Κυριακή, 25 Φεβρουαρίου 2018

"H παράξενη ασθένεια των γραφιάδων" ένα διήγημα

Θέλω να κερδίσω την ψυχή μου
Θέλω να μη χάσω την ψυχή μου
Τι ωφελήσει άνθρωπον
Τι ωφελήσει άνθρωπον…
Τον κόσμον όλον
………..


Αυτοί οι στίχοι βρέθηκαν γραμμένοι σε ένα χαρτί, πεσμένο δίπλα στο κρεβάτι του Αδάμ Κεϊρόζ, του ποιητή την ημέρα που πέθανε. Τους βρήκε η σπιτονοικοκυρά του και έδωσε το χαρτί στον αδελφό του τον Άβελ, που ήλθε για να μαζέψει τα προσωπικά αντικείμενα του νεκρού.
Ο Άβελ χωρίς να φέρει πολλές αντιρρήσεις, πλήρωσε τα χρεωστούμενα νοίκια, συμφώνησε ότι καλώς είχε ειδοποιηθεί ένα γραφείο κηδειών της περιοχής για τα περαιτέρω, δίπλωσε το χαρτί, το έβαλε στην τσέπη του σακακιού του και έριξε στην ξεχαρβαλωμένη βαλίτσα που του φέρανε τα δυο πουκάμισα και τα λιγοστά βιβλία που είχε ο νεκρός – συνήθιζε σιγά σιγά τη λέξη… ο νεκρός για τον Αδάμ. Είχε καιρό να τον δει, στο δωμάτιο εκείνο δεν είχε πατήσει ποτέ, στην πραγματικότητα δεν ήξερε καθόλου πώς ζούσε ο αδελφός του.
Κάτω από το στρώμα βρέθηκε ένα παλιό τετράδιο, φθαρμένο, κάποιες παραγγελίες του νεκρού για πρακτικά πράγματα, λογαριασμούς ποσά που χρωστούσε και που είχε να λαβαίνει, τηλέφωνα δίπλα σε άγνωστα ονόματα, αποδείξεις από καθαριστήριο, ένα εισιτήριο τραίνου για τη Μ., αποκόμματα εφημερίδων όλα σχετικά με την μυστηριώδη ασθένεια που έβρισκε τους συγγραφείς και τους ποιητές στην πόλη τους…Κάποια άτεχνα ποιήματα σαν αυτό που του είχε πέσει κάτω όταν πέθανε και ένα κείμενο γραμμένο με κόκκινο στυλό που πάνω έγραφε υπογραμμισμένα «Εις προσοχήν Άβελ ΚεΪρόζ – η ομολογία μου». Ο τίτλος παραξένεψε τον Άβελ και κάθισε στην άκρη του κρεβατιού, θα το διαβάσω εδώ που ξεψύχησε ο αδελφός μου είπε μέσα του, δεν θα χάσω λεπτό, τι διάβολο μπορεί να είναι αυτή η ομολογία…Γιατί ο Αδάμ την άφησε έτσι, που να ήταν τόσο εύκολο να βρεθεί και ακόμα και ένας ξένος να μπορεί να τη διαβάσει.
Ο Αδάμ, ούτε λίγο ούτε πολύ ομολογούσε, ότι δεν είχε έμπνευση, ότι είχε στερέψει εδώ και καιρό, δεν μπορούσε να γράψει και εξαπατούσε τον εκδότη του παραδίδοντας διηγήματα που είχε αντιγράψει από αλλού. Είχε γίνει λογοκλόπος από ανάγκη και σημείωνε ότι είχε παραδώσει για δικό του ένα διήγημα που είχε βρει σε μια ανθολογία ελασσόνων συγγραφέων – που ήξερε αυτός πώς να ρετουσάρει – οι επίμαχες σελίδες εξαφανίστηκαν μυστηριωδώς και κανείς δεν κατάλαβε τίποτε στη δημοτική βιβλιοθήκη…
Με τον ίδιο τρόπο, έγραφε, είχε ξεπατικώσει κάτι ποιήματα ενός νεαρού που είχε πεθάνει από φυματίωση και που ο πατέρας του είχε πληρώσει για να εκδοθούν, σε έναν εκδότη όπου κρυφά από τον δικό του έκανε επιμέλειες και μεταφράσεις για να ζει. Τα ποιήματα αυτά, αφαιρέθηκαν από το χειρόγραφο, και ούτως ή άλλως παραλλάχτηκαν έτσι που ίσως και ο ίδιος ο νεκρός δεν θα τα αναγνώριζε. Έμπνευση είπαμε δεν είχε. Τεχνίτης του λόγου όμως, εξακολουθούσε να είναι.
Από ότι φαίνεται, εξακολουθούσε με επιμέλεια αυτήν την δουλειά, να υπεξαιρεί και να εκδίδει, και αυτό για αρκετά χρόνια, φροντίζοντας να σβήνει τα ίχνη του. Στο τετράδιο ομολογούσε διαρρήξεις και εισβολές τη νύχτα σε βιβλιοπωλεία, σε αποθήκες εκδοτικών οίκων για να εξαφανίσει τα λιγοστά αντίτυπα των βιβλίων που είχε βάλει στόχο. Φρόντιζε να επισημαίνει κείμενα ελασσόνων, που δεν είχαν τη δυνατότητα να απευθυνθούν σε μεγάλο εκδότη και μετά κάλυπτε τα ίχνη του. Στο κάτω κάτω τα βιβλία θα πήγαιναν για πολτοποίηση, οι εκδότες δεν διαμαρτύρονταν. Χάρη τους έκανε αυτός ο φαντομάς του τυπωμένου χαρτιού που εξαφάνιζε ολόκληρα αποθέματα από ποιητικές συλλογές διηγήματα ή και μυθιστορήματα πρωτοεμφανιζόμενων και σχεδόν αγνώστων…
Οι ξένες λέξεις αναβαπτίζονται στην ψυχή μου έγραφε. Οι ιστορίες και τα νοήματα παίρνουν από μένα, από το δικό μου ύφος, όλα ξαναγεννιούνται σαν έτσι να έπρεπε να συμβούν. Μια δεύτερη κυοφορία επιτελείται. Οι δότες πρέπει να μου χρωστούν ευγνωμοσύνη για αυτό που κάνω. Οι ιδέες τους, ό, τι καλό από αυτές τέλος πάντων, αποκτούν καινούργια λάμψη και οικουμενικότητα, έκφραση και στυλ που ούτε στον ύπνο τους δεν θα μπορούσαν να έχουν. Το ασθενικό πνεύμα απορροφάται από το ισχυρό, το ικανό, και μνημειώνεται. Πιστεύω ότι αυτό που κάνω θα μείνει στην αιωνιότητα.
Σιγά σιγά ο Αδάμ, προχωρούσε με κείμενα κάπως γνωστότερων συγγραφέων που είχαν εξαντληθεί ή ξεχαστεί και φρόντιζε να τα αλλάζει, αφαιρώντας τα μοναδικά αντίτυπα που βρίσκονταν στις δημόσιες βιβλιοθήκες. Αφαιρώντας είναι μια κουβέντα. Όπως ρουφούσε το μεδούλι, την ψυχή του ξένου κειμένου για να γράψει το δικό του, έσκιζε τις τυπωμένες σελίδες, το εσωτερικό του βιβλίου, και το παραγέμιζε με στοίβες από λευκές. Αυτό φρόντιζε να το κάνει, παίρνοντας δήθεν τυχαία τα βιβλία από τα ράφια όσο ήταν στη σκοτεινιά του αναγνωστήριου, με κοφτές κινήσεις, χωρίς θόρυβο και ξαναβάζοντας το βιβλίο στη θέση του. Άλλες φορές είχε αντικαταστήσει τυπωμένα φύλλα χωρίς νόημα στο εσωτερικό των σελίδων που έσκαβε με ένα κοφτερό εργαλείο αυτό στην ησυχία του σπιτιού του, έτσι που η υπάλληλος, αδιάφορη ούτως ή άλλως δεν είχε μπει στον κόπο να ανοίξει για να ελέγξει σε τι κατάσταση είχαν επιστρέψει τα βιβλία.
Μετά προχώρησε, σε μεγαλύτερης εμβέλειας λογοκλοπές, κλέβοντας κείμενα από γνωστούς συγγραφείς, αλλά τα πρώτα τους, που δεν ήταν ακόμη γνωστά και που ούτως ή άλλως αυτός τα άλλαζε, τους έκανε το μέσα έξω…Και είχε βρει τρόπους να εξαφανίζονται τα αποθέματα…
Σιγά σιγά εξαφανίζονταν όλο και περισσότερα βιβλία. Πυρκαγιές σε αποθήκες χαρτιού, δήθεν επιθέσεις φανατικών. Πλημμύρες σε γραφεία εκδοτικών οίκων, ασθένειες του χαρτιού από σαράκια που δεν υπήρχαν μέχρι πρότινος στη χώρα τους, δημιουργούσαν μια έλλειψη στα αποθέματα για ανάγνωση που θα ήταν αισθητή, αν το κοινό προτιμούσε την λογοτεχνία που αγαπούσε και αυτός. Ευτυχώς για εκείνον, τα ευπώλητα παρέμεναν στην πρώτη ζήτηση και εκείνον δεν τον απασχολούσαν, δεν τα έθιγε. Ο καθένας στον τομέα του έλεγε. Δεν είχε ζηλέψει τις πωλήσεις, ούτε λαχταρούσε τα βιβλία με τις αποχρώσεις του ροζ…
Δεν τα εξέδιδε όλα αυτά που απορροφούσε, έγραφε στο τετράδιο του. Ήταν ολιγογράφος. Δεν άλλαξε το ρυθμό που έγραφε, τον διατήρησε σταθερό, πάντα άριστος τεχνίτης του λόγου με ανανεωμένη έμπνευση. Μεγάλο μέρος του χρόνου του ήταν αφιερωμένο στην τέχνη των υπεξαιρέσεων, που είχε επεκτείνει και βελτιώσει, δημιουργώντας μια παρακαταθήκη, μια μοναδική εργογραφία για το μέλλον.
Αυτό που είχε συμβεί όμως, όπως έγραφε ο ίδιος, και είχε κολλήσει αποκόμματα από εφημερίδες και λογοτεχνικά περιοδικά που το επιβεβαίωναν, δεν ήταν ότι διαμαρτυρήθηκε κανείς από τους συγγραφείς που είχαν απορροφηθεί. Αυτό που συνέβαινε, αυτό ούτως ή άλλως είχε πέσει στην αντίληψη του Αβελ και απορούσε με το ότι ο αδελφός του είχε μείνει ανέγγιχτος, ήταν ότι είχε εκλείψει η έμπνευση από τους περισσότερους γραφιάδες της πόλης και σιγά σιγά και της χώρας. Οι εκδόσεις ήταν ελάχιστες, οι συγγραφείς παραπονιούνταν ότι είχαν χάσει την ψυχή τους.
Γνωστοί συγγραφείς της γενιάς του δήλωναν ότι εγκατέλειπαν το επάγγελμα…Ότι εγκατέλειπαν το γράψιμο για να ασχοληθούν με άλλες τέχνες, το θέατρο τον κινηματογράφο ίσως. Κάποιοι, που ήταν καθηγητές σε σχολεία, έλεγαν ότι θα δίδασκαν ίσως δημιουργική γραφή, κάτι που το ήξεραν καλά, μήπως και με τη γνώση του πώς και της τέχνης, ξεπηδούσε από τα φρέσκα μυαλά των μαθητών τους, που ίσως δεν τους είχαν οι ίδιοι καταλάβει αρκετά κάτι καινούργιο…
¨Άλλοι ομότεχνοί του, έκαναν αποχαιρετιστήρια πάρτι για να πουν ότι το γράψιμο ήταν μια παιδική αρρώστια που την εγκατέλειπαν οριστικά, και τα στρέφονταν στην πραγματική ζωή και στις ανθρώπινες σχέσεις. Κυρίως στον έρωτα που ήθελαν να γνωρίσουν και που ομολογούσαν ότι μέχρι τώρα τον ήξεραν μόνο στη χάρτινή του εκδοχή.
Δεν έλειψαν αυτή που δήλωσαν ότι θα έφευγαν στην επαρχία, να ζήσουν μια ζωή αυτάρκειας και ανυπακοής στο σύστημα, καλλιεργώντας τον κήπο τους, όσοι είχαν καταγωγή από χωριό και κάποια ιδιοκτησία φυσικά, γυρνώντας στην πλάτη στη ζωή του γραφιά, στο χαρτί και το μολύβι. Στην πραγματικότητα αυτή η ζωή τους είχε κλείσει την πόρτα, όλοι το ήξεραν…
Κάποιοι, δεν είχαν την δύναμη να κάνουν δηλώσεις, ήταν πιο αλαφροΐσκιωτοι ίσως… Αυτοί τριγυρνούσαν στην πόλη σαν χαμένοι, μονολογώντας ακατανόητα λόγια…Άναρθρες κουβέντες. Στην αρχή ο κόσμος τρόμαξε, έτσι που έλεγαν ότι είχαν αδειάσει, ότι τους έφευγε η ψυχή, ότι δεν είχε νόημα η ζωή τους…μετά τους συνήθισαν και τους έδιναν πότε πότε κάτι για να πιούν μια μπύρα να ξεχαστούν. Μεθυσμένοι ήταν κάπως πιο ήσυχοι, ευθυμούσαν λίγο και αυτό ανακούφιζε τους υπόλοιπους.
Οι τελευταίες σελίδες του Άβελ, ήταν γραμμένες με πολλή ταραχή.
Εγώ είμαι που έχω απορροφήσει την ψυχή τους έγραφε. Δεν ήξερα ότι η ψυχή των συγγραφέων είναι το τυπωμένο χαρτί, δεν ήξερα. Δημιούργησα με την ιδέα μου μια μεγάλη συμφορά. Νιώθω ότι η Νέμεσις θα είναι σκληρή…
Πρέπει να γράψω, να γράψω να εκδώσω ώστε να επιστρέψει το θεϊκό πνεύμα που με διακατέχει στην κυκλοφορία…
Το μέλι δεν πρέπει να το κρατήσω για τον εαυτό μου...
Πρέπει πρέπει πρέπει…
Σήμερα αυτοκτόνησαν δύο φίλοι μου. Είχαν έλθει να με βρουν πριν μερικές μέρες. . Τα μάτια τους άδεια, Σε απόγνωση. Έχουμε στερέψει., μου είπαν. Η ζωή δεν έχει νόημα. Κάτι λείπει και δεν μπορούμε να το καταλάβουμε. Δεν μπορούμε να γράψουμε. Η γραφή μας είναι άναρθρη. Οι αράδες μας χωρίς προοπτική, χωρίς βάθος. Γραμμές μονοδιάστατες χωρίς σκιά. Σαν να λείπει από μέσα μας το παρελθόν…Σαν κάποιος να αφαίρεσε κάτι αόρατο πάνω στο οποίο όλα στηρίζονται. Τράβηξε τον πύρο από τον πάτο της βάρκας. Σαν ότι λέμε να λέγεται για πρώτη φορά και να σχίζει με σκληρότητα το κενό… Δεν αντέχεται έτσι η μοναξιά της γραφής. .
Ακατανόητο…Νοιώθουμε να μας κυριεύει μια πνευματική παράλυση…
Το τετράδιο τελείωνε εκεί. Ο Αβελ δεν ήξερε πού ήταν τα χειρόγραφα του αδελφού του… Δεν ήξερε ποια από τα έργα του ήταν «δεύτερες κυοφορίες» έργων άλλων. Δεν ήξερε καν ποια ήταν τα έργα του. ΄
Ήταν δυο μήνες που είχαν γραφτεί οι τελευταίες αράδες, μετά την αυτοκτονία των φίλων του.
Στεκόταν ζαλισμένος με την «ομολογία» στα χέρια, ξέροντας ότι ο αδελφός του, το μόνο που έκανε είναι να πεθάνει και να τον αφήσει εκείνον πάλι να καθαρίσει για λογαριασμό του. Δυο μήνες την είχε γράψει και ο Άβελ ήταν βέβαιος ότι δεν είχε κάνει τίποτα…
Έφυγε από το νοικιασμένο δωμάτιο, αποχαιρέτησε την σπιτονοικοκυρά. Βγαίνοντας πέταξε κάπου τη βαλίτσα με τα πουκάμισα και τα βιβλία. Κράτησε το τετράδιο.
Δεν πήγε σπίτι του. Τράβηξε στα γραφεία της εφημερίδας της πόλης τους, ο Κήρυκας του Π. και ζήτησε να δει το διευθυντή. Ήταν παλιός του συμμαθητής, έδωσε να του πάνε την κάρτα του. Για την υπόθεση των συγγραφέων που τρελαίνονται, είπε. Ο Διευθυντής τον κάλεσε αμέσων και κλείστηκαν στο γραφείο του.
Φεύγοντας δεν είχε μαζί του το τετράδιο.
Θα γράψουμε έναν εξαιρετικό επικήδειο για τον αδελφό σου. Τον διαβεβαίωσε ο διευθυντής.
Δεν με απασχολεί αυτό, είπε ο Αβελ. Ούτε και εκείνον. Ξέρετε τη δουλειά σας…
Κατεβαίνοντας τα σκαλιά, ένας από τους τρελούς γραφιάδες τον πλησίασε. Του ζήτησε χρήματα. Για μια μπύρα του είπε….
Πάμε να πιούμε μαζί φίλε μου, πάμε…, αποκρίθηκε

Πόλυ Χατζημανωλάκη
Δημοσιεύτηκε στο facebook τον Φεβρουάριος 2013

Δεν υπάρχουν σχόλια: