Παρασκευή, 12 Φεβρουαρίου 2021

Τα φαντάσματα του Παπαδιαμάντη

 * Δεν πάει καιρός που ξαναδιάβασα τα Ρόδιν' ακρογιάλια του Αλ. Παπαδιαμάντη με αφορμή τις συναντήσεις μας της Λέσχης Ανάγνωσης του Εύμαρου. Ένα "κοινωνικό μυθιστόρημα" που το προσέγγισα για πρώτη φορά πριν είκοσι χρόνια μια και ο Λάκης Προγκίδης το είχε περιλάβει ως παράδειγμα στο βιβλίο του για την κατάκτηση του μυθιστορήματος, (από τον Παπαδιαμάντη στον Βοκκάκιο). Ένα εξαιρετικό βιβλίο όχι μόνο για τις απόψεις του συγγραφέα για το μυθιστόρημα και τον Παπαδιαμάντη - εν προκειμένω και όσον αφορά τα Ρόδιν' ακρογιάλια δεν συμφωνώ με την ανάγνωσή του - αλλά δεν έχει σημασία γιατί τι θα πει δεν συμφωνώ, συμφωνώ με κάποιες διαπιστώσεις, δεν συμφωνώ με τις γενικεύσεις, βλέπω θαρρώ κάποια πράγματα που εκείνος δεν αναφέρει... ωστόσο το βιβλίο είναι θησαυρός ως αποτύπωση της σπινθηροβόλας σκέψης του συγγραφέως (Λ.Π), του μόχθου και της εποπτείας του για την ιστορία του μυθιστορήματος...

* Το μυθιστόρημα αυτό του Παπαδιαμάντη, το αγάπησα χάρη στον Χριστόφορο Μηλιώνη και την υπογράμμιση στο βιβλίο του για τον Παπαδιαμάντη του χαρακτήρα του Σημαδιακού ως "χρυσομηλιγγάτου" (και στην κορφή αστεράτου). Αυτό με ταξίδεψε σε δικούς μου συνειρμούς, την άλλη όψη του νομίσματος του Σημαδιακού ως Αταίριαστου, του παρδαλού και ιδιόρρυθμου τύπου που έχει ένα πύργο με μπαντερόλια (σημαιάκια) (στα Ρόδιν΄ακρογιάλια) ή είναι ο διπλοκαημός με το πρόβλημα στο μάτι και το αλλόκοτο ντύσιμο (στο ομώνυμο διήγημα) ή είναι σημαδιακός και αταίριαστος όπως ο Σουραυλής στο Μυρολόγι της φώκιας μια φιγούρα αρχέτυπο που με γοητεύει και την έψαξα και με άλλες μορφές στα διηγήματα του Παπαδιαμάντη (το Μπραϊνάκι (μπαιράκι) το πολύλογο κορίτσι με τις χρυσές πλεξούδες και έξω από αυτά, ο Αούστερλιτς του Ζέμπαλντ, η Μαίριλιν Μονρόε οι δύο μοιραίοι ερωτευμένοι στον πρίγκιπα Ονιέγκιν του Πούσκιν... Κάτι μοιραίο και βαθύ, η ετερότητα στον ίδιο τον Παπαδιαμάντη, η μνήμη που θέλει να απωθήσει ή να ανακαλέσει, κάτι που με μαγεύει και με κάνει να ονειροπολώ για τη δύναμη που έχει η φαντασία και πέννα να ανασύρει από βάθη και πλάτη μορφές μαγνητικές με τις οποίες η ανθρώπινη ψυχή και η δημιουργικότητα αναμετριώνται ακόμα.
* Μια πλευρά που δεν είχα προσέξει μια και είναι γνωστή η αγάπη του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη για τα φαντάσματα, τα στοιχειά, τα δαιμόνια, τα αερικά και τα κρούσματα - όχι μην τον συγκρινετε με τον Πόε είναι ο εαυτός του - και την παράσταση κερδίζει το φάντασμα της αρραβωνιαστικιάς του Αγάλλου, της ξεχασμένης αρραβωνιαστικιάς που σαν να μην αγγίζει το χώμα εμφανίζεται μπροστά του και του ψυθιρίζει όταν αυτός επιστρέφει πια από την ξενητειά στη Σκιάθο Αγάλλο με ξέχασες... Δεν είχα προσέξει λοιπόν το αντιφατικό όραμα του αφηγητή στην αρχή του διηγήματος, την όμορφη εκείνη κοπέλα στο παράθυρο που εκείνος τη βλέπει νύχτα μέσα από τη βάρκα του, με τα κόκκινα χείλη και τα άσπρα της δοντάκια (sic) ναι σωστά θαρρώ θυμίζει τις κοπέλες στην υπηρεσία του Δράκουλα στο μυθιστόρημα του Μπραμ Στόκερ που ο Παπαδιαμάντης είχε μεταφράσει ο Πύργος του Δράκουλα
"Εἶδα τὰ δοντάκια της νὰ λάμπουν, τὰ χείλη της νὰ λουλουδίζουν, τὰ μάγουλά της νὰ μηλολονθοῦν… " τα μάγουλά της μηλονονθούν και ψάξτε τι είναι η μηλολόνθη και θα βρείτε πως είναι το άσπρο σκουλήκι της σήψης των φρούτων γιατί ο ρομαντισμός έχει απλώσει τα πλοκάμια του και όπως ο Coleridge περιγράφει την κυρά της νύχτας τη νύμφη του Θανάτου με το δέρμα λευκό σαν της λέπρας (Her lips were red, her looks were free,
Her locks were yellow as gold:
Her skin was as white as leprosy)
εκεί που λουλουδίζει η ομορφιά τρυπώνει το ακοίμητο σκουλήκι και συνεχίζει με στίχους πεισιθάνατους, τότε της νεότητος που θέλει να ξεχάσει - τι όραμα είδε άραγε; τι τύχη είχε η Περμαχούλα η δικιά του αρραβωνιαστικιά, αυτή που τον απέρριψε και ίσως την καταράστηκε ο αφηγητής όπως υπονοεί ο Σημαδιακός φίλος του Σταμάτης στις συζητήσεις που θέλει να τον κάνει να θυμηθεί
Τὸ σῶμ᾿ αὐτὸ τὸ αἰθέριο στὴ γῆ νὰ μὴ λυγίσῃ
Καὶ τὸ χαμόγελο ποτὲ στὰ χείλη νὰ μὴ σβήσῃ.
Νὰ μὴ φανῇ τὸ κάλλος σου πὼς εἶν᾿ ἀπὸ τὸ χῶμα.
Ὤ, χαῖρε, τοῦ θανάτου, ποὺ μ᾿ ἐπότισες τὸ πόμα.



* Το Σαββατοκύριακο βρήκα στο σπίτι και διάβασα τον Πύργο των Καρπαθίων του Ιουλίου Βερν. Αχ ο διαφωτισμός, αχ η λογική και ο Καρτέσιος έχουν στοιχειώσει το νου του Ιουλίου Βερν. Όσο και αν η ιστορία αυτή με τη νεκρή τραγουδίστρια έχει κάποια σχέση με την προσωπική του ιστορία - όλα γίνονται προμηθεικά ηλεκτρικά, φωνόγραφοι, τηλέφωνα, μετάδοση σήματος, προβολές και φωτογραφίες. Το 1892 το έγραψε.

Ευτυχώς πέντε χρόνια αργότερα, ο Μπραμ Στόκερ έσωσε την τιμή της μαγείας των Καρπαθίων και των στοιχειών τους.
Και ο Παπαδιαμάντης, ξέρουμε πόσο θύμωνε όταν κάποιος προσπαθούσε να σταματήσει τις αφηγήσεις των στοιχειών και των φαντασμάτων...
Εικόνα με την προβολή - φάντασμα - της Στίλα, φιλοτεχνημένη από τον Leon Bennet για την γαλλική έκδοση του Πύργου των Καρπαθίων του 1892

Πόλυ Χατζημανωλάκη
Αναρτήθηκε στο facebook στις 11 Φεβρουαρίου του 2019




Τρίτη, 26 Ιανουαρίου 2021

Ο ποταμός μου ο Χαλιμάς

 



Tα πεζογραφήματα του Μάρκου Μέσκου δεν πάει πολύς καιρός που τα απέκτησα. Είχα την αίσθηση ότι είχαν εξαντληθεί. Είχα ωστόσο ακούσει - όπως περνάνε οι φράσεις από βιβλίο σε βιβλίο, από το ένα κείμενο στο άλλο για τα παιχνίδια στον Παράδεισο και ήξερα πως ο Παράδεισος ήταν μια ονειρική τοποθεσία στην Έδεσσα, την πατρίδα του Μ.Μ όπου συγκεντρώνονταν τα παιδιά για τα παιχνίδια τους. Τώρα που το διαβάζω βλέπω πως δεν είναι ένας ο Παράδεισος, υπάρχουν χιλιάδες Παράδεισοι - μια τοπιογραφία ολόκληρη παραδείσων, σχεδόν κάθε δρομάκι της πόλης ονοματίζεται, όσο για τα αντικείμενα - έχουμε το προνόμιο να τα ονομάζουμε με δυο και τρεις γλώσσες γράφει.
Γράφω τώρα γιατί παρασυρμένη από αυτήν την γενική μεταφορά του Παραδείσου, πίστευα ότι και το όνομα του ποταμού - ο Χαλιμάς - ήταν κι αυτο μια μεταφορά, φόρος τιμής στα παραμύθια, στις ιστορίες της πριγκίπισσας από την Αραβία που μας είχε μαγέψει παιδιά με τα παραμύθια της. Με μάγευε λοιπόν αυτή η παραμυθένια πατριδογνωσία και μάλιστα σε ένα δικό μου κείμενο παλαιότερα είχα γράψει ότι ήθελα κι εγώ ένα τέτοιο ποτάμι σαν τον ποταμό Χαλιμά του Μάρκου Μέσκου.
Να λοιπόν που χτες ο αγαπημένος φίλος Γιώργος Δούμου που δεν τον βλέπω και τόσο συχνά, μου είπε με αφορμή το κείμενο που διάβασα χτες πως τον συγκίνησε ο ποταμός Χαλιμάς γιατί είναι και εκείνος Εδεσσαίος. Μα υπάρχει ποταμός Χαλιμάς; και βέβαια είναι ο Βόδας, ο ποταμός της Έδεσσας. Πρέπει να υπήρχε κάποιο καφενείο του Χαλιμά, συμπλήρωσε ο Γιώργος.
Μετά τον αιφνιδιασμό, και ενώ προς στιγμήν νόμισα πως καταρρέει η μαγεία, σκέπτομαι ωστόσο πως οι συμπτώσεις που έφεραν αυτόν τον ευλογημένο καφετζή τον Χαλιμά να δώσει το όνομά του στο ποτάμι είναι κομμάτια μιας μεγάλης, πολύ μεγαλύτερης μεταφοράς, μιας συνομωσίας αν θέλετε του σύμπαντος που συμμετέχει στη μεγάλη μαγεία του κόσμου της παιδικής ηλικίας, του παραδείσου. Μια χώρα δηλαδή που έχει υπόσταση και ιστορία και αληθινά ονόματα....

Αναρτήθηκε στο φέησμπουκ 26 Ιανουαρίου 2019

Κυριακή, 17 Ιανουαρίου 2021

Αχ κοτσυφάκι μου...



Βρήκα στον σκληρό μου δίσκο πολλές φωτογραφίες κοτσυφιών. Από τη γειτονιά μου κυρίως, εκεί έχω το περιθώριο να τα πλησιάσω τόσο κοντά και να μη φοβούνται - τόσο - όσο και να τους κλέψω ένα πορτρέτο.

Αλλά και αλλού έχουν συμβεί αξιοσημείωτες συναντήσεις. Θυμάμαι μια κοτσυφίνα που κρύωνε στα Γιάννενα πάνω σε ένα δέντρο. Είχε φουσκώνει σαν μπαλίτσα για να προστατευτεί. Τα συναντώ βεβαίως και στα ποιήματα και στα τραγούδια και στα διηγήματα. Την τελευταία φορά ήταν μια συνάντηση σε ένα διήγημα του Χριστόφορου Μηλιώνη, μια ανάμνηση από ένα κότσυφα της παιδικής του ηλικίας που την ανακαλούσε σε ένα του αφήγημα που μιλούσε για τις διαδρομές στο κέντρο της Αθήνας. Αυτή είναι η πιο συγκινητική μέχρι τώρα συνάντηση σε κείμενο και έχω γράψει για αυτό σε μια κυριακάτικη Αυγή.

Η πιο συγκινητική φωτογραφία που έχω δει με κότσυφα ωστόσο είναι αυτή του Αντρέι Ταρκόφσκι όταν στο τέλος της ζωής του νοσηλευόταν στο νοσοκομείο και ερχόταν ένα κοτσύφι στο παράθυρο να τον επισκέπτεται. Υπάρχουν περισσότερες από μια τέτοιες φωτογραφίες του Ταρκόφσκι με το κοτσύφι - δύο τουλάχιστον έχω δει - αφού ο φιλαράκος του ερχόταν κάθε μέρα.

Σήμερα ανακάλυψα άλλη μια εξαιρετική εμφάνιση κότσυφα σε ένα ποίημα του Ιρλανδού Νομπελίστα Seamus Heany που είναι αφιερωμένο στον Άγιο της πατρίδας του τον Κέβιν του Γκλενγάλω. Αυτός είναι Άγιος όπως βρήκα στον συναξαριστή και της ορθόδοξης εκκλησίας και γιορτάζει στις 3 Ιουνίου. Τούτο γιατί γεννήθηκε πρίν το σχίσμα, το 498. Το Glendalough ή το Glen των δυο λιμνών ήταν ο χώρος που είχε το ησυχαστήριό του και κάποια στιγμή αποφάσισε, γιατί λέει το κελί ήταν στενό ή για άλλους γιατί ήθελε να θέσει στον εαυτό του ένα άθλο χριστιανικό, μια άσκηση, να ανοίξει τα χέρια του σε σχήμα σταυρού και να μείνει για ένα διάστημα ακίνητος. Πιστεύω περισσότερο την πρώτη εκδοχή, είναι πιο ανθρώπινη και ταιριάζει με αυτό που συνέβη σύμφωνα με τον θρύλο. Ένα κοτσύφι κάθισε στο χέρι αυτό, όπως είχε την παλάμη του ανάποδα και έκανε τα αυγά του. Χρειάστηκε ο Άγιος να μείνει εβδομάδες ακίνητος μέχρι να τα τα κλωσήσει και να βγουν τα πουλάκια. Το ποίημα περιλαμβάνεται στην συλλογή του Seamus Heany το Αλφάδι (the spirit level) που κυκλοφορεί στα ελληνικά από τις εκδόσεις Ερμής. Δεν το έχω το βιβλίο και θα επιχειρούσα να το μεταφράσω το ποίημα, τόσο πολύ μου άρεσε, αλλά βρήκα στο διαδίκτυο ένα σάιτ το Teflon, που έχει τη μετάφραση και υποψιάζομαι την έχει κάνει η Παυλίνα Μάρβιν. Δεν μπορώ να τη συγκρίνω με αυτήν του Ερμή, αλλά την βρήκα εξαιρετική και την αντιγράφω:




Ο Άγιος Κέβιν και το μαυροπούλι
Και μετά, ήταν ο Άγιος Κέβιν και το μαυροπούλι.
Ο Άγιος γονατίζει στο κελί του, υψώνει τα χέρια,
Αλλά το κελί είναι στενό. Έτσι,
Μια ανεστραμμένη παλάμη βρίσκεται έξω από το παράθυρο, άκαμπτη
Σαν βέργα, όταν ένα μαυροπούλι προσγειώνεται
Πάνω της και φωλιάζει και γεννάει αυγά.
Ο Κέβιν αισθάνεται τα ζεστά αυγά, το μικρό στήθος, το κουρνιασμένο
Καθαρό κεφάλι, τα νύχια, και θεωρώντας πλέον τον εαυτό του ενωμένο
Με το δίκτυο της αιώνιας ζωής,
Γεμίζει θλίψη: τώρα, πρέπει να κρατά το χέρι του
Σαν κλαδί έξω στον ήλιο και τη βροχή για βδομάδες
Ώσπου να εκκολαφθούν οι νεοσσοί και ν’ αποκτήσουν φτέρωμα και να πετάξουν.
———————————-****
Κι αφού όυτως ή άλλως κάποιος το φαντάστηκε όλο αυτό,
Φαντάσου να ήσουν ο Κέβιν. Τί νιώθει ακριβώς;
Αυταπάρνηση ή αγωνία όλη την ώρα
Από το λαιμό μέχρι τα πονεμένα χέρια του;
Κοιμούνται άραγε τα δάχτυλά του; Αισθάνεται ακόμη τα γόνατά του;
Ή μήπως το τυφλό κενό του κάτω κόσμου
Έχει φωλιάσει μέσα του; Τί αποστάσεις διανύει με το μυαλό του;
Μόνος και αντικαθρεφτιζόμενος καθαρά στο βαθύ ποτάμι της Αγάπης
«Να κοπιάζεις και να μη ζητάς ανταμοιβή» προσεύχεται.
Μια προσευχή του σώματος πέρα για πέρα,
Αφού, έχει λησμονήσει τον εαυτό του, έχει λησμονήσει το πουλί
Και εκεί που στέκεται στην όχθη λησμόνησε και το όνομα του ποταμού.
Στις φωτογραφίες αναγνωρίζετε τον Αντρέι Ταρκόφσκι με το κοτσύφι του, με ζουμ το πουλάκι στο άγαλμα του Αγίου Φραγκίσκου στη Ρόδο και ένα άγαλμα με τον Άγιο Κέβιν από το μπλογκ Greencanticle στο προαύλιο της εκκλησίας της Παναγίας του Κnock.




Πόλυ Χατζημανωλάκη
Αναρτήθηκε στο φέησμπουκ 18 Ιουλίου 2018

Κυριακή, 27 Δεκεμβρίου 2020

Για την ελληνική αυπνία - τη μεγάλη αγρυπνία - του Μισέλ Φάις

 







Θυμάμαι ακόμα πώς το αγόρασα - από μεγάλο βιβλιοπωλείο στο Χαλάνδρι όπου κάποτε πήγαινα και περιπλανιόμουν στις προθήκες, με καλή διάθεση, διάθεση να μαγευτώ όπως συμβαίνει σε όλα τα νυφοπάζαρα. "Πάρε με", όπως "πιες με" που έλεγε το μαγικό ελιξήριο στην Αλίκη και δεν ξέρεις τι να πρωτοδιαλέξεις, απλά κοιτάς και κοιτάς και μετράς τι περισσεύει από το χαρτζιλίκι. 

Εκεί, στον πάγκο, ένας ηλικιωμένος κύριος ζήτησε αυτό με την Ελληνική "αγρυπνία"  για το Βιζυηνό, ήταν 2006 τότε ή λίγο μετά, δεν είχε πει όνομα συγγραφέως αλλά κάπου το είχα ακούσει και ξέρω γιατί - ήθελα να μάθω, ήθελα να βρω τους τρόπους που μπορεί να καθρεφτιστεί κανείς σε έναν νεκρό ποιητή, τότε βάδιζα στα αχνάρια του Ανδρέα Κάλβου και πώς άραγε να μιλήσεις κανείς για κάποιον που είναι απών και που σε κινεί να γράψεις για αυτόν η πεποίηθηση ότι έχει αδικηθεί; 

Σαν να παίρνεις εκδίκηση για έναν αδικημένο φίλο, γιατί να καθρεφτίζεσαι έτσι στο μυαλό του, αυτό που κάνουν οι γραφιάδες όχι βέβαια οι ακαδημαϊκοί, αν και στο τέλος νομίζω πως και αυτοί καθρεφτίζονται στο μυαλό του νεκρού συγγραφέα, θέλει δεν θέλει. 

Το βιβλίο της αϋπνίας  το πήρα κι εγώ και το διάβασα. Οι ανεπίδοτες επιστολές είναι ολισθηρό έδαφος - όταν γράφεις ανεπίδοτες επιστολές φαινομενικά έχεις το μαχαίρι, έχεις και το καρπούζι - και μέχρι τώρα, στις περισσότερες περιπτώσεις, ακόμα και οι καλύτεροι αρχίζουν να αφηγούνται, ότι δήθεν γράφουν στον απόντα, αυτά που θέλουν να διδάξουν στον αναγνώστη, Το βρίσκω μάταιο, αλλά δεν ήταν έτσι αυτό το βιβλίο. Δεν με βοήθησε τότε - νόμιζα - , ποιος ξέρει ίσως και να με βοήθησε στο δικό μου καθρέφτισμα με τον Κάλβο, Πήρα άλλο δρόμο. Πιο μυθοπλαστικό. Αλλά ένιωθα να με συνεπαίρνει το ίδιο πάθος υπεράσπισης αδικημένου φίλου. 

Τώρα, με χρόνια και καιρούς, στην ησυχία των Χριστουγέννων, ανέσυρα το κόκκινο βιβλιαράκι από τη βιβλιοθήκη μου, το είχα ξεχάσει, δεν το έχω περιλάβει στις έρευνες που κάνω με το Βιζυηνό, τη σχέση που νομίζω πως έχει με την αλχημεία και το μεγάλο έργο, τη ματαίωση και την τρέλα που ακολουθεί. Τα ορυχεία, το Σαμάκοβο, το χρυσάφι, ο φυσητής - ο καρβουνασβεστάς εν προκειμένω... Άρχισα να διαβάζω ξανά, τις ανεπίδοτες επιστολές. Αυτές είναι πραγματικές επιστολές, δεν είναι δηθεν. Δεν θέλω να πω για τη λογοτεχνική δεξιοτεχνία, το γλωσσάρι, τα παρένθετα κείμενα του ψυχιάτρου, αλλά για τις επιστολές αυτές καθ΄εαυτές. Ο Μισέλ Φάις, δεν προσποιείται, δεν ασχολείται με τον αναγνώστη του - αν και ως αναγνώστης με τα χίλια πρόσωπα τις υπογράφει και τις απευθύνει στον Βιζυηνό - εννοώ δεν ασχολείται για να τον διδάξει. Απευθύνεται μόνο στον καθρέφτη - τον ψυχαναλυτικό καθρέφτη του Βιζυηνού θα έλεγα - και γράφει, γράφει, ένα εσωτερικό κείμενο, όλο υπονοούμενα, για αυτούς τους δυο. Θρακιώτης και ο ίδιος, γραφιάς με υπαρξιακή αγωνία.  Ένας καθρεφτισμός, μια υπεράσπιση για δυνατούς λύτες. Υπάρχουν αναφορές, όχι βιβλιογραφία. Τα διακυβεύματα είναι υπαρξιακά όχι ακαδημαϊκά. Έχει όμως σκάψει τόσο βαθιά στην έρευνα, αναρρωτιέμαι τώρα τι να είχα καταλάβει πριν δεκαπέντε χρόνια, την τύφλα μου είχα καταλάβει. Τώρα, που βρίσκομαι κι εγώ σε αυτά τα ίχνη, εδώ και δυο χρόνια, θαρρώ πως καταλαβαίνω, φρικιώ, εκπλήσσομαι, θαυμάζω, αγαλλιώ με την αντοχή του ερευνητή, αναλυτή, αναλυόμενου - θαρρώ πως αποδίδεται αν έχει νόημα αυτό - η τέλεια δικαιοσύνη στο νεκρό Βιζυηνό. Ο αναγνώστης μπαίνει με δική του ευθύνη. Είναι ένα βιβλίο ερμητικά κλειστό για τον άσχετο. Επικίνδυνο για τον μαθητευόμενο μάγο, παραπλανητικό ίσως. Σπαρακτικό για αυτόν που νομίζει ότι ξέρει. Αισθάνθηκα κάποιες στιγμές, ότι ο Μ. Φ. έχτιζε με άλλα υλικά αυτό που ήθελα να πω με την αλχημεία, την τρέλλα μετά την έλειψη έργου, μετά την κατάρρευση.  Σπαρακτικό, γιατί 




εμπλέκεται συναισθηματικά, ως γραφιάς, όμοιος με τον νεκρό Βιζυηνό, σε όλα τα πάθη του. Αδικεί τον Παπαδιαμάντη - αυτό με πονά, αποδίδοντάς του φράσεις και απόψεις τόσο κακόγουστες και σκοτεινές που βρήκε στα διηγήματά του.. Ποιος θα υπερασπιστεί τον Παπαδιαμάντη από τους τα φαιά φορούντες; Αυτό είναι άλλου παπά ευαγγέλιο, αλλά το θέμα μας είναι ο Βιζυηνός. 

Θεωρώ πως καταφέρνει υποδειγματικά να κατασκευάσει την εικόνα του ομοίου του - "όμοιέ μου, αδελφέ μου" νεκρού συγγραφέα. Να σμιλέψει με πάθος και τέχνη τις διαφορές, να βρεθούν οι συγκλονιστικές ομοιότητες, τα διακυβεύματα, να μη λυπηθεί τις δίκαιες μομφές στο κατεστημένο της εποχής και μετά (ελίτ και όχλος), να πετύχει το τέλειο ομοίωμα, το γκόλεμ των ραββίνων της Πράγας με το οποίο συνομιλεί, να τον αναστήσει επί της ουσίας.      

Η ελληνική αυπνία - γίνεται αναστάσιμη αγρυπνία, στο προσκέφαλο του προσφιλούς νεκρού

Πόλυ Χατζημανωλάκη
27/12/2020

Τρίτη, 11 Αυγούστου 2020

Το σχοίνισμα του Ομήρου

 

Ανακάλυψα ενα εξαιρετικό αρχείο ηχογραφήσεων στο youtube, όπως αφήνω το χρόνο να δράσει στον σπασμένο μου ώμο. Το πιο πρόσφατο είναι η δημόσια ηχογράφηση της Ιλιάδας στο Εθνικό το 2011. Δεν ξέρω αν θα την ακούσω ολόκληρη, άρχισα από την Ραψωδία Ν, με τη Μάγια Λυμπεροπούλου, που διαβάζει τη μετάφραση του Δ. Μαρωνίτη. Δεν είναι η πρώτη φορά που επιβεβαιώνω ότι ο ήχος, η φωνή χτίζουν καμπαναριά, αποδίδουν με εκπληκτικό τρόπο τις τρεις διαστάσεις. Αφέθηκα στην απόλαυση και στο νοερο ταξίδι με τον Ποσειδώνα, από τη Σαμοθράκη με το ολόχρυσο άρμα του, με τα δελφίνια να χοροπηδούν γύρω του, τις σκηνές της μάχης όπου η ευγένεια και η χάρη της φωνής της σπουδαίας κυρίας Λυμπεροπούλου εξισορροπούσαν τη φρίκη των περιγραφών με τα κομμένα κεφάλια στη σκόνη και δεν θα ανέτρεχα, άρρωστη όπως είμαι στο πρωτότυπο παρά όταν άκουσα κάπου τη λέξη "φιλότιμο" αυτήν την σπουδαία ελληνική λεξη που χρησιμοποίησε ο πρόεδρος Ομπάμα όταν ήρθε στη χώρα μας, να λέγεται από τον Ποσειδώνα όταν είχε πάρει τη μορφή του μάντη Κάλχαντα για να εμψυχώσει τους Αργείους. Μα δεν είναι δυνατόν να μην θελήσω να εξακριβώσω τι μετέφρασε ως φιλότιμο ο Δημήτρης Μαρωνίτης. Πίσω στο πρωτότυπο λοιπον και ανευρέθη," αιδώς και νέμεσις " στο στ.ω120. Το σημειώνω λοιπόν εδώ και αναλογιζόμουν τη δύναμη της αυθεντίας και τη δημιουργικότητα που προεκτείνει τις έννοιες και τις αποχρώσεις μιας έννοιας από την αρχαϊκή εποχή ως σήμερα και πιστεύω καταφέρνει να την αποδώσει όπως θα διαμορφωνόταν στο μέλλον, τι κουμπιά πατούσε ο Κάλχας/Ποσειδών στην ψυχοσύνθεση των πολεμιστών που αργότερα πολύ αργότερα κάποιοι θα αναγνώριζαν σαν ψυχική ταυτότητα...

Και κάτι ακόμη κλείνοντας το θέμα των λέξεων, της απόδοσης της αναζήτησης ιχνών. Κάποια στιγμή, ο Ποσειδώνας/ Κάλχας, όταν τελειώνει αυτά που έχει να πει, μεταμορφώνεται σε γεράκι, στο στ.63 και εφορμά πετώντας, όπως όταν σηκώνεται από έναν απότομο ψηλό βράχο και πηδά στην πεδιάδα πάνω σε ένα άλλο πουλί. "αιγίλιπος πέτρης" είναι η γενική του απότομου βράχου, είχα πια το πρωτότυπο δίπλα μου, και τι παράξενη λέξη που θυμίζει αιγίδα, για το απότομος και πρόθυμοι οι σχολιαστές του 18ου αιώνα στη google, εξηγούν ότι ούτε οι κατσίκες δεν τον πλησιάζουν, τόσο απόκρημνος είναι. Τόσο σημαντικά δηλαδή τα πάθη του γιδοβοσκού, που έχασε την κατσίκα του γιατί τόλμησε να ανέβη στο βράχο εκείνο, και ναι το Όνειρο στο κύμα και η Γλυκοφιλούσα με τη σωτηρία ή το σχοίνισμα των αιγών είναι ακόμα "του Ομήρου" , ένας κόσμος που διεκδικεί το μερίδιό του στον Παπαδιαμάντη

Εικόνα: Γιδοβοσκός, 1862 Van Gogh

Πόλυ Χατζημανωλάκη


Αναρτήθηκε στο facebook στις 11/08/2017

Δευτέρα, 27 Απριλίου 2020

Αγαθέ παράδοξε Θρακιώτη αδελφέ μου... Μοσκώβ - Σελήμ ο Σημαδιακός

Εδώ και ενάμιση χρόνο, χωρίς έντονη προσπάθεια αλλά καταγράφοντας σχεδόν ημερολογιακά τις περιπτώσεις που συναντώ και αναρτώντας μικρά σημειώματα στο φεησμπουκ και κάποτε και στο μπλογκ μου Πινακίδες από κερί ακολουθώ δύο βασικές διαδρομές.

Η πρώτη, έχοντας ξεκινήσει από τον Σημαδιακό του Παπαδιαμάντη και κατασκευάζοντας Το λεύκωμα των Αταίριαστων και Χρυσομιληγγάτων (Μανώλης Προυσαλής, Σταμάτης στα Ρόδινα ακρογιάλια, Μαίριλιν Μονρόε, Αούστερλιτς του Ζέμπαλτ, Χάρι Πότερ, Η Τατιάνα και ο πριγκιπας Ονιέγκιν του Πούσκιν, η Σούλα της Τόνι Μόρισον και άλλοι και άλλοι) και η  δεύτερη επιχειρώντας μια πρωτότυπη ανάγνωση του έργου του Βιζυηνού και προσπαθώντας να δω κατά πόσον πρόκειται για μια αποστολή Μεγάλου Έργου. Μια ανάγνωση του προσωπικού μύθου του Βιζυηνού  την αλχημική αναζήτηση στη ζωή και το έργο του - που στην περίπτωσή αυτή ήταν ματαιωμένη και που αναγνωρίζεται φανερά με την επιχείρηση του ορυχείου σιδήρου στο Σαμάκοβο της Ανατολικής Θράκης.  

Κάθε φορά που γράφω κάτι σχετικά, κάνω μια εισαγωγή του τι ψάχνω για να είναι αυτοτελή τα κείμενα αν τύχει και τα διαβάσει κάποιος πρώτη φορά. Επαναλαμβάνομαι λοιπόν, αλλά θεωρώ ότι είναι απαραίτητο για την επικοινωνία εδώ. Και όταν/αν έλθει το πλήρωμα του χρόνο και βάλω κάποια στιγμή μια τελεία σε αυτές τις δουλειές, θα έλθει και  η ώρα της κοπτοραπτικής και ελπίζω να αποτελέσουν τα σημειώματα αυτά τη βάση για δυο χωριστά πονήματα.

Παρά το γεγονός ότι πρόκειται για δυο διαφορετικά μονοπάτια που το  καθένα έχει τη δική του δυναμική και στο μυαλό μου ήταν εντελώς διακριτά, πιστεύω πως χτες βρέθηκα σε μια περιοχή που αυτές οι δυο διαδρομές συγκλίνουν, συγκλίνουν συγκλονιστικά θα έλεγα. Πώς το σημάδι, αυτός ο χαρακτηρισμός του που κάνει τον ήρωα να ξεχωρίζει και τον τοποθετεί τραγικά στο περιθώριο, στα όρια της συνήθους κοινωνικής συνθήκης, να μην ταιριάζει αλλά και να λάμπει, να είναι χρυσός, ξανθός, χρυσομιληγγάτος, μπορεί να εμφανιστεί σαν να έχει χάσει τη δύναμή του ή σαν κάτι που ο ήρωας το διεκδικεί αλλά δεν το φτάνει ποτέ. Μπορεί δηλαδή το σημάδι να είναι παράσημο, να είναι χρίσμα, αλχημικό σύμβολο και ο ήρωας να μην το αξιώνεται ενώ τόσο το επιθυμεί και το αξίζει. 



Μια τέτοια σύγκλιση συνέβη με το Μοσκώβ - Σελήμ, το τελευταίο διήγημα του Γ. Βιζυηνού που βρέθηκε αδημοσίευτο στο φρενοκομείο από τους φίλους του στο φρενοκομείο όπου ήταν έγκλειστος ο συγγραφέας. Ένα ιστορικό γεγονός που αναφέρει το διήγημα, η πραξικοπηματική ανατροπή της δυναστείας των Battenberg στη Βουλγαρία το 1886, τοποθετεί τη συγγραφή του μετά από αυτήν την ημερομηνία, οπωσδήποτε. Αυτήν την εποχή της καραντίνας είχα την ευκαιρία να επαληθεύσω ότι ο Αλέξανδρος Battenberg ήταν ο αδελφός του Louis Battenberg πατρός, της πριγκίπισσας Αλίκης και του λόρδου Μαουνμπάτεν, μητέρας και θείου αντιστοίχως του σημερινού Δούκα του Εδιμβούργου Φίλιππου - που ιστορίες από τη ζωής τους και τις περιπέτειές τους είδα προσφάτως στην τηλεοπτική σειρά το Στέμμα. 

Ο Μοσκώβ Σελήμ λοιπόν είναι ένας σαλός κατά τον περίγυρό του Τούρκος, που κατοικεί στην Ανατολική Θράκη και που ο αφηγητής έφιππος και με συνοδεία συναντά κατά τη διάρκεια μιας επίσκεψης στην περιοχή. Η αφορμή της επίσκεψης στην πολίχνη Β. είναι η αναψυχή - ήθελον ενδιατρίψει χάριν αναψυχής και αναπαύσεως από εργασιών, αίτινες  από τινος είχον ενασχολήσει τόσω πολύ το πνεύμα μου, ώστε ούτε ύπνον ήσυχον δεν μ΄επέτρεπον"  Θαρρώ πως είναι προφανές ότι πρόκειται για τις εργασίες στο ορυχείο του σιδήρου στο Σαμάκοβο που βρίσκεται ούτως ή άλλως σε εκείνη την περιοχή. Μια συνάντηση με έναν "παράδοξον" Τούρκον του οποίου τα πάθη και τις περιπέτειες αναλαμβάνει να συγγράψει, με τέτοια θεατρικότητα, όπως ακριβώς εκείνος του τις αφηγείται.
Και γιατί να αποφασίσει να περιγράψει τις περιπέτειες και τις αρετές ενός Τούρκου και όχι ενός Χριστιανού; 

Στην αρχή του διηγήματος, ζητεί κατανόησιν, συγχώρεσιν,  από τον αναγνώστη του που προτιμά να μιλήσει για ένα Τούρκον και όχι για ένα Χριστιανό. Γιατί άραγε. Ο Τούρκος αυτός, υφίσταται τα πάνδεινα από ότι φαίνεται από τους ομοίους του, στερείται την πατρική αγάπη, τον κλείνει η μητέρα του για να καλύψει τα δικά της συναισθηματικά κενά στο χαρέμι και τον μεγαλώνει σαν κορίτσι, ανδραγαθεί χωρίς αναγνώριση τρεις φορές σε Τουρκορωσικούς πολέμους - ξεκινώντας από τον Κριμαικό πόλεμο - χάνει τη γυναίκα του και τα παιδιά του, αιχμαλωτίζεται από τον εχθρό και μόνο τότε τον αντιμετωπίζουν με αγάπη και καλοσύνη. Σε όλη του του ζωή αδικείται με τον πιο σκληρό τρόπο από τους ομοίους του, την οικογένεια και τον Σουλτάνο - και μόνο ως αιχμάλωτος του εχθρού έχει ανθρώπινη και τρυφερή μεταχείριση.
Ο εχθρός είναι δηλαδή καλύτερος από τον ομοεθνή, ο οποίος για τα παιδιά του επιφυλάσσει τη χειρότερη μοίρα, την αδικία, τα βάσανα, την πείνα και το θάνατο.
Πώς να το διηγηθεις αυτό για ένα Χριστιανό; 

Έχω την αίσθηση ότι αυτά που γράφονται στο διήγημα, γράφονται όπως λέει και η λαική παροιμία για τη νύφη για να τα ακούει η πεθερά. Ο Μοσκώβ - Σελήμ είναι το υποκατάστατο του Χριστιανού που δεν μπορεί να βρει χαϊρι στην πατρίδα του, είναι το alter ego του ίδιου του Βιζυηνού, που τον θεωρούν τρελό αλλά δεν είναι και με με μια μεγάλη αλληγορία αφηγείται τα πάθη του και το ότι δεν αναγνωρίστηκε από τοςυ ομοεθνείς του η αξία του, δεν βρήκε θέση στο πανεπιστήμιο ενώ είχε λαμπρές σπουδές στην Γερμανία, διδακτορική διατριβή και υφηγεσία.  Μια αφήγηση στον απόηχο μιας αλχημικής αποτυχίας που δεν τον αφήνει να κοιμηθεί. Ένας Τούρκος προδομένος από τους ομοεθνείς του και τον Σουλτάνο, κάτι πιο εύκολο να μιλήσεις γιαυτό από οτι ένας έλληνας προδομένος, όπως προσελάμβανε τον εαυτό του. 

Ο Μοσκώβ Σελήμ, λοιπόν, ένας άνθρωπος αταίριαστος στα όρια του έθνους του - και στα όρια του φύλου του όπως γράφει στο τέλος του διηγήματος ο συγγραφέας. Το γεγονός ότι η μητέρα του τον μεγάλωσε στο χαρέμι σαν κορίτσι, τον έκανε ευαίσθητο στο να καταλαβαίνει την άλλη πλευρά, να μπαίνει στη θέση του άλλου. Αυτό λοιπόν, το άλλο, το αλλόκοτο έως κωμικό για τους άλλους είναι που ενσαρκώνει ο Μοσκώβ Σελήμ. Ονειροπολεί πως είναι Ρώσος.  Θεωρεί ότι οι Ρώσοι είναι ο καλύτερος λαός.
Φτιάχνει μια κατοικία που μοιάζει με ρωσική ίζμπα, ζητά να του κατασκευάσουν ένα τενεκεδένιο σαμοβάρι για να κάνει πως πινει τσάι με τον ρωσικό τρόπο, έχει ένα τενεκεδένιο κουτί με θυμάρι, δυόσμο και αλιφασκιά που παριστάνει πως είναι τσάι.
Η ενδυμασία του είναι παράδοξος. Μπορεί να μην είναι τόσο αλλόκοτη όπως εκείνη του Μιχάλη του Προυσαλή, να μην φοράει τα ρούχα του σε διαφορετικές θέσεις και λειτουργίες, αλλά και πάλι ο συγγραφέας - αφηγητής θεωρεί "αρλεκινικό" τον τρόπο της ενδυμασίας του.
Ρώσικες μπότες, από τις δεκάδες χιλιάδες που πούλησαν στους κατοίκους οι Ρώσοι αποχωρώντας, κόκκινη ζώνη με εκατοντάδες πτυχές που τον τυλιγουν υπερβολικά από τη μέση μέχρι τους μαστούς, τούρκικο σκούφο χωρίς φούντα. Και φυσικά ρωσικό στρατιωτικό επενδύτη με μερικά καλογυαλισμένα ασημένια κουμπιά. Παράδοξε Τούρκε αδελφέ μου - τον αποκαλεί στην αρχή.
Χαρακτήρας στα όρια, με αλλόκοτη ενδυμασία - αρλεκινική -  με απόψεις που δεν μπορούν να γίνουν αποδεκτές από τον περίγυρο.
Δεν έχει κάποιο σημάδι στο μάτι ή στο πρόσωπο, αλλά ο συσχετισμός με τα σημάδια είναι έκδηλος όταν γίνεται αναφορά στις πληγές του. Στον πρώτο του τραυματισμό όταν ανδραγάθησε για να σώσει τη σημαία, αντιστοιχεί ένα "παράσημο" για την πληγή του από το σουλτάνο. Το παράσημο όμως δεν το παίρνει ποτέ γιατί το υπεξαιρεί δολίως ο χιλίαρχός του που είχε λιποτακτήσει. Ο ίδιος τον στέλνει στα καταναγκαστικά έργα, για να μην μπορεί να διαμαρτυρηθεί. 
Αναφορά στις πληγές - ως χάρτη από σημάδια - γίνεται από τον καλό γιατρό του νοσοκομείου τη δεύτερη φορά, ο οποίος αφού εμελέτησε τα ίχνη από τα σημάδια των πληγών στο σώμα του. κατέληξε σε ευμενές συμπέρασμα για το χαρακτήρα του. 
Ο ίδιος είναι ένα σημάδι για τη μητέρα του, όταν της δίνει μέσω του δεύτερου αδελφού του την ώρα που ετοιμάζεται αιφνιδίως να φύγει για τον πόλεμο στη θέση του λιποτάκτη  Χασάν, του μεγαλύτερου αδελφού του, ένα δακτυλίδι με διαμάντι. Η πέτρα του διαμαντιού θαμπώνει όταν είναι τραυματισμένος, το σημάδι που χάνει τη δύναμή του.  Η μητέρα του διαβάζει το σημάδι και ταλαιπωρείται, δεν αντέχει τη στεναχώρια και πεθαίνει. 

Αντιθέτως, ο περίγυρος, δεν μπορεί να διαβάσει το δικό του σημάδι, δεν μπορούν να διαβάσουν το κείμενο στο χαρτί που του έδωσαν όταν αποστρατεύτηκε Έτσι, οι συμπατριώτες του τον θεωρούν κατάσκοπο, κλέφτη, τον διώχνουν, τον κακοποιούν. Σαν να μην μπορεί γραφτεί πάνω του το σημάδι του Κάιν, το σημάδι που του έκανε ο άγγελος στο μέτωπο και  που θα τον έσωζε από το να τον σκοτώσουν οι άνθρωποι, μια  και ήταν περιπλανώμενος και  ύποπτος. 

Ο Σελήμ είναι σημαδιακός χωρίς στο σημάδι του. Μόνο με τα παράξενα ρούχα, ζηλεύοντας και ταυτιζόμενος με τους Ρώσους θα τολμούσα να πω με αυτούς που η λαϊκή φαντασία έχει ονομάσει ξανθό γένος. Χρυσομηλιγγάτος κατά φαντασίαν, αλλά αυτό ίσως είναι υπερβολή γιατί δεν αναφέρεται ποτέ αυτή η λέξη στο διήγημα. Μια σκάλα πιο κάτω. Για αυτόν τα ασημένια κουμπιά της στολής του, η ασημένια φορεσιά με την οποία θα ενδυθεί εθελοντικά για να πολεμήσει τον εχθρό.

Πόλυ Χατζημανωλάκη, 27 Απριλίου 2020  

Τετάρτη, 27 Μαρτίου 2019

Χνάρι






Τις προάλλες φωτογράφισα ένα σκακιστή στο Πανελλήνιο με ζουμ. Δύο κλικ. Η σκέψη πριν την κίνηση και το μετέωρο χέρι πάνω από την σκακιέρα. Στεκόμουν μπροστά στο Χημείο, έξω από τα κάγκελα, έξω από το χώρο που είχα περάσει τέσσερα χρόνια από τα πιο σημαντικά της νιότης μου, μεταπολίτευση, σπουδές στη Φυσική, πολιτική ένταξη και έξω από τα Αμφιθέατρα, στα σκαλάκια και στο παγκάκι που δεν υπάρχει πια. Στοχαζόμασταν για το μέλλον του κόσμου σαν να ήταν ζήτημα ζωής ή θανάτου. Μια αίσθηση παντοδυναμίας, αποχουντοποίησης, εκείνη η λέξη σήμαινε ότι οι καθηγητές που είχαν ενδεχομένως συνεργαστεί με τη δικτατορία είχαν απομακρυνθεί, προσωρινά από ότι φαίνεται αλλά εμείς δεν το ξέραμε. Είχαμε λοιπόν στρογγυλοκαθίσει στα γραφεία τους, ο όροφος της Πυρηνικής φιλοξενούσε συνεδριάσεις επιτροπών έτους, σαν μια φοιτητική λέσχη, ένα ρούχο μεγαλύτερο από το μπόι μας. Αναζητήσεις σε όλα τα επίπεδα, διαβάζαμε, συζητούσαμε, διαφωνούσαμε με πάθος αγαπούσαμε κάποια βιβλία, ζούσαμε σε μια διαρκή πολιτική συνεδρίαση όπου μεταξύ άλλων  είχαν θέση  και  τα φιλοσοφικά   θεμέλια της Φυσικής:  η Διαλεκτική της Φύσης, το Είναι και το γίγνεσθαι του Ευτύχη Μπιτσάκη αλλά και  η διαλεκτική του Συγκεκριμένου του Κάρελ Κόσικ δεν θυμάμαι εκδοτικό οίκο, το αστείο του Κούντερα, νομίζω Κάλβος,  το μηδέν και το άπειρο του Άρθουρ Καίσλερ μαύρο εξώφυλλο Ηριδανός, το κιβώτιο του Άρη Αλεξάνδρου, σχεδόν μαύρο Κέδρος,  το διπλό βιβλίο του Δημήτρη Χατζή  κεραμιδί δεν θυμάμαι τον εκδότη ίσως από το τυπογραφείο κείμενα,  ο Λένιν πόσα βήματα μπροστά πόσα πίσω ποιος ξέρει, η καταγωγή της οικογένειας που δεν διάβασα ποτέ, το δικαίωμα στην τεμπελιά του Λαφάργκ, ο Γκράμσι από τη φυλακή, οι σκέψεις του σοφού διανοούμενου για την ηγεμονία βεβαίως αλλά κυρίως το δικαίωμα στη χαρά της ζωής που τόσο εύκολα γινόταν παρανάλωμα μιας επανάστασης. 


Παιδί της επαρχίας, ήρθα στην πρωτεύουσα ένα χρόνο πριν τη μεταπολίτευση και πέρασα τις τρεις τελευταίες τάξεις του Γυμνασίου σε ένα ιδιωτικό σχολείο των βορείων προαστίων. Με υποτροφία. Τη Σόλωνος τη γνώρισα για πρώτη φορά με τη φίλη μου την Πόπη Μουπαγιατζή, αθηναία που την ήξερε σαν τη τσέπη της και που με πήγε για πρώτη φορά στα γραφεία της Νέας Εδα. Εκεί είδα τον Μίκη Θεοδωράκη και τον Αντρέα Λεντάκη να μπαίνουν και μας χαιρέτισαν. Η Πόπη που ήξερε πρόσωπα και πράγματα με πήγε για πρώτη φορά στο Χνάρι. Δεν έχει μεγάλο χώρο ούτε τα έχει όλα τα βιβλία μου είπε.  Θα σου φέρει όμως ότι του ζητήσεις. Η απόλυτη συμπύκνωση τα λίγα τετραγωνικά του πρώτου μου βιβλιοπωλείου στην πρωτεύουσα. Το θα σου φέρει ότι του ζητήσεις ήταν με άλλα μέτρα, σε άλλη κλίμακα από τη σημερινή. Δεν περίμενες μια εβδομάδα ή έστω τρεις μέρες να σε πάρουν τηλέφωνο ότι ήρθε η παραγγελία.  Ο Γιώργος σε άφηνε στο μαγαζί του, έφευγε και σε δέκα λεπτά ερχόταν με το βιβλίο που είχες ζητήσει. Μια μαγεία, να μπεις στον κόσμο αυτό - ήμουν δεκάξι χρονών και με έπαιρναν για πρώτη φορά στα σοβαρά - μια ενηλικίωση μια γητειά αυτή η συναλλαγή όπου δεν σε ρωτούσαν, δεν σε έκριναν σου έφερναν αυτό που ζήτησες, έμπαινες στον κόσμο των ενηλίκων, το κόκκινο βιβλιαράκι του Μάο και ένα άλλο κόκκινο για το ότι θέλετε να μάθετε για το σεξ. πώς μαθαίναμε για τα βιβλία τότε χωρίς ίντερνετ, χωρίς διαφήμιση, μια αγορά του δήμου ζωντανή, ένα αντηχείο να αναπαράγει ιδέες, η κριτική στα αναγνωστικά της Φραγκουδάκη, οι ήρωες του Ντίσνεϋ και οι περίεργες οικογενειακές τους σχέσεις - ανιψιά και θείοι μα πως αυτό συνδέεται με τον ιμπεριαλισμό, το έξοχο των Αλαίν Ζωμπέρ και Ζαν Μαρκ Λεβί Λεμπλόν για την αυτοκριτική της επιστήμης, εκ των ένδον δηλαδή, μια πεντάτομη κοινωνική ιστορία της τέχνης εκδόσεις Κάλβος τα ανασύρω από τη μνήμη τα βιβλία που με διαμόρφωσαν, δεν τα έχω πια τα περισσότερα. 



Όλα τα χρόνια, όχι μόνο στην αρχή, είχα μια δυσκολία να βρω την Κιάφας. Είναι τρυπωμένη ανάμεσα στην Ακαδημίας και τη Ζωοδόχου Πηγής. Από την κάτω πλευρά τη βρίσκεις αμέσως, ένας δρομάκος που ξεστρατίζει  από την Ακαδημίας και βιάζεται να συναντήσει τη Ζωοδόχου Πηγής την κάθετο. Αν κατεβαίνεις όμως από πάνω όμως, από τη Σόλωνος, και είσαι ζουλάπι όπως ήμουν εγώ μπορεί να την προσπεράσεις και να μην τη βρίσκεις. Έτσι έκανα κύκλους, γύρω γύρω το ίδιο αργότερα για να βρω τη Γραβιάς, όταν άνοιξε η πρωτοπορία το μεγάλο βιβλιοπωλείο, ο αντίποδας της φωτεινής άυλης συμπύκνωσης του χναριού. Βιβλία απλωμένα  να δουν τα μάτια σου.  Η Πολιτεία ακουγόταν ίσως, δεν θυμάμαι, αλλά δεν είχα πάει ποτέ ως τότε. 

Ένα θαύμα λοιπόν να το βρω, να βεβαιωθώ ότι δεν έφυγε από τη θέση του και ένα δεύτερο να επιβεβαιώσω ότι πάντα θα φύγω με αυτό που ζήτησα, το βιβλίο αίτημα και αποτέλεσμα των συλλογικών ζυμώσεων που μας διαμόρφωναν, που διαμορφώναμε ο ένας τον άλλο...


Και οι σελιδοδείκτες του άλλη καταπληκτική ιστορία.  μαζεύονταν μαζεύονταν στο σπίτι, και στις μετακομίσεις Παρίσι Βρυξέλλες και πάλι πίσω, ζαχαρί χαρτονάκια, οδοντωτό τελείωμα με φωτογραφίες λογοτεχνών και όμορφη γκρο κορδέλα. Κομψοτεχνήματα. Δεν σκέφτηκα ποτέ να τους μαζέψω, ούτε τους χρησιμοποιούσα είναι αλήθεια για να σημαδεύω τη σελίδα. Τους είχα σε συρτάρια, η ανάμεσα σε βιβλία, μικρά πνεύματα της ανάγνωσης που με άφηναν σιγά σιγά, χάνονταν ανεπαισθήτως. Τώρα δεν έχει μείνει κανείς και κόντευα να τους ξεχάσω. Ώσπου είδα έναν προχτές φωτογραφημένο στη σελίδα του Γιώργου στο φέησμπουκ και άρχισε να χτυπά η καρδιά μου. 



Με τον Γιώργο Τσιλδερίκη ανταμώσαμε ξανά, χρόνια μετά στο φέησμπουκ. Εκείνος φέρεται σαν να με θυμάται. Μου έκανε την μεγάλη τιμή να με καλέσει απόψε να πω κάτι για το Χνάρι. Το Χνάρι του, το Χνάρι μας. Εγώ τον ήξερα καλά. Νιώθω πολύ συγκίνηση κάθε φορά που τον βλέπω. Μόνο τα μαλλιά του έχουν ασπρίσει. Και τα δικά μου φυσικά.  Δεν είχαμε την ευκαιρία να μιλήσουμε να γνωριστούμε περισσότερο τότε, εκεί ήταν στέκι, είχε φίλους που σύχναζαν εκεί, που κουβέντιαζαν μαζί του. Εγώ δίσταζα, ντρεπόμουν ακόμη, κοίταζα τα ράφια με τα βιβλία, κρυφάκουγα ένιωθα μια θέρμη ότι κάτι σπουδαίο συντελείται εδώ κι εγώ που είμαι δίπλα σαν να με αγγίζει το θαύμα. Και μετά ο Γιώργος, ακούραστος έτρεχε να μου φέρει αυτό που ζήτησα. 

Εκείνη τη μέρα έξω από το Χημείο, εκεί που φωτογράφιζα τον σκακιστή, νοστάλγησα πάλι το Χνάρι. Νοστάλγησα το δύσκολο δρόμο, αυτόν που κρατάει πιο πολύ, αυτόν που χάνεσαι και δεν τον βρίσκεις από την πάνω μεριά, από τη Σόλωνος. Αυτό είναι το μόνο που σώθηκε από εκείνη την εποχή, με τα κτίρια που ερειπώνουν και κλείνουν,  το κέντρο της Αθήνας που μεταμορφώνεται. 
Το μόνο που μένει είναι η αίσθηση του να χάνεις το δρόμο , η χαρμόσυνη επανάληψη μιας τελετουργίας της νεότητας, να χάνεις τα ίχνη να τα βρίσκεις, (το χνάρι), να αγωνιάς με μια προσμονή που μετασχηματίζεται  στη  βεβαιότητα ότι θα το ξαναδείς , το Χνάρι στην Κιάφας, ανοιχτό γεμάτο βιβλία και ζωή σε όλη του τη δόξα. 




Διαβάστηκε στην τιμητική εκδήλωση για το Χνάρι, τη Δευτέρα 26/03/2019 στο Polis Art Cafe