Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Σιμενόν. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Σιμενόν. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 19 Μαΐου 2009

Όπου ο Ζωρζ Σιμενόν ταξιδεύει στο χάρτη με το τρένο των ονείρων του και ο ήρωάς του ρίχνει ένα μαύρο πιόνι σε ένα φλιτζάνι τσάι.

Ο άνθρωπος που έβλεπε τα τρένα να περνούν
«Ο άνθρωπος που έβλεπε τα τρένα να περνούν» (1) του Ζωρζ Σιμενόν κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Gallimard στα 1938 την ίδια χρονιά με τη Ναυτία του Σαρτρ και τέσσερα χρόνια πριν τον Ξένο του Καμύ. Η χρονική σύμπτωση με την κυκλοφορία έργων που θεωρείται ότι εκπροσωπούν το «Παράλογο» στη Γαλλική λογοτεχνία είναι προφανής.
Πρόκειται όμως εδώ για ένα ανάλογης εμβέλειας έργο; Ή ο Αντρέ Ζιντ (2,3) παραμένει ο μόνος που θα αναγνωρίζει και θα αποτίει φόρο τιμής στην υψηλή λογοτεχνική αξία του έργου του Σιμενόν;

Το να ανοίξουμε τώρα πάλι τη συζήτηση για την λογοτεχνικότητα της αστυνομικής λογοτεχνίας δεν είναι το θέμα της σημερινής μας ανάρτησης. Αυτή τη λογοτεχνικότητα άλλωστε ο Σιμενόν προσπάθησε αριστοτεχνικά να απεκδυθεί σύμφωνα με τις παροτρύνσεις και τα επαινετικά σχόλια της μέντορός του Colette ότι «σχεδόν τα κατάφερε να μη γράφει λογοτεχνία» (3). Μια και το έργο του Βέλγου συγγραφέα προσφέρεται για πολλαπλές αναγνώσεις και έχουν εκπονηθεί πλήθος από διατριβές και μελέτες για αυτό, δεν θα τολμήσουμε παρά την αναγνωστική ανταλλαγή του αναλφάβητου αναγνώστη, συνεχίζοντας μια συζήτηση που άνοιξε πρόσφατα εδώ και σε άλλα ιστολόγια.

Έχουμε τα σχόλια του Βαγγέλη Ιντζίδη στην προηγούμενη ανάρτηση των Πινακίδων για τον τρελό του Μπερζεράκ και την ανάρτηση του Σταύλου για την περίπτωση του Κέες Πόπινγκα, που αναδεικνύουν με εξαίρετο τρόπο τη Φουκωική ανάγνωση του Σιμενόν.

Σε αυτά μπορεί να προσθέσει κανείς ακόμα και την υποθετική συνομιλία με το Λακάν που επισημαίνει στο επίμετρο της ελληνικής μετάφρασης από τις εκδόσεις Άγρα ο Γ.Ν. Πεντζίκης (2). Στα 1932 ο Λακάν δημοσίευε τη διατριβή του "Περί της παρανοϊκής ψυχώσεως εντός των σχέσεών της με την προσωπικότητα", την οποία ο Ζωρζ Σιμενόν ενδεχομένως να μην είχε διαβάσει, «χρησιμοποιεί όμως τον όρο με επαρκή ακρίβεια» (2) και επιδίδεται σε μια δική του συγγραφική αναζήτηση του παραλόγου και του «γυμνού» ανθρώπου. «Όλη μου η ζωή, όλο μου το συγγραφικό έργο δεν υπήρξε τίποτε άλλο παρά αναζήτηση του γυμνού ανθρώπου» δηλώνει στον Françis Lacassin το 1971.

Αυτό λοιπόν που παρουσιάζεται εδώ, είναι οι παρατηρήσεις από το δικό μου ημερολόγιο ανάγνωσης αυτού του βιβλίου του Σιμενόν, συνεχίζοντας και επεκτείνοντας τη σπουδή στον προσανατολισμό, στα σχήματα και τις διαδρομές στο χάρτη/αφήγηση που ακολουθεί αλλά και χαράσσει με τη σειρά του ο ήρωας της ιστορίας και εντάσσοντας αυτή τη σπουδή στο πλαίσιο των προηγούμενων αναγνώσεων.

Η περίπτωση του Κέες Πόπινγκα
Ο Κέες Πόπινγκα, ένας καθώς πρέπει Ολλανδός από το Κρόνιγκεν, ο άνθρωπος που είχε δίπλωμα πλοιάρχου ποντοπόρων πλοίων χωρίς να έχει ταξιδέψει ποτέ, ζούσε την κανονική ζωή του καθώς πρέπει υπαλλήλου στην εταιρεία του Γιούλιους ντε Κόστερ και του καθώς πρέπει συζύγου και οικογενειάρχη. Κάποια στιγμή όλα ανατρέπονται , καθώς το αφεντικό του, για να καλύψει μια μεγάλου μεγέθους απάτη, σκηνοθετεί την αυτοκτονία του. Ο Κέες Πόπινγκα εγκαταλείπει έντρομος την τάξη και την κανονικότητα του πρότερου βίου του με ένα μεγάλο χρηματικό ποσό στην τσέπη – δώρο του Γιούλιους ντε Κόστερ – φεύγει από την πόλη του με ένα νυχτερινό τρένο (*).
Αναχωρεί δηλαδή για τον κόσμο της επιθυμίας, που στο τέλος θα γίνει – για τους άλλους – ο κόσμος της παράνοιας.

Ο τίτλος του βιβλίου κάνει μια νύξη για το ποιος είναι ο Κες Πόπιγκα, ο άνθρωπος που από παιδί του άρεσε να βλέπει τα τρένα να περνούν.

«…Αν προτιμούσε τα νυχτερινά τρένα, ήταν επειδή μάντευε σ’
αυτά κάτι το παράξενο, κάτι σχεδόν το ανήθικο…Είχε την εντύπωση ότι οι άνθρωποι που έφευγαν έτσι, έφευγαν για πάντα, κυρίως στην τρίτη θέση, όπου έβλεπε να συνωστίζονται οι φτωχές οικογένειες με τους μπόγους τους.»
Το ταξίδι του Κέες Πόπινγκα προς τη γυμνότητα
Από την παρατήρηση λοιπόν στην επιβίβαση: Η αναχώρηση, τα τρένα, οι τροχιές τους, η απομάκρυνση του Κες Πόπινκα από την ακινησία της κανονικότητας προς την απόκλιση και την επιθυμία είναι το μέσο για το ταξίδι από Βορρά προς Νότο και την αναζήτηση του εαυτού του ενώ αποχωρίζεται σταδιακά τα ρούχα του μέχρι την ολοκληρωτική γυμνότητα του τέλους.

Η αναζήτηση της γυμνότητος λοιπόν, ένα το κρατούμενο, με πρώτο και καλύτερο τον απατεώνα Γιούλιους ντε Κόστερ στην τελευταία συνάντησή του με τον Κες Πόπιγκα πριν εξαφανιστεί, να κρατά ένα πακέτο με ρούχα, τη φορεσιά που θα εγκαταλείψει στο ποτάμι σκηνοθετώντας την αυτοκτονία του. Τα ρούχα ως κατασκευή της περσόνας που περιφέρει ο κάθε ήρωας του βιβλίου, τα πενιουάρ των κυριών που αποτελούν από δω και στο εξής το αντικείμενο του πόθου του Πόπιγκα, τα εργατικά ρούχα του Γκουέν που θα τον κρύψει για ένα διάστημα και θα τα φορέσει και αυτός, τα πουκάμισα που αγοράζει και κοιτάει να εξαφανίζει πετώντας τα στα δημόσια ουρητήρια ή στο Σηκουάνα, το μπλε πανωφόρι, η φορεσιά του αλήτη και τέλος το «άχρωμο» γκρίζο κουστούμι που φοράει από τη μέρα της εξαφάνισής του.

Αυτή είναι λοιπόν η διαδρομή του Πόπιγκα προς τη γυμνότητα και την αλήθεια που «δεν υπάρχει» για την περίπτωσή του όπως αισθάνεται ο ίδιος υποχρεωμένος να ομολογήσει στο τέλος στο γιατρό του ψυχιατρείου.

Το κόκκινο σημειωματάριο και ο χάρτης
Τι προσπαθεί όμως να γράψει στο κόκκινο σημειωματάριό που κρατά μαζί του κατά την περιπλάνησή του από το Κρόνιγκεν στο Άμστερνταμ και από εκεί στο Παρίσι και κάποτε πιο νότια στο Ζυβισύ; Το κόκκινο σημειωματάριο είναι το ημερολόγιο ταξιδιού αυτού του ματαιωμένου πλοίαρχου που φεύγει επί τέλους με το τρένο των ονείρων του την επομένη της καταστροφής του κόσμου του. Ημερολόγιο ταξιδιού και χάρτης που λειτουργεί σαν το σταθερό πλαίσιο από όπου κρατιέται η αφήγηση. Είναι το σημείο του προσανατολισμού και της νοηματοδότησης: Αυτό που δεν μπορεί να γράψει στην έκθεσή του στο ψυχιατρείο, αυτό που δεν μπορεί να πει μια Σεχραζάτ μια και ο Πόπιγκα κοιμάται κάθε βράδυ - λευκές νύχτες – με μια διαφορετική γυναίκα σε φτηνά ξενοδοχεία του Παρισιού. Γράφει στο σημειωματάριό του τις σκέψεις του και τα σημεία της διαδρομής του ενώ επί πλέον συντάσσει επιστολές προς τους δημοσιογράφους και τον επιθεωρητή της αστυνομίας. Ο χάρτης ως σύμβολο είναι παρών από την πρώτη σκηνή του δράματος, από τις πρώτες σελίδες του βιβλίου όταν όλα τα πρόσωπα του έργου, που θα γνωρίσουμε στη συνέχεια και που προς το παρόν είναι φιγούρες χωρίς πρόσωπο, παίρνουν τη θέση τους πάνω του. Τα βλέπουμε μέσα από ένα μαγικό κουτί σε διαφορετικές θέσεις στο χάρτη, σε καθημερινές σκηνές της ζωής τους που για μας δεν έχουν α κ ό μ η νόημα μια η ιστορία δεν έχει γραφτεί:

Ο Γιούλιους ντε Κόστερ, το αφεντικό του

βρίσκεται θρονιασμένος στο καφενείο «Πετί Σαιν Ζωρζ»
[στο Κρόνιγκεν ] και μεθούσε εντελώς συνειδητά
ενώ
στο Άμστερνταμ, σε ένα δωμάτιο του «Κάρλτον», κάποια Πάμελα έκανε το μπάνιο της,
και

Στο Παρίσι, σ’ ένα μικρό εστιατόριο της οδού Μπλανς, στο «Μελί» κάποια Ζαν Ροζιέ, που ήταν κοκκινομάλλα, έτρωγε σε ένα τραπέζι παρέα με κάποιον Λουί...
και
στο Ζυβισύ, κοντά στο σταθμό διαλογής των τραίνων, στο δρόμο
για το Φονταινεμπλώ, ένας γκαραζίστας και η αδελφή του η Ρόζα…
Όλα τα πρόσωπα έχουν πάρει τις θέσεις τους στο χάρτη ενώ ο Κέες Πόπιγκα ζει στον περίκλειστο κόσμο του με τη γυναίκα του, την οποία αποκαλεί μαμά όπως κάνουν και τα δυο παιδιά του. Η γεωγραφία όμως, στην ακίνητη μορφή της, εισβάλει στην κανονικότητα του σπιτιού με το λεύκωμα με κάρτες που η σύζυγος συλλέγει από τα κουτιά του κακάο δεύτερης διαλογής:

«αυτές οι κάρτες τοποθετούνταν μέσα σε ένα ειδικό λεύκωμα που, όταν σε μερικά χρόνια συμπληρωνόταν, θα αναπαριστούσε με χρώματα όλα τα λουλούδια της γης.»
Ο σύζυγος, καθισμένος στην πολυθρόνα του, γυρίζει τα κουμπιά του ραδιοφώνου. Το γυάλινο καντράν με τα ονόματα των πόλεων είναι ο χάρτης του αλλού όπως πάντα…

Μια παρτίδα σκάκι
Όταν λοιπόν αφήνει πίσω του το Κρόνιγκεν με το νυχτερινό τρένο, ο Κες Πόπινγκα κρατά μαζί του ένα κόκκινο σημειωματάριο – θυμηθείτε το παλίμψηστο σημειωματάριο του ήρωα του Πωλ ΄Ωστερ (5) που παρακολουθούσε όμως τη διαδρομή κάποιου άλλου – καταγράφει τις κινήσεις του με την ακρίβεια των κινήσεων μιας παρτίδας σκακιού. Άλλωστε για σημειωματάριο σκακιού πρόκειται. Υπάρχουν ήδη σημειωμένες δύο παρτίδες, «δηλαδή δύο σελίδες γεμάτες σκακιστικά σύμβολα».

Η σκακιέρα λοιπόν, ο χάρτης με τα 64 τετράγωνα, που με μονοσήμαντο τρόπο παριστάνονται με το ζευγάρι ενός γράμματος και ενός αριθμού – όπως και τα πλοία στη ναυμαχία – είναι ο περιορισμένος χώρος που θα κινηθεί ο Πόπινγκα. Η σειρά των θέσεων σε αυτές τις καταγραφές αποδίδει τη χρονική διαδοχή, την εξέλιξη της παρτίδας, που μέσα από τις καθορισμένες τροχιές των πιονιών, των ίππων, των αξιωματικών περιορίζουν βαθμιαία τις κινήσεις του βασιλιά ως την τελική του παράδοση.
Απώλεια πιονιών – απογύμνωση του ήρωα από τη ζωτική του ενέργεια, από τα χρήματα και από τα ρούχα του, περιορισμός των κινήσεων του αυτή είναι και η προδιαγεγραμμένη πορεία του Πόπινγκα. Όντας δεινός σκακιστής, περιφέρεται με θράσος στις σκακιστικές λέσχες του Παρισιού κερδίζοντας τις παρτίδες. Είναι όμως και βασιλιάς του σκακιού μια και αυτός πρόκειται να παραδοθεί στις γραμμές του τραίνου στη θεαματική κίνηση παράδοσης ματ. Βασιλιάς μα και τρελός του σκακιού μια και εξαφανίζει αστειευόμενος τον αξιωματικό (τρελό) του αντιπάλου σε ποτήρια μπύρας ή φλιτζάνια τσαγιού και εξαφανίζεται και αυτός από το Κρόνιγκεν, ο γυμνός βασιλιάς γυμνός του παραμυθιού αφού πρόκειται στο τέλος να βγάλει όλα τα ρούχα του…
Το κόκκινο σημειωματάριο λοιπόν αποτελεί την χαρτογράφηση της πορείας με σύμβολα, με ονόματα πόλεων και με χρόνους.

Η «αλήθεια» ενός κόσμου από ψηλά
Ο Κες Πόπιγκα λοιπόν, ο άνθρωπος που μιλούσε άπταιστα τέσσερεις γλώσσες αρχίζει την περιπλάνηση ταξιδεύοντας με ένα νυχτερινό τρένο

«σαν εκείνα που έρχονταν και επανέρχονταν στα όνειρα του Πόπινγκα, ένα τρένο με κουκέτες, με κουρτινάκια τραβηγμένα στα παράθυρα των κουπέ, με λαμπάκια πάνω από τα κρεβάτια και ταξιδιώτες που μιλούσαν διάφορες γλώσσες, ένα διεθνές τρένο δηλαδή, που διέσχισε σε λίγες ώρες τα σύνορα τριών κρατών»
Το τρένο των ονείρων του – διεθνές και πολύγλωσσο – διασχίζει τα σύνορα τριών χωρών χαράσσοντας νοερά τη διαδρομή του στο χάρτη. Και ο Σιμενόν, γαλλόφωνος Βέλγος ζει στη Γαλλία ενώ ο ήρωάς του ταξιδεύει προς Παρίσι από τη γειτονική Ολλανδία.

Ο πολύγλωσσος Πόπιγκα διαβάζει τις εφημερίδες όλης της Ευρώπης και μαθαίνει ότι καταζητείται από την αστυνομία. Όσο για τη φωτογραφία του – κομμάτι οικογενειακής φωτογραφίας στο καθιστικό του – αυτή έχει ταξιδέψει πιο μακριά και από αυτόν. Έχει κάνει το γύρο του κόσμου στα πρωτοσέλιδα των εφημερίδων.



Αυτό τον κόσμο στην ολότητά του, όπως και την αλήθεια για τον εαυτό του προσπαθεί να συλλάβει σαν μια εικόνα από ψηλά. Με αφορμή τη μέρα των Χριστουγέννων, φαντάζεται ότι είναι Χριστούγεννα ταυτόχρονα σε όλη τη γη.
«Ο Πόπιγκα, φαντάστηκε τον κόσμο όπως θα τον έβλεπε κανείς από ένα αεροπλάνο, αν το αεροπλάνο πήγαινε πολύ γρήγορα και ανέβαινε πάρα πολύ ψηλά: Μια τεράστια σφαίρα λευκή από το χιόνι, με πόλεις και χωριά που τα εντόπιζε εδώ κι εκεί, από τις εκκλησιές των οποίων τα καμπαναριά φαίνονταν σαν γιγαντιαία καρφιά…Και σε όλες αυτές τις εκκλησίες φώτα, λιβάνια, σιωπηλοί πιστοί να κοιτάζουν μια φάτνη…»
Αυτή είναι λοιπόν η αλήθεια του ακίνητου χάρτη που συλλαμβάνει ο Πόπιγκα. Η ομοιότητα του κόσμου με τον εαυτό του, η ομοιομορφία όλων των τόπων της γης.

«Όμως δεν ήταν η πραγματικότητα! Κατ’ αρχάς στην ανατολική Ευρώπη η εκκλησία θα είχε τελειώσει εφ’ όσον εκεί ήταν τώρα μια μετά τα μεσάνυχτα! Στην Αμερική ήταν ακόμα ημέρα. Και παντού, έξω από τις εκκλησίες οι νέγροι μιλούσαν για τις υποθέσεις τους, οι κοπέλλες ζεσταίνονταν με καφέδες και ποτά αφού πρώτα έκαναν πεζοδρόμιο, ενώ οι θυρωροί των ξενοδοχείων…»

Αυτή η αλήθεια λοιπόν δεν υπάρχει! Η αιτία βρίσκεται σε αυτές τις διαφορές του χρόνου και των πολιτισμών, στη διαφορετικότητα, στη ζώσα γεωγραφία αυτή της κίνησης που δεν συλλαμβάνεται από το χάρτη, που διαφέρει ριζικά από το λεύκωμα με τις κάρτες της γυναίκας του. Η έλλειψη επικοινωνίας, ο πύργος της Βαβέλ, η διαφορά των γλωσσών είναι η αιτία της τρέλας…

« - Παράξενος τύπος…
- Δεν σας φαίνεται λίγο μουρλός;
Κι ο σιδηροδρομικός κατέληξε:
- Όλοι οι ξένοι έτσι είναι. Επειδή δεν τους καταλαβαίνουμε…»

Ο χάρτης και η σκακιέρα
Εξοντωτική περιπλάνηση λοιπόν στους δρόμους του Παρισιού, προσπαθώντας να μην ξοδεύει πια πολύ « ξαφνικά έγινε τσιγκούνης, γιατί αυτά τα χρήματα, στα οποία δεν έδινε μέχρι τώρα και πολλή σημασία, αποκτούσαν μια ιδιαίτερη αξία», επιδιώκοντας να μην περνάει δυο φορές από την ίδια τοποθεσία. Ο χάρτης όμως απαραίτητος και πανταχού παρών:
«Έτσι, για καμιά ώρα περίπου σταμάτησε μπροστά σε ένα χάρτη της πόλης, στην είσοδο ενός σταθμού του μετρό. Είχε αξιοθαύμαστη μνήμη για τα τοπογραφικά δεδομένα. Οι συνοικίες, οι κεντρικές αρτηρίες, οι λεωφόροι, καταγράφονταν στο μυαλό του με χαρτογραφική ακρίβεια και όταν ξανάρχισε την περιπλάνησή του, μπορούσε να προσανατολίζεται χωρίς να ζητάει πληροφορίες.»
Παρατηρεί το χάρτη όπως παρατηρεί τη σκακιέρα:

«όλη την ώρα δεν έκανε τίποτε άλλο από το να παρατηρεί τη σκακιέρα, της οποίας όλα τα κομμάτια καταγράφονταν στο μυαλό του με μεγάλη ακρίβεια, όπως προηγουμένως ο χάρτης με τις περιοχές του Παρισιού.»

Ο χάρτης και η γυμνότητα
Πώς όμως συναρθρώνεται και εναρμονίζεται η πορεία προς την γυμνότητα του Κέες εκτός φυσικά από τη συνεχή ενδοσκόπηση του εαυτού του την οποία καταγράφει στο κόκκινο σημειωματάριο και την πολιορκία του βασιλιά στην συμβολική παρτίδα σκάκι που είναι η περιπλάνησή του από το πουριτανικό Κρόνιγκεν στο Παρίσι των απολαύσεων; Ο χάρτης είναι μόνο η αφήγηση;

Ιδού το ενοποιητικό εύρημα του Σιμενόν: Ο χάρτης μας δείχνει τον πυρήνα, οδηγεί στην γυμνότητα..

«…μελετώντας το χάρτη του Παρισιού προηγουμένως είχε κάνει μια ανακάλυψη. Στο Χρόνιγκεν, όπως στις περισσότερες πόλεις, υπάρχει ένα μοναδικό κέντρο, γύρω από το οποίο συγκεντρώνονται τα σπίτια όπως η σάρκα του φρούτου που περιβάλλει τον πυρήνα.
Όμως ο Κέες διαπίστωνε ότι αν και υπάρχει ένα, δύο, ακόμα και τρία μεγάλα κέντρα στο Παρίσι, επιπλέον κάθε συνοικία έχει το δικό της πυρήνα τα καφενεία της, τα σινεμά της, τις αίθουσες χορού, τις πολυσύχναστες αρτηρίες της.

Άρα, ο κάτοικος της Γκρενέλ δεν ερχόταν στο μπουλβάρ Σεν Μισέλ για να παίξει σκάκι, ούτε ο κάτοικος του Παρκ – Μονσουρί! Λοιπόν αρκούσε να ψάξει πολύ καλά σε κάθε γειτονιά…»
Αυτό είναι λοιπόν. Το οικιστικό περίβλημα κάθε συνοικίας και το κέντρο της, η σάρκα του φρούτου και ο πυρήνας του, το ένδυμα και ο γυμνός εαυτός…

Απεκδύεται βαθμιαία τις συνήθειές του, απεκδύεται από ότι τον απαρτίζει, ακόμα και από το πούρο του «υποτάχτηκε στην ιδέα με πολύ κόπο γιατί το πούρο αποτελούσε κομμάτι του εαυτού του», απεκδύεται τελικά τον εαυτό του…

Ποια είναι η αλήθεια για την περίπτωση του Κέες Πόπιγκα;
Αναδίπλωση στη ματαιότητα του ακίνητου χάρτη – στο παράλογο της αναζήτησης της αλήθειας – που η απατηλή της όψη του αποκαλύπτεται όταν περπατά στα παρισινά βουλεβάρτα συντροφιά με έναν «δήθεν» τουρίστα που προσποιείται ότι είναι Αμερικάνος. Τα γραμματόσημα που δεν ξέρει πώς να κολλήσει και ο μικροπωλητής που τους πλησιάζει και τους «έδειχνε πονηρές καρτ – ποστάλ» είναι οι προπομποί της γεωγραφίας που εισβάλλει πάλι στο μικρόκοσμό του μπαρ όπου
«δε βρισκόταν πλέον στη Γαλλία, αλλά στις Ηνωμένες Πολιτείες» και όπου ο διάκοσμος σε έκανε να σκέφτεσαι ότι βρίσκεσαι σε κάποιο «υπερατλαντικό ταξίδι» ή σε κάποιο «εξωτικό λιμάνι». Η γεωγραφία ως πλάνη που του δίνει ένα καθοριστικό πλήγμα απογυμνώνοντάς τον από τα τελευταία του χρήματα καθώς ο δήθεν τουρίστας τον ληστεύει.
Και στο τέλος;Μετά τις επανειλημμένες προσπάθειες να εξηγήσει ποιος είναι και ποιος δεν είναι, στους φρενολόγους όταν γυμνός παραιτείται ως βασιλιάς του σκακιού στο ματ, που να τους εξηγεί «από τη στιγμή που η παρτίδα είχε παιχτεί»;

Έγκλειστος πλέον στο φρενοκομείο

«χρησιμοποιώντας τις σελίδες του τετραδίου έφτιαξε μια σκακιέρα για να παίζει μόνος του. Όχι επειδή βαριόταν, γιατί δε βαριόταν ποτέ, αλλά περισσότερο από ένα είδος συναισθηματισμού προς το παρελθόν».

Ακόμα και ο γιατρός του φρενοκομείου, βλέποντας τη σκακιέρα, θα παρασυρθεί και θα επιχειρήσει να παίξει μαζί του μια παρτίδα σκάκι. Ο Κέες Πόπινγκα όμως που έψαξε στη ζωή του την αλήθεια για την περίπτωσή του, θα τον εκπλήξει εξαφανίζοντας, για άλλη μια φορά τον αξιωματικό του, τον τρελό, σε ένα φλιτζάνι τσάι…



(*) Η ιστορία του Κέες Πόπινγκα

Ο Πόπιγκα επιβιβάζεται στο τρένο της επιθυμίας μια και τα χρήματα του αφεντικού και η κατάρρευση του κόσμου του καταλύουν στην αρχή την εκδήλωση της επιθυμίας αρχικά για τη γυναίκα του αφεντικού του και κατόπιν για την Πάμελα, την πόρνη πολυτελείας που ο Γιούλιους ντε Κόστερ συντηρεί σε ένα πολυτελές ξενοδοχείο του Άμστερνταμ την οποία συναντά και της εκδηλώνει την επιθυμία του «να περάσει μαζί της όπως ο Γιούλιους ντε Κόστερ» . Επειδή η Πάμελα βρίσκει αστεία την αξίωσή του και γελά μαζί του, εκείνος τη δολοφονεί αφήνοντας όμως ως επισκεπτήριο το χαρτοφύλακά του, και αναχωρεί για το Παρίσι.
Στην περιοχή του Μουλέν Ρουζ και της Μονμάρτης, γνωρίζεται με την κοκκινομάλλα Ζαν Ροζιέ και περνά μαζί της μια λευκή νύχτα στο ξενοδοχείο. Εκείνη μαθαίνοντας ότι τον κυνηγά η αστυνομία, τον φυγαδεύει νοτιότερα, στο Ζυβισύ, με τη βοήθεια μιας σπείρας κλεφτών αυτοκινήτων και του προστάτη της του Λουί. Ο Πόπινγκα, μετά ένα διάστημα το σκάει από το γκαράζ της σπείρας και επιστρέφει στο Παρίσι όπου περιπλανιέται στους δρόμους, στις σκακιστικές λέσχες μια και είναι καλός σκακιστής και περνά τα βράδια του κάθε βράδυ με διαφορετική κοπέλα σε διαφορετικό ξενοδοχείο για να μην τον βρει η αστυνομία.
Στέλνει γράμματα στην αστυνομία και στις εφημερίδες για να τους εξηγήσει την «αλήθεια» για την περίπτωσή του, αλλάζει ρούχα, προσπαθεί να απαλλαγεί από οτιδήποτε είναι χαρακτηριστικό της προσωπικότητάς του και τέλος, αφού τον ληστέψουν και εξαντληθεί σωματικά από τις ατέλειωτες περιπλανήσεις, αποφασίζει να αυτοκτονήσει – γυμνός – στις γραμμές του τραίνου από όπου, εμποδίζοντάς τον την υστάτη ώρα θα τον κλείσουν σε φρενοκομείο.



(1) Georges Simenon, Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΠΟΥ ΕΒΛΕΠΕ ΤΑ ΤΡΕΝΑ ΝΑ ΠΕΡΝΟΥΝ, μετάφραση ΑΡΓΥΡΩ ΜΑΚΑΡΩΦ, Εκδόσεις Άγρα 2004
(2) Ο ΣΙΜΕΝΟΝ ΚΑΙ Ο ΓΥΜΝΟΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ, του Γ.Ν. Πεντζίκη, επίμετρο στο παραπάνω
(3) "J'ai lu votre dernier conte... C'est presque ça, mais ce n'est pas ça. Il est trop littéraire. Il ne faut pas faire de littérature. Pas de littérature, et ça ira."
Sylvie Lausberg, L'Écrivain de l'homme nu écrira toujours dépouillé στο http://www.trussel.com/maig/ls-ecrivainf.htm
(4) Πετώντας πέτρες στη στέγη: Μέρες ραδιοφώνου http://waxtablets.blogspot.com/2008/10/blog-post_24.html
(5) Το παλίμψηστο σημειωματάριο ή γράφοντας στο λαβύρινθο της Νέας Υόρκης:
http://waxtablets.blogspot.com/2009/04/blog-post.html
(6) http://www.critiqueslibres.com/i.php/vcrit/2512






Οι πίνακες με τα τραίνα του Paul Delvaux προέρχονται από τους δικυακούς τόπους:
Trains du soir:
http://reisserbilder.at/images/imagesgross/Delvaux_Trains_Soir_Evening_Abendzug_Eisenbahn_railway_SH1376_g.jpg La gare forestiere:
https://blogger.googleusercontent.com/img/b/R29vZ2xl/AVvXsEiVbD-w4YNYmUPqsLFQVWuovFb5eDKhW6AeT19-DB6e_K0o3F0ww2Qck3q0wFbTRa2Fu8wtAnlC6rW6fMgMO4V035IKHi9Otzw6Ww9HZdhW0-M4xxbswQ4n634REAkqq90WEv8TB9daXqY/s1600-h/delvaux_forestiere.jpg
Small train station at night:
http://www.metmuseum.org/special/Matisse/images/4.L.jpg
Τhe viaduct:
http://www.artinthepicture.com/artists/Paul_Delvaux/viaduct.jpeg
The iron age:
http://www.artknowledgenews.com/files2008/PaulDelvauxTheIronAge.jpg
Le soir tombe:
http://www.tschuffology.de/images/pic_surrealism/delvaux_soir.jpg
Gare la nuit
http://www.tschuffology.de/images/pic_surrealism/delvaux_gare_nuit.jpg
Le veilleur:
http://www.tschuffology.de/images/pic_surrealism/delvaux_veilleur.jpg
La gare de Huy:
http://www.tschuffology.de/images/pic_surrealism/delvaux_gare_huy.jpg


Τρίτη 12 Μαΐου 2009

Ο Τρελός του Μπερζεράκ: μελετώντας τον ιδανικά γαλήνιο και τρομακτικό κόσμο του χάρτη

Ο Ζώρζ Σιμενόν έγραψε τον τρελό του Μπερζεράκ σε ένα δωμάτιο ξενοδοχείου, στο Οτέλ ντε Φρανς ε ντ’ Ανγκλετέρ στη Ροσέλ, όπου είχε μετακομίσει προσωρινά λόγω μιας ανακαίνισης που επρόκειτο να γίνει στο σπίτι του.
Το όνομα δηλαδή αυτού του ξενοδοχείου πρέπει να είναι που του έδωσε την ιδέα να βάλει τον ήρωά του, τον επιθεωρητή Μαιγκρέ που έγινε αργότερα διάσημος από τις υποθέσεις που εξιχνίαζε στα βιβλία του Σιμενόν, να προσπαθεί να μπει στα ίχνη του τρελού του Μπερζεράκ , μέσα από το ξενοδοχείο της Αγγλίας, στην πλατεία αυτής της πόλης. Το υπόλοιπο μισό – το ξενοδοχείο της Γαλλίας – το φαντάστηκε ακριβώς απέναντι σαν αντίπαλο δέος στην ίδια πλατεία…
Προσπαθώντας να μην αποκαλύψω τη λύση του μυστηρίου και να στερήσω από τους μελλοντικούς αναγνώστες την απόλαυση της ανάγνωσης του βιβλίου, που κυκλοφορεί στα ελληνικά από τις εκδόσεις Άγρα – και που έχει ήδη παρουσιάσει σε ένα εξαιρετικό ποστ για το Σιμενόν ο Ναυτίλος* – θα ήθελα ωστόσο να κάνω μερικές ακόμα επισημάνσεις, ξεκινώντας από τη χρήση του χάρτη της πόλης που χρησιμοποιεί ο Μαιγκρέ για να εξιχνιάσει το έγκλημα.

Με προορισμό το εξοχικό ενός φίλου του στη Ντορντόν, ο Μαιγκρέ ταξιδεύει με το τραίνο – που το παίρνει από το σταθμό του Ορσαί για τη Βιλφράνς. Το Μπορντώ ως προορισμός τραίνου από το σταθμό του Ορσαί – σημερινό Μουσείο Ορσαί – φιγουράρει μαζί με τα ονόματα άλλων πόλεων σε μια πινακίδα στην πρόσοψη του σταθμού. Παρά το ότι η αναφορά στο σταθμό του Ορσαί έχει κάποιο πραγματολογικό ενδιαφέρον για την ιστορία των γαλλικών σιδηροδρομικών γραμμών , κατά την άποψή μου περισσότερο ενδιαφέρον έχει το ταξίδι που επιχειρείται σε αυτό το βιβλίο, όχι μόνο προς και μέσα στην πόλη του Μπερζεράκ αλλά σε όλη την οικουμένη καθώς όλα τα νήματα, από τα πέρατα του κόσμου, καταλήγουν στο δωμάτιο του Οτέλ ντ’ Ανγκλετέρ, όπου βρίσκεται ξαπλωμένος, κατά τη διάρκεια της ανάρρωσης από τον βαρύ τραυματισμό του από πυροβολισμό ο επιθεωρητής Μαιγκρέ.

Ας πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή:


Ο επιθεωρητής Μαιγκρέ πηδά από το βαγόνι του τραίνου, ταξιδεύοντας προς την Βιλφράνς ακολουθώντας κατά πόδας έναν παράξενο ταξιδιώτη ο οποίος τον πυροβολεί. Βρίσκεται λοιπόν καθηλωμένος στο νοσοκομείο της μικρής πόλης Μπερζεράκ, αρχικά ύποπτος για τους φόνους κατά συρροή του «τρελού» του Μπερζεράκ. Αργότερα μεταφέρεται στο δωμάτιο του Ξενοδοχείου της Αγγλίας, στην πλατεία της πόλης, όπου καταδικασμένος σε πλήρη ακινησία, προσπαθεί να βρει τη λύση στο έγκλημα – να βρει το δολοφόνο.

Αυτό που κάνει το βιβλίο ιδιαίτερα γοητευτικό είναι το πώς ο Μαιγκρέ, από το δωμάτιο του ξενοδοχείου με τη βοήθεια ενός χάρτη από τον οδηγό Μισελέν και με τις καρτ ποστάλ των κτιρίων, καταφέρνει να σχηματίσει μια σαφή εικόνα της πόλης – μέχρι και τους ελιγμούς του ποταμού Ντορντόν μπορεί να παρακολουθήσει έτσι. Η ιδέα της αναπαράστασης μιας πόλης με καρτ ποστάλ και χάρτη φαίνεται να προηγείται λογοτεχνικά αυτής που έκανε ο Ίταλο Καλβίνο στη Μαυρίλια οι πόλεις και η μνήμη…

Επομένως η έννοια του χάρτη με τις καρτ ποστάλ κάνει νοητή την τοπολογία της πόλης και αποτελεί το υπόστρωμα όπου αναδύεται η δομή της, η ζωή των κατοίκων της, οι μεταξύ τους σχέσεις και διασυνδέσεις, ερευνάται η θέση τους στην αφήγηση της ιστορίας.

Η σύνθεση δε των ιστοριών που προκύπτουν, με την αναφορά και μόνο καθενός από τις χαρακτηριστικές φιγούρες των κατοίκων, αποτελεί αξιοσημείωτο παράδειγμα δημιουργικής ανάδυσης και ανάπλασης χαρακτήρων στο εργαστήρι του συγγραφέα. Θυμίζει λίγο την κατασκευή ιστοριών με τον τρόπο του Ροντάρι, στην Γραμματική της Φαντασίας.

«- Το πρώτο θύμα… Η αγρότισσα …Παντρεμένη; …Παιδιά;…
- Παντρεμένη με γιο κτηματία… Όμως δεν τα πήγαινε καλά με την πεθερά της, η οποία την κατηγορούσε ότι ήταν πάρα πολύ κοκέτα και φορούσε μεταξωτά κομπινεζόν για να αρμέξει τις αγελάδες…
Τότε με υπομονή, με αγάπη, σαν ένας ζωγράφος που κάνει τα πρώτα σχέδιά για τον πίνακά του, ο Μαιγκρέ σκάρωνε με το μυαλό του ένα πορτρέτο της αγρότισσας που την έβλεπε νόστιμη, με πιασίματα […]»
Να πως φτιάχνονται οι ιστορίες:

«Ύστερα ή μικρή με το ποδήλατό της.
- Είχε κάποιον αγαπημένο;
- Κανείς δε λέει τίποτα γι’ αυτό! Κάθε χρόνο, στις διακοπές πήγαινε και περνούσε δεκαπέντε μέρες στο Παρίσι σε μια θεία της…»
Εκτός από τα σκαριφήματα των χαρακτήρων της υπόθεσης, θυμάτων και υπόπτων, ο Μαιγκρέ σκαρώνει με το μυαλό του εικόνες των κτιρίων – εκτός από αυτές που έχει ήδη δει στις καρτ ποστάλ που αντιστοιχούν στα πρόσωπα που τα κατοικούν.


Αλλιώς είναι το σπίτι του εισαγγελέα – η φαντασία του προβλέπει και συμπληρώνει αυτά που του περιγράφει η γυναίκα του – ένα μεγάλο σκοτεινό σπίτι με γκρενά κουρτίνες – αλλιώς είναι το σπίτι του γιατρού – μια βίλα στην άκρη της πόλης, σαν και αυτές που βλέπει κανείς στις παραλίες και μάλιστα μπορεί σε κάθε περίπτωση να φανταστεί το ριγωτό γιλέκο του υπηρέτη, ή το άσπρο χαλίκι στα μονοπάτια και το φανάρι από φερφορζέ.

Ολόκληρο το Μπερζεράκ γίνεται χάρτης, χάρτης του οδηγού Μισελέν αλλά εμψυχωμένος, χάρτης πολυτροπικός, με τις καρτ ποστάλ των βασικών κτιρίων, τις περιγραφές των σπιτιών και τις φιγούρες των κατοίκων, χάρτης ομιλών, όπως η πλατεία της πόλης την οποία ο Μαιγκρέ βλέπει από το παράθυρο του ξενοδοχείου του.

Η πλατεία από ψηλά και η κίνηση που βλέπει ο Μαιγκρέ λειτουργούν αντιστικτικά σαν μια υπόμνηση του χάρτη όλης της πόλης, σαν τοπογραφική υπόκρουση των φάσεων της αφήγησης: Τα παιδιά που παίζουν μπίλιες, τα αυτοκίνητα που παρκάρουν, ο υποψήφιοι μάρτυρες που συζητούν διστακτικά έξω από το ξενοδοχείο, η πλατεία που είναι άδεια όταν η δράση μεταφέρεται αλλού ή γεμίζει όταν το ενδιαφέρον συγκεντρώνεται στο δωμάτιο του τραυματία του ξενοδοχείου της Αγγλίας…

Από ψηλά λοιπόν το βλέμμα του χαρτογράφου που θα κάνει αναγνώσιμο και νοητό το μυστήριο που κρύβει η πόλη. Γιατί σιγά σιγά ο αναγνώστης κατανοεί ότι το μυστήριο είναι μυστήριο της πόλης, ο δολοφόνος είναι ο τρελός της πόλης, οι κάτοικοι του επαρχιακού Μπερζεράκ έχουν κοινό παρελθόν, και κοινά μυστικά που αθέατες μεταξύ τους συνεννοήσεις φαίνεται να αποσιωπούν…

Αλλά αυτό που κάνει το εγχείρημα ακόμα πιο συναρπαστικό και το απογειώνει, είναι ότι σταδιακά το νήμα των αφηγήσεων ταξιδεύει και ξεφεύγει από τα στενά όρια όχι μόνο του Μπερζεράκ αλλά και της Γαλλίας.


Η Αλγερία λοιπόν, σημαντική Γαλλική αποικία θα αποτελέσει τον άλλο πόλο της αφήγησης, απέναντι από το ταπεινό αλλά ανεξιχνίαστο Μπερζεράκ, όπως το ξενοδοχείο Γαλλία βρίσκεται απέναντι από το ξενοδοχείο Αγγλία. Με όχημα το διεθνή υπόκοσμο, ταξιδεύουμε στους εξωτικούς τόπους της γεωγραφίας.

Πλαστά διαβατήρια και συμβόλαια, εμπόριο γραμματοσήμων – συμβόλων των ταξιδιών και των μηνυμάτων προς όλα τα σημεία του ορίζοντα: Βαρσοβία, Βίλνα, Κωνσταντινούπολη και φυσικά το Αλγέρι. Στο τέλος όμως, πάντα το δωμάτιο του Ξενοδοχείου η Αγγλία.

Ο χάρτης Μισελέν διευρύνεται για να χωρέσει μπαρ στη Σκανδιναβία, γκάνγκστερ στην Αμερική, χαρτοπαικτικές λέσχες στην Ολλανδία, διευθυντές θεάτρου στη Γερμανία, καταστηματάρχες στη Βόρεια Αφρική…

«Και ιδού: Μπροστά στην ιδανικά γαλήνια κεντρική πλατεία του Μπερζεράκ, αναδυόταν ένας κόσμος τρομακτικός εξ αιτίας της δύναμής του, της πληθωρικότητάς του, της τραγικής μοίρας του.

Η Κεντρική και Ανατολική Ευρώπη, από τη Βουδαπέστη μέχρι την Οδησσό, από το Ταλίν μέχρι το Βελιγράδι, σφύζουν από πληθυσμό…

Εκατοντάδες χιλιάδες Εβραίοι πεινασμένοι που κάθε χρόνο έφευγαν προς κάθε κατεύθυνση: αμπάρια γεμάτα μετανάστες στα υπερωκεάνια, στα νυχτερινά τρένα, με μωρά στα χέρια, σέρνοντας γέρους γονείς, πρόσωπα υποταγμένα, τραγικά να παρελαύνουν στα συνοριακά φυλάκια…

Το Σικάγο αριθμεί περισσότερους Πολωνούς από Αμερικανούς… Η Γαλλία απορρόφησε ολόκληρα τρένα και οι γραμματείς στα κοινοτικά γραφεία των χωριών παιδεύονται με τα ασυνήθιστα ονόματα που δηλώνουν οι νεοφερμένοι κάτοικοι στις ληξιαρχικές πράξεις γεννήσεως ή θανάτου…»


΄Ολος ο κόσμος λοιπόν και η μοίρα του, χωρούσε στο χάρτη του Μπερζεράκ.

* χάρη στον οποίο διάβασα πρόσφατα το βιβλίο του Σιμενόν

Georges Simenon, Ο ΤΡΕΛΟΣ ΤΟΥ ΜΠΕΡΖΕΡΑΚ, μετάφραση ΑΡΓΥΡΩ ΜΑΚΑΡΩΦ, Εκδόσεις Άγρα 2005

Πηγές εικόνων:
http://sio.midco.net/danstopicalstamps/detective5.jpg
http://sio.midco.net/danstopicalstamps/belgium1566.JPG
http://www.gemmel-buecher.de/bilder/George_Simenon.jpg
http://www.tour-bangkok-legacies.com/images/old-stamps-sungei-golok.jpg
http://www.trussel.com/maig/covers/bergerac34.jpg
https://blogger.googleusercontent.com/img/b/R29vZ2xl/AVvXsEimXF4B6040bDzTbmiKC3TIhzskRJBjApJnwjoUBnJ-j6VSXDUw0zi6nnV2q8Sy39ncqznMTzxaYqpD5uGAJkvOZ7Pq8n-HYxPdbKtWr7PP3hWMZ9RoIHn22f3Oy51kn5GKs9I2UfRKZ_AH/s400/1233583711_591972b.jpg
http://www.notrefamille.com/cartes-postales-photos/cartes-postales-photos-Eglise-st-Louis-LA-ROCHE-SUR-YON-85000-85-85191023-maxi.jpg
http://www.notrefamille.com/cartes-postales-photos/cartes-postales-photos-Ruines-du-Vieux-Chateau-PREUILLY-SUR-CLAISE-37290-3608-20070912-1i2d4n7p0d0r1q1e7l5f.jpg-1-maxi.jpg
http://upload.wikimedia.org/wikipedia/commons/a/ad/16-Cognac-Entr%C3%A9e_de_l%27H%C3%B4tel_de_ville-1903.JPG
http://upload.wikimedia.org/wikipedia/commons/9/96/60-Beauvais-H%C3%B4tel_de_Ville-vers_1900.JPG
https://blogger.googleusercontent.com/img/b/R29vZ2xl/AVvXsEgt-GrbKOHujr4QkEYCD0-EJCLFiaVYyKOhFuHIB9lBJ8ai_3rYUodVkk0tpv2YvFvnUWyp2GOgDNLL5H_F21YyUTMGZcw1Q4o20OyhABsO4kxUmzg2d_lAjEJY9W2omSVAVKHxPpDykTHn/s1600-h/simenon-4.gif