Δευτέρα, 25 Ιανουαρίου 2016

To σκοτεινόν ζώον στη σπηλιά στη Φόνισσα και η χαμένη αθωότητα του αναγνώστη


Γράφτηκαν πολλά για εκείνη τη φώκια (1) που εθέλχθη από τον ήχον της φλογέρας του Σουραυλή του βοσκού και βγήκε παρά έξω στα ρηχά και "ετέρπετο εις τον ήχον και άρχισε να λικνίζεται στα κύματα" στο «Μυρολόγι της φώκιας» του Αλ. Παπαδιαμάντη. Το ερώτημα ήταν βεβαίως η άφωνη γλώσσα της, το μοιρολόγι που τραγούδησε για τη μικρή πνιγμένη Ακριβούλα του διηγήματος και που κάποιος ψαράς, που γνώριζε τη γλώσσα της είχε μεταφράσει. Νιώθει κανείς ακόμα φρίκη όταν διαβάζει εκείνη την τελευταία φράση –« Κ᾿ ἡ φώκη, καθὼς εἶχεν ἔλθει ἔξω εἰς τὰ ρηχά, ηὗρε τὸ μικρὸν πνιγμένον σῶμα τῆς πτωχῆς Ἀκριβούλας, καὶ ἤρχισε νὰ τὸ περιτριγυρίζῃ καὶ νὰ τὸ μυρολογᾷ, πρὶν ἀρχίσῃ τὸ ἑσπερινὸν δεῖπνόν της.»
Αυτό, μετά μάλιστα από την παρατήρηση που έκανε ο Χριστόφορος Μηλιώνης για τα δάκρια των φωκών (2), ότι δηλαδή όπως γράφει ο Μακρυγιάννης, την παράδοση οι φώκες με τα δάκρυά τους βρέχουν τα σώματα των θυμάτων τους μέχρι να σαπίσουν και να μπορέσουν να τα φάνε. Αμφίσημη η σκηνή σαν την φράση του (ανθρωποφάγου) Χάνιμπαλ Λέκτορ στη Σιωπή των Αμνών του Χάρρις. I have a friend for dinner - Εχω ένα φίλο για δείπνο - που δεν αποκλείει ο φίλος να είναι το δείπνο. Διάβασα προσφάτως μια εισήγηση στα Πρακτικά ενός Παπαδιαμαντικού Συνεδρίου (3) που προσπαθεί να διαλευκάνει αν η φώκια έφαγε ή όχι την Ακριβούλα, αν η Ακριβούλα δηλαδή ήταν το νυχτερινό της δείπνο. Η απάντηση του εισηγητή είναι όχι.
Η αλήθεια είναι ότι χάσαμε εμείς οι αναγνώστες την αθωότητά μας, μετά την παρατήρηση του Μηλιώνη. Κάθε φορά που θα διαβάζω αυτήν την φράση του διηγήματος, νιώθω πια μια φρίκη που δεν απαλύνεται όσα επιχειρήματα περί του αντιθέτου να έχει παραθέσει ο καλός εισηγητής. Για την φώκια κατοικίδιο, για τις καλές σχέσεις φώκιας ανθρώπων από την αρχαιότητα, για την συμπάθεια προς τις φώκιες την εποχή του Παπαδιαμάντη, το ταλαιπωρημένο ζώο που εξανάγκαζαν να κάνει ακροβατικά στα τσίρκα. Μακάρι.
Είδα μάλιστα σε πρόσφατο ταξίδι μου στη Ρόδο, το σκελετό μιας φώκιας που βρέθηκε στο λιμάνι σε τάφο του 1ου αιώνα μ. Χ. μαζί με τα μέλη μιας οικογένειας. Ήταν δηλαδή κατοικίδιο.


Πιστεύω ωστόσο πως όσο και να είναι η φώκια στον Παπαδιαμάντη "ζώο σκοτεινό" - και δεν εννοώ την αγριότητα από τους σκελετούς από φώκιες που βρίσκονταν στη φωλιά του αετού στη Φόνισσα (4) - υπάρχει ήδη από τη Φόνισσα μια σκηνή που αδελφοποιεί την φώκια με την Ακριβούλα και θέτει μια διαφορετική προοπτική στην εμφάνιση του θαλασσίου θηλαστικού, μια κοινή μοίρα, τον θάνατο. Αναφέρομαι στην εμφάνιση μιας άλλης φώκιας, ζωντανής, τον κίνδυνο που προκάλεσε στους ψαράδες και την ρεαλιστικότατη - αιματηρή - περιγραφή της βίας που ασκήθηκε πάνω της, κατά το το τέλος του μυθιστορήματος, εκεί που η Χαδούλα έχει καταφύγει στη σπηλιά με τις δύο εισόδους.
Αφηγούνται, λέει, ότι κάποτε είχε μπει μια βαρκούλα σε εκείνη τη σπηλιά. Ο ένας από τους δυο ναυβάτες ήθελε να ψαρέψει καραβίδες, ο άλλος είχε βγει και είχε ανέβη πιο ψηλά για να μαζέψει κρίταμα. Στην επιστροφή όμως δεν μπορούσαν να βγουν γιατί μια φώκια είχε φράξει το στόμιο. Η βάρκα «εκάθισεν επάνω εις μίαν φώκην ζωντανήν φράττουσαν ακριβώς το πλάτος του στομίου. Το σκοτεινόν ζώον ανεταράσσετο, ήσπαιρεν, η μικρά σκάφη επάλλετο, έτρεμε, και δεν ημπορούσε να υπάγη ούτε εμπρός ούτε οπίσω. Ο ναυβάτης ο εντός της βάρκας εκτύπησε την φώκην μ' ένα πέλεκυν, την αιμάτωσε, το κύμα εκοκκίνησε επ' ολίγον. Η φώκη ήσπαιρεν εν αγωνία. Ο νεαρός αλιεύς κατώρθωσε να σφίγξη τον λαιμόν με μίαν θηλειάν, και καλέσας τον άλλον σύντροφόν του εις βοήθειαν κατώρθωσε τη βοηθεία αυτού, με κίνδυνον να βουλιάξη η φελούκα, ν' ανασύρη επάνω την φώκην.»

Το εμπόδισμα της βάρκας από τη φώκια, προάγγελος ίσως της σκηνής με τη γολέτα στο μυρολόγι της φώκιας, που βολταντζάρει και δεν μπορεί να βγει από το λιμάνι; Κάτι που εμποδίζεται δηλαδή , με βαρύ ψυχολογικό φορτίο; (ένα κείμενο για αυτό το καραβάκι –«…εκείνο το καραβάκι» έχω δημοσιεύσει στο συλλογικό τόμο της ομάδας CRAFT – (5)


Δεν είναι όμως μόνο αυτό. Εδώ νομίζω έχουμε την μεταφορική περιγραφή μιας γέννας. Αν μάλιστα λάβουμε υπόψιν μας την αναλογία σκάφους –παιδιού, μια μεταφορά που υπογραμμίζει ο ίδιος ο Παπαδιαμάντης στη Φόνισσα: "— Δεν έχω.... να μου σκαρώση κανένα πρωιμάδι... αυτή η Στριγλίτσα! είχεν ειπεί. Βλέπετε, την μεταφοράν του ρήματος την ελάμβανεν από το επάγγελμα της συντεχνίας. («Σκαρώνω καράβι» ισοδυναμεί με το «ναυπηγώ ναυν»)" (6) ίσως η αιματηρή έξοδος από την σπηλιάν να είναι παριστάνει μεταφορικά μια δύσκολη γέννα, ίσως έναν ατελέσφορο τοκετό, μια έκτρωση. Η φώκια εμποδίζει τον τοκετό αλλά υφίσταται βία, την τσεκουρώνουν, της σφίγγουν τον λαιμό με την θηλιά. Όπως συμβαίνει και στα κορίτσια που πνίγει η Φόνισσα. Είναι η τελευταία της εικόνα, η τελευταία ανάμνηση που θα έχει η Φραγκογιαννού πριν το θάνατό της. Η φώκια που την εμποδίζει, η Φώκια που ενοχλεί όπως ενοχλούν με την ύπαρξή τους τα κορίτσια, η φώκια που βγαίνει από τη μέση. Η φώκια είναι ο καθρέφτης, το είδωλο των νεκρών κοριτσιών. Μια αδελφοσύνη δηλαδή έχει ήδη αναπτυχθεί από τη Φόνισσα, ανάμεσα σε αυτήν και την νεκρή Ακριβούλα του μελλοντικού διηγήματος. Η φώκια στο τέλος θα τραγουδήσει το αμφίσημο «μυρολόγι»
(2) Χριστόφορος Μηλιώνης, Σημαδιακός κι Αταίριαστος, εκδ. Νεφέλη, 2002
(3) Δημήτρης Βλαχοδήμος, "Η γυναικεία ταυτότητα στο Μυρολόγι της Φώκιας", Γ΄Διεθνές Συνέδριο για τον Παπαδιαμάντη
(4) Πρβλ. «τεράστια κόκκαλα θαλασσίων όφεων, φωκών, καρχαριών και άλλων εναλίων θηρίων, τα οποία είχε ξεφαντώσει κατά καιρούς ο μέγας και κραταιός όρνις των θαλασσών»,
(5)Πόλυ Χατζημανωλάκη, "...Εκείνο το καραβάκι", Craftbook II, Συλλογική έκδοση, Μικρές Εκδόσεις 2015
(6)Εργασία ολοήμερος και κρότος και ωδίνες ως τικτούσης: η μαγική τέχνη της ναυπηγικής στον Παπαδιαμάντη, περιοδικό Φηγός, έκδοση Περιφέρειας Ηπείρου, Β΄Εξάμηνο 2011, τεύχος 31, σελ. 159 - 165

1 σχόλιο:

Idom είπε...


Καλημέρα!

Υποθέτω ότι η φώκια που αγαπάει το φαγητό της και το θρηνεί, αντανακλά την αρχέγονη πεποίθηση ότι τρώγοντας το σώμα κάποιου, το ενσωμαώνεις στο δικό σου σώμα και κληρονομείς τις δυνάμεις του. Πεποίθηση, που στο κάτω κάτω, ιδίως στο πρωτο μέρος της και χωρίς τις μεταφυσικές προεκτάσεις, είναι κυριολεκτικά σωστή. :-)

Κάπου εκεί στηρίζεται και η "άγρια" ανθρωποφαγία κάποιων φυλών και η ήμερη, καθαρμένη και συμβολική Θεία κοινωνία. Όχι;

Ο Ρόμπερτ Χένλαϊν στο βιβλίο του "Ξένος σε ξένη χώρα" περιγράφει μία κοινωνία ανθρώπων αλλά με εξωγήινες επιρροές, που αφού φροντίσουν τον δικό τους άνθρωπο μέχρι τα στερνά του, μετά τον θάνατο τον τρώνε, ως ένδειξη αγάπης και θέλησης να τον ενσωματώσουν.

Ο Παπαδιαμάντης γοητευόταν από τον παγανισμό. Ίσως κάποιες φορές να έτρωγε φώκια ψητή με την ελπίδα να φάει και ολίγη Ακριβούλα από 2ο χέρι. (Ωχ τι άρχισα να λέω... Πάω να τρολάρω αλλού. :-) )