Πέμπτη, 28 Απριλίου 2011

Όπου από ένα μικρό ορθογραφικό λάθος του Παλαμά, η Μούσα του Παπαδιαμάντη, η Λιαλιώ η Νοσταλγός, γίνεται Λαλιώ η ομιλητική…



Μια ιστορία αποπλάνησης

 "Αλλά πώς δύναταί τις να γίνει ανήρ χωρίς ν’ αγαπήσει δεκάκις τουλάχιστον και δεκάκις ν’ απατηθεί;"…
Η παραπάνω, μια από τις τελευταίες φράσεις του διήγηματος του Αλ. Παπαδιαμάντη «Ολόγυρα στη λίμνη»,  μετατρέπει την ερωτική εξαπάτηση του ήρωα σε μυητικό στάδιο της ενηλικίωσής του, σε κομβικό σημείο ολοκλήρωσης της ύπαρξής του…
Λένε πως η Πολύμνια του διηγήματος, που κρατώντας μια κόκκινη ομπρέλα,  εμφανίζεται και εξαφανίζεται κοντά στη λίμνη, είναι μια Χαρίκλεια  (1), που την εύνοιά της και το ενδιαφέρον της απέσπασε πρόσκαιρα ο φίλος του, ο Χριστοδουλής…

Αυτή  η Χαρίκλεια…με το υποκοριστικό της Λιαλιώ, συνδέεται και με μια άλλη ιστορία αποπλάνησης – αυτή τη φορά ο αποπλανηθείς είναι ο Μαθιός, μεγάλος σε ηλικία μαθητής γυμνασίου και αποβληθείς από το Γυμνάσιο λόγω διαφωνίας με ένα καθηγητή του, ένας μυθιστορηματικός ήρωας που φέρει κραυγαλέα αυτοβιογραφικά χαρακτηριστικά του κυρ Αλέξανδρου…
Ποιος ξέρει άραγε αν το περιστατικό αυτό της αποπλάνησης, του Μαθιού από την Λιαλιώ, του Αλέξανδρου από την Χαρίκλεια ή Πολύμνια συνέβη στ’ αλήθεια…
Ούτως ή άλλως, η Νοσταλγός είναι από τα πιο δημοφιλή διηγήματα του Παπαδιαμάντη, ένας  αριστοτεχνικά τεχνουργημένος τρόπος των βημάτων του ήρωα πέρα από την εξιδανίκευση και ξανά προς την εξαπάτηση…Η ηρωίδα – το ίδιο ή ένα από τα χίλια πρόσωπα της επιθυμίας, με την οποία εν τέλει, σμιλεύοντας μορφές και σύμβολα, πλάθονται αφηγήσεις και  μετατρέπεται σε λογοτεχνία η προσπάθεια του συγγραφέα να βρει για τον εαυτό του μια ταυτότητα, μια θέση στον κόσμο…

Μια παρεφθαρμένη γραφή του ονόματος, αφορμή για νέα ανάγνωση:

Ανεξαρτήτως όμως αυτής της σπουδαιότητος και του ρόλου, της μυθιστορηματικής ηρωίδας στην προσωπική μυθολογία του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη – της Λιαλιώς της Νοσταλγού που ήταν βυθισμένη στο όνειρο της πατρίδας της απέναντι και παρέσυρε τον νεαρό Μαθιό να την μεταφέρει με τη βάρκα -  θα ήθελα να καταθέσω ορισμένες παρατηρήσεις μιας νέας δικής μου ανάγνωσης του διηγήματος, που προεκλήθησαν από μια παρεφθαρμένη εκφορά του ονόματός της από τον Κωστή Παλαμά στην κριτική του στο περιοδικό Τέχνη στα 1890, στο κείμενό του η Μούσα του Παπαδιαμάντη.
Αυτή μικρή παραφθορά στο πώς έγραψε ο Κωστής Παλαμάς το όνομα της Λιαλιώς, της Νοσταλγού,  έγινε  η αφορμή να διαβαστεί το όνομα της ηρωίδας με την πραγματική σημασιολογική του αξία, και φώτισε με τον τρόπο αυτό ενδιαφέρουσες και  ασυνήθιστες  όψεις της πλοκής αυτού του τόσο γνωστού κειμένου. 
Ο Παλαμάς λοιπόν απεκάλεσε την ηρωίδα  αυτή Λαλιώ  - τότε που τη φαντάστηκε Μούσα του Παπαδιαμάντη -  «παντρεμένη με τον πεζότατο, μισόκοπο κυρ Μοναχάκη,  ζει τον περισσότερο καιρό σαν βυθισμένη στο όνειρο της πατρίδας της πέρα...».
Αυτό το μικρό ορθογραφικό λάθος – παρέλειψε το δύσκολο να προφερθεί  ιώτα - και η Λιαλιώ έγινε Λαλιώ, αυτή που λαλεί, αυτή που μιλά πολύ, η λαλίστατη...
Αυτό ήρθε βέβαια την κατάλληλη στιγμή, μια και έχουμε συναντήσει – πιο σωστό είναι να πει κανείς ότι διαρκώς συναντάμε  -  και άλλα σημάδια, σαφέστατες νύξεις ή υπαινικτικές αναφορές  για το ενδιαφέρον που δείχνει ο Παπαδιαμάντης στον προφορικό λόγο,  στην αναξιοπιστία του και στις παγίδες που κρύβει…
Προϊόν της τύχης και του λάθους ήταν λοιπόν η  αφορμή αυτής της νέας ανάγνωσης του διηγήματος αυτού του Παπαδιαμάντη, υπό το φως  των πλοκάμων δηλαδή   που πλέκει η ομιλία και ο προφορικός λόγος.

Η μοίρα της Λαλιώς και η μοίρα της Κυρατσούλας 
Έτσι, ένα διήγημα με την ηρωίδα να βρίσκεται στον αντίποδα αυτής που ιστορείται στο Καμίνι (πρβλ. Το Καμίνι των ονείρων και το Κοχύλι των θαυμάτων )  - να θυμίσουμε ότι εκεί ηρωίδα προσφεύγει στο δροσερό Καμίνι, στο Κοχύλι για να αποφύγει το γάμο με το μεγαλύτερό της σε ηλικία και χήρο υποψήφιο σύζυγο που της προξενεύουν οι συγγενείς της  -  εδώ όμως τον έχει παντρευτεί.  Η Νοσταλγός λοιπόν,  προσφέρεται όχι  μόνο  για να  γίνουμε μάρτυρες μιας ακόμα εκδοχής της ανθρώπινης μοίρας, αλλά φέρνει στο προσκήνιο μια εμμονή του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη στην αποπλανητική, παραπλανητική, έως μαγική δύναμη του προφορικού λόγου...Δεν είναι λοιπόν η μοίρα της Λ(ι) λιώς, που παντρεμένη με τον πεζότατο μισόκοπο κύρ Μοναχάκη, περιπαθής, ζει βυθισμένη στο όνειρο της πατρίδας της πέρα, που κινεί το ενδιαφέρον ή συγκινεί αυτή τη φορά, τόσες κοπέλες έχουν την ίδια μοίρα... Είναι γνωστό ότι ο Παπαδιαμάντης συρράπτει τις ιστορίες του με όλες τις δυνατές εκδοχές για τις ζωές των ηρώων του  ανθρώπων. 

Πορτρέτο του καλλιτέχνη σε νεαρή ηλικία
Ούτε βεβαίως  – αν και αυτό ίσως είναι αρκετά γοητευτικό  και έχει ήδη συζητηθεί (2)  – ότι μας παραδίδεται εδώ μια εικόνα του συγγραφέα στα δεκαοχτώ του χρόνια, να κωπηλατεί  χωρίς να είναι ναύτης, όπου  
«είχε έλθει εις τα μέσα του έτους, εγκαταλείψας το γυμνάσιον της πρωτευούσης του νομού, όπου τέως εμαθήτευε, μη δεχθείς την επιβληθείσαν εις αυτόν ποινήν ένεκα λογομαχίας τινός προς τινα εκ των καθηγητών, όστις του εφαίνετο πλέον του δέοντος αγράμματος. Ήτο μόλις δεακοχτώ ετών, αλλ’ εφαίνετο δεκαεννέα ή είκοσι με τους πυκνούς ήδη ιούλους του καστανού γενείου και του μύστακος.» 

Διαβάζουμε υπομειδιώντας, γνωρίζοντας από τη βιογραφία του για τη λογομαχία και την «αποβολή» του από το Γυμνάσιο του Βόλου, και παρακολουθούμε  -  με συμπάθεια τουλάχιστον -  την ένταση  στο άγγιγμα των χεριών του νέου  κωπηλάτη με τα χέρια της  Λ(ι) αλιώς στη βάρκα καθώς...
« αι χείρες τους συνηντήθησαν εις θερμήν επαφήν»

Αρθούρος, Λάνσελοτ, Γκουίνεβιρ 
Ένας Μαθιός επίδοξος Λάνσελοτ, αν βεβαίως η Λαλιώ ήταν η Γκουίνεβιρ και είχε σκοπό να προδώσει τον μεσόκοπο σύζυγό της  κυρ Μοναχάκη, ακολουθώντας τα αχνάρια των ηρώων της στρογγυλής Τραπέζης… Δεν χρειάζεται να πάμε βέβαια τόσο μακριά…υπάρχει και η ιστορία του Μάρκου Σανούδου, Αυγούστας και Μούχρα στους Εμπόρους των Εθνών...

Το «λάθος»  λοιπόν του Κωστή Παλαμά, αναδεικνύει ένα άλλο κυρίαρχο χαρακτηριστικό της Λ(ι) αλιώς, και θέτει σε αμφιβολία την μονόπλευρη εικόνα της θλίψης  και της  ονειροπόλησης όπου την έχει βυθίσει η νοσταλγία για το νησί της και τους γονείς της. Ενός χαρακτηριστικού που όσο το διακρίνει κανείς κάτω από την αχλύ της ρέμβης της περιπαθούς και θλιμμένης Λιαλιώς, τόσο περισσότερο θα συμφωνήσει πως αποτελεί τον βασικό της σύμμαχο, τον «Οδηγό»   θα λέγαμε του διηγήματος – για να χρησιμοποιήσουμε κινηματογραφικούς όρους, που κινεί την αφήγηση,  και  πλέκει τα δίχτυα  για να  παρασύρει – ανεπαισθήτως – τον ερωτόπληκτο αφηγητή, να συναινέσει  και να πραγματοποιήσει με μια βάρκα  την σχεδόν «απαγωγή» της από την συζυγική εστία.
Αυτό το χαρακτηριστικό είναι η διαπιστωμένη  ευφράδεια στην ομιλία της...Η Λ(ι)αλιώ είναι λαλίστατη. Τα  λόγια της  εκφωνούνται σχεδόν αυθορμήτως, στοχεύουν όμως σε αφανείς και μαλακούς στόχους, βρίσκουν έδαφος πρόσφορο και βλασταίνουν στα αυτιά του ερωτευμένου αφηγητή, που αν και είναι αυτός που κωπηλατεί τη βάρκα, στην πραγματικότητα δεν αποτελεί παρά μέρος ενός σκηνικού που έχει στήσει η Λ(ι)αλιώ από την αρχή με σκοπό να πραγματοποιήσει το όνειρό της – ή καλύτερα το σχέδιό της. Στην πραγματικότητα, ο ερωτευμένος αφηγητής και η βάρκα του, είναι το πλοίο των Φαιάκων που οδηγείται με την σκέψη, στην προκειμένη περίπτωση με τη σκέψη και τα λόγια, της Λαλιώς, που γνωρίζει  πολύ καλά τι θέλει και πού αποσκοπεί και ξέρει να χειρίζεται το λόγο για να το πετύχει.  

Η τέχνη της ομιλίας οδηγεί την βάρκα
Η τέχνη της ομιλίας που κατέχει η Λαλιώ,  αποκαλύπτεται από την αρχή κι όλας του διηγήματος όταν δήθεν αυθορμήτως, λέει:
 «Να έμβαινα τώρα σε μια βαρκούλα, τώρα – δα...έτσι μου φαίνεται...να φτάναμε πέρα!» 
Και ο Παπαδιαμάντης  το υπογραμμίζει από την αρχή:

«Ο Μαθιός δεν παρετήρησε ίσως ότι αυτή είχε τρέψει τον λόγον εις τον πληθυντικόν, εις το τέλος της ευχής της. Αλλ’ αυθορμήτως, χωρίς να το σκεφτή, απήντησεν....»

Αυτή  η αλλαγή, η μετατροπή του λόγου, από ενικό σε πληθυντικό, δίνει το στίγμα του ενδεχόμενου δόλου...Τα άλλα χαρακτηριστικά της είναι η ονειροπόληση και το τραγούδι. Το γεγονός όμως ότι αυτή την περίφημη φράση – παγίδα, τη φράση της μετατροπής την εκστομίζει «μετά τόσους στεναγμούς και τόσα περιπαθή άσματα» στην αρχή του διηγήματος είναι αρκετό για να μπει ο αναγνώστης σε υποψίες. Ο συγγραφέας, στήνει την παγίδα για τον εαυτό του σε νεαρή ηλικία, το Μαθιό και ταυτόχρονα αποκαλύπτει στον αναγνώστη το πώς αυτό εξυφαίνεται...Κάτι που ο Μαθιός υποπτεύεται, μια και έχει τις αμφιβολίες του για το ποιον αγαπά η Λαλιώ...και πνίγεται στα δικά του πλοκάμια του πάθους, ενώ στην ουσία γίνεται πειθήνιο όργανο στα σχέδια της Λαλιώς. 

Στη συνέχεια ξεδιπλώνεται το χάρισμα της ομιλίας. Αρχίζοντας, με ιδέες, προτάσεις, ανώδυνες εκδοχές αυτού που πραγματικά επιθυμεί:

«Ας φέρουμε μια γύρα μες στο λιμάνι, τώρα με το φεγγαράκι»
Και μετά προσθέτει δήθεν αδιάφορα:

«Για να δούμε πώς θα μου φανεί , όταν θα μβαρκάρω για να πάω πέρα...»

Εκείνος «έπραττεν σχεδόν ασυνειδήτως»  εκείνη συνειδητά...
Επιστρέφει στο σπίτι της για να φέρει το «λευκόν κολόβιόν της», το επανωφόρι της, το οποίο σκοπεύει αργότερα να χρησιμοποιήσουν για πανί....

Σε όλη τη διαδρομή υποβάλλει στον νεαρό αφηγητή την επόμενη κίνηση ασυνειδήτως...Γιατί τι άλλο είναι το
«Πότε θα κάνουμε πανιά, να κάτσω στο τιμόνιΝα ιδώ τ’ απέναντι βουνά να μου κοπούν οι πόνοι;» 
το οποίο επιμένει να τραγουδήσουν και το κάνουν σε διάφορες παραλλαγές, για να στραφεί   η συζήτηση στα πανιά και στο τέλος να δέσουν το κολόβιο – μα γι’ αυτό το είχε φέρει – ως πανί στα δυο κουπιά...
Eνώ ο αφηγητής κατατρύχεται από αμφιβολίες για το αν αυτή αγαπά κάποιον άλλον, αν αγαπούσε κάποιον πριν από τον μεγαλύτερό της κύρ Μοναχάκη, αν ο ίδιος είναι θύμα και και κάποιος άλλος είναι που θα  την περιμένει – δεν λείπουν και οι περιγραφές της οργισμένης φαντασίας του, «ένστικτα βρυχώμενα και λυσσώντα εις τα ενδόμυχά του» τα οποία βεβαίως και δεν επιτρέπει να εκδηλωθούν «η φιλολογική του συγγραφέως συνείδησις»  – η Λαλιώ είναι προσηλωμένη στο ταξίδι και στις οδηγίες που θα δώσει στον κωπηλάτη της, γιατί ναυτίλος είναι η ίδια.

Και δώστου τραγούδια που εναλλάσσονται από εντολές:
«ετοίμασε εσύ το κατάρτι»
 Kαι ενώ εφαίνετο «ζώσα ονειρώδη ζωήν, ύπαρξιν ρεμβώδη», αρκετή ώστε  «το λεπτόν πυρ των οφθαλμών της να καίει την καρδίαν του νέου», όποτε χρειάζεται, αφυπνίζεται, ρωτά με κοφτές ερωτήσεις να μάθει τι συμβαίνει

«Τι λες να είναι» «εβγήκαν να μας κυνηγήσουν;»
 «εμάς γυρεύουν»
 «Τι μεγάλη βάρκα είναι αυτή;» 
Και συνεχίζει με μια απίστευτης διαύγειας σειρά προφορικών εντολών και στρατηγικού σχεδίου που αναπτύσσει και ο αφηγητής απλώς εκτελεί για το πώς θα ξεφύγουν από την σκαμπαβία στην οποία επιβαίνει ο σύζυγός της...


Η Λαλ(ι)ώ είναι λαλίστατη χωρίς να είναι λογία. Αυτό αποδεικνύεται από το με τρυφερότητα θησαυρισμένο «εμπομπή και παρατάξει», όταν εκείνη αναφέρεται στους γάμους των κοριτσιών που είναι μεγαλοπροικούσες...

Με σαφείς, κοφτές και εύστοχες προφορικές εντολές, εφαρμόζει τη στρατηγική της απόδρασης και επεμβαίνει στη μοίρα  που όρισαν για αυτήν οι γονείς και ο σύζυγός της, με μικρές διορθωτικές κινήσεις. Πώς θα αποφύγει την σύλληψη της φελούκας ή τουλάχιστον πώς να την μεταθέσει για  όταν θα έχουν φτάσει πλέον «πέρα», στο πατρικό της νησάκι, που δεν απέχει ούτως ή άλλως πάνω από δώδεκα μίλλια, και από όπου ο σύζυγός της ο κύρ Μοναχάκης την έχει αποκλείσει, την έχει ξεμοναχιάσει, όπως υπαγορεύει και του δικού του ονόματος η σημασία...

Αξιοποιεί προσεκτικά τα «βρυχόμενα αισθήματα» του αφηγητή και τον  καταπιεσμένο ερωτισμό του και φυσικά την ευστροφία της, η οποία παρεμβάλλεται αιφνιδίως στη ρεμβώδη και ονειροπόλο κατάσταση στην οποία φαίνεται να ζει με την ακατάσχετη και ευφραδή της ομιλία. Έτσι ελέγχεται το πηδάλιο της μοίρας, με την ομιλία. Η Λαλιώ, ζυγίζει τις φράσεις, αλλάζει από ενικό σε πληθυντικό, προϊδεάζει με το τραγούδι της, ενημερώνεται με τις σωστές ερωτήσεις, δίνει – επιβάλει με την πειθώ – σαφείς οδηγίες για την πορεία της βάρκας, που στο τέλος παρά τις δυσκολίες φτάνει στον προορισμό της...

Η τραυματισμένη ομιλία στην Χτυπημένη και στη Σπηλιά του Δράκου
Η σημασία του αινιγματικού αυτού χαρίσματος της Λαλιώς, αναδεικνύεται ακόμα περισσότερο παρατηρώντας το αντεστραμένο της είδωλο. Το αντίθετό της ενσαρκώνεται σε μια γυναίκα με τραυματισμένη την ικανότητα της ομιλίας, τη Γιάνναινα στην «Χτυπημένη»...Η Γιάνναινα με την τραυματισμένη ομιλία -  σε όλο το διήγημα την γνωρίζουμε μόνο από το όνομα του ανδρός της - ζει σε έναν  περίκλειστο κόσμο που έχει δημιουργήσει η πεθερά της,  όπως και η Λαλιώ  που την είχε απομονώσει ο σύζυγός της ο κυρ Μοναχάκης. Η Χτυπημένη όμως έχει έναν άβουλο σύζυγο, απορροφημένο στις δουλειές του και στα οικονομικά του προβλήματα. Το «χτύπημα» συνέβη  από υπερβολική ευαισθησία. Κεραυνοβολήθηκε δηλαδή από την ταραχή της, βλέποντας σχεδόν έξω από το σπίτι της,  μια Καντίνα, το φάντασμα  μιας Τουρκάλας, από τότε που κατοικούσαν Τούρκοι στο νησί. Η Καντίνα, την οποία και άλλοι από την οικογένειά της είχαν δει και δεν εξεπλάγησαν, την κοίταξε με το σπινθηροβόλο της βλέμμα, και από τότε η γυναίκα, χτυπήθηκε.

«Και δεν της επήρε μεν η Καντίνα την μιλιά της, διότι με την γλώσσαν παραλυθείσαν δεν ηδυνήθη να αρθρώση κραυγήν, αλλ’  έμεινε τραυλή διά βίου». Αυτή η τραυλότης, το παραπάτημα της ομιλίας, την κάνει να χάσει ολοκληρωτικά  την πορεία της και στη ζωή...Οι περιγραφές στο διήγημα είναι συγκλονιστικές. Στην αρχή οι φωνές της ήσαν ακατάληπτοι, και την διαβάζει ο ιερέας της Κεχρεάς ως να είχε δηλαδή καταληφθεί από δαιμόνια...Η συσκότιση  αυτή του νου  είναι πλήρης, γιατί αποκαλύπτεται ότι ότι ακόμα και όταν  αποκτά βαθμιαία μια υποτυπώδη δυνατότητα επικοινωνίας με το περιβάλλον της, τα τραύματα δεν επουλώνονται:  «πέπλος βαθύς ηπλώθη επί της διανοίας της, όμοιος με εκείνον όστις έκρυπτε τους χαρακτήρας της μορφής της Καντίνας».

Η Γιάνναινα, χωρίς όνομα, χωρίς φωνή – το χτύπημα, χτύπημα της τύχης φαίνεται να είναι, «της ήρθεν άτυχα» λέει η πεθερά της -  δεν μπόρεσε να αντέξει τα βάρη. Άρκεσε ένα άγγιγμα από το υπερπέραν για να συνθλίψει την αλαφρωίσκιωτη και ευαίσθητη γυναίκα...

Με παρόμοιο τρόπο, η μαγική σχεδόν περίδεση της ομιλίας, το χτύπημα, επικρέμαται ως απειλή και σε ένα άλλο διήγημα,  στην σπηλιά του Δράκου. Η δοκιμασία  εκεί είναι το να βρεθείς αντιμέτωπος με τη βοή που θα ακουστεί μέσα από μια σπηλιά...Τότε μπορεί να μην αντέξεις και να «χτυπηθείς»... Ο ήρωας της ιστορίας ο μικρός Κώτσος τολμά να αντιμετωπίσει τη βουή, αυτό που ακούει είναι  ο βαθύτερος φόβος του, αυτό που πάντα φοβόταν να ακούσει: ότι δηλαδή είναι νόθος...
Έτσι  λοιπόν η χτυπημένη  Γιάνναινα, γίνεται άβουλο παιχνίδι στα χέρια της μοίρας, μα κυρίως της πεθεράς της. Μπορεί εκείνη να λέει ότι  την  «έχει μόσιμο», ότι ορκίζεται δηλαδή στο όνομά της, αλλά  κατά τη διάρκεια της ασθενείας της την περιβάλει από την αντιφατική, τρυφερή και γεμάτη αυθαιρεσίες για γιατροσόφια φροντίδα, που δεν της επιτρέπει να θεραπευτεί,  την απομονώνει με συκοφαντίες από την οικογένειά της, και έτσι η άτυχη γυναίκα , οδηγείται σαν από το χέρι της μοίρας στο θάνατο...
Σαν το «χτύπημα» της Γιάνναινας, της χωρίς όνομα, να ήταν η επισφράγιση της προαναγγελθείσας ομηρίας της ως ασθενούς, αφού έγκλειστη ήταν και πριν ως σύζυγος, και η δυσφρορία από το βάρος μιας μη ευτυχισμένης συζυγικής και οικογενειακής ζωής, αντί να εκφραστεί με μια εξέγερση και επαναδιαπραγμάτευση όπως της Λαλιώς, καταλήγει αντιθέτως στην ολοσχερή παράδοση στους δεσμοφύλακές της.
Τραυλισμός, πνιγμονή,  παραλήρημα και οράματα  αποτελούν το εφιαλτικό προοίμιο για σιγά σιγά δίνουν τη θέση τους σε πιο οργανικά συμπτώματα που στο τέλος την οδηγούν στο θάνατο...Και ενώ ο αναγνώστης γίνεται μάρτυρας όλων των σκοτεινών δολοπλοκιών, της σκληρότητας και της κακίας των γυναικών στη μικρή κοινότητα του νησιού, που δεν διστάζουν να μιλούν μπροστά της για νέα σύζυγο του ανδρός της και μητριά  της κόρης της, ο άντρας της άβουλος δεν την διεκδικεί, αλλά επαφίεται στον έλεγχο της μητέρας του.


Ένα αχώριστο ζευγάρι
Αυτή είναι η μεγάλη διαφορά του με τον κυρ Μοναχάκη το σύζυγο της Λ(ι) αλώς, που την ήθελε πάντα για τον εαυτό του και  την είχε κλεισμένη στο σπίτι. Ο κυρ Μοναχάκης, ένας άντρας με τον οποίο ο ανταγωνισμός της Λαλιώς καταλήγει στο τέλος σε συμφωνία.  Η συμφωνία μεταξύ τους είναι περίπου συνενοχή  εις βάρος του Μαθιού (της μυθιστορηματικής περσόνας του  ίδιου του συγγραφέα σε νεαρή ηλικία) μια και το ζευγάρι, σαν να μην τρέχει τίποτε, συμφωνεί να ζήσουν και οι δυο «πέρα», στο άλλο νησί μαζί με τους γονείς της Λαλιώς...

Δεν είναι μόνο που ο κυρ Μοναχάκης την διεκδικεί τη Λαλιώ του, που την είχε ξεμοναχιάσει και αποκόψει από τους δικούς της,   και ελίσσεται για να διαπρατευτεί ξανά τη ζωή μαζί της. Η ευτράπελη πλευρά της υπόθεσης είναι και ότι της μοιάζει πολύ. Δεν είναι μόνο εκείνη η λαλίστατη. Στην αρχή του διηγήματος, ο Παπαδιαμάντης, λέει για αυτόν: 
«ήτο εύθυμος, πολύλογος πάντοτε και θορυβώδης καγχαστής».
Αχώριστο ζευγάρι: η Λαλιώ και ο πολύλογος...



(1)   Ο Κοσμοκαλόγερος, Μιχαήλ Περάνθης, εκδ. το βιβλιοπωλείον της Εστίας
(2)  Αλέξανδρος Αδαμαντίου Εμμανουήλ, Κωστής Παπαγιώργης, Εκδ. Καστανιώτη

Εικόνες από το διαδίκτυο

http://www.auction-net.co.uk/images/auctions/785/thumbnails/144.jpg 
http://www.pbase.com/image/47037300/original.jpg

4 σχόλια:

Γιώργο Μπατζιλή είπε...

Η ομιλία ως εγκεφαλική λειτουργία όπως λέει η παροιμία "το μυαλό λειτουργεί σαν την ομπρέλλα όταν είναι ανοικτή", εξ ανάγκης όταν βρέχει κρίσεις, προς τούτο ισχύει κι' η ευχή να ζει κανείς σε ενδιαφέροντες εποχές όπως έζησαν κι' αυτοί οι λαλίστατοι σιωπούντες κι' άλλοι πολλοί στον μεσοπόλεμο.
Scripta o verbal volant o manent depend from us from our soul

Γιώργο Μπατζιλή είπε...

Ευκαιρίας δοθείσης ασ' πω πως ο Κάλβος σχετίζεται με το Καλβίνος σε αντίθεση με το κασίς ή την Κασιώπη ως ο απέριτος έχων το πνεύμα της αφτασίδωτης κεφαλής, κατ' αντιπαράθεση της περικεφαλαίας των αντιπάλων επιγόνων πού φορά τώρα ο Κολοκοτρώνης. Αφιερωμένο all' amateure di poesia di Calvo

Νίκος Σαραντάκος είπε...

Καλημέρα!

Δεν ξέρω αν πρέπει να χρεώσουμε το "λάθος" στον Παλαμά ή στον στοιχειοθέτη, γιατί, τουλάχιστον στο δικό μου το αντίτυπο, υπάρχουν και οι δυο τύποι, ο σωστός και ο λαθεμένος. Εννοώ το άρθρο του Παλαμά "Οι δικοί μας - Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης" (πρδ. Η τέχνη, Απρίλιος 1899, σελ. 138-142), όπου βρίσκω στην τελευταία σελίδα δύο αναφορές στη Λιαλιώ, αρχικά: "Δυο τρία λατρευτά ονόματα γυναικών ... σαν τη Λιαλιώ της 'Νοσταλγού'" και πιο κάτω αυτό που παραθέτετε, με το εσφαλμένο "Λαλιώ". Επειδή δύσκολα ο Παλαμάς θα είχε στην ίδια σελίδα, ουσιαστικά στην ίδια παράγραφο, και τους δύο τύπους, μάλλον το λάθος το έκανε ο στοιχειοθέτης, που θα αγνοούσε το όνομα.

Πόλυ Χατζημανωλάκη είπε...

@Νίκο Σαραντάκο

ευχαριστώ πολύ για την στοιχειοθετημένη και λόγια παρατήρηση...

Να ευγνωμονώ τον στοιχειοθέτη επομένως, γιατί αν δεν μου χτύπαγαν στο μάτι οι δυο γραφές, η σωστή και η λανθασμένη δεν θα είχα την ευκαιρία αυτής της ανάγνωσης της Νοσταλγού...