν έχω θέση εδώ, δεν έχω θέση στον κόσμο. Πρέπει να φύγω και είναι αμαρτία…
Η σιωπή δημιουργούσε μια μοναξιά, ή το αντίστροφο συνέβαινε δεν ξέρω, που τον έκανε έκτοτε να παίρνει μια απόσταση από όλες τις αθλιότητες γύρω του ή αντιστρόφως και να συγκινείται από το παραμικρό. Μια γριά που κουβαλούσε ξύλα φερ’ ειπείν, τον έκανε να παίρνει το φορτίο της στους ώμους του και να κλαίει…
Ένα μυρμηγκάκι στα πόδια του δασκάλου να έχει χάσει το δρόμο.
Ένα σκαθάρι να φορτώνεται ένα σβώλο χώμα, ακούραστο να τον μετακινεί…
Ένα φιδάκι στο δάσος, που άφηνε μια γραμμή από συριστικό ήχο στο πέρασμά του, τον έκανε να αγαλλιά…Φήμες είχαν διαδοθεί από τους περαστικούς ότι μαγνήτιζε με το βλέμμα του τα φίδια που τότε ξύπναγαν από τη χειμερία νάρκη με την αχνή ζέστη του Ιουνίου και τα έκανε να τυλίγονται στα χέρια του μαγεμένα χωρίς ούτε ένα συριγμό για να μην ταράξουν την προσευχή του.
Το ίδιο και για το αηδόνι που το άκουγε τη νύχτα – θυμόταν μάλλον ότι το είχε ακούσει – το τουκ τουκ τουκ που τα αηδόνια λεν, ό, τι και να συμβαίνει στον πάνω κόσμο τον έκανε να κλείνει τα μάτια λίγο πιο αλαφρύς…
Όση δυστυχία και να υπάρχει, θάνατος, αρρώστιες, πάθη, μίση και έχθρες…Το αηδόνι ήταν μια παρηγοριά για αυτόν. Η ανάμνηση του αηδονιού δηλαδή γιατί δεν κατάφερε να ξανακούσει.
Θα σας φανεί μελοδραματικό, αλλά αργότερα, όταν γέρασε και η σιωπή δεν ήταν πια ένα μαρτύριο, ένα κοτσύφι ερχόταν στο παράθυρο του νοσοκομείου και τον επισκεπτόταν κάθε πρωί. Καθόταν στην παλάμη του και τον κοίταγε στα μάτια. Ένα κοτσύφι που είχε διασχίσει το χρόνο, από το σκοτεινό μεσαίωνα στα βάθη της Ρωσίας, μέχρι το Κράτος των Σοβιέτ να συναντά τον Αντρέι Ταρκόφσκι κάθε πρωί, μερικές εβδομάδες πριν πεθάνει. 




Γιατί αυτή η σιωπή ήταν χώρος.
Ηταν το κενό που έφτιαχνε εκεί που δεν χωρούσε για να μπορέσει να σταθεί. Εκεί που δεν καταλάβαινε για να μπορέσει να ανασάνει. Κι ας μην κρίνει. Μυστηριώδες, όπως οι αγγελικές μορφές του, όπως η Τελική Κρίση που δεν άντεχε να ζωγραφίσει– δεν ήθελε να φοβίζει τους ανθρώπους – όπως η Αγία Τριάδα, η αγγελική μεταφορά των εικονογράφων της γενιάς του, όπως ο Παντοκράτορας…

Η σιωπή ήταν ο χώρος, μεταξύ ανθρωπίνης και θείας δικαιοσύνης….

Πόλυ Χατζημανωλάκη
 Αναρτήθηκε στο Facebook, Μάιος 2013

Δεν υπάρχουν σχόλια: